← Κύπρος

Κυπριακή Δημοκρατία μέσω του Υπουργείου Γεωργίας, Φυσικών Πόρων και Περιβάλλοντος ν. Χαραλάμπους Ασπρής, Αρ. Αγωγής: 1331/08, 24 Σεπτεμβρίου, 2010

Κυπριακή Δημοκρατία μέσω του Υπουργείου Γεωργίας, Φυσικών Πόρων και Περιβάλλοντος ν. Χαραλάμπους Ασπρής, Αρ. Αγωγής: 1331/08, 24 Σεπτεμβρίου, 2010 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDAMM:2010:A20 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Α. Δαυίδ, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 1331/08 Κυπριακή Δημοκρατία μέσω του Υπουργείου Γεωργίας, Φυσικών Πόρων και Περιβάλλοντος (Τμήμα Αναπτύξεως Υδάτων) δια του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας Ενάγοντες και Χαραλάμπους Ασπρής Εναγόμενος Ημερομηνία: 24 Σεπτεμβρίου, 2010. Εμφανίσεις: Για τους Ενάγοντες: κα Γ. Γεωργίου (για ν΄ ακούσει απόφαση η κα Α. Πασή). Εναγόμενος αυτοπροσώπως: παρών. ΑΠΟΦΑΣΗ €3.537, πλέον τόκο 8% επί του εκάστοτε χρεωστικού υπολοίπου μέχρι εξοφλήσεως, ως επίσης τα έξοδα της διαδικασίας αξιώνει η ενάγουσα από τον εναγόμενο με την παρούσα αγωγή. Σύμφωνα με τις δικογραφημένες θέσεις των εναγόντων, οι τελευταίοι, με βάση τον Περί Κυβερνητικών Υδατικών Έργων Νόμο καθόρισαν μέσω κανονισμών τα δικαιώματα και τέλη που πρέπει να πληρώνονται, σε αντάλλαγμα του ύδατος που παρέχεται και ή καταναλώνεται μέσω υδατικών έργων που παρέχονται από την Κυπριακή Δημοκρατία. Ο εναγόμενος όντας κάτοχος ή και ιδιοκτήτης ή και ενοικιαστής ακίνητης περιουσίας εντός των ορίων της αρδευτικής περιοχής Κοκκινοχωριών, κατ΄ εντολή και / ή με παράκληση του και / ή με οδηγίες του, εξυπηρετήθηκε από το Τμήμα Αναπτύξεως Υδάτων του Υπουργείου Γεωργίας, Φυσικών Πόρων και Περιβάλλοντος της Κυπριακής Δημοκρατίας για την περίοδο από 4/6/1999 μέχρι 24/4/2008, με την αγορά και ή προμήθεια και ή κατανάλωση νερού από τους ενάγοντες, για την άρδευση των ως άνω κτημάτων του στα Κοκκινοχώρια. Παρά το γεγονός ότι ο εναγόμενος κλήθηκε κατ΄ επανάληψη από τους ενάγοντες να καταβάλει το δυνάμει της ως άνω παροχής νερού ποσό των €3.537,02 σεντ πλέον τόκο 8% επί του εκάστοτε χρεωστικού υπολοίπου, (αφού τα οφειλόμενα ποσά προς τους ενάγοντες πέραν των 90 ημερών από την ημερομηνία έκδοσης του τιμολογίου ή του λογαριασμού επιβαρύνονται με τόκο προς 8% κατά έτος) αμελεί και ή παραλείπει και ή αρνείται να πληρώσει το πιο πάνω ποσό. Ο εναγόμενος, ο οποίος αρχικά εκπροσωπείτο από συνήγορο στην πορεία δε χειρίστηκε την υπόθεση του προσωπικά, με την υπεράσπιση του αρνείται τους προβαλλόμενους ισχυρισμούς των εναγόντων, καλώντας τους τελευταίους σε αυστηρή απόδειξη τους. Αφού προβάλλει τη θέση ότι ο ίδιος ουδέποτε ήταν κάτοχος ή και ιδιοκτήτης ή και ενοικιαστής ακίνητης περιουσίας η οποία εξυπηρετήθηκε από το Τμήμα Αναπτύξεως Υδάτων, προβάλλει τον ισχυρισμό πως ουδέποτε χρησιμοποίησε νερό από το Τμήμα Αναπτύξεως Υδάτων για άρδευση των κτημάτων του και ειδικά την περίοδο που αναφέρεται στην έκθεση απαιτήσεως. Υποδεικνύει περαιτέρω πως ήδη από το 1998 υπήρξε θύμα τροχαίου δυστυχήματος και έκτοτε δεν ασχολήθηκε με την γεωργία. Τυχόν κατανάλωση νερού για άρδευση κτημάτων, υποστηρίζει στις δικογραφημένες θέσεις του, έγινε από άλλο πρόσωπο ενώ ο ίδιος δεν οφείλει στους ενάγοντες οποιοδήποτε ποσό. Καταληκτικά προτάσσει πως οι ενάγοντες δεν δικαιούνται τις αιτούμενες θεραπείες και η αγωγή τους θα πρέπει να απορριφθεί με έξοδα προς όφελος του. Το σύνολο της μαρτυρίας η οποία προσκομίστηκε και τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου και από τις δύο πλευρές στα πλαίσια της παρούσας ακροαματικής διαδικασίας, βρίσκεται στα πρακτικά της διαδικασίας. Δεν αποτελεί ασφαλώς πρόθεση του Δικαστηρίου η επανάληψη της μαρτυρίας στα πλαίσια της παρούσας απόφασης. Συνοπτικά και περιοριζόμενος στα βασικά και σχετικά με την παρούσα υπόθεση σημεία, το Δικαστήριο θα αναφερθεί σ΄ αυτή. Αυτονόητο είναι εξάλλου κατά το στάδιο της αξιολόγησης της μαρτυρίας λαμβάνεται υπόψη το σύνολο της προσκομισθείσας και αποδεκτής μαρτυρίας, ως επίσης κάθε σχετική λεπτομέρεια. Πρώτος μάρτυρας για την πλευρά των εναγόντων κατέθεσε ο Βάσος Μαύρου, υπάλληλος στο Αρδευτικό Τμήμα Κοκκινοχωριών που ανήκει στο Τμήμα Αναπτύξεως Υδάτων της Κυπριακής Δημοκρατίας. Εργοδοτούμενος για είκοσι-δύο

(22)και πλέον χρόνια στον ως άνω οργανισμό, ανάμεσα στα άλλα καθήκοντα του είναι και η καταγραφή των ενδείξεων των μετρητών κατανάλωσης νερού από τα πρόσωπα που χρησιμοποιούν νερό από το τμήμα του, η έκδοση και αποστολή σχετικών τιμολογίων στους καταναλωτές, ο εντοπισμός τυχόν προβλημάτων ή βλαβών στη λειτουργία του δικτύου και η αποστολή τεχνιτών για σκοπούς επιδιόρθωσης του. Ο εναγόμενος με αίτηση του, (Τεκμήριο 1) ζήτησε όπως του παραχωρηθεί νερό από το Τμήμα στο οποίο εργοδοτείται ο μάρτυρας, πράγμα το οποίο έκτοτε γινόταν, ενώ ο ίδιος φρόντιζε να αποστέλλονται τα σχετικά τιμολόγια όπου υπογράφονται οι χρεώσεις για το νερό που κατανάλωνε στη διεύθυνση που ο εναγόμενος δήλωσε στην αίτηση του. Μέχρι το 1999, υπέδειξε ο μάρτυρας, με βάση τα τιμολόγια που εκδόθηκαν για το νερό που ο εναγόμενος κατανάλωσε, παρέμεινε οφειλόμενο το ποσό των £1.493,83 σεντ. Το συνολικό ποσό που ο εναγόμενος οφείλει δυνάμει της ως άνω παροχής νερού για την άρδευση των κτημάτων του στην περιοχή Κοκκινοχωριών, των επιβαρύνσεων συμπεριλαμβανομένων, ανέρχεται σήμερα στο ποσό των €3.537,02 όπως αυτό καταδεικνύεται στην κατάσταση λογαριασμού που έθεσε υπόψη του Δικαστηρίου, (Τεκμήριο 2). Ο εναγόμενος, υπέδειξε ο μάρτυρας, ουδέποτε είχε προβεί σε οποιοδήποτε παράπονο για τις χρεώσεις με τις οποίες επιβαρυνόταν για την κατανάλωση από τον ίδιο νερού, όπως αυτές καταγράφονται στα σχετικά τιμολόγια που του αποστέλλονταν. Πολλές φορές κλήθηκε είτε προφορικά είτε με επιστολές (Τεκμήριο 3) να καταβάλει τα οφειλόμενα ποσά, πλην όμως ο ίδιος αρνείτο επίμονα να πράξει τούτο. Το 2008, η υπηρεσία του έλαβε εντολή από την διοίκηση του Τμήματος Αναπτύξεως Υδάτων στη Λευκωσία να κινηθεί δικαστικά για την είσπραξη των οφειλομένων ποσών εναντίον αριθμού καταναλωτών, ανάμεσα στους οποίους και ο εναγόμενος. Αντεξεταζόμενος ο μάρτυρας απέρριψε κατηγορηματικά την θέση ότι ο εναγόμενος είχε υποβάλει οποιοδήποτε παράπονο για τις χρεώσεις που τον αφορούσαν σε σχέση με την παραχώρηση νερού, όπως επίσης απέρριψε την πιθανότητα λάθους του ιδίου κατά το στάδιο που προέβαινε στις σχετικές μετρήσεις. Παρά το γεγονός εξήγησε ότι στην ευρύτερη περιοχή υπάρχουν διάφοροι υδρομετρητές δεν τίθεται θέμα λάθους. Απέρριψε παράλληλα την υποβληθείσα θέση ότι υδρομετρητής για τον οποίο ο εναγόμενος χρεώθηκε νερό ανήκε σε τρίτο πρόσωπο. Δεύτερος μάρτυρας για την πλευρά των εναγόντων κλήθηκε ο Κώστας Παναγή, εργαζόμενος επίσης στο Τμήμα Αναπτύξεως Υδάτων. Αφού αναφέρθηκε στα καθήκοντα του, υπέδειξε πως μετά το 2006, χρονολογία όπου έγινε η μηχανογράφηση του συστήματος τιμολόγησης όσων λάμβαναν νερό από το Τμήμα Αναπτύξεως Υδάτων, κάθε καταναλωτής με βάση τον αριθμό ταυτότητας του διατηρεί προσωπική "καρτέλλα", στην οποία καταγράφονται τα ποσά που οφείλει στο τμήμα από την κατανάλωση ύδατος. Αναγνώρισε το Τεκμήριο 2 ως την "καρτέλλα" του εναγομένου. Εξηγώντας και σχολιάζοντας το Τεκμήριο 2, υπέδειξε πως σύμφωνα με αυτό ο εναγόμενος διατηρούσε δύο υδρομετρητές. Ένα στην περιοχή 10Α και ένα στην περιοχή 7Β των Κοκκινοχωριών. Οι μετρήσεις του νερού για κάθε υδρομετρητή καταχωρούνταν σε μερίδα γενικού καθολικού που ο κάθε καταναλωτής διατηρούσε. Έθεσε υπόψη του Δικαστηρίου τα Τεκμήρια 4 και 5, που αποτελούν όπως εξήγησε αντίγραφο της μερίδας του εναγόμενου καταναλωτή για τον υδρομετρητή με αριθμό Β3631 που βρίσκεται στην περιοχή 10Α στα Κοκκινοχώρια. Όπως φαίνεται από τα τεκμήρια 4 και 5, συνέχισε, ο εναγόμενος ανέλαβε τον συγκεκριμένο υδρομετρητή από 18/5/92 μέχρι τις 24/1/06 που τον ανέλαβε άλλος καταναλωτής. Όπως εξήγησε, η μερίδα στο καθολικό για κάθε υδρομετρητή παραμένει πάντα η ίδια πλην όμως με την ανάληψη του από κάποιο νέο καταναλωτή διαγράφεται από την μερίδα στο καθολικό το όνομα του παλαιού και αναγράφεται το όνομα του νέου, σημειούμενο παράλληλα τούτο στις σχετικές παρατηρήσεις. Προηγούμενος του εναγόμενου καταναλωτής ήταν ο Ανδρέας Χαρ. Μούσιου ενώ ο επόμενος, από τις 24/1/2006, ήταν ο Ιωάννου Πανίκος. Στη μερίδα αυτή, εξήγησε, καταγράφονται όλες οι μετρήσεις και τα τιμολόγια που εξεδόθησαν με βάση αυτές και οι οποίες αφορούν τον εναγόμενο. Ο μάρτυρας έθεσε επίσης υπόψη του Δικαστηρίου αριθμό αντιγράφων τιμολογίων που κατά πάντα ουσιώδη χρόνο εκδίδονταν και αποστέλλονταν στον εναγόμενο και καταγράφονται παράλληλα στα Τεκμήρια 4 και 5 (Τεκμήρια 6 - 14). Κατά τον ίδιο πιο πάνω τρόπο, εξήγησε ο μάρτυρας, ο εναγόμενος διατηρούσε και δεύτερη μερίδα στο καθολικό για τον υδρομετρητή στην περιοχή 7Β των Κοκκινοχωριών στην οποία λάμβανε επίσης νερό από το Τμήμα. Έθεσε υπόψη του Δικαστηρίου αντίγραφο της μερίδας του καταναλωτή για το συγκεκριμένο υδρομετρητή (Τεκμήριο 15) στην οποία επίσης καταγράφονται οι ημερομηνίες και οι αριθμοί τιμολογίων που αφορούν την παραχώρηση νερού σε αυτόν, όπως επίσης αντίγραφα των τιμολογίων που εξεδόθησαν και απεστάλησαν στον εναγόμενο σε σχέση με τη λήψη νερού από τον συγκεκριμένο υδρομετρητή και τα οποία περιγράφονται στο Τεκμήριο 15 (Τεκμήρια 16 - 25). Ουδέποτε στο παρελθόν ο εναγόμενος υπέβαλε οποιοδήποτε παράπονο για τις χρεώσεις που αναγράφονταν στα τιμολόγια που του αποστέλλονταν. Στις 9/2/2007 ήταν η τελευταία πληρωμή που ο εναγόμενος προέβηκε έναντι του ποσού που όφειλε συνεπεία της εκ μέρους του κατανάλωσης νερού, ( τεκμ. 26-αντίγραφο απόδειξης) χωρίς και πάλι να υποβάλει οποιαδήποτε ένσταση για το ύψος του ποσού που όφειλε. Αντεξεταζόμενος ο μάρτυρας απέρριψε κατηγορηματικά την υποβληθείσα θέση ότι η μερίδα του καθολικού (Τεκμήρια 4 και 5) έχει πλαστογραφηθεί με την διαγραφή ονόματος τρίτου προσώπου και την αναγραφή του δικού του, κατά τρόπο που να αποδοθεί στον ίδιο ο συγκεκριμένος υδρομετρητής. Ο εναγόμενος, υπέδειξε τέλος, είναι το πρόσωπο που έχει καρπωθεί το νερό για το οποίο έχει χρεωθεί από τους ενάγοντες και ενώ έχει καταβάλει κάποια ποσά προς ικανοποίηση μέρους των τιμολογίων που έχουν εκδοθεί επ' ονόματι του, εξακολουθεί να οφείλει τα ποσά που διεκδικούνται με την υπό συζήτηση αγωγή. Καταθέτοντας ο εναγόμενος υποστήριξε ότι στην περιοχή 10Α υπήρχαν δύο «ρολόγια», υδρομετρητές. Το δικό του, και του κουνιάδου του Ανδρέα Χριστοφή. Τον υδρομετρητή του Ανδρέα Χριστοφή ανέλαβε το 1996 ο Πανίκκος Ιωάννου. Ο εν λόγο υδρομετρητής παρουσίαζε υπόλοιπο και οφειλόμενο ποσό Λ.Κ.1500 περίπου, ποσό που ο Χριστοφή δήλωσε προς τον Ιωάννου ότι «είναι δουλειά δική μου πως θα το κανονίσω». Στο μεταξύ ο δικός του υδρομετρητής αφαιρέθηκε από το 1996 και ο ίδιος έκτοτε δεν χρησιμοποίησε νερό από το Τμήμα Αναπτύξεως Υδάτων. Μεταξύ 1996 και 1998 πότιζε τα χωράφια του από δικές του πηγές. Το 1998 άλλωστε είχε εμπλακεί σε δυστύχημα και έκτοτε δεν ασχολήθηκε με την καλλιέργεια πατατών ούτε υπέβαλε αίτημα για παραχώρηση νερού από το Τμήμα Αναπτύξεως Υδάτων. Μεταβαίνοντας σε μεταγενέστερο στάδιο στα κεντρικά γραφεία του Τμήματος, συνοδευόμενος μάλιστα από κάποια κυρία που εργαζόταν τότε στην Επαρχιακή Διοίκηση, άγνωστη στον ίδιο, την οποία έτυχε εκείνη την μέρα να βοηθήσει στον δρόμο και η οποία προθυμοποιήθηκε να εξοφλήσει το Τμήμα Αναπτύξεως Υδάτων για λογαριασμό του, διαπίστωσε ότι παράνομα έσβησαν το όνομα του Ανδρέα Χριστοφή από την μερίδα του υδρομετρητή που ανήκε στον τελευταίο και έβαλαν το δικό του. Αυτός ήταν και ο λόγος που δεν πλήρωσε οποιοδήποτε ποσό. Γνωρίζοντας ότι ο ίδιος όφειλε στο τμήμα περί τις 200-300 Λ.Κ. από νερό που εξασφάλισε, κατ' επανάληψη πήγε στα γραφεία του τμήματος για να τα καταβάλει, πλην όμως οι υπεύθυνοι δεν τα εισέπρατταν απαιτώντας από τον ίδιο να τους καταβάλει ταυτόχρονα και τα ποσά που παράνομα τον είχαν επιβαρύνει. Σχολιάζοντας το γεγονός ότι το 2007, σύμφωνα με το τεκμήριο 26, κατέβαλε το ποσό των €512.58, υπέδειξε ότι το συγκεκριμένο ποσό αφορούσε νερό που εξασφάλισε από το Τμήμα Αναπτύξεως Υδάτων για την περιοχή 7Β. Αντεξεταζόμενος ο εναγόμενος υποστήριξε ότι πολλές φορές ενημέρωσε το τμήμα ότι η διεύθυνση του άλλαξε από αυτή που δήλωσε στην αίτηση του τεκμ.1, ενώ παραδέχτηκε πως δεν προέβει ποτέ σε γραπτό παράπονο για τις χρεώσεις που του αποστέλλονταν, παρά το γεγονός, ως υποστήριξε, ότι έπραξε τούτο προφορικά και κατ' επανάληψη. Η σύζυγος του εναγομένου, Μαρία Χαραλάμπους Μούσιου, καταθέτοντας για την πλευρά της υπεράσπισης, επιβεβαίωσε το γεγονός πως στην περιοχή 10Α στον ίδιο χώρο, υπήρχαν πράγματι δύο ρολόγια, Το ένα ανήκε στον σύζυγο της και το άλλο στον αδελφό της. Ήταν ενήμερη ότι ο αδελφός της σε κάποιο στάδιο πούλησε το δικό του χωράφι και ότι το ποσό που όφειλε η ίδια και ο σύζυγος της στο Τμήμα για το νερό που τους παραχωρήθηκε για την συγκεκριμένη περιοχή, ανερχόταν περίπου στις Λ.Κ.500. Έχω ακούσει και εξετάσει προσεκτικά το σύνολο της ενώπιον μου τεθείσας μαρτυρίας, χωρίς να περιοριστώ σε όσα πιο πάνω περιληπτικά έχουν εκτεθεί. Έχοντας ήδη σημειώσει τους δικογραφημένους ισχυρισμούς των δύο πλευρών, παρακολούθησα τους μάρτυρες ενώ κατέθεταν ενώπιον μου με ιδιαίτερη περίσκεψη και προσοχή και έχω σε κάθε περίπτωση καταγράψει νοητικά την εντύπωση μου από τη ζωντανή εικόνα των μαρτύρων καθ' ον χρόνο έδιναν μαρτυρία ενώπιον του Δικαστηρίου, τη συμπεριφορά και αντιδράσεις τους στις ερωτήσεις που τους υποβάλλονταν, τον τρόπο με τον οποίο απαντούσαν, τη σαφήνεια και αμεσότητα των απαντήσεων τους. Η ανάλυση των στοιχείων που οδηγούν στην αξιολόγηση της φιλαλήθειας ενός μάρτυρα, έχει, όπως αναφέρθηκε στην υπόθεση Sayed v. Πλοίου M/V Mary John κ.α.
(2002)1 Α.Α.Δ. 661, δύο επάλληλα στοιχεία. Το πρώτο αφορά στο περιεχόμενο της ίδιας της μαρτυρίας. Τα αναφερόμενα σε αυτήν υποβάλλονται στη βάσανο της εύλογα αναμενόμενης ανθρώπινης λειτουργίας και βεβαίως συγκρίνονται και με το υπόλοιπο μαρτυρικό υλικό στην υπόθεση. Το άλλο ανάγεται στην έμφυτη ικανότητα του ανθρώπου να διακρίνει από το σύνολο της προσωπικότητας αυτού που εξιστορεί κάτι αν λέει την αλήθεια. Το Δικαστήριο ασφαλώς, έχει τη δυνατότητα να αποδεχτεί μέρος μίας μαρτυρίας και να απορρίψει άλλη. Δεν υπάρχει κανόνας ότι μία μαρτυρία θα πρέπει να γίνει δεκτή ή να απορριφθεί στην ολότητα της. (βλ. Γεώργιος Σάββα ν. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση 6497, ημερ. 13/11/98). Όπως εξάλλου έχει επισημανθεί σε σχέση με το ζήτημα στην υπόθεση Kadis v. Nicolaou and another
(1988)1 CLR 212, στη σελ. 216: "A witness may either be believed or disbelieved holly or in part according to the view taking of his credibility" Καθόλα θετική υπήρξε η αντίληψη του Δικαστηρίου για την ποιότητα της μαρτυρίας και των δύο μαρτύρων της πλευράς των εναγόντων. Οι εν λόγω μάρτυρες με λόγο απλό και σταθερό χωρίς αντιφάσεις και αυτοαναιρέσεις έπειθαν για την ειλικρίνεια τους. Πειστικοί στις απαντήσεις τους, παραπέμποντας στο περιεχόμενο διαφόρων τεκμηρίων που τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου για την υπόθεση αναφέρθηκαν στα γεγονότα που αφορούν την παρούσα υπόθεση κατά τρόπο που δεν αφήνει περιθώρια αμφισβήτησης των όσων υποστήριζαν για την εξέλιξή τους. Αντίθετα, η εικόνα του εναγομένου ως μάρτυρα καθ΄ ον χρόνο κατέθετε ενώπιον του Δικαστηρίου υπήρξε πραγματικά πολύ φτωχή. Η γενικότερη ζωντανή του εικόνα στο εδώλιο του μάρτυρα, η συμπεριφορά και οι αντιδράσεις του καθ΄ ον χρόνο κατέθετε ενώπιον του Δικαστηρίου σε συνδυασμό με τις αντιφάσεις, τις αυτοαναιρέσεις και τις διαφοροποιήσεις από τις δικογραφημένες του θέσεις, αποτελούν παράγοντες που πλήττουν την αξιοπιστία του και οδηγούν το Δικαστήριο στο ασφαλές συμπέρασμα ότι δεν υπήρξε ειλικρινής μάρτυρας. Το ως άνω συμπέρασμα του Δικαστηρίου ασφαλώς δεν έχει οποιαδήποτε σχέση με το "χαμηλό" επίπεδο της μόρφωσης του το οποίο εύκολα μπορούσε να διακριθεί από τον τρόπο έκφρασης και άρθρωσης του λόγου του. Έχοντας υπόψη τα πιο πάνω είμαι πεπεισμένος ότι ο τελευταίος προσήλθε στο Δικαστήριο με διάθεση να αποκρύψει την αλήθεια προς εξυπηρέτηση του σκοπού της μη επιδίκασης οποιουδήποτε ποσού σε βάρος του. Στην προσπάθεια του για επίτευξη του πιο πάνω στόχου, πολλές φορές τελώντας εμφανώς σε αμηχανία αυτοσχεδίαζε ενώ με λόγο συγκεχυμένο και χωρίς πειστικότητα προέβαλλε ισχυρισμούς που ήταν φανερό ότι ήταν προϊόν δεύτερης σκέψης και οι οποίοι, είτε έρχονταν σε σύγκρουση με δικογραφημένες θέσεις της πλευράς του είτε από μόνοι τους δεν παρουσίαζαν λογική συνέχεια και συνέπεια. Δειγματοληπτική αναφορά στη μαρτυρία και τις τοποθετήσεις του, είναι ικανή κατά την αντίληψη μου να δικαιολογήσει την αντιμετώπιση της μαρτυρίας και ουσιαστικών θέσεων του εναγόμενου κατά τον πιο πάνω τρόπο. Στην προσπάθεια του ο εναγόμενος να προωθήσει την εκδοχή του, δεν δίστασε να την διανθήσει με θέσεις που όχι μόνο δεν μπορούν από μόνες τους να γίνουν αποδεκτές αφού με άνεση μπορούν να λάβουν το χαρακτήρα τουλάχιστον της υπερβολής, αλλά παράλληλα απολήγουν να πλήττουν συνθέμελα την αξιοπιστία του. Στα πλαίσια αυτής της προσπάθειας του εντάσσονται οι αναφορές του πως γυναίκα που γνώρισε τυχαία στο δρόμο αφού σταμάτησε για να την βοηθήσει και η οποία εργαζόταν στην Επαρχιακή Διοίκηση, αυτόβουλα τον συνόδευσε στα γραφεία του Τμήματος Υδάτων προθυμοποιούμενη μάλιστα να πληρώσει η ίδια κάθε υπόλοιπο και οφειλόμενο από τον ίδιο ποσό προς το εν λόγω τμήμα, πλην όμως τούτο τελικά δεν έγινε όταν μεταβαίνοντας εκεί διαπίστωσαν και οι δύο ότι υπήρξε "πλαστογραφία" εγγράφων που τον αφορούσαν. Σημειώνεται ασφαλώς πως όταν κλήθηκε να αναφερθεί πιο συγκεκριμένα στο περιστατικό και στο πρόσωπο της περί ου ο λόγος γυναίκας, δεν ήταν σε θέση όπως δήλωσε να θυμάται ούτε το όνομα της περί ου ο λόγος κυρίας, η οποία ως πρόσθεσε, εξ όσων ήταν σε θέση να γνωρίζει, είχε μεταβεί πλέον και διέμενε σε άγνωστη διεύθυνση στην Αγγλία. Αποτελεί δικογραφημένη θέση του εναγόμενου ότι ο ίδιος ουδέποτε εξυπηρετήθηκε από το Τμήμα Αναπτύξεως Υδάτων χρησιμοποιώντας νερό από το συγκεκριμένο Τμήμα για άρδευση των κτημάτων του και ότι δεν οφείλει οποιοδήποτε ποσό στην πλευρά των εναγόντων. Αυτή ήταν και η αρχική τοποθέτηση του καταθέτοντας στο Δικαστήριο. Ωστόσο κατά τη διάρκεια της μαρτυρίας του δεν είχε κανένα ενδοιασμό να προβάλει τη θέση ότι πράγματι σε κάποιο στάδιο άρδευε τα κτήματα του με νερό που λάμβανε από το Τμήμα Αναπτύξεως Υδάτων, δηλώνοντας μάλιστα ότι πράγματι οφείλει στο εν λόγω Τμήμα ένα ποσό της τάξης των Λ.Κ.200 με Λ.Κ.300, (η σύζυγος του προσδιόρισε τούτο περίξ των Λ.Κ.500) το οποίο ήταν πάντα πρόθυμος να καταβάλει. Πέραν του γεγονότος ότι ο προβαλλόμενος ισχυρισμός του πως η αρμόδια υπηρεσία ενώ ο ίδιος προσφερόταν κατ΄ επανάληψη να καταβάλει κάποια ποσά τα οποία σύμφωνα πάντα με τον ίδιο θα ήταν ικανά να εξοφλήσουν κάθε χρέος του προς αυτήν, αρνείτο να τα εισπράξει, επιμένοντας όπως ο εναγόμενος καταβάλει ολόκληρο το διεκδικούμενο ποσό από μόνος του δεν πείθει και απορρίπτεται, είναι φανερό ότι αυτός διαψεύδεται από το γεγονός που και ο ίδιος δεν αμφισβήτησε, ότι δηλαδή το 2007, σε χρόνο δηλαδή πολύ μεταγενέστερο, ο εναγόμενος φαίνεται να κατέβαλε και να έγινε αποδεκτό από την αρμόδια υπηρεσία συγκεκριμένο ποσό έναντι του χρέους του χωρίς να απαιτείται από αυτήν η εξόφληση κάθε διεκδικούμενου ποσού. Μετέωρες γενικές και αόριστες παρέμειναν εξάλλου οι αναφορές του περί πλαστογραφίας του "καθολικού" του Τμήματος Αναπτύξεως Υδάτων όπου καταγράφονταν οι χρεώσεις για κάθε καταναλωτή. Έχοντας κατά νου όλα όσα έχουν τεθεί για το ζήτημα υπόψη του Δικαστηρίου σε σχέση με τον τρόπο λειτουργίας και διαδοχής των καταναλωτών στην κάθε μερίδα του καθολικού, ελλείψει οποιουδήποτε στοιχείου ή μαρτυρίας που θα ενίσχυε ή έστω θα υποστήριζε τις ως άνω αναφορές του εναγομένου, το Δικαστήριο ασφαλώς σε καμία περίπτωση δεν είναι διατεθειμένο να αποδεχτεί την πιο πάνω θέση του τελευταίου. Ούτε βεβαίως η θέση του πως η κατανάλωση νερού από τον υδρομετρητή ο οποίος του ανήκε στην περιοχή 10Α ως καταγράφεται στις σελίδες του καθολικού Τεκμήρια 4 και 5, γινόταν όχι από τον ίδιο αλλά από άλλο, τρίτο πρόσωπο, γίνεται αποδεκτή. Εάν τέτοια ήταν η κατάσταση πραγμάτων θα ανέμενε κανείς με την αποστολή των σχετικών τιμολογίων αλλά και στο μακρύ χρονικό διάστημα που μεσολάβησε, ο εναγόμενος να αντιδρούσε ανάλογα. Κατά τον ίδιο τρόπο, εμφανής ήταν η προσπάθεια εκ μέρους της μάρτυρας υπεράσπισης και συζύγου του εναγομένου να υποστηρίξει ουσιαστικά τις αναφορές του συζύγου της, χωρίς όμως να είναι σε θέση να διαφωτίσει ουσιαστικά το Δικαστήριο για τα πραγματικά περιστατικά που περιβάλλουν την υπό συζήτηση υπόθεση. Σε κάθε περίπτωση η γενική και αόριστη αναφορά της ότι το μόνο ποσό που όφειλε ο σύζυγος της προς το Τμήμα Αναπτύξεως Υδάτων συνεπεία της κατανάλωσης νερού που το εν λόγω Τμήμα του παραχωρούσε ήταν ένα ποσό της τάξης των Λ.Κ.500 περίπου, χωρίς την παράθεση οποιουδήποτε στοιχείου που να ενισχύει ή να τεκμηριώνει τον εν λόγω ισχυρισμό, σε καμία περίπτωση δεν επιτρέπει στο Δικαστήριο να υιοθετήσει τον πιο πάνω εκ μέρους της αυθαίρετο όπως παρέμεινε υπολογισμό. Πριν από την κατάληξη σε τελικά συμπεράσματα εκ μέρους του Δικαστηρίου όσον αφορά ουσιαστικά ζητήματα και πτυχές που αφορούν την παρούσα αγωγή, παράμετρος που απασχολεί το Δικαστήριο, αποτελεί και το ζήτημα του χρόνου που στη βάση όλων όσων έχουν τεθεί υπόψη του έχει παραχωρηθεί ή όχι από τους ενάγοντες νερό προς τον εναγόμενο. Δεδομένες είναι οι δικογραφημένες θέσεις των δύο πλευρών για το ζήτημα. Η μεν πλευρά των εναγόντων καθορίζει στην παράγραφο 3 της έκθεσης απαίτησης του ειδικά οπισθογραφημένου κλητηρίου εντάλματος της αγωγής ότι η παραχώρηση του νερού για το οποίο αξιώνονται τα ποσά που περιγράφονται στην αγωγή, έγινε την περίοδο από 4/6/99 μέχρι 24/4/
  1. Αντίθετα, η πλευρά του εναγομένου πέραν της γενικής άρνησης της εξασφάλισης νερού για την άρδευση των κτημάτων του από το Τμήμα Αναπτύξεως Υδάτων, προβαίνει στη συνέχεια σε ειδική άρνηση της παραχώρησης τέτοιου νερού την περίοδο που προσδιορίζεται στις έγγραφες προτάσεις των εναγόντων. Προσεκτική μελέτη της μαρτυρίας αλλά και του συνόλου των στοιχείων που τέθηκαν υπόψη του Δικαστηρίου από την πλευρά των εναγόντων προς απόδειξη της υπόθεσης τους, δεν ενισχύουν, πολύ δε περισσότερο δεν αποδεικνύουν την πιο πάνω δικογραφημένη τους θέση. Αντίθετα, τα αποδεικτικά στοιχεία που έθεσαν υπόψη του Δικαστηρίου, προς απόδειξη της υπόθεσης τους, καταδεικνύουν ότι η παροχή νερού προς τον εναγόμενο έγινε σε χρονική περίοδο άλλη από εκείνη που καταγράφεται και προσδιορίζεται στην έκθεση απαίτησης. Ειδικότερα, εξετάζοντας τόσο τα Τεκμήρια 4 και 5 όσο και το Τεκμήριο 15 (μερίδες καθολικού) αλλά και τα αντίγραφα τιμολογίων που αναφέρονται σε αυτά και τα οποία τέθηκαν επίσης υπόψη του Δικαστηρίου στα πλαίσια της παρουσίασης της υπόθεσης για την πλευρά των εναγόντων, καταδεικνύεται ότι η όποια επικαλούμενη παροχή νερού προς τον εναγόμενο, τόσο στην περιοχή 10Α όσο και στην περιοχή 7Β Κοκκινοχωριών άρχισε από το 1989 καλύπτοντας την περίοδο μέχρι και το
  2. Μεταξύ του 1996 και του 2006, όπου σύμφωνα με τον ΜΚ2 ο υδρομετρητής στην περιοχή 10Α περιήλθε στην κατοχή άλλου καταναλωτή, δεν φαίνεται να έχει σημειωθεί, με βάση πάντα τα Τεκμήρια 4 και 5 αλλά και όσα αντίγραφα τιμολογίων τέθηκαν υπόψη του Δικαστηρίου, οποιαδήποτε παροχή νερού από τους ενάγοντες προς τον εναγόμενο η οποία να έχει καταμετρηθεί και καταγραφεί είτε στη μερίδα καθολικού που ο εναγόμενος διατηρούσε είτε σε οποιαδήποτε τιμολόγια. Συνακόλουθα, στη βάση όλων όσων έχουν τεθεί από την πλευρά των εναγόντων ειδικά για τη χρονική περίοδο που αναφέρεται στην παράγραφο 3 της έκθεσης απαίτησης δεν φαίνεται να έγινε προς τον εναγόμενο οποιαδήποτε παροχή νερού εκ μέρους των εναγόντων. Αντίθετα τα ποσά που στη βάση των στοιχείων που έθεσε υπόψη του Δικαστηρίου η πλευρά των εναγόντων φαίνεται να έχουν συμποσοθεί από την παροχή νερού στον εναγόμενο καταδεικνύεται ότι αφορούν παροχή νερού εκ μέρους των εναγόντων προς τον εναγόμενο για περίοδο άλλη, ξένη από αυτή για την οποία διεκδικούνται με την υπό συζήτηση αγωγή. Μετά την πιο πάνω γενικότερη τοποθέτηση και αξιολόγηση της προσκομισθείσας μαρτυρίας σε σχέση πάντα με τα υπό εξέταση ζητήματα, βρίσκω ότι πράγματι ο εναγόμενος μετά από αίτηση του εξασφάλισε νερό για άρδευση κτημάτων του εντός της αρδευτικής περιοχής Κοκκινοχωριών από τους ενάγοντες. Η παραχώρηση του νερού προς τον τελευταίο έγινε για την περίοδο μεταξύ 1989 και 1996 σε δύο διαφορετικές περιοχές, ειδικότερα στην περιοχή 7Β και 10Α της αρδευτικής περιοχής Κοκκινοχωριών. Για την ποσότητα του νερού που ο εναγόμενος κατανάλωνε γινόταν έλεγχος από αρμόδιους υπαλλήλους του Τμήματος Αναπτύξεως Υδάτων στους υδρομετρητές που εγκαταστάθηκαν στις παροχές για την άρδευση των κτημάτων του και εκδίδονταν σχετικά τιμολόγια τα οποία αποστέλλονταν στον ίδιο. Τηρείτο παράλληλα κατάσταση λογαριασμού σε "καθολικό" του Τμήματος Αναπτύξεως Υδάτων σε σχέση με τις ποσότητες νερού που του παραχωρούνταν, στο οποίο καταγράφονταν επίσης και τα τιμολόγια που περιοδικά εκδίδονταν προς τούτο. Ο εναγόμενος, ο οποίος ουδέποτε παραπονέθηκε για τις χρεώσεις που γίνονταν σε βάρος του από το Τμήμα Αναπτύξεως Υδάτων για το νερό που κατανάλωνε για την άρδευση των κτημάτων του στις περιοχές 10Α και 7Β κατά την περίοδο 1989 μέχρι 1996, εξακολουθεί να οφείλει ποσά που εμφαίνονται στις εν λόγω καταστάσεις ως υπόλοιπα και οφειλόμενα ποσά για τις περιόδους που σε αυτές καταγράφεται ότι του παραχωρήθηκε νερό. Είναι φανερό στη βάση της πιο πάνω κατάληξης του Δικαστηρίου πως, παρά το εύρημα ότι ο εναγόμενος εξακολουθεί να οφείλει ποσά που εμφαίνονται στα Τεκμήρια 4, 5 και 15, προσαυξημένα με τις ανάλογες επιβαρύνσεις όπως αυτές προβλέπονται στη σχετική νομοθεσία και κανονισμούς (βλ. Τεκμήριο 2) η παρούσα αγωγή δεν μπορεί να έχει επιτυχή κατάληξη. Τούτο γιατί στα πλαίσια της διεκδικείται ποσό για παροχή νερού εκ μέρους των εναγόντων για περίοδο άλλη από αυτή που καταδείχθηκε στο Δικαστήριο ότι πράγματι παραχωρήθηκε στον εναγόμενο από τους ενάγοντες νερό. Σοβαρά έχει απασχολήσει το Δικαστήριο το ενδεχόμενο της τροποποίησης, έστω σε αυτό το ύστερο στάδιο, των δικογράφων των εναγόντων, κατά τρόπο που να συνάδει με την τεθείσα ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρία. Είναι γνωστές οι αρχές στη βάση των οποίων το Δικαστήριο έχει τη δυνατότητα να ενεργήσει κατά τον πιο πάνω τρόπο. Αισθάνομαι ότι η παρούσα δεν είναι η πρέπουσα περίπτωση αφού η πλευρά του εναγομένου με τις δικογραφημένες τις θέσεις ανάμεσα σε άλλα, ευθύς εξαρχής, ειδικά και κατηγορηματικά πρόταξε τη θέση ότι "ειδικά την περίοδο που αναφέρεται στην παράγραφο 3 της έκθεσης απαιτήσεως" δεν έγινε προς τον ίδιο οποιαδήποτε παραχώρηση νερού εκ μέρους των εναγόντων. Τυχόν παρέμβαση του Δικαστηρίου υπ΄ αυτές τις συνθήκες και σ΄ αυτό το ύστερο στάδιο θα απέληγε ασφαλώς σε παραβίαση των αρχών της δίκαιης δίκης. Ούτε διαλανθάνει παράλληλα της προσοχής του Δικαστηρίου η γενική έστω και αόριστη αναφορά - παραδοχή του εναγομένου ότι πράγματι παρά την περί του αντιθέτου δικογραφημένη θέση του πράγματι οφείλει ένα ποσό της τάξης των Λ.Κ. 200 - Λ.Κ.300 στους ενάγοντες για το νερό που του παραχώρησαν. Ωστόσο, με δεδομένη τη δικογραφημένη του θέση για τη συγκεκριμένη χρονική περίοδο για την οποία αναφέρονται οι ενάγοντες ότι του παρείχαν νερό, το Δικαστήριο δεν θα μπορούσε κατά τρόπο νομικά ανεπίτρεπτο, ουσιαστικά να εικάσει ότι η ως άνω γενική αναφορά του περί οφειλής κάποιου ποσού, αφορούσε πράγματι την περίοδο που αναφέρεται στην έκθεση απαίτησης και δεν αποτελεί υπόλοιπο και οφειλόμενο ποσό οποιασδήποτε άλλης περιόδου για την οποία όμως δεν διεκδικείται από τους ενάγοντες οποιοδήποτε ποσό στα πλαίσια της παρούσας. Όσον αφορά τα έξοδα στη διαδικασία είναι καλά γνωστή αρχή ότι τα έξοδα θα πρέπει συνήθως να ακολουθούν το αποτέλεσμα της διαδικασίας. Ωστόσο, στη βάση του συνόλου των περιστατικών που περιβάλλουν την υπό συζήτηση υπόθεση ως έχουν τεθεί υπόψη του Δικαστηρίου και έγιναν αποδεκτά από το Δικαστήριο, της απόρριψης ουσιαστικά της βασικής θέσης της πλευράς του εναγομένου ότι ουδέποτε χρησιμοποίησε νερό από τους ενάγοντες σε συνδυασμό με την παραδοχή του τελικά κατά την εξέλιξη της διαδικασίας ότι πράγματι οφείλει κάποιο ποσό στους ενάγοντες, το οποίο όμως δεν μπόρεσε με ανάλογη μαρτυρία και κατά νομικά αποδεκτό τρόπο να συνδεθεί με την περίοδο που οι ενάγοντες διατείνονται στις έγγραφες τους προτάσεις ότι του παραχώρησαν το νερό, επιτρέπουν κατά την αντίληψη μου την παράκαμψη του ως άνω κανόνα, κατά τρόπο που η κάθε πλευρά να επιβαρυνθεί τα έξοδα της στη διαδικασία. Συνακόλουθα η αγωγή απορρίπτεται, η κάθε πλευρά θα επιβαρυνθεί τα έξοδα της. (Υπ.) ......................... Α. Δαυίδ, Α.Ε.Δ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.