SUPERTRUST ESTATE AGENTS LTD ν. ANTHONY LEONARD TRAYNOR κ.α., Αρ. Αγωγής: 601/10, 8 Οκτωβρίου, 2010 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDAMM:2010:A21 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ Ενώπιον: Ε. Γεωργίου Αντωνίου, Ε. Δ. Αρ. Αγωγής: 601/10 Μεταξύ: SUPERTRUST ESTATE AGENTS LTD Ενάγουσας -και- 1) ANTHONY LEONARD TRAYNOR 2) MARJORIE DENISE TRAYNOR Εναγομένων ------------------- Αίτηση ημερομηνίας 28/04/2010 για έκδοση παρεμπιπτόντως διατάγματος Ημερομηνία: 8 Οκτωβρίου, 2010 Εμφανίσεις: Για Αιτήτρια-Ενάγουσα: κος. Παπαχαραλάμπους για Γεωργιάδη και Γεωργιάδη. Για Καθ' ων η αίτηση-Εναγόμενους: κος. Στυλιανού, για Νικολαΐδης και Στυλιανού. Α Π Ο Φ Α Σ Η Στις 28/04/2010 η Ενάγουσα καταχώρισε εναντίον των Εναγομένων την Αγωγή αρ.601/10, με την οποία αξιώνει, με ειδικώς οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα, το ποσό των €66.125-, ως προμήθεια ή/και αμοιβή, για τις υπηρεσίες που προσέφερε στους Εναγόμενους 1 και 2 ή/και σαν χρέος ή/και ως αποζημιώσεις για αθέτηση σύμβασης για την πώληση της κατοικίας τους. Την ίδια μέρα καταχωρίστηκε και αίτηση δια κλήσεως από την Ενάγουσα, με την οποία ζητούσε παρεμπιπτόν διάταγμα του Δικαστηρίου που να απαγορεύει στους Εναγόμενους-Καθ' ων η αίτηση, την πώληση και/ή υποθήκευση και/ή επιβάρυνση και/ή μεταβίβαση του ακινήτου με αριθμό εγγραφής 0/3581, Φ/Σχ.2-297-373, Τμήμα 9, Τεμάχιο 137, τοποθεσία Μαζερή του Κούκου στην Αγία Νάπα. Η υπό εξέταση αίτηση βασίζεται στον περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμο Κεφ.6, άρθρα 4 και 5, στον περί Δικαστηρίων Νόμο Ν.14/60άρθρο 32, στους περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμούς Δ.48, θ.2. Την Αίτηση συνοδεύει η Ένορκη Δήλωση του Χρίστου Λεωνίδα, Διευθυντή της Ενάγουσας και γνώστη των γεγονότων της υπόθεσης. Σύμφωνα με τον ομνύοντα, οι Εναγόμενοι 1 και 2 είναι Άγγλοι υπήκοοι και είναι οι ιδιοκτήτες και/ή δικαιούχοι και/ή κάτοχοι του ακινήτου με αριθμό εγγραφής 0/3581, Φ/Σχ.2-297-373, Τμήμα 9, Τεμάχιο 137, τοποθεσία Μαζερή του Κούκου στην Αγία Νάπα, στην Αμμόχωστο. Είναι η θέση του, ότι υπήρχε μεταξύ της Ενάγουσας και των Εναγομένων γραπτή συμφωνία, ημερομηνίας 02/09/2008, για τη διαφήμιση και την προώθηση προς πώληση του συγκεκριμένου ακινήτου, με συμφωνηθείσα προμήθεια ή αμοιβή €57.500-, πλέον Φ.Π.Α., δηλαδή €66.125- και ότι το ποσό αυτό θα καταβάλλετο ανεξαρτήτως της τιμής πώλησης του ακινήτου και με την παρουσίαση πρόθυμου αγοραστή στην περίπτωση μη υπογραφής αγοραπωλητηρίου εγγράφου. Η συγκεκριμένη συμφωνία θα μπορούσε να τερματιστεί μόνο με γραπτή ειδοποίηση 60 ημερών πριν από τη λήξη του πρώτου έτους ή πριν από τη λήξη εκάστου έτους. Τέτοια ειδοποίηση τερματισμού της συμφωνίας δεν δόθηκε και ανανεώθηκε για ακόμα ένα έτος. Πληροφορήθηκαν, ήταν ο ισχυρισμός του, πριν λίγες μέρες, από τους Εναγόμενους ότι το συγκεκριμένο ακίνητο είχε πωληθεί. Κατά την άποψη του ομνύοντα, η Ενάγουσα έχει συνδράμει ενεργά στην πώληση του ακινήτου μέσω του δικτύου συνεργατών της και/ή με έντυπα ή ηλεκτρονικά μέσα διαφήμισε και προώθησε την πώληση του ακινήτου, πλην όμως οι Εναγόμενοι 1 και 2 παρέλειψαν να τους καταβάλουν τη συμφωνηθείσα προμήθεια. Καταλήγει, ότι υπάρχει σοβαρότατο ζήτημα προς εκδίκαση και λόγω του ότι οι Εναγόμενοι προτίθενται να εγκαταλείψουν την Κύπρο μόλις διεκπεραιωθεί η πώληση του ακινήτου, μεταφέροντας τα έσοδα από την πώληση στο εξωτερικό, αν δεν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα θα καταστεί δύσκολο, αν όχι αδύνατο, να αποδοθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο, αφού οι Εναγόμενοι δεν έχουν άλλη περιουσία στην Κύπρο και προτίθενται να μεταβιβάσουν το ακίνητο σε τρίτα πρόσωπα. Η αίτηση αντιμετωπίστηκε με την καταχώρηση Ένστασης εκ μέρους των Εναγομένων-Καθ' ων η αίτηση 1 και 2, στην οποία εγείρονται διάφοροι λόγοι, που κατά τη δική τους άποψη, δεν πρέπει να πετύχει η αίτηση. Οι λόγοι αυτοί αφορούν το ότι η Ενάγουσα-Αιτήτρια δεν ικανοποιεί τις προϋποθέσεις που θέτει το άρθρο 32 του Ν.14/60 για την παροχή της συγκεκριμένης θεραπείας, δεν υπάρχει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση και δεν υπάρχει ορατό ενδεχόμενο ή ύπαρξη πιθανότητας να δικαιούται η Ενάγουσα σε θεραπεία. Επίσης, δεν ικανοποιούνται οι προϋποθέσεις που θέτουν τα άρθρα 4
(1)και 5 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, ενώ παράλληλα επικαλείται το γεγονός ότι η Αιτήτρια δεν αποκάλυψε στο Δικαστήριο όλα τα ουσιαστικά γεγονότα. Η ένσταση βασίζεται στον περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμο Κεφ. 6, άρθρα 4, 5, 7 και 9, στον περί Δικαστηρίων Νόμο (Ν.14/60)άρθρο 32, στους περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμούς Δ.48, θ.θ. 1-4, στο Νόμο 273 (Ι)/2004 και τη συμφυή εξουσία του Δικαστηρίου. Υποστηρίζεται από την Ένορκη Δήλωση του Εναγόμενου-Καθ' ου η αίτηση 1, ο οποίος ισχυρίζεται ότι η συμφωνία ημερομηνίας 02/09/2008 είχε τερματιστεί αμοιβαία το Σεπτέμβριο 2009, λόγω της ύφεσης στην αγορά ακινήτων, με δικό του τηλεφώνημα προς την Ενάγουσα το οποίο είχε γίνει αποδεχτό. Ήταν η θέση του ότι η συγκεκριμένη συμφωνία δεν είχε υλοποιηθεί με κανένα τρόπο, γιατί η Εναγόμενη δεν είχε εκτελέσει οποιεσδήποτε πράξεις που έπρεπε να είχε εκτελέσει. Παραδέχεται όμως, ότι η προμήθεια δεν θα άλλαζε ακόμα και στην περίπτωση μείωσης της τιμής πώλησης. Ισχυρίζεται περαιτέρω ότι η συγκεκριμένη συμφωνία είναι παράνομη γιατί παραβιάζει το δικαίωμα που παρέχεται από το Άρθρο 26 του Συντάγματος, γιατί του περιορίζει το δικαίωμα να συμβάλλεται ελεύθερα. Καταλήγει ότι δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις για έκδοση του αιτούμενου διατάγματος, γιατί από την Ένορκη Δήλωση του Διευθυντή της Ενάγουσας δεν αποκαλύπτεται σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση, αφού η επίδικη συμφωνία είχε τερματιστεί, ενώ υποστηρίζει ότι και αν ακόμα δικαιούτο την προμήθειά της, η Ενάγουσα, δεν είχε αποστείλει απαίτηση, όπως προνοούσε ο όρος 8 της Συμφωνίας. Ούτε και ορατό ενδεχόμενο επιτυχίας υπάρχει, είναι η εισήγησή του, ενόψει του ότι η συμφωνία είναι παράνομη και άκυρη, αφού η Ενάγουσα δεν είναι αδειούχος Κτηματομεσίτης. Αναφορικά με την επάρκεια της θεραπείας των αποζημιώσεων, ισχυρίζεται ο Εναγόμενος 1, ομνύοντας, ότι δεν καταγράφεται στην Ένορκη Δήλωση που συνοδεύει την αίτηση, ότι η επιδίκαση αποζημιώσεων δεν θα ήταν επαρκείς θεραπεία στο τελικό στάδιο. Καταλήγει ότι οι ίδιοι συμβλήθηκαν με την οικογένεια Τζιρκαλλή, οι οποίοι είναι γείτονες και ιδιοκτήτες του διπλανού ακινήτου, για την πώληση της κατοικίας, χωρίς οποιαδήποτε παρέμβαση από την Ενάγουσα, για το ποσό των €450.000-, το οποίο ποσό θα καταβληθεί σε δύο χρόνια. Οι ίδιοι διαμένουν μόνιμα στην Κύπρο, τα τελευταία τέσσερα χρόνια και κατέχουν και κυπριακά δελτία ταυτότητας, ενώ ο Εναγόμενος-Καθ' ου η αίτηση 1, έχει ιδρύσει και τη δική του ασφαλιστική εταιρεία. Υποστηρίζει τους ισχυρισμούς του με επισυναπτόμενα τεκμήρια. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Οι αποφάσεις των Κυπριακών Δικαστηρίων που έχουν αναλύσει τις προϋποθέσεις έκδοσης προσωρινών διαταγμάτων βάσει του άρθρου 32 του Ν.14/60 είναι πολλές. Ενδεικτικά και μόνο αναφέρω τις υποθέσεις Odysseos v. Pieris Estates and Others
(1982)1 CLR 557, Jonitexo Ltd v. Addidas
(1984)1 CLR 263, A.B.P. Holdings Ltd ν. Κιταλίδη κ.ά (Αρ. 2)
(1994)1 ΑΑΔ 694. Στην τελευταία απόφαση τονίζεται ότι το άρθρο 32 του Ν.14/60 παρέχει στα Δικαστήρια ευρύτατες εξουσίες για έκδοση οποιονδήποτε διαταγμάτων, όταν κάτι τέτοιο κρίνεται δίκαιο ή πρόσφορο χωρίς να τίθεται κανένας περιορισμός. Τα ίδια επαναλήφθηκαν και στην υπόθεση Παντελίδη ν. Πιερή
(1998)1(Δ) ΑΑΔ
- Τα κριτήρια και προϋποθέσεις που πρέπει να πληρούνται σε αίτηση για έκδοση διατάγματος στη βάση του άρθρου 32 του Ν.14/60 μπορούν να συνοψιστούν στα ακόλουθα:
- Πρέπει να υπάρχει σοβαρό ζήτημα για εκδίκαση κατά την δίκη.
- Να υπάρχει πιθανότητα ο Ενάγων να δικαιούται σε θεραπεία.
- Να είναι δύσκολο ή αδύνατο ν΄ απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο, εκτός αν εκδοθεί το διάταγμα. Ο Αιτητής είναι αυτός που πρέπει να πείσει το Δικαστήριο ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις για την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος, ως επίσης και για το δίκαιο και εύλογο της έκδοσής του. Μετά την καταχώριση της ένστασης από τους Καθ΄ ων η Αίτηση, το Δικαστήριο έχει ενώπιόν του τόσο τις θέσεις και τη μαρτυρία του Ενάγοντα-Αιτητή καθώς και την μαρτυρία των Εναγομένων-Καθ΄ ων η Αίτηση. Είναι με βάση αυτές που εξετάζει κατά πόσο συντρέχουν ή όχι οι προϋποθέσεις έκδοσης προσωρινού διατάγματος. Αν ικανοποιηθεί ότι συντρέχουν εκδίδει το διάταγμα αν όχι τότε απορρίπτει την αίτηση (βλ. Σεβαστού v. Σεβαστού
(2002)1 (Γ) ΑΑΔ 1980). Όμως, το Δικαστήριο δεν εξετάζει σ' αυτό το στάδιο την αίτηση με στόχο την εξαγωγή τελικών συμπερασμάτων, είτε επί του πραγματικού, είτε επί του νομικού καθεστώτος της υπόθεσης, αφού αυτό αποτελεί έργο του εκδικάζοντος την ουσία της υπόθεσης Δικαστηρίου. Βλ. Jonitexo Ltd v. Adidas Sports Chuhufbriken Adi Dassler K.G.
(1984)1 CLR 263 και Άκης, άλλως Γρηγόρης Ν. Γρηγορίου κ.α. v. Χριστίνας Χριστοφόρου
(1995)1 ΑΑΔ 248. Δεν τίθεται θέμα οριστικής διάγνωσης ως προς τα θέματα που άπτονται των επιδίκων θεμάτων της αγωγής και η διαδικασία παρεμπιπτόντως διατάγματος δεν πρέπει να μετατρέπεται σε πρόωρη δίκη επί της ουσίας. Η προϋπόθεση για ύπαρξη σοβαρού ζητήματος για εκδίκαση κατά την δίκη επεξηγήθηκε ότι δεν περιλαμβάνει οτιδήποτε πέραν του να καταδειχθεί μια συζητήσιμη υπόθεση με βάση τα δικόγραφα (βλ. Resola (Cyprus) Ltd v. Χρίστου
(1998)1 (Β) ΑΑΔ 598 και American Cyanamidv Ethicon
(1975)1 All ER 504). Η προϋπόθεση ύπαρξης πιθανότητας ο Ενάγων να δικαιούται σε θεραπεία επεξηγήθηκε ότι αναφέρεται στην απόδειξη ύπαρξης κάτι περισσότερο από απλής πιθανότητας επιτυχίας αλλά κάτι λιγότερο από το ισοζύγιο των πιθανοτήτων που είναι ο βαθμός απόδειξης που απαιτείται σε πολιτικές υποθέσεις. Απαιτείται από τον Αιτητή να καταδείξει ότι έχει μια ορατή πιθανότητα επιτυχίας (βλ. Πουργουρίδη κ.α. v. Μέζου
(1994)1 ΑΑΔ 201). Η διακρίβωση της πιθανότητας επιτυχίας γίνεται στη βάση της προσαχθείσας μαρτυρίας. Αυτή δε, πρέπει να αναφέρεται με ακρίβεια σε γεγονότα από τα οποία να καταδεικνύεται η ύπαρξη της πιθανότητας. Η υπό κρίση αίτηση έχει ως νομική βάση, εκτός από το άρθρο 32 του Ν.14/60 και το άρθρο 5 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 6. Σύμφωνα με τα εδάφια 1 και 2 του άρθρου 5: «
(1)Κάθε Δικαστήριο στο οποίο εκκρεμεί αγωγή για χρέος ή αποζημίωση, δύναται, σε οποιοδήποτε χρόνο μετά την έγερση της αγωγής να διατάξει όπως ο εναγόμενος παρεμποδιστεί να απαλλοτριώσει τόσο μέρος της ακίνητης ιδιοκτησίας που είναι εγγεγραμμένη στο όνομα του ή για την οποία δικαιούται κατά νόμο να εγγραφεί ως ιδιοκτήτης, όσο, κατά τη γνώμη του Δικαστηρίου, είναι επαρκές να ικανοποιήσει την απαίτηση του ενάγοντα μαζί με τα έξοδα της αγωγής.
(2)Το διάταγμα αυτό δεν εκδίδεται εκτός αν φαίνεται στο Δικαστήριο ότι ο ενάγων έχει καλή βάση αγωγής, και ότι με την πώληση ή τη μεταβίβαση της ιδιοκτησίας σε τρίτο είναι πιθανό να εμποδιστεί ο ενάγων στην ικανοποίηση της δικαστικής απόφασης που τυχόν θα εκδοθεί υπέρ του.» Στην απόφαση στην υπόθεση Παναγίδου ν. Παναγίδου
(2001)1(Α) Α.Α.Δ. 396 διατυπώθηκαν τ΄ ακόλουθα στη σελίδα 403: «Έχει αποφασιστεί (Α.B.P. Holdings Ltd κ.ά ν. Κιταλίδη κ.ά (Αρ. 2)
(1994)1 Α.Α.Δ. 694 και Γρηγορίου κ.ά ν. Χριστοφόρου κ.ά
(1995)1 Α.Α.Δ. 248) ότι τα άρθρα 4 και 5 του Κεφ. 6, προβαίνουν σε ειδική ρύθμιση των καταστάσεων στις οποίες αναφέρονται, αλλά δεν επηρεάζουν τις πρόνοιες του άρθρου 32 του Νόμου 14/60, το οποίο προσδιορίζει το γενικό πλαίσιο της δικαιοδοσίας των δικαστηρίων στην έκδοση παρεμπιπτόντων διαταγμάτων.» Θα πρέπει να αναφερθεί ότι έχει νομολογηθεί ότι «η δέσμευση περιουσιακών στοιχείων τα οποία δεν αποτελούν αντικείμενο της αγωγής δικαιολογείται κατ εξαίρεση και ασκείται με φειδώ» βλ. Marketrends (Capital) Market v. Γεωργίου
(2002)1 (Γ) Α.Α.Δ. 1759 και Καλογήρου ν. C.C.F. Credit Capital Finance Ltd
(2005)1(B) A.A.Δ. 1237. Στην υπόθεση Τσιολάκκη κ.ά ν. Στυλιανίδη
(1992)1 Α.Α.Δ. 782 αναφέρθηκε ότι ο όρος «καλή αιτία αγωγής» (good cause of action), που προσδιορίζει, βάσει του άρθρου 5 του Κεφ. 6, το βάσιμο της αγωγής για έκδοση συντηρητικού διατάγματος αναφορικά με ακίνητη περιουσία που δεν αποτελεί επίδικο θέμα της αγωγής, έχει την ίδια έννοια με τον όρο «υπάρχει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση» που τίθεται στην επιφύλαξη του άρθρου 32
(1)του Ν.14/60 και ότι και στις δύο περιπτώσεις επιβάλλεται η αποκάλυψη συζητήσιμης υπόθεσης (arguable case). Επανερχόμενη στα γεγονότα που περιβάλλουν την υπό κρίση αίτηση, όπως αυτά αποκαλύπτονται από τις Ένορκες Δηλώσεις που καταχωρίστηκαν, παρατηρώ τα εξής, με την επιφύλαξη ότι δεν γίνεται οποιαδήποτε τελική αξιολόγηση: Οι Εναγόμενοι-Καθ' ων η αίτηση 1 και 2, παραδέχονται την ύπαρξη γραπτής συμφωνίας ανάθεσης πώλησης του ακινήτου στην Ενάγουσα-Αιτήτρια. Όμως, προβάλουν αφενός πως ενημέρωσαν την Ενάγουσα-Αιτήτρια για διακοπή της συμφωνίας, λόγω της κρίσης στην πώληση ακινήτων, η οποία Ενάγουσα-Αιτήτρια συναίνεσε στον τερματισμό και αφετέρου ότι πώλησαν το ακίνητο στους γείτονες με δική τους πρωτοβουλία και ότι η συμφωνία πώλησης τελεί υπό αίρεση. Η υπόθεση θα κριθεί, όπως διαφαίνεται, επί της αξιοπιστίας των διαδίκων στους βασικούς ισχυρισμούς τους, που είναι το κατά πόσον ήταν νόμιμη η σύμβαση, αν τερματίστηκε από τους Εναγόμενους με τη συναίνεση της Ενάγουσας και κατά πόσο πωλώντας το ακίνητο στην οικογένεια Τζιρκαλλή, όφειλαν, οι Εναγόμενοι 1 και 2, να καταβάλουν κάποιο ποσό ως προμήθεια στην Ενάγουσα. Έχοντας υπόψη τα πιο πάνω, θεωρώ πως η Ενάγουσα-Αιτήτρια έχει ικανοποιήσει την πρώτη προϋπόθεση που θέτει το άρθρο 32. Υπάρχει επίσης με βάση τα γεγονότα πιθανότητα η Ενάγουσα να δικαιούται σε θεραπεία. Ερχόμενη τώρα στο τρίτο κριτήριο, αυτό της ανεπανόρθωτης ζημιάς, στην περίπτωση που δεν εκδοθεί το διάταγμα. Αυτή η τρίτη προϋπόθεση του άρθρου 32
(1)του Ν.14/60 είναι κοινή με την δεύτερη προϋπόθεση του άρθρου 5
(2)του Κεφ. 6, βλ. Ρένα Αριστοτέλους Λτδ κ.ά ν. Benflect Enterprises Ltd κ.ά., Πολ. Έφ. 12144, ημερ. 27.3.06. Όπως νομολογήθηκε και στην υπόθεση Phasarias (Automative Centre) Ltd v. "Λεωνίκ" Σκυροποιϊα Λτδ
(2001)1(Β) ΑΑΔ 785 εκείνο που λαμβάνεται υπόψη είναι η πιθανή επίδραση που θα έχει η τυχόν αποξένωση ή επιβάρυνση του ακινήτου στην τυχόν ικανοποίηση χρηματικής απόφασης που ενδεχομένως να εκδοθεί. Όπως αναφέρεται και στην υπόθεση Τσολάκκης κ.ά ν. Στυλιανίδη
(1992)1 ΑΑΔ 782, εκείνο που απαιτείται είναι η πιθανότητα παρεμβολής εμποδίων στην ικανοποίηση τέτοιας απόφασης. Στην υπόθεση Poltava Petroleum Company v. Mexana Oil Ltd
(2001)1 ΑΑΔ 1301, παρατέθηκε απόσπασμα από σύγγραμμα «Mareva Injunctions Law Practice» που αφορά τους παράγοντες που λαμβάνονται υπόψη κατά την έκδοση διαταγμάτων τύπου Mareva, οι οποίοι, κατά τη γνώμη μου, κατ' αναλογία συνεκτιμούνται και σε αιτήσεις που αφορούν ακίνητα και περιλαμβάνουν μεταξύ άλλων: την φύση των περιουσιακών στοιχείων, την οικονομική κατάσταση του Εναγόμενου, την διαμονή του, την τυχόν εκφρασθείσα πρόθεσή του και την συμπεριφορά του έναντι της αξίωσης του Ενάγοντα. Το Εφετείο έκρινε πως το μοναδικό ζήτημα που έπρεπε να εξεταστεί είναι κατά πόσο, λαμβανομένης υπόψη της μαρτυρίας στο σύνολό της, υπάρχει βάσιμος κίνδυνος ότι η απόφαση υπέρ του Ενάγοντα θα παρέμενε ανικανοποίητη, πράγμα που πρέπει να εξεταστεί στην παρούσα υπόθεση. Ο Εναγόμενος ισχυρίστηκε ότι κατέχει δική του εταιρεία η οποία παρέχει ασφαλιστικές υπηρεσίες νόμιμα εγγεγραμμένη στην Κυπριακή Δημοκρατία και επεσύναψε πιστοποιητικό εγγραφής ασφαλιστικού διαμεσολαβητή προς υποστήριξη του ισχυρισμού του. Επίσης επεσύναψε τις κυπριακές ταυτότητες τόσο του ίδιου καθώς και της συζύγου του ενώ αποκάλυψε και το συμβόλαιο πώλησης της συγκεκριμένης ακίνητης περιουσίας έτσι ώστε να πείσει το Δικαστήριο για την αλήθεια των ισχυρισμών του. Αυτό ενδυναμώνει τους ισχυρισμούς του και αποδυναμώνει την θέση της Ενάγουσας-Αιτήτριας ότι τυχόν εκδοθείσα απόφαση υπέρ της θα παραμείνει ανεκτέλεστη αν δεν εκδοθεί το ζητούμενο διάταγμα. Μολονότι με αναφορά στο περιεχόμενο της Έκθεσης Απαίτησης μπορεί να λεχθεί ότι υπάρχει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση αν ληφθεί υπόψη το περιεχόμενο της προσαχθείσας προς υποστήριξη του σχετικού αιτήματος μαρτυρίας, έχω την γνώμη πως από αυτήν δεν ικανοποιείται η τρίτη προϋπόθεση. Η Ενάγουσα-Αιτήτρια όφειλε να προσάγει την καλύτερη δυνατή μαρτυρία ενόψει του ότι η βάση της αγωγής της είναι η γραπτή συμφωνία για παροχή συγκεκριμένων υπηρεσιών. Διερωτώμαι ειλικρινά γιατί δεν επισυνάφθηκε, στην συμπληρωματική Ένορκη Δήλωση του Διευθυντή της Ενάγουσας, ένα αντίγραφο της συμφωνίας που να μπορεί να διαβάζεται έτσι που να μπορεί το Δικαστήριο να εξακριβώσει μεγάλο μέρος των ουσιωδών γεγονότων τα οποία επικαλείται η Ενάγουσα - Αιτήρια. Επισημαίνεται επίσης ότι η Ενάγουσα-Αιτήτρια επιδιώκει την έκδοση του συγκεκριμένου διατάγματος για να μην στερηθεί το λαβείν της, όπως αναφέρει ο ομνύοντας στην παράγραφο 20 της Ένορκης Δήλωσης του, το οποίο ανέρχεται στις Ε66,125. Επικαλείται όμως ως αξία του ακινήτου το ποσό του Ε1,149.99, στην παράγραφο 4 της Ένορκης Δήλωσης. Η αξία του ακινήτου είναι κατά πολύ μεγαλύτερη από την αξίωση της Ενάγουσας οπότε ακόμα και αν συνέτρεχαν και οι τρεις προϋποθέσεις, κατά την άσκηση της διακριτικής μου ευχέρειας δεν θα θεωρούσα δίκαιο και εύλογο να εκδώσω το αιτούμενο διάταγμα με βάση τις αρχές που καταγράφονται στην Κ.Ο.Τ. ν Θεωρή
(1989)1 (Ε) ΑΑΔ 225. Ο γενικός και αόριστος ισχυρισμός της Ενάγουσας ότι οι Εναγόμενοι προτίθενται να εγκαταλείψουν την Κύπρο μόλις διεκπεραιωθεί η πώληση του ακινήτου και να μεταφέρουν τα έσοδα από την πώληση στο εξωτερικό, παράγραφος 18 της Ένορκης Δήλωσης, και ότι θα είναι δύσκολο να απονεμηθεί δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο δεν μπορεί να ικανοποιήσει την τρίτη προϋπόθεση. Το γεγονός και μόνο ότι τόσο η Κύπρος καθώς και το Ηνωμένο Βασίλειο αποτελούν κράτη μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης αποτελεί ασφαλιστική δικλείδα, σε περίπτωση επιτυχίας της αγωγής, ότι η Ενάγουσα θα έχει την ίδια πιθανότητα έννομης προστασίας να εισπράξει το λαβείν της είτε οι Εναγόμενοι βρίσκονται στην Κύπρο είτε στο Ηνωμένο Βασίλειο. Για όλους τους λόγους που έχουν αναφερθεί πιο πάνω θεωρώ ότι η Ενάγουσα - Αιτήτρια έχει αποτύχει να ικανοποιήσει τις προϋποθέσεις που τίθενται από το άρθρο 32 του Περί Δικαστηρίων Νόμου. Συνεπακόλουθα η αίτηση θα πρέπει να απορριφθεί. Η αίτηση απορρίπτεται με έξοδα σε βάρος της Ενάγουσας, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή, τα οποία θα καταβληθούν μετά την ολοκλήρωση της διαδικασίας. ............ Ε. Γεωργίου Αντωνίου, Ε.Δ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο