← Κύπρος

ΑΙΤΗΣΗ ΥΠΟ: Marfin Popular Bank Public Co Ltd (Πρώην Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα Δημόσια Εταιρεία Λτδ), Αίτηση Πτώχευσης αρ. 2/2010, 23.7.2010

ΑΙΤΗΣΗ ΥΠΟ: Marfin Popular Bank Public Co Ltd (Πρώην Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα Δημόσια Εταιρεία Λτδ), Αίτηση Πτώχευσης αρ. 2/2010, 23.7.2010 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDAMM:2010:A17 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ ΣΤΗ ΛΑΡΝΑΚΑ. ΕΝΩΠΙΟΝ: Γ. Ν. Γιασεμή, Π.Ε.Δ. Αίτηση Πτώχευσης αρ. 2/2010 ΕΝ ΠΤΩΧΕΥΣΕΙ:- Λοϊζο Θωμά, εκ Παραλίμνι. ΑΙΤΗΣΗ ΥΠΟ: Marfin Popular Bank Public Co Ltd (Πρώην Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα Δημόσια Εταιρεία Λτδ), εκ Λευκωσίας. Πιστωτές Ημερομηνία: 23.7.2010. Εμφανίσεις: Για τους Αιτητές: κ Α. Ζαχαρίου. Για τον Καθ΄ ου η Αίτηση: κ. Α. Μαθηκολώνης μαζί με κ. Δ. Καλλένο. Α Π Ο Φ Α Σ Η Με την παρούσα αίτηση ζητείται η έκδοση διατάγματος παραλαβής της περιουσίας του καθ΄ ου η αίτηση Λοίζου Θωμά. Ως λόγος για το αίτημα αυτό αναφέρεται η παράλειψη του τελευταίου να συμμορφωθεί με ειδοποίηση πτώχευσης που του είχε δεόντως επιδοθεί. Ως αποτέλεσμα θεωρήθηκε ότι τελέστηκε πράξη πτώχευσης. Όσον αφορά την ειδοποίηση πτώχευσης αυτή φέρεται να έχει βασιστεί σε απόφαση η οποία εκδόθηκε εκ συμφώνου στις 7.4.2008 εναντίον, μεταξύ άλλων, και του καθ΄ ου η αίτηση, εναγόμενου τότε στην αγωγή 4099/2005 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακας. Συνεπεία της εν λόγω απόφασης ο καθ΄ ου η αίτηση κατέστη εξ αποφάσεως χρεώστης, υπόλογος να πληρώσει «ομού και/ή κεχωρισμένως» με τους υπόλοιπους εναγομένους ένα αρκετά μεγάλο ποσό. Ανήρχετο, σύμφωνα με ό,τι αναφέρεται στην απόφαση, γύρω στις €694.226 και έφερε τόκο προς 9% ετησίως. Επίσης, επιδικάστηκε εναντίον του και των υπολοίπων εναγομένων ένα σημαντικό ποσό ως έξοδα. Ο καθ΄ ου η αίτηση ήγειρε ένσταση καταχωρώντας σχετική ειδοποίηση προς τούτο. Σ΄ αυτή προβάλλει τη γενική θέση ότι η αίτηση δεν υποβλήθηκε καλόπιστα, ότι είναι καταπιεστική για τον ίδιο και ότι αποτελεί κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας. Επίσης, ισχυρίζεται ότι η πτωχευτική διαδικασία δεν μπορεί να προχωρήσει περαιτέρω καθότι το εξ αποφάσεως χρέος είναι πλήρως εξασφαλισμένο με υποθήκες και άλλης φύσεως επιβαρύνσεις. Την εν λόγω ένσταση συνόδευσε ο καθ΄ ου η αίτηση με γραπτή ένορκη δήλωση του. Σ΄ αυτή επιχειρεί να τεκμηριώσει τους προαναφερθέντες λόγους ένστασης. Ειδικότερα, παραθέτει κάποιες θέσεις και ισχυρισμούς οι οποίοι θεωρεί ότι καθιστούν την ειδοποίηση πτώχευσης αλλά και γενικά την πτωχευτική διαδικασία άκυρη, αντικανονική και καταχρηστική. Θα γίνει αναφορά σ΄ αυτούς στο κατάλληλο σημείο. Πέραν των προαναφερθέντων ενστάσεων, ο καθ΄ ου η αίτηση παραδέχεται στην ένορκη δήλωση του ότι εξακολουθεί να οφείλει το εξ αποφάσεως χρέος, ότι οι αιτητές δεν έχουν οποιαδήποτε ασφάλεια επί της περιουσίας του σε σχέση με αυτό και ότι κατά τους τελευταίους έξι μήνες διέμενε εντός της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου τούτου. Όμως, οι πιο πάνω παραδοχές δεν απαλλάσσουν τους αιτητές από την υποχρέωση που θέτει σ΄ αυτούς το άρθρο 6

(2)του περί Πτώχευσης Νόμου, Κεφ. 5 να αποδείξουν συγκεκριμένα γεγονότα προκειμένου να ικανοποιηθεί το δικαστήριο και να προβεί στην έκδοση διατάγματος παραλαβής σύμφωνα με την αίτηση τους. Στο πλαίσιο αυτό προσφέρθηκε, κατ΄ αρχάς, η μαρτυρία της υπαλλήλου των αιτητών κυρίας Κατερίνας Λίλλη. Η μάρτυρας κατέθεσε ότι λαμβάνοντας ως αφετηρία την απόφαση του δικαστηρίου στην αγωγή 4099/2005, τεκμήριο 2, υπολόγισε το οφειλόμενο από τον καθ΄ ου η αίτηση ποσό μέχρι την 3.6.
  1. Στον υπολογισμό αυτό έλαβε υπόψη και το προϊόν από την πώληση των μετοχών της εναγομένης 4 στην προαναφερθείσα αγωγή, σύμφωνα με τη διαταγή του δικαστηρίου στην εν λόγω απόφαση, το οποίο και αφαίρεσε. Οπότε η οφειλή του καθ΄ ου η αίτηση προς τους αιτητές στις 3.6.2010 ανήρχετο στο συνολικό ποσό των €943.166,50 πλέον τόκο προς 9% ετησίως επί ποσού €908.429,12 από την προαναφερθείσα ημερομηνία πλέον τα δικηγορικά έξοδα. Όσον αφορά τα ακίνητα επί των οποίων έχουν κατατεθεί συγκεκριμένες υποθήκες για εξασφάλιση του εν λόγω χρέους, ανάφερε ότι αυτά ανήκουν στην εταιρεία η οποία είναι εναγόμενη στην προαναφερθείσα αγωγή. Το γεγονός αυτό προκύπτει και μέσα από την υπό αναφορά απόφαση στην οποία περιλαμβάνεται διάταγμα για την εκποίηση τους. Ανάφερε δε συναφώς ότι έχει ήδη, από το 2008, υποβληθεί σχετική αίτηση προς το σκοπό αυτό. Εκ μέρους των αιτητών κατατέθηκαν επίσης δύο έρευνες οι οποίες διενεργήθηκαν από ανεξάρτητο οργανισμό στο αρχείο του Εφόρου Εταιρειών. Σημειώθηκαν τεκμήρια 3 και 4, αντίστοιχα. Η πρώτη εξ αυτών κατατέθηκε εκ συμφώνου. Αποκαλύπτουν δε ότι ο καθ΄ ου η αίτηση είναι μέτοχος και διευθυντής στην προαναφερθείσα εναγομένη εταιρεία με την επωνυμία Andreas G. Thomas & Brothers Estates Limited καθώς επίσης στην εταιρεία Thomas Liobay Development Limited. Πρόσθετα, προς απόδειξη της επίδοσης της παρούσας αίτησης κατέθεσε ο ιδιώτης επιδότης κ. Κούλλης Ξενής. Ανάφερε ότι επέδωσε πιστό αντίγραφο της παρούσας αίτησης στον καθ΄ ου η αίτηση προσωπικά στις 4.2.
  2. Το γεγονός αυτό επιβεβαιώνει με ένορκη δήλωση του η οποία βρίσκεται κατατεθειμένη στο φάκελο της παρούσας αίτησης ο οποίος τηρείται από τον Πρωτοκολλητή του Δικαστηρίου. Προηγουμένως είχε καταθέσει για άλλο θέμα, επίσης στο πλαίσιο των απαιτήσεων του άρθρου 6
(2), ο πρωτοκολλητής κ. Κώστας Δεσπότης, υπεύθυνος του Τμήματος Πτωχεύσεων του Δικαστηρίου. Του ζητήθηκε και παρουσίασε την ειδοποίηση πτώχευσης αρ. 222/2009 η οποία είχε εκδοθεί στις 21.10.2009 και επεδόθη στον καθ΄ ου η αίτηση στις 29.10.
  1. Το τελευταίο γεγονός το επιβεβαίωσε και ο κ. Κούλλης Ξενής ο οποίος είχε επιδόσει την εν λόγω ειδοποίηση πτώχευσης στον καθ΄ ου η αίτηση προσωπικά κατά την προαναφερθείσα ημερομηνία. Από το φάκελο της τελευταίας διαδικασίας, τεκμήριο 1, επιβεβαιώνεται ότι αυτή βασίστηκε στην απόφαση η οποία είχε εκδοθεί εκ συμφώνου στην αγωγή 4099/2005 στις 7.4.2008, τεκμήριο
  2. Καταθέτοντας την δική του μαρτυρία ο καθ΄ ου η αίτηση υιοθέτησε, κατ΄ αρχάς, το περιεχόμενο της προαναφερθείσας ενόρκου δηλώσεως του. Τα όσα αναφέρει εκεί τα επαναλαμβάνει, περίπου τα ίδια, στην γραπτή δήλωση του, έγγραφο 2, την οποία υιοθέτησε ως μέρος της κυρίως εξέτασης του. Συγκεκριμένα, ο καθ΄ ου η αίτηση προβάλλει και εδώ τη θέση ότι η παρούσα αίτηση πτώχευσης είναι κακόπιστη και καταχρηστική και επίσης ότι δεν αποσκοπεί στην προστασία της περιουσίας του και των συμφερόντων των πιστωτών του. Προς υποστήριξη των θέσεων αυτών ισχυρίζεται ότι η απόφαση, τεκμήριο 2, εκδόθηκε στη βάση συμφωνίας των μερών και περιλαμβάνει διαταγή για εκποίηση των ενυπόθηκων ακινήτων προς ικανοποίηση του εξ αποφάσεως χρέους. Παραπέμπει δε στο περιεχόμενο της απόφασης και εισηγείται συναφώς ότι θα πρέπει να συναχθεί από αυτό η ύπαρξη σαφούς συμφωνίας μεταξύ των μερών, δυνάμει της οποίας οι αιτητές θα έπρεπε να εκποιήσουν πρώτα όλες της ασφάλειες που έχουν σε σχέση με το εν λόγω χρέος και μετά να στραφούν εναντίον του και των άλλων εναγομένων για το υπόλοιπο. Ακολούθως, κατά την αντεξέταση, ο καθ΄ ου η αίτηση απαντώντας στην υποβολή ότι ουδέποτε έγινε η ισχυρισθείσα από αυτόν συμφωνία ανάφερε ότι απλώς αποδέχτηκε το χρέος για το οποίο θα ήταν υπόλογος «ομού και/ή κεχωρισμένως» με τους άλλους εναγομένους. Στο σημείο αυτό διαπιστώνεται ότι η υπεράσπιση του καθ΄ ου η αίτηση δεν αμφισβήτησε σε οποιοδήποτε στάδιο την πιο πάνω μαρτυρία η οποία κατατέθηκε εκ μέρους των αιτητών. Όμως, ανεξαρτήτως αυτού διαπιστώνεται, εν πάση περιπτώσει, ότι η εν λόγω μαρτυρία και γενικά η μαρτυρία που κατέθεσαν οι μάρτυρες των αιτητών δεν περιέχει οποιεσδήποτε ασάφειες ή αντιφάσεις που θα μπορούσαν να την καταστίσουν αναξιόπιστη. Επομένως, κρίνεται αξιόπιστη και αντιπροσωπευτική της αλήθειας των όσων αναφέρονται σε αυτή. Ενώ διαπιστώνεται, επίσης, ότι και η μαρτυρία του καθ΄ ου η αίτηση δεν έχει προβάλει οποιουσδήποτε ισχυρισμούς οι οποίοι να αντικρούουν τα ουσιώδη γεγονότα, ανωτέρω, επί των οποίων στηρίζονται οι αιτητές για να επιτύχουν την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος παραλαβής. Τα όσα αυτός ανάφερε στη μαρτυρία του και ειδικά στην έγγραφη δήλωση του, έγγραφο 2, βασικά παραπέμπουν στο περιεχόμενο της απόφασης, τεκμήριο 2 ή αποτελούν επιχειρηματολογία επί νομικών θεμάτων. Μετά την πιο πάνω διαπίστωση όσον αφορά τα γεγονότα καταλήγω ότι οι αιτητές έχουν αποδείξει ό,τι απαιτείται από αυτούς σύμφωνα με το άρθρο 6
(2), και ειδικότερα την ύπαρξη του χρέους και την επίδοση της παρούσας αίτησης στον καθ΄ ου η αίτηση. Όμως, εν όψει της θέσης του τελευταίου, ανωτέρω, αναφορικά με το περιεχόμενο της απόφασης, θα πρέπει να εξεταστεί, ανκαι το δεν ετέθη ρητώς, κατά πόσο οι αιτητές μπορεί να θεωρηθούν «πιστωτές» εντός της εννοίας του άρθρου 3
(1)(ζ). Συγκεκριμένα, όσον αφορά την τέλεση πράξης πτώχευσης, δυνάμει της προαναφερθείσας διάταξης, διαπιστώνεται ότι έχουν ικανοποιηθεί όλες οι απαιτήσεις που θέτει ο Νόμος σχετικά και παραμένει προς εξέταση μόνο η πτυχή αυτή. Η σχετική πρόνοια του άρθρου 3
(1)(ζ), αναφέρει ότι ειδοποίηση πτώχευσης προς χρεώστη, επιδίδει «πιστωτής» ο οποίος «εξασφαλίζει εναντίον του τελεσίδικη απόφαση ή τελικό διάταγμα για οποιοδήποτε ποσό.» Στην ίδια διάταξη προνοείται ότι: «Για σκοπούς του άρθρου αυτού οποιοδήποτε πρόσωπο το οποίο κατά τον εκάστοτε χρόνο νομιμοποιείται να εκτελέσει τελεσίδικη απόφαση ή τελικό διάταγμα, θα θεωρείται ότι είναι πιστωτής που εξασφάλισε τελεσίδικη απόφαση ή τελικό διάταγμα». Το μέρος της απόφασης που επικαλείται ο καθ΄ ου η αίτηση αναφέρει τα εξής: «Της αγωγής ταύτης ελθούσης προς ακρόασιν τη παρουσία του κ. Α. Ζαχαρίου, δικηγόρου ενάγοντα, του κ. Α. Μαθηκολώνη, δικηγόρου εναγομένων, και αφού ηκούσθη πάν ό,τι ελέχθη υπό ή εκ μέρους των διαδίκων. ....................................... Και του Δικαστήριο τούτο διά του παρόντος εκ συμφώνου περαιτέρω διατάττει την εκποίηση των ακόλουθων τριών Υποθηκών: - ΔΚΣΥ 144/86 του Επαρχιακού Κτηματολογίου Αμμοχώστου, - Υ90/98 του Επαρχιακού Κτηματολογίου Αμμοχώστου, - Υ737/99 του Επαρχιακού Κτηματολογίου Αμμοχώστου, και την πώληση του ακινήτου δια δημοσίου πλειστηριασμού, το δε προϊόν εκ της πωλήσεως ταύτης να διατεθεί έναντι και/ή προς εξόφλησιν της ως άνω απαιτήσεως των εναγόντων και των εξόδων της παρούσης αγωγής, οιονδήποτε δε υπόλοιπο να επιστραφεί στον εναγόμενο
  1. Και το Δικαστήριο τούτο δια του παρόντος εκ συμφώνου περαιτέρω διατάττει όπως ο 4ος εναγόμενος παραδώσει στους ενάγοντες 16,650 μετοχές της Τράπεζας Κύπρου Λτδ. Αντικείμενα της παρούσης αγωγής να πωληθούν δια δημοσίου πλειστηριασμού, τα δε έσοδα της πωλήσεως να χρησιμοποιηθούν δια την εξόφλησιν του εξ αποφάσεως χρέους και των εξόδων. Οιονδήποτε υπόλοιπο της πωλήσεως να επιστραφούν στον εναγόμενο
  2. Θα υπάρχει αναστολή εκτέλεσης της απόφασης και των διαταγμάτων για ένα χρόνο από σήμερα με δικαίωμα όμως των εναγόντων να καταχωρήσουν ΜΕΜΟ και αίτηση για πώληση των ενυπόθηκων τα οποία όμως δεν θα πωληθούν εντός της περιόδου της αναστολής.» Από την ανάγνωση του πιο πάνω κειμένου είναι φανερό ότι ο μοναδικός όρος που υπάρχει στην απόφαση είναι αυτός με τον οποίο αναστέλλετο η εκτέλεση της για περίοδο ενός έτους. Η περίοδος αυτή παρήλθε χωρίς να υπάρξει εξόφληση του εξ αποφάσεως χρέους. Μετά δε την παρέλευση της η απόφαση κατέστη τελεσίδικη. Τότε οι ενάγοντες, πιστωτές, νομιμοποιούντο να προβούν άμεσα στην εκτέλεση της. Κατά συνέπεια είχαν καταστεί πιστωτές εντός της εννοίας της πρόνοιας, ανωτέρω, του άρθρου 3
(1)(ζ). Δικαιούντο έτσι να προβούν στην έκδοση της ειδοποίησης πτώχευσης, τεκμήριο 1, η οποία στη συνέχεια επιδόθηκε στον καθ΄ ου η αίτηση δεόντως. Επομένως, καταλήγω ότι και οι πρόνοιες για έκδοση και επίδοση ειδοποίησης πτώχευσης στον καθ΄ ου η αίτηση έχουν ικανοποιηθεί πλήρως. Περαιτέρω, με την κατάληξη ανωτέρω, που διαπιστώνει ικανοποίηση όλων των απαιτήσεων που θέτει το άρθρο 6
(2)απαντούνται, κατά τρόπο ώστε να θεωρούνται ανυπόστατες, και όλες οι ενστάσεις που έχει εγείρει ο καθ΄ ου η αίτηση όσον αφορά το νομότυπο της παρούσας διαδικασίας. Υπάρχει βέβαια και το ζήτημα της κατάχρησης της πτωχευτικής διαδικασίας που έχει εγείρει πρόσθετα ο καθ΄ ου η αίτηση και εμπίπτει στο πεδία της συμφυούς διακριτικής εξουσίας του δικαστηρίου. Αυτή ασκείται πέραν και εκτός της δικαιοδοσίας που παρέχει στο δικαστήριο ο Νόμος, Κεφ. 5 και οι σχετικοί κανονισμοί. Σκοπός της είναι η διαφύλαξη γενικά της νομιμότητας της πτωχευτικής διαδικασίας από αυθαιρεσίες οι οποίες την καθιστούν ή τείνουν να την καταστήσουν καταχρηστική. Όταν διαπιστωθεί κάτι τέτοιο δικαιολογείται η ανακοπή της και τότε επεμβαίνει το δικαστήριο. Στην υπόθεση London Clubs Ltd v. Παπαδόπουλου
(2002)1(Γ) Α.Α.Δ. 1699 αναγνωρίστηκε μια τέτοια περίπτωση. Συγκεκριμένα, δεδομένων των γεγονότων της, κρίθηκε ότι η λήψη μέτρων στο πλαίσιο πτωχευτικής διαδικασίας που είχαν ως μοναδικό σκοπό την είσπραξη της εξ αποφάσεως οφειλής «ήταν καταπιεστική εις βάρος του εφεσίβλητου, γιατί δεν απέβλεπε με την ορθή χρήση της δικαστικής διαδικασίας στην εκτέλεση των υπέρ των αποφάσεων, αλλά με την κατάχρηση της να καταπιέσουν τον εφεσίβλητο». Επικυρώθηκε έτσι η πρωτόδικη απόφαση με την οποία είχε εγκριθεί αίτηση για ακύρωση ειδοποίησης πτώχευσης που είχε εκδοθεί εναντίον του εξ αποφάσεως οφειλέτη. Η παρούσα βεβαίως είναι διαφορετική. Στην προκειμένη περίπτωση η επίκληση της πιο πάνω εξουσίας του δικαστηρίου έγινε σε σχέση με την ενέργεια των αιτητών να κινήσουν εναντίον του καθ΄ ου η αίτηση την πτωχευτική διαδικασία ενώ, παρεμπιπτόντως, έχουν ήδη από το 2008 λάβει μέτρα για την εκποίηση των ενυπόθηκων ακινήτων, με βάση το διάταγμα το οποίο εμπεριέχεται στην εν λόγω απόφαση. Πρόκειται για τις υποθήκες που είχαν λάβει οι αιτητές επί ακίνητων της εναγομένης εταιρείας στην αγωγή 4099/2005 και εξακολουθούν να υφίστανται ως ασφάλεια για την πληρωμή του εξ αποφάσεως χρέους. Η εισήγηση δε η οποία υποβλήθηκε σχετικά είναι ότι ως εκ της ύπαρξης στην απόφαση του διατάγματος για εκποίηση των ενυπόθηκων ακινήτων και των ενεργειών που έχουν ληφθεί για την υλοποίηση του, οι αιτητές δεν εδικαιούντο να προβούν στην καταχώριση της παρούσας πτωχευτικής διαδικασίας εναντίον του καθ΄ ου η αίτηση. Αλλά, θα έπρεπε να αναμένουν την έκβαση της υλοποίησης του διατάγματος και ακολούθως, αν επιθυμούν, μπορούν να κινηθούν εναντίον του σε σχέση με τυχόν υπόλοιπο χρέους. Στο σημείο αυτό θα πρέπει να τονιστεί ότι ο καθ΄ ου η αίτηση δεν έχει επικαλεστεί στη μαρτυρία του την ύπαρξη οποιασδήποτε υπάλληλης (collateral) συμφωνίας την οποία έχει συνάψει με τους αιτητές για τη λήψη μέτρων εναντίον του προς διασφάλιση του λαβείν των μέχρι την εκποίηση των ενυπόθηκων ακινήτων. Εκείνο που ο καθ΄ ου η αίτηση έχει ουσιαστικά αναφέρει, και το επανέλαβε και ο συνήγορος του στην αγόρευση του, είναι ότι οι αιτητές είχαν υποχρέωση να εκποιήσουν πρώτα τα ενυπόθηκα ακίνητα και ακολούθως να λάβουν εναντίον του τα παρόντα μέτρα. Η υποχρέωση δε αυτή εκπηγάζει από την απόφαση, ως εκ της ύπαρξης σ΄ αυτήν του διατάγματος για αναγκαστική πώληση. Λαμβάνοντας τη θέση αυτή ως δεδομένη, εισηγείται περαιτέρω ότι η παρούσα αίτηση αποτελεί κατάχρηση της πτωχευτικής διαδικασίας. Η ύπαρξη μιας τέτοιας συμφωνίας όπως αναφέρεται πιο πάνω ενδεχόμενα να καθιστούσε την εν λόγω εισήγηση βάσιμη, σύμφωνα με ό,τι αναφέρεται σχετικά στην υπόθεση Αλωνεύτη ν. Alpha Bank Ltd, Πολιτική Έφεση Αρ. 5/2008, ημερομηνίας 14.4.2010. Όμως, πασιφανώς από τη μαρτυρία η οποία παρατίθεται πιο πάνω δεν μπορεί να συναχθεί τέτοια συμφωνία μεταξύ των μερών. Ενώ, όπως έχει αναφερθεί προηγουμένως, ούτε από το κείμενο της απόφασης, τεκμήριο 2, διαπιστώνεται κάτι τέτοιο. Ενώ συγχρόνως δε φαίνεται να υπάρχει, σύμφωνα με το νόμο, υποχρέωση εκ μέρους των αιτητών με ανάλογη επίδραση, λόγω της ύπαρξης στην απόφαση του προαναφερθέντος διατάγματος αναγκαστικής πώλησης των ενυπόθηκων ακινήτων. Σχετική επί του προκειμένου είναι η υπόθεση Οικονομίδη ν. Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα Λτδ
(1997)1(Γ) Α.Α.Δ. 1255. Το θέμα στην υπόθεση εκείνη, και πιστεύω δε διαφέρει ως προς την ουσία του με ό,τι εξετάζεται εδώ, είχε τεθεί στη βάση ότι δεν ήταν νομικά ορθή η ταυτόχρονη προώθηση της διαδικασίας πώλησης του ενυπόθηκου κτήματος και της διαδικασίας πτώχευσης. Και αυτό διότι κάτι τέτοιο θα παρέβαινε την αρχή στην Panaou ν. HajiChristofi and Others
(1963)2 C.L.R. 19, ότι ένας εξ αποφάσεως πιστωτής δεν μπορεί να επιδιώκει ταυτόχρονα δύο τρόπους εκτέλεσης. Ας σημειωθεί ότι η ανάληψη των προαναφερθέντων μέτρων είχε γίνει στη βάση της ίδιας δικαστικής απόφασης. Το Ανώτατο Δικαστήριο απέρριψε την πιο πάνω θέση επισημαίνοντας κατ' αρχάς, ότι η διαδικασία πτώχευσης δεν αποτελεί μέθοδο εκτέλεσης δικαστικής απόφασης σύμφωνα με το άρθρο 14 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 6. Ενώ, όπως επισημαίνεται περαιτέρω: «Άσχετα από αυτό έχουμε τη γνώμη ότι οι πιο πάνω αρχές τυγχάνουν εφαρμογής μόνο στις περιπτώσεις εκείνες που οι διάφοροι τρόπο εκτέλεσης στρέφονται εναντίον του ιδίου χρεώστη. Όταν πρόκειται για εκτέλεση απόφασης που εκδίδεται «ομού και/ή κεχωρισμένως» δεν υπάρχουν τέτοιοι περιορισμοί. Ο εξ αποφάσεως πιστωτής είναι ελεύθερος να επιδιώξει την ταυτόχρονη εκτέλεση της απόφασης εναντίον όλων των χρεωστών. Οποιαδήποτε άλλη προσέγγιση θα αλλοίωνε την έννοια της απόφασης που εκδίδεται «ομού και/ή κεχωρισμένως» και θα ισοδυναμούσε με αναστολή εκτέλεσης της απόφασης σε σχέση με εκείνους τους χρεώστες εναντίον των οποίων δεν είχε επιδιωχθεί εκτέλεση της απόφασης.» Ένα τελευταίο θέμα το οποίο έχει θιγεί ακροθιγώς από τον καθ΄ ου η αίτηση είναι ότι οι αιτητές λόγω της ύπαρξης υποθηκών θεωρούνται «ασφαλισμένος πιστωτής» και επομένως θα έπρεπε να τύχουν εφαρμογής στην προκειμένη περίπτωση οι πρόνοιες του άρθρου 5
(2). Η πρόνοια αυτή αναφέρει: «Αν ο αιτητής πιστωτής είναι ασφαλισμένος πιστωτής, οφείλει στην αίτηση του είτε να δηλώσει ότι προτίθεται να παραιτηθεί από την ασφάλεια του προς όφελος των πιστωτών σε περίπτωση που ο χρεώστης κηρυχτεί σε πτώχευση, ή να δώσει εκτίμηση της ασφάλειας του. Στην τελευταία περίπτωση μπορεί να γίνει δεκτός ως αιτητής πιστωτής στην έκταση του υπόλοιπου του προς αυτόν οφειλόμενου χρέους, που προκύπτει μετά την αφαίρεση της εκτιμημένης αξίας, κατά το ίδιο τρόπο ωσάν να ήταν μη ασφαλισμένος πιστωτής.» Ο όρος «ασφαλισμένος πιστωτής» σύμφωνα με το άρθρο 2 «σημαίνει πρόσωπο το οποίο κατέχει υποθήκη, ενέχυρο, επιβάρυνση ή δικαίωμα επίσχεσης επί της περιουσίας του χρεώστη ή σε οποιοδήποτε μέρος αυτής, ως ασφάλεια για χρέος που οφείλεται σε αυτόν από χρεώστη.» Σαφώς, η περίπτωση του καθ΄ ου η αίτηση δεν εμπίπτει στις πιο πάνω πρόνοιες για το λόγο ότι τα ενυπόθηκα ακίνητα δεν αποτελούν περιουσία του αλλά περιουσία της εναγομένης εταιρείας στην αγωγή 4099/2005. Το θέμα δε αυτό έχει εξεταστεί και αποφασιστεί κατά τον πιο πάνω τρόπο στις υποθέσεις Οικονομίδης ν. Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας Λτδ, ανωτέρω, και Αντωνίου ν. Alpha Bank Ltd
(2007)1 Α.Α.Δ. 558. Για όλους λοιπόν τους λόγους που αναφέρονται πιο πάνω η αίτηση επιτυγχάνει και εκδίδεται διάταγμα παραλαβής της περιουσίας του καθ΄ ου η αίτηση. Να ειδοποιηθεί σχετικά ο Επίσημος Παραλήπτης. Τα έξοδα της παρούσας διαδικασίας να καταβληθούν από την περιουσία του καθ΄ ου η αίτηση ως ο Νόμος ορίζει, αφού υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.)................. Γ. Ν. Γιασεμής, Π.Ε.Δ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.