Eka Rock Designs Ltd ν. Νίκος Νικολάου, Αρ. Αγωγής: 47/07, 21 Ιουνίου, 2010 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDAMM:2010:A15 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Α. Δαυίδ, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 47/07 Eka Rock Designs Ltd Ενάγοντες - Καθ΄ ων η Αίτηση και Νίκος Νικολάου Εναγόμενος - Αιτητής Αίτηση Ημερομηνίας 3/6/10 Ημερομηνία: 21 Ιουνίου,
- Εμφανίσεις: Για τον Αιτητή - Εναγόμενο: κ. Παπαλλής με κα Μαντοβάνη. Για τους Καθ΄ ων η Αίτηση - Ενάγοντες: κ. Βλαδιμήρου. ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Το ειδικά οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα της υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγής, καταχωρήθηκε στις 7/2/
- Στις 21/5/07 καταχωρήθηκε η υπεράσπιση και ανταπαίτηση για την πλευρά του εναγομένου ενώ στις 11/10/07 τα δικόγραφα συμπληρώθηκαν με την καταχώρηση εκ μέρους των εναγόντων απάντησης στην υπεράσπιση και υπεράσπισης στην ανταπαίτηση. Η ακρόαση της αγωγής έγινε κατορθωτό να αρχίσει στις 11/2/2010, αφού στο μεταξύ τους δικηγόρους που εκπροσωπούσαν τον εναγόμενο διαδέχθηκε λόγω διαφωνίας του τελευταίου με αυτούς, άλλος δικηγορικός οίκος. Η ακρόαση της υπόθεσης συνεχίστηκε σε διάφορες δικασίμους. Την 10/5/2010 που η υπόθεση ήταν προγραμματισμένη για σκοπούς συνέχισης της ακρόασης, οι συνήγοροι του εναγομένου ζήτησαν και έλαβαν την άδεια του Δικαστηρίου να αποχωρήσουν από τη διαδικασία λόγω διαφωνιών με τον πελάτη τους ως προς τον χειρισμό της υπόθεσης. Ενόψει αυτής της εξέλιξης, δόθηκε χρόνος στον εναγόμενο ως ήταν το αίτημα του να διορίσει άλλο δικηγόρο, πράγμα το οποίο έγινε με την καταχώρηση τελικά στις 3/6/2010 ειδοποίησης αλλαγής δικηγόρου για την πλευρά του εναγομένου εκ μέρους του δικηγορικού οίκου Παπαλλής και Σωτηρίου ΔΕΠΕ και της Μαρίας Μαντοβάνη, οι οποίοι εμφανίστηκαν στη διαδικασία σε αντικατάσταση των παλαιών δικηγόρων του εναγομένου. Την ίδια ως άνω ημερομηνία καταχωρήθηκε η υπό συζήτηση αίτηση, στα πλαίσια της οποίας ο εναγόμενος - αιτητής επιζητά την τροποποίηση της υπεράσπισης του με την προσθήκη σε αυτή της πιο κάτω νέας παραγράφου. "1(Α). Ο εναγόμενος ισχυρίζεται ότι οι ενάγοντες κωλύονται ή/και εμποδίζονται από του να κινηθούν δικαστικά εναντίον του εναγομένου και να διεκδικούν οποιοδήποτε ποσό ως αντάλλαγμα εκτελεσθεισών εργασιών, εφόσον καθ΄ όλους τους ουσιώδεις χρόνους, δεν ήταν εγγεγραμμένοι εργολήπτες ή/και δεν είχαν την απαιτούμενη άδεια προς το σκοπό διεξαγωγής των επίδικων εργασιών, οι οποίες εργασίες ήταν τέτοιας φύσεως ώστε για την εκτέλεση τους να απαιτείται η ύπαρξη εργοληπτικής άδειας από το πρόσωπο που τις εκτελεί." Η νομική βάση της αίτησης εδράζεται στους Περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικούς Κανονισμούς Δ.25 θ.1-5 και Δ.48 θθ 2, 8
(1)(β) και
(9). Την αίτηση συνοδεύει και υποστηρίζει ένορκη δήλωση του ίδιου του εναγομένου, ημερομηνίας 3/6/
- Στην ως άνω δήλωση του ο κ. Νικολάου αφού αναφέρεται στις αλλαγές δικηγόρων που είχαν προηγηθεί για την πλευρά του υποδεικνύει πως ως τον συμβουλεύουν οι νέοι δικηγόροι του είναι αναγκαία και επιβεβλημένη η νέα τροποποίηση ώστε να τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου σημαντικός ισχυρισμός ο οποίος δημιουργεί ουσιαστική υπεράσπιση έναντι της απαίτησης των εναγόντων και ο οποίος δεν είχε τεθεί από τους προηγούμενους δικηγόρους που τον εκπροσωπούσαν. Προβάλλοντας τη θέση ότι απαραίτητη προϋπόθεση για την εκτέλεση των εργασιών που περιγράφονται στην απαίτηση των εναγόντων ήταν οι τελευταίοι να έχουν κατά τον ουσιώδη χρόνο άδεια εργολήπτη, πράγμα που όπως ενημερώθηκε από το Συμβούλιο Εργοληπτών Κύπρου δεν είχαν, με αποτέλεσμα η ανάληψη και εκτέλεση εκ μέρους τους συγκεκριμένων έργων να συνιστά παράνομη πράξη. Στηριζόμενος στην πληροφόρηση που έλαβε από τους δικηγόρους του, υποδεικνύει ότι για σκοπούς πλήρους και τελειωτικής εκδίκασης όλων των επιδίκων θεμάτων μεταξύ των μερών αλλά και για σκοπούς ορθής απονομής της δικαιοσύνης είναι επάναγκες να επιτραπεί η αιτούμενη τροποποίηση. Παρά το γεγονός δε ότι η δίκη βρίσκεται σε προχωρημένο στάδιο, η έγκριση του αιτήματος δεν θα θέσει σε μειονεκτική θέση τους ενάγοντες αφού αυτοί έχουν το δικαίωμα να προσκομίσουν, εάν το επιθυμούν, περαιτέρω μαρτυρία επί του θέματος. Καταληκτικά υποστηρίζει ότι με την αιτούμενη τροποποίηση οι ενάγοντες δεν θα υποστούν οποιαδήποτε ζημιά που δεν θα μπορούσε να ικανοποιηθεί με ανάλογη διαταγή ως προς τα έξοδα. Οι ενάγοντες - καθ΄ ων η αίτηση, καταχώρισαν ειδοποίηση πρόθεσης έντασης στην αίτηση η οποία συνοδεύεται από ένορκη δήλωση του διευθυντή της ενάγουσας εταιρείας Γιώργου Λοϊζίδη, ημερ. 11/6/
- Στην ως άνω ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την ένσταση εξειδικεύεται κατ΄ ουσία ο μεγάλος αριθμός των λόγων ένστασης οι οποίοι προβάλλονται στο σώμα της. Προτάσσεται ανάμεσα σε άλλα η θέση ότι ο αιτητής με την ένορκη δήλωση του αποκρύπτει ουσιαστικά γεγονότα, όπως το γεγονός πως οι δύο πλευρές κατά την πρόοδο της διαδικασίας είχαν προβεί ήδη σε διορισμό από κοινού επιμετρητή για τον καθορισμό της ποσότητας των εργασιών που εκτελέστηκαν από τους ενάγοντες, αποδεχόμενοι ότι η απόφαση του επιμετρητή για το ζήτημα θα ήταν δεσμευτική για τους διαδίκους. Περαιτέρω, υποδεικνύεται ότι ο ομνύων αιτητής δεν αποκαλύπτει την πηγή της πληροφόρησης του όσον αφορά την προβαλλόμενη θέση ότι για την εκτέλεση των εργασιών που περιγράφονται στην έκθεση απαίτησης ήταν αναγκαία η κατοχή από τους ενάγοντες σχετικής άδειας. Υποδεικνύεται παράλληλα πως το προχωρημένο στάδιο που ευρίσκεται η ακρόαση της υπόθεσης, με την ολοκλήρωση ήδη της παρουσίασης της υπόθεσης για την πλευρά των εναγόντων και το προχωρημένο στάδιο που βρίσκεται η μαρτυρία της υπεράσπισης αποτελεί παράγοντα που αποκλείει ή ανεπανόρθωτα δυσκολεύει νομολογιακά την έγκριση της αίτησης. Τυχόν έγκριση της αίτησης σε αυτό το στάδιο σε συνδυασμό πάντα με την εν γένει συμπεριφορά του εναγομένου και τις συχνές αλλαγές δικηγόρων για την πλευρά του εναγομένου, θα έχει σαν αποτέλεσμα την περαιτέρω καθυστέρηση της εκδίκασης της υπόθεσης, τη δημιουργία επιπρόσθετων εξόδων και ταλαιπωρία στους ενάγοντες κατά τρόπο που να επηρεάζονται δυσμενώς τα συμφέροντα των τελευταίων. Σημειώνεται επίσης πως με την επιδιωκόμενη τροποποίηση η πλευρά του εναγομένου επιδιώκει ουσιαστικά, πολύ καθυστερημένα, να εισάξει νέα βάση υπεράσπισης πλήρως ασύνδετη με την καταχωρηθείσα ήδη υπεράσπιση, για ζητήματα που ήταν γνωστά στην πλευρά του εναγομένου και των δικηγόρων του από τα πρώτα στάδια της διαδικασίας, πλην όμως η πλευρά του επέλεξε να μην προβάλει στην υπεράσπισή της. Κατά το στάδιο της ακρόασης της αίτησης και οι δύο πλευρές επέλεξαν να περιοριστούν σε αγορεύσεις, αναπτύσσοντας τις εκατέρωθεν θέσεις τους και επιχειρηματολογώντας προς υποστήριξή τους. Συνοπτικά αυτές παρατίθενται στη συνέχεια, παρά το γεγονός ότι έχουν μελετηθεί και απασχολήσει το Δικαστήριο στο σύνολο τους για σκοπούς της παρούσας. Ο κ. Παπαλλής για την πλευρά του Αιτητή αφού παρέπεμψε σε σχετική επί του ζητήματος νομολογία, υπέδειξε ότι η σύγχρονη τάση της νομολογίας μας είναι να επιτρέπει την τροποποίηση δικογράφου εφόσον κάτι τέτοιο δεν θα προκαλέσει αδικία σε οποιαδήποτε πλευρά. Υποστήριξε ότι θα πρέπει να επιτραπεί στον εναγόμενο να τροποποιήσει την υπεράσπιση του ως η αίτηση, αφού ουσιαστικά το ζήτημα που επιχειρείται να εισαχθεί με την τροποποίηση αποτελεί καθαρά νομικό θέμα και ως τέτοιο μπορεί με ευκολία να τεθεί σε οποιοδήποτε στάδιο. Πρόκειται για νομικό ισχυρισμό που θα βασιστεί ουσιαστικά σε γεγονότα που είναι ήδη ενώπιον του Δικαστηρίου. Σε κάθε περίπτωση πάντως, δήλωσε πως η πλευρά του εναγομένου δεν θα έχει οποιαδήποτε ένσταση σε τυχόν αίτημα της πλευράς των εναγόντων να επανακλητεύσουν μάρτυρες για να προσφέρουν οι τελευταίοι τη μαρτυρία τους για το ζήτημα. Υποδεικνύοντας ότι η καθυστέρηση που τυχόν παρατηρείται στην προώθηση του αιτήματος δεν μπορεί από μόνη της να αποτελέσει καθοριστικό παράγοντα αλλά συνυπολογίζεται με όλους τους άλλους παράγοντες που καθιέρωσε η νομολογία, υπογράμμισε ότι οποιαδήποτε ζημιά που είναι δυνατό να προκληθεί στην υπό συζήτηση περίπτωση, μπορεί πάντα να αποκατασταθεί από το Δικαστήριο μέσω της ανάλογης διαταγής εξόδων. Αντίθετες ήταν οι τοποθετήσεις του ευπαίδευτου συνηγόρου των εναγόντων για το υπό συζήτηση ζήτημα. Ο κ. Βλαδιμήρου αφού επανέλαβε τους λόγους που περιλαμβάνονται στην ένσταση των εναγόντων, υπέδειξε ότι η διεξαγωγή της δίκης μέσα σε εύλογο χρόνο καθιερώνεται από το ίδιο τη Σύνταγμα ως θεμελιώδες δικαίωμα κάθε διαδίκου. Όσο φιλελεύθερη υπογράμμισε και αν είναι η προσέγγιση στο θέμα της τροποποίησης, τούτο εξακολουθεί να αποτελεί άσκηση της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου λαμβάνοντας πάντα υπόψη το σύνολο των περιστατικών της κάθε υπόθεσης. Οι προηγηθείσες αλλαγές δικηγόρων για την πλευρά του εναγομένου και οι καθυστερήσεις που αυτό συνεπάγεται, η προηγούμενη δικονομική συμπεριφορά του εναγομένου με τον διορισμό κατά το στάδιο της ακροαματικής διαδικασίας από κοινού επιμετρητή για τον προσδιορισμό της εργασίας που έχει εκτελεστεί, το γεγονός ότι η πλευρά των εναγόντων έχει ήδη ολοκληρώσει την παρουσίαση της υπόθεσης της ενώ η υπόθεση για την πλευρά του εναγομένου βρίσκεται ήδη σε προχωρημένο στάδιο, αποτελούν υπογράμμισε παράγοντες που από μόνοι τους είναι ικανοί να οδηγήσουν σε απόρριψη στη συγκεκριμένη περίπτωση του αιτήματος. Όσο μεγαλύτερη είναι η καθυστέρηση, υπογράμμισε, ανάλογα αυξάνει και το βάρος το οποίο θα πρέπει να αποσείσει ο αιτητής για να επιτύχει την έκδοση διατάγματος τροποποίησης. Τυχόν έγκριση της αίτησης θα οδηγήσει τους ενάγοντες σε πολύ δυσμενή θέση αφού πέραν της μεγάλης ταλαιπωρίας που αυτοί θα υποστούν, τα έξοδα της διαδικασίας θα αυξηθούν, θα υπάρχει περαιτέρω καθυστέρηση στην ολοκλήρωση της εκδίκασης της υπόθεσης τους ενώ δεν θα απονεμηθεί πλήρως δικαιοσύνη. Δεν έχει τεθεί υπόψη του Δικαστηρίου οποιαδήποτε εξήγηση για την ανεξήγητη καθυστέρηση που παρατηρήθηκε στην προώθηση της αίτησης, ενώ υποστήριξε ότι ουσιαστικά η υπό συζήτηση αίτηση συνιστά κατάχρηση της διαδικασίας και των Θεσμών της Πολιτικής Δικονομίας, αφού σ' αυτό το ύστερο στάδιο της διαδικασίας χωρίς να εξηγείται γιατί, η υπεράσπιση τελείως ασύνδετα με τη βάση της υπεράσπισης που έχει ήδη προωθήσει επιχειρεί να εισάξει εντελώς νέα βάση υπεράσπισης. Το ζήτημα που επιχειρείται να εγερθεί σε αυτό το ύστερο στάδιο της διαδικασίας, αποτελεί θέμα το οποίο ήταν σε θέση και μπορούσαν να εξακριβώσουν και προβάλουν από τα αρχικά στάδια αυτής της διαδικασίας τόσο ο εναγόμενος όσο και οι δικηγόροι του, πράγμα το οποίο παρέλειψαν να πράξουν. Στο σύγγραμμα Halsbury´s Laws of England 4η έκδοση, τόμος 37, στην παράγραφο 272 αναφέρονται και τα πιο κάτω σε σχέση με τις αρχές στη βάση των οποίων το Δικαστήριο δύναται να διατάξει την τροποποίηση ενός δικογράφου: "... this power maybe exercised for the purpose of determining the real question in controversy correcting any defect or error in the proceedings. The power provides the guiding principle of cardinal importance on the question of amendment on which the general practice of the court is founded that an amendment will be allowed if it can be made without injustice to the opposite party, and if it can be compensated for by costs. Lift to amend may be refused in there is or maybe prejudicial delay in making the application, or if the application is not made in good faith". Οι διατάξεις των Διαδικαστικών Κανονισμών οι οποίες αναφέρονται στη δυνατότητα τροποποίησης δικογράφων, έχουν καταστεί αντικείμενο ανάλυσης και προβληματισμού σε πληθώρα αποφάσεων. Έχουν, συνακόλουθα, καθιερωθεί γενικές αρχές στη βάση των οποίων το Δικαστήριο μπορεί και πρέπει να καθοδηγείται στην άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας. Παραπέμπω ενδεικτικά στις σχετικές αποφάσεις που εκδόθηκαν στα πλαίσια των υποθέσεων: Σάββα & Co (T.M.T.) v. T.M.T. Agents
(1994)1 AAΔ 426, Astor Manufacturing and Exporting Co κ.α ν. Α.G. Leventis κ.α.
(1993)1 ΑΑΔ 726, Christodoulou ν. Christodoulou κ.α.
(1991)1 ΑΑΔ 934, Περικτιόνη Χρίστου ν. Ανδρέα Στυλιανού Αζά ως Διαχειριστή της περιουσίας του αποβιώσαντος Στυλιανού Σάββα τέως από τον Πομό
(1992)1 ΑΑΔ 704 και Νικολάου ν. Μιλτιάδους κ.α.
(2007)1 (Β) ΑΑΔ 1050. Αισθάνομαι πραγματικά ότι παρέλκει η ανάγκη για αυτούσια επανάληψη του λόγους τους στα πλαίσια της παρούσας. Στην υπόθεση Ναυτοδικείου Φοινιώτης ν. Greenmar Navigation
(1989)1 AAΔ (E) 33 έχουν συνοψιστεί από τον Δικαστή Πική (όπως ήταν τότε ο πρώην Πρόεδρος του Ανωτάτου Δικαστηρίου της χώρας) με επιγραμματικό και σαφή τρόπο οι πιο κάτω αρχές:
(1). Η τροποποίηση της δικογραφίας επιτρέπεται σε κάθε στάδιο της διαδικασίας δεδομένου ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις που την καθιστούν απαραίτητη για την αποτελεσματική απονομή της δικαιοσύνης.
(2). Στο προσδιορισμό των συμφερόντων της δικαιοσύνης όπως διαγράφονται στη συγκεκριμένη υπόθεση συνεκτιμούνται και οι επιπτώσεις από την τροποποίηση στα δικαιώματα και συμφέρονται του αντιδίκου. Η διεξαγωγή της δίκης μέσα σε εύλογο χρόνο καθιερώνεται από το άρθρο 30.2 του Συντάγματος ως θεμελιώδες δικαίωμα του κάθε διαδίκου.
(3). Η τροποποίηση επιτρέπεται κατά κανόνα εφόσον δεν προκαλείται ανεπανόρθωτη ζημιά στον αντίδικο δηλαδή ζημιά άλλη από εκείνη που μπορεί να θεραπευθεί με την έκδοση της κατάλληλης διαταγής ως προς τα έξοδα. Το αποδεικτικό βάρος για την αιτιολόγηση του αιτήματος και της καθυστέρησης στη διατύπωση των θέσεων του αιτητή ποικίλει ανάλογα με το στάδιο κατά το οποίο υποβάλλεται η αίτηση. Όσο μεγαλύτερη είναι καθυστέρηση ανάλογα επαυξάνει και το βάρος το οποίο πρέπει να αποσείσει ο αιτητής για την έκδοση διατάγματος για την τροποποίηση.
(4). Η έναρξη της δίκης δεν δημιουργεί ανυπέρβλητο εμπόδιο στην επιδίωξη της τροποποίησης υπεράσπισης. Στο στάδιο όμως αυτό η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου ασκείται με φειδώ, λαμβάνοντας υπόψη τον εκτροχιασμό της δίκης από την προσδιορισθείσα πορεία και τις αναπόφευκτες επιπτώσεις στα δικαιώματα του αντιδίκου. Στην υπόθεση Hipgrave v. Case 28 CHD. 361 υποδείχθηκε ότι το Δικαστήριο αντιμετωπίζει με διστακτικότητα αιτήσεις για τροποποίηση της δικογραφίας κατά τη δίκη." Αποτελεί αξίωμα στο δικό μας σύστημα ότι η τροποποίηση των έγγραφων προτάσεων είναι επιτρεπτή σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας, υπό την προϋπόθεση ότι δεν προκαλείται ανεπανόρθωτη ζημιά στην αντίδικη πλευρά, υπό την έννοια ότι η ανεπανόρθωτη ζημιά δεν μπορεί να αντικατασταθεί με την καταβολή εξόδων βάση διαταγής του Δικαστηρίου. Στην υπόθεση Περικτιόνη Χρίστου (ανωτέρω) ο Δικαστής Νικήτας στην απόφαση του υποδεικνύει ανάμεσα σε άλλα ότι: "Η θεμελιακή αρχή που ξεπροβάλλει από τις αποφάσεις είναι πως η τροποποίηση δικογράφου είναι εφικτή σε κάθε περίπτωση που κρίνεται αναγκαία για τον προσδιορισμό της ουσίας της διαφοράς και για αποτροπή της πολλαπλότητας των νομικών διαδικασιών. Εξαίρετη αποτελούν οι περιπτώσεις που η τροποποίηση δυνατό να επιφέρει στον αντίδικο αδικία ή ακόμη εκεί που η κακή πίστη του αιτητή είναι εμφανής." Από τον λόγο των ως άνω αναφερόμενων αποφάσεων αλλά και το σύνολο των νομικών αυθεντιών που αφορούν το υπό συζήτηση ζήτημα, αβίαστα εξάγεται το συμπέρασμα ότι η διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου να διατάξει τροποποίηση είναι ευρύτατη, ενώ όπως υποδείχθηκε στην υπόθεση Christodoulou (ανωτέρω) η σύγχρονη τάση είναι να επιτρέπονται τροποποιήσεις ακόμα και αν αυτές είναι αποτέλεσμα αμέλειας ή καθυστέρησης νοουμένου ότι δεν θα προκληθεί αδικία στην άλλη πλευρά που δεν θα μπορούσε να αποζημιωθεί με χρήμα. Το ζήτημα όμως, όπως τονίστηκε στην υπόθεση Ταξί Κυριάκος Λτδ v Παύλου
(1995)1ΑΑΔ 560, εξακολουθεί να υπόκειται στην διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου που πρέπει να ασκείται έχοντας υπόψη το σύνολο των περιστατικών της υπόθεσης. Γεγονός παραμένει πάντως ότι μετά την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας τα Δικαστήρια δεν επιτρέπουν με την ίδια ευκολία τροποποίηση, η αναγκαιότητα της οποίας ήταν πασιφανής από πριν αλλά ποτέ δεν ζητήθηκε. Τούτο γιατί, δεδομένου ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις εκείνες που καθιστούν μία τροποποίηση απαραίτητη για την αποτελεσματική απονομή της δικαιοσύνης, ο παράγοντας της καθυστέρησης, που απορρέει από το Συνταγματικό δικαίωμα των διαδίκων για εκδίκαση της υπόθεσης τους σε εύλογο χρόνο, (άρθρο 30.2 του Συντάγματος), εξετάζεται από ο Δικαστήριο και συνυπολογίζεται κατά τρόπο που να μην παραβιάζεται η αρχή της διεξαγωγής της δίκης μέσα σε εύλογο χρόνο ώστε να προστατεύονται τα δικαιώματα και τα συμφέροντα του αντιδίκου. Βλ. Γραμμές Στρίντζη Αιγαίου Ναυτική Εταιρεία ν. Επίσημος Παραλήπτης κ.α.
(1995)1 ΑΑΔ 607. Κατά τον ίδιο τρόπο η τροποποίηση εκ μέρους του Δικαστηρίου δεν επιτρέπεται, αν το τελευταίο πειστεί ότι αυτή γίνεται κακόπιστα. Προσεγγίζοντας αιτήματα ως το υπό συζήτηση, δεν διαλανθάνει ασφαλώς της προσοχής του Δικαστηρίου η πιο κάτω αναφορά του Δικαστή Bowen, στην πολύ παλαιά υπόθεση Cropper v. Smith
(1884)26 Ch.D. 700, η οποία επαναλήφθηκε σε σειρά άλλων νεότερων αποφάσεων για το ζήτημα: "It is a well-established principle that the object of the Court is to decide the rights of the parties, and not to punish them for mistakes they make in the conduct of their cases by deciding otherwise than in accordance with their rights. ... I know of no kind of error or mistake which, if not fraudulent or intended to overreach, the Court ought not to correct, if it can be done without injustice to the other party. Courts do not exist for the sake of discipline, but for the sake of deciding matters in controversy, and I do not regard such amendment as a matter of favour or grace." Σημειώνονται παράλληλα ωστόσο, οι αναφορές του Λόρδου Griffiths στην απόφαση του στα πλαίσια της γνωστής Αγγλικής υπόθεσης Ketteman v. Hansel Properties Ltd
(1988)1 All E.R.38, όπου απασχόλησε παρόμοιο αίτημα τροποποίησης σε προχωρημένο στάδιο της διαδικασίας. Το ζήτημα τέθηκε ως εξής στη σελ. 62 του ως άνω τόμου: "Furthermore, whatever may have been the rule of conduct a hundred years ago, today it is not the practice invariably to allow a defence which is wholly different from that pleaded to be raised by amendment at the end of the trial even on terms that an adjournment is granted and that the defendant pays all the costs thrown away. There is a clear difference between allowing amendments to clarify the issues in dispute and those that permit a distinct defence to be raised for the first time. Whether an amendment should be granted is a matter for the discretion of the trial judge and he should be guided in the exercise of the discretion by his assessment of where justice lies. Many and diverse factors will bear on the exercise of this discretion. I do not think it possible to enumerate them all or wise to attempt to do so. But justice cannot always be measured in terms of money and in my view a judge is entitled to weigh in the balance the strain the litigation imposes on litigants, particularly if they are personal litigants rather than business corporations, the anxieties occasioned by facing new issues, the raising of false hopes, and the legitimate expectation that the trial will determine the issues one way or the other. Furthermore, to allow an amendment before a trial begins is quite different from allowing it at the end of the trial to give an apparently unsuccessful defendant an opportunity to renew the fight of an entirely different defence." Επανερχόμενος στην υπό συζήτηση υπόθεση ευθύς εξαρχής θα πρέπει να σημειωθεί ότι δεν μπορεί να υιοθετηθεί η εισήγηση του συνηγόρου των καθ' ων η αίτηση ότι η ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση θα πρέπει να αγνοηθεί, στην έκταση που αναφέρεται σε γεγονότα εκτός της προσωπικής γνώσης του ομνύοντα. Η ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την αίτηση φαίνεται να συμμορφώνεται με τις προϋποθέσεις της Δ.39 θ.2 των Διαδικαστικών Κανονισμών Περί Πολιτικής Δικονομίας. Ο ομνύων, στην έκταση που αναφέρεται σε γεγονότα πέραν της δικής του προσωπικής γνώσης αποκαλύπτει την πηγή της πληροφόρησης του. Αναμφίβολα η ακρόαση της παλαιάς αυτής υπόθεσης ενώπιον του Δικαστηρίου βρίσκεται σε προχωρημένο στάδιο. Η παρουσίαση της υπόθεσης για την πλευρά των εναγόντων έχει ολοκληρωθεί ενώ για την πλευρά της υπεράσπισης έχει ήδη ολοκληρώσει τη μαρτυρία του ο ίδιος ο εναγόμενος ενώ καταθέτει για την πλευρά του μάρτυρας υπεράσπισης. Έχουν προηγηθεί δύο αλλαγές δικηγόρων για την πλευρά του εναγόμενου-αιτητή, προκαλώντας αναπόφευκτα ανάλογη περαιτέρω καθυστέρηση. Παράλληλα έχει ήδη τεθεί υπόψη του Δικαστηρίου το αποτέλεσμα της έκθεσης από κοινού και επ' αμοιβή διορισθέντα επιμετρητή, σε σχέση με τις εκτελεσθείσες εργασίες, το οποίο ως έχει ήδη δηλωθεί από τους διαδίκους είναι δεσμευτικό για τις δύο πλευρές. Με την αιτούμενη τροποποίηση, ουσιαστικά επιζητείται η πρόταξη σε αυτό το στάδιο της διαδικασίας, μίας νέας βάσης υπεράσπισης. Τα γεγονότα επί των οποίων αυτή εδράζεται, ήταν ήδη γνωστά τόσο στον εναγόμενο όσο και στους δικηγόρους που τον εκπροσωπούσαν κατά καιρούς, ήδη από το χρόνο που καταχωρείτο η υπεράσπιση του, δύο και πλέον χρόνια πριν την προώθηση της υπό συζήτηση αίτησης. Στην υπόθεση Γραμμές Στρίντζη Αιγαίου Ναυτική Εταιρεία (ανωτέρω) αίτημα για τροποποίηση της υπεράσπισης που προέκυψε εξαιτίας της αλλαγής του δικηγόρου των εναγομένων και της επαναθεώρησης των γεγονότων που άπτονταν της υπεράσπισης, το οποίο υποβλήθηκε σε προχωρημένο στάδιο της δίκης, (μετά το κλείσιμο της υπόθεσης των εναγόντων και της προσαγωγής μαρτυρίας αριθμού μαρτύρων για την υπεράσπιση) ενώ απουσίαζε οποιαδήποτε ικανοποιητική αιτιολόγηση της καθυστέρησης στην υποβολή του αιτήματος, απορρίφθηκε, αφού κρίθηκε πως όχι μόνο δεν αιτιολογήθηκε η καθυστέρηση στην υποβολή του αιτήματος αλλά και ότι τα γεγονότα ήταν γνωστά στους αιτητές ή εύλογα μπορούσαν να εντοπιστούν από αυτούς κατά τα πρώτα στάδια της διαδικασίας. Όπως χαρακτηριστικά αναφέρθηκε στην σελ. 611: "Τα γεγονότα τα οποία θεμελιώνουν τροποποίηση ήταν γνωστά ή, εύλογα, μπορούσαν να εντοπιστούν από τους εναγόμενους από τα πρώτα στάδια της διαδικασίας. Η αλλαγή δικηγόρου διαδίκου δεν παρέχει αφ' εαυτής λόγο για την τροποποίηση της δικογραφίας ούτε δικαιολογία για την καθυστέρηση στην υποβολή του αιτήματος." (βλέπε επίσης και Τσαγγάρη v Γαβριηλίδου κ.α.
(2002)1Α Α.Α.Δ 156, όπου αίτηση τροποποίησης απορρίφτηκε ενόψει της μεγάλης καθυστέρησης στην υποβολή της αίτησης και της εισαγωγής με την προτεινόμενη τροποποίηση νέας βάσης αγωγής) Προσεκτική παρατήρηση της ένορκης δήλωσης του κ. Νικολάου η οποία υποστηρίζει την αίτηση και στην οποία τίθεται το πραγματικό υπόβαθρο γεγονότων επί του οποίου αυτή στηρίζεται, αποκαλύπτει ότι σε αυτή δεν προτάσσεται οποιαδήποτε δικαιολογία από την πλευρά του εναγόμενου-αιτητή για τη μεγάλη καθυστέρηση των δύο και πλέον ετών από την καταχώρηση της υπεράσπισης μέχρι την προώθηση της υπό συζήτηση αίτησης. Τούτο παρά το γεγονός, πως ως πιο πάνω έχει αναφερθεί ότι αναδύεται από τη νομολογία, όσο μεγαλύτερη είναι η καθυστέρηση, ανάλογα επαυξάνεται και το βάρος που ο αιτητής υποχρεούται να αποσείσει. Ούτε καν ότι η νέα βάση υπεράσπισης που επιχειρείται να εισαχθεί με την αιτούμενη τροποποίηση εντοπίστηκε ως τέτοια για πρώτη φορά από τους νέους δικηγόρους του ή ότι το ζήτημα ουδέποτε απασχόλησε σε προγενέστερο στάδιο τον ίδιο ή τους δικηγορικούς οίκους που τον εκπροσωπούσαν. Αναγνωρίζοντας την πιθανότητα σε περίπτωση που εισαχθεί μέσω της τροποποίησης η προωθούμενη νέα βάση υπεράσπισης να απαιτηθεί η προσκόμιση νέας μαρτυρίας για το ζήτημα των επίδικων εργασιών από την πλευρά των εναγόντων, ο ευπαίδευτος συνήγορος του αιτητή δήλωσε, από αυτό το στάδιο, ότι δεν θα είχε οποιαδήποτε ένσταση να επανακλητευθούν μάρτυρες από την πλευρά των εναγόντων για να προσφέρουν τη μαρτυρία τους σε σχέση με τις εργασίες που κατά τους ισχυρισμούς των τελευταίων διεκπεραιώθηκαν, το είδος και τη φύση τους. Υποστήριξε και σε αυτή την περίπτωση πως οποιαδήποτε αναστάτωση προκληθεί συνεπεία της πιο πάνω εξέλιξης, δεν είναι τέτοια που το Δικαστήριο να μην μπορεί να την ρυθμίσει με ανάλογη διαταγή ως προς τα έξοδα. Με όλο το σεβασμό προς τον ευπαίδευτο συνήγορο αισθάνομαι πως υπό το σύνολο των περιστατικών που περιβάλλουν την υπό συζήτηση περίπτωση, το ζήτημα δεν μπορεί ούτε και πρέπει να προσεγγιστεί με την ως άνω «απλουστευμένη» θεώρηση. Στην υπόθεση Kallice Holdings Co Ltd v. M.T.R. Metals Overseas Ltd (αρ.1),
(1996)1ΑΑΔ 162, στα πλαίσια της οποίας αίτηση για τροποποίηση της υπεράσπισης προς τον σκοπό εισαγωγής νέας υπεράσπισης, υποβλήθηκε δύο χρόνια και τέσσερεις περίπου μήνες μετά την καταχώρηση της αγωγής, και δύο περίπου μήνες μετά την αποπεράτωση της υπόθεσης των εναγόντων, υποδείχθηκε ότι: « Η προβολή νέας υπεράσπισης, στο προχωρημένο στάδιο που έφθασε η υπόθεση, μεταβάλλει το πλαίσιο της δίκης, ανατρέπει την πορεία της διαδικασίας, και επιβάλλει τον επανακαθορισμό της θέσης των εναγόντων με ορατές ζημιογόνες συνέπειες για τα δικαιώματα τους και την απόδειξη της υπόθεσης τους. Η τροποποίηση επιζητείται, παρά τις συνέπειες στη δίκη, χωρίς να έχει παρασχεθεί καμιά εξήγηση ως προς το γιατί η υπεράσπιση δεν προβλήθηκε εξ αρχής ή σε οποιοδήποτε προγενέστερο χρόνο." Η επανακλήτευση στην υπό συζήτηση περίπτωση μαρτύρων, στην περίπτωση που ήθελε εγκριθεί παρόμοιο αίτημα από το Δικαστήριο, πέραν της ανατροπής της πορείας της διαδικασίας, της αναστάτωσης και ταλαιπωρίας την οποία αναμφίβολα θα προκαλέσει στην πλευρά των εναγόντων, της καθυστέρησης στη διεκπεραίωση της υπόθεσης τους και τη δημιουργία επιπρόσθετων εξόδων, αποτελεί εξέλιξη που δεν θα μπορούσε εκ των προτέρων να αποκλείσει τον κίνδυνο επηρεασμού της υπόθεσης των εναγόντων, προκαλώντας στην πλευρά τους βλάβη τέτοια που δεν θα μπορούσε να αποτιμηθεί σε χρήμα. Οι ενάγοντες παρουσιάζοντας ήδη την υπόθεση τους (έχοντας πάντα υπόψη τους να αντιμετωπίσουν τα ζητήματα που ο εναγόμενος ήγειρε με την υπεράσπισή του) προσέφεραν ήδη μαρτυρία σε σχέση με το είδος, την ποιότητα και την ποσότητα των εργασιών που σύμφωνα πάντα με τους ισχυρισμούς τους εκτελέσθηκαν. Ακόμα και αν επιτρεπόταν επανακλήτευση μαρτύρων για την πλευρά των εναγόντων για να καταθέσουν εκ νέου για το ζήτημα που επιχειρείται σε αυτό το στάδιο να τεθεί ως νέα υπεράσπιση και το οποίο έχει άμεση σχέση, ανάμεσα σε άλλα, με την φύση, την ποιότητα και τον χαρακτήρα των εργασιών που εκτελέσθηκαν, πέραν από την ανατροπή της πορείας της διαδικασίας, την καθυστέρηση, την ταλαιπωρία και τα έξοδα που θα συνεπαγόταν τούτο, δημιουργείται για την πλευρά των εναγόντων ο κίνδυνος στα πλαίσια της νέας μαρτυρία από την πλευρά τους σε σχέση με τα πιο πάνω, για την αντιμετώπιση πλέον της νέας υπεράσπισης, να υπάρξουν τοποθετήσεις διαφορετικές από τις προηγούμενες που έγιναν όταν το ζήτημα που επιχειρείται να εισαχθεί με την τροποποίηση δεν ήταν επίδικο και δεν απασχολούσε, κατά τρόπο που θα μπορούσε να έχει ζημιογόνες συνέπειες στην παρουσίαση και απόδειξη της υπόθεσης της πλευράς των εναγόντων πλήττοντας την δύναμη της. Με βάση τα στοιχεία που έχουν τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου, αισθάνομαι ότι η καταχώρηση της παρούσας αίτησης σε αυτό το πολύ προχωρημένο στάδιο της διαδικασίας, χωρίς να τεθεί οποιοδήποτε στοιχείο που να δικαιολογεί την καθυστέρηση στην προώθησης αυτής της αίτησης, ενώ τα γεγονότα επί των οποίων αυτή στηρίζεται ήταν γνωστά ήδη από τα αρχικά στάδια της διαδικασίας, συνυπολογίζοντας την καθυστέρηση που θα προκληθεί στη εκδίκαση της παρούσας υπόθεσης, τα έξοδα που θα προκύψουν, την ταλαιπωρία και αναστάτωση των εναγόντων στην προσδοκία τους να ολοκληρωθεί η εκδίκαση που τους αφορά σε εύλογο χρόνο ως οι συνταγματικές επιταγές, το γεγονός ότι με την αιτούμενη τροποποίηση μεταβάλλεται ουσιαστικά το πλαίσιο της δίκης και ανατρέπεται η πορεία της διαδικασίας ενώ παράλληλα δεν αποκλείεται συνεπεία της αιτούμενης τροποποίησης το ενδεχόμενο να ζημιωθεί η πλευρά των εναγόντων και να επηρεαστεί η παρουσίαση της υπόθεσης τους κατά τρόπο ανεπανόρθωτο, αποτελεί κατάληξη του Δικαστηρίου ότι η παρούσα αίτηση δεν μπορεί να έχει επιτυχή κατάληξη. Για τους λόγους που προσπάθησα να εξηγήσω η υπό συζήτηση αίτηση απορρίπτεται. Κατ' εφαρμογή του βασικού κανόνα ο οποίος προβλέπει ότι τα έξοδα συνήθως πρέπει να ακολουθούν το αποτέλεσμα της διαδικασίας (βλ. Halsbury´s Laws of England, 3η έκδοση, σελ. 421, παρ. 795-796), τα έξοδα της αίτησης επιδικάζονται προς όφελος των εναγόντων και εναντίων του εναγομένου όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον αρμόδιο Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο στο τέλος της Διαδικασίας. (Υπ.) .......... Α. Δαυίδ, Α.Ε.Δ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο