← Κύπρος

ΓΙΩΡΓΟΣ ΤΣΑΠΠΗΣ ΙΣΟΡΡΟΠΗΜΕΝΑΙ ΖΩΟΤΡΟΦΑΙ ΛΤΔ ν. ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, Αρ. Αγωγής: 1351/08, 21 Οκτωβρίου, 2010

ΓΙΩΡΓΟΣ ΤΣΑΠΠΗΣ ΙΣΟΡΡΟΠΗΜΕΝΑΙ ΖΩΟΤΡΟΦΑΙ ΛΤΔ ν. ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, Αρ. Αγωγής: 1351/08, 21 Οκτωβρίου, 2010 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDAMM:2010:A22 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ ΠΟΥ ΣΥΝΕΔΡΙΑΖΕΙ ΣΤΗ ΛΑΡΝΑΚΑ ΕΝΩΠΙΟΝ: Λ. Δημητριάδου-Ανδρέου, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 1351/08 Μεταξύ: ΓΙΩΡΓΟΣ ΤΣΑΠΠΗΣ ΙΣΟΡΡΟΠΗΜΕΝΑΙ ΖΩΟΤΡΟΦΑΙ ΛΤΔ Εναγόντων και ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ Εναγομένου Αίτηση ημερ. 12.2.2010 για προδικαστική εκδίκαση νομικού ζητήματος 21 Οκτωβρίου, 2010. ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για τον Αιτητή-Εναγόμενο: κα Δ. Παπαστεφάνου Για τους Καθών η αίτηση-Ενάγοντες: κ.κ. Τ. Κουμής και Α.Καράς. ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Κατόπιν ενδιάμεσης απόφασης του Δικαστηρίου ημερομηνίας 31.5.2010 το Δικαστήριο αποφάσισε όπως εκδικαστεί προδικαστικά η νομική ένσταση του εναγόμενου που εγέρθηκε στην Yπεράσπισή του σύμφωνα με την οποία ζητείτο η απόρριψη της παρούσας αγωγής λόγω του ότι, κατά τον ισχυρισμό του εναγομένου, ήταν γενική και αόριστη. Κατά την εκδίκαση της προδικαστικής αυτής ένστασης αμφότεροι οι συνήγοροι των διαδίκων αγόρευσαν υποστηρίζοντας τις εκατέρωθεν θέσεις τους. Η κα Παπαστεφάνου για τον εναγόμενο υποστήριξε ότι η παρούσα αγωγή είναι απορριπτέα ως γενική και αόριστη και ανέφερε ότι ο ενάγων όφειλε να παραθέσει επί λέξει τα ισχυριζόμενα ως λιβελογρaφήματα και/ή δυσφημιστικά δημοσιεύματα, κάτι το οποίο παρέλειψε να πράξει. Επικαλέστηκε, συναφώς, τη Δ.2, θ.9 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας σύμφωνα με την οποία σε αγωγή για λίβελλο η οπισθογράφηση πρέπει να περιέχει επαρκείς λεπτομέρειες για να αναγνωριστούν οι δημοσιεύσεις αναφορικά με τη συγκεκριμένη αγωγή. Τόνισε ότι για να γεννηθεί το αγώγιμο δικαίωμα και να τεθεί η βάση της αγωγής σε υποθέσεις λιβέλου κα/ή επιζήμιας ψευδολογίας πρέπει ο ενάγων να αναφέρει τα ουσιώδη γεγονότα και επαρκείς λεπτομέρειες αυτών από τα οποία πηγάζει η αξίωσή του. Επεσήμανε δε, ότι, όπως είναι νομολογημένο, σε αγωγή λιβέλου οι λέξεις που χρησιμοποιήθηκαν αποτελούν τα ουσιώδη γεγονότα και πρέπει, επομένως, να περιλαμβάνονται στην Εκθεση Απαίτησης. ΄Ηταν η θέση της ότι αφ΄ ης στιγμής το Δικαστήριο δεν έχει ενώπιόν του όλα τα ουσιώδη γεγονότα και επαρκείς λεπτομέρειες αυτών θα ήταν αδύνατο να τοποθετηθεί επ΄ αυτών και κατ΄ επέκταση να αποφασίσει κατά πόσο υπήρξε λίβελος ή όχι. Κάτω από αυτές τις συνθήκες ήταν η εισήγησή της στο Δικαστήριο ότι η αγωγή είναι απαράδεκτη και/ή αβάσιμη και συνακόλουθα απορριπτέα. Περαιτέρω, η κα Παπαστεφάνου υποστήριξε ότι στην προκειμένη περίπτωση υπήρξε αλλαγή της νομικής βάσης της αγωγής χωρίς προηγούμενη άδεια του Δικαστηρίου εφόσον στην οπισθογράφηση ο ενάγων ζητά αποζημιώσεις για δυσφήμηση και λίβελο ενώ στην Εκθεση Απαίτησης και, συγκεκριμένα, στην παράγραφο

(4)ισχυρίζεται ότι ο εναγόμενος διέπραξε επιζήμια ψευδολογία. ΄Ηταν η θέση της ότι η τροποποίηση αυτή έγινε κατά παράβαση των θεσμών Πολιτικής Δικονομίας και ειδικότερα της Δ.19,θ.14. Περαιτέρω, υποστήριξε ότι δεδομένης της αλλαγής της βάσης της αγωγής, άνευ προηγούμενης άδειας του Δικαστηρίου, ο εναγόμενος αμφιταλαντεύεται μεταξύ δύο νομικών βάσεων και εύλογα διερωτάται ποια είναι η νομική βάση της αγωγής και συνακόλουθα ποια θα είναι η υπεράσπισή του. ΄Ηταν η τελική εισήγηση της κας Παπαστεφάνου ότι η αλλαγή της νομικής βάσης της αγωγής σε συνδυασμό με την παράλειψη παράθεσης ουσιωδών γεγονότων και επαρκών λεπτομερειών κατά παράβαση των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας καθιστά την παρούσα αγωγή απορριπτέα. Ο κ. Κουμής για τον ενάγοντα υποστήριξε ότι από τη νομολογία προκύπτει ξεκάθαρα μια σταθερή τάση φειδωλής χρήσης της εξουσίας για απόρριψη αγωγής ούτως ώστε ο ενάγων να μη στερείται του συνταγματικού δικαιώματός του να προσφύγει στο Δικαστήριο για τη διάγνωση των δικαιωμάτων του. Απόρριψη αγωγής, σύμφωνα πάντοτε με τη νομολογία, όπως επεσήμανε ο συνήγορος, έχουμε μόνο στην περίπτωση που διαπιστώνεται ότι πράγματι το δικόγραφο του ενάγοντα δεν περιέχει, χωρίς καμιά αμφιβολία, αιτία αγωγής και σε περίπτωση που η αγωγή δεν μπορεί να διασωθεί με τροποποίηση που μπορεί νόμιμα το Δικαστήριο να επιτρέψει. Προχωρώ στη συνέχεια να εξετάσω την ουσία του νομικού ζητήματος που εγείρεται από την προδικαστική ένσταση που εγέρθηκε στην Υπεράσπιση στην παράγραφο
(2)και η οποία έχει ως εξής: «2.΄Ανευ βλάβης της πιο πάνω Προδικαστικής ΄Ενστασης, ο Εναγόμενος προβάλλει δεύτερη Προδικαστική ΄Ενσταση και συναφώς ισχυρίζεται ότι, η παρούσα Αγωγή είναι απορριπτέα ως γενική και αόριστη. Ειδικότερα, ο Ενάγοντας δεν αναφέρει συγκεκριμένα, πότε και σε ποίους ο Εναγόμενος δημοσιοποίησε και/ή εμπιστευτικά διέδιδε και/ή πληροφορούσε ότι τα εμπορεύματα και/ή οι ζωοτροφές των Εναγόντων που παράγουν ή/και που εισάγουν και/ή προμηθεύουν τους κτηνοτρόφους είναι επικίνδυνες και/ή περιέχουν επιβλαβείς ουσίες και/ή είναι επικίνδυνες για την υγεία των ζώων και/ή τα προϊόντα που παράγουν είναι επικίνδυνα για την υγεία των ζώων και/ή τα προϊόντα που παράγουν είναι επικίνδυνα για ανθρώπινη κατανάλωση και/ή για την υγεία των ανθρώπων.» Το υπό εξέταση ζήτημα, όπως αναφέρθηκε και στην ενδιάμεση απόφαση ημερομηνίας 31.5.2010 αναφέρεται αποκλειστικά και μόνο στον τρόπο δικογράφησης των σχετικών ισχυρισμών από τους ενάγοντες επί των οποίων βασίζουν το αστικό αδίκημα της δυσφήμησης. Να επισημάνω στο σημείο αυτό ότι η παράγραφος
(4)αλλά και η παράγραφος
(5)της Εκθεσης Απαίτησης φαίνεται να αναφέρονται, τελικώς, στο αστικό αδίκημα της επιζήμιας ψευδολογίας. Παραθέτω πιο κάτω αυτούσιες τις παράγραφους
(4)και
(5)της Εκθεσης Απαίτησης: «4.Kατά και ή περί τις αρχές Σεπτεμβρίου του 2008 και στη συνέχεια το Υπουργείο Φυσικών Πόρων και Περιβάλλοντος, Τμήμα Κτηνιατρικών Υπηρεσιών, ψευδώς και κακοβούλως (falsely and maliciously) δημοσιοποίησε και/ή εμπιστευτικά διέδιδε και ή πληροφορούσε τους Κτηνοτρόφους ότι τα εμπορεύματα και/ή οι ζωοτροφές των εναγόντων που παράγουν και/ή εισάγουν και/ή προμηθεύουν τους κτηνοτρόφους είναι επικίνδυνες και/ή περιέχουν βλαβερές ουσίες και/ή είναι επικίνδυνες για την υγεία των ζώων και/ή τα προϊόντα που παράγουν είναι επικίνδυνα για ανθρώπινη κατανάλωση και/ή για την υγεία των ανθρώπων.» « 5. Με τις εν λόγω ανακοινώσεις και/ή φήμες και/ή εμπιστευτικές συνομιλίες και διαδόσεις και/ή τις ανακριβείς αναλύσεις που εγνωστοποιούσαν τους κτηνοτρόφους εννοούσαν και ή υπέβαλλαν προς τους πελάτες των εναγόντων ότι τα προϊόντα των ήταν επιβλαβή και/ή ζημιογόνα και/ή επικίνδυνα τόσο για τα ζώα όσο και για ανθρώπινη κατανάλωση.» Με βάση τη Δ.2,θ.9 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, σε αγωγές για λίβελο η οπισθογράφηση το κλητήριο ένταλμα πρέπει να περιέχει επαρκείς λεπτομέρειες για να αναγνωριστούν οι δημοσιεύσεις επί των οποίων στηρίζεται η αγωγή για λίβελο. Είναι νομολογημένο ότι σε αγωγές λιβέλου οι λέξεις που χρησιμοποιήθηκαν αποτελούν τα ουσιώδη γεγονότα και πρέπει να περιλαμβάνονται στην Εκθεση Απαίτησης. Η βασική αυτή αρχή που αναφέρεται στον τρόπο δικογράφησης της απαίτησης σε υποθέσεις λιβέλου έχει τονιστεί στην αγγλική υπόθεση British Data Management plc v. Boxer Commercial Removals plc and another
(1996)3 All E.R. 707[1]. Στην εν λόγω υπόθεση στις σελίδες 713 - 714 υιοθετήθηκε η ακόλουθη περικοπή από το Σύγγραμμα Gatley on Libel and Slander (8th edn, 1981): ""In a libel the words used are the material facts," and must therefore be set out in the statement of claim; it is not enough to describe their substance, purport or effect [see Harris v. Warre
(1879)4 CPD 125 at 127, 129]. "The law requires the very words of the libel to be set out in the declaration in order that the court may judge whether they constitute a ground of action" [see Wright v. Clements
(1829)3 B & Ald 503 at 506, 509, 106 ER 746 at 747, 748 per Abbott CJ and Holroyd J] "whether they are a libel or not" [see Capital and Counties Bank v. George Henty & Sons
(1882)7 App Cas 741 at 772, [1881 - 5] All ER Rep 86 at 99]. "In libel you must declare upon the words; it is not sufficient to state their substance" [see Fitzsimons v. Duncan & Kemp & Co [1908] 2 IR 483 at 499 per Palles CB]. "A plaintiff is not entitled to bring a libel action on a letter which he has never seen and of whose contents he is unaware. He must in his pleadings set out the words with reasonable certainty . The court will require him to give particulars so as to ensure that he has a proper case to put before the court and is not merely fishing for one" [see Collins v. Jones [1955] 2 All ER 145 at 146, [1955] 1 QB 564 at 571 - 572 per Denning LJ]." Στην πιο πάνω αγγλική υπόθεση τονίστηκε ότι σε υποθέσεις λιβέλου οι λέξεις που στην πραγματικότητα χρησιμοποιήθηκαν συνιστούν τα ουσιώδη γεγονότα και επιβάλλεται η παράθεσή τους στο δικόγραφο του ενάγοντα ούτως ώστε ο εναγόμενος να μπορεί να γνωρίζει ποια ακριβώς είναι η κατηγορία εναντίον του και να μπορεί να την αντιμετωπίσει[2]. Το ίδιο ισχύει και για το Δικαστήριο για να μπορεί, δηλαδή, το Δικαστήριο να κρίνει κατά πόσο ένα δημοσίευμα είναι δυσφημιστικό ή όχι[3]. Παραθέτω στο σημείο αυτό σχετική περικοπή που έγινε στην πιο πάνω απόφαση όπου υιοθετήθηκε το ακόλουθο απόσπασμα από την παλαιά υπόθεση Harris v. Warre
(1879)4 CPD 125 στη σελίδα 128: "As to the libel the claim is in most general terms . heretofore, both in slander and libel, it was usual to set out the words according to a rule, not merely technical but founded on the substantial reason, stated by judges of authority to be that the defendant is entitled to know the precise charge against him and cannot shape his case until he knows. In libel and slander everything may turn on the form of words . In libel and slander the very words complained of are the facts on which the action is grounded. It is not the fact of the defendant having used defamatory expressions, but the fact of his having used those defamatory expressions alleged, which is the fact on which the case depends. (Lord Coleridge CJ' s emphasis)" O ίδιος τρόπος δικογράφησης σ΄ό,τι αφορά, δηλαδή, τη συμπερίληψη στο δικόγραφο του ενάγοντα των συγκεκριμένων λέξεων που χρησιμοποιήθηκαν ισχύει και στην περίπτωση της επιζήμιας ψευδολογίας (injurious falsehood). Oπως αναφέρεται στο Σύγραμμα Bullen and Leake 12η έκδοση, σελ.545[4]: «Pleading. The words complained of must be set out in the statement of Claim as in ordinary actions of defamation (see Gutsole v. Mathers
(1836)1 M. W.495)» Όπως προκύπτει από τη νομολογία αν ο Ενάγων κινεί αγωγή σε σχέση με δυσφημητικά αποσπάσματα που περιλαμβάνονται σε ένα άρθρο ή σε μια επιστολή, δεν πρέπει να παραθέσει στην Εκθεση Απαίτησης ολόκληρο το άρθρο ή το κείμενο της επιστολής. Είναι αρκετό να παραθέσει τα δυσφημητικά αποσπάσματα μόνο νοουμένου ότι το νόημα τους είναι καθαρό και ξέχωρο. Παρόλο που η δυσφημητική δήλωση πρέπει να παρατίθεται στην Απαίτηση λέξη προς λέξη εκεί όπου συνιστά μέρος μακρύτερου κειμένου είναι αρκετό να παρατεθεί μόνο το δυσφημητικό μέρος, νοουμένου ότι το υπόλοιπο δεν θα άλλαζε το νόημα. Ειδικότερα δε για τις εκπομπές μέσω ηλεκτρονικών μέσων εκεί όπου οι δυσφημητικές λέξεις αποτελούν μέρος μόνο μιας μακράς εκπομπής, ο ενάγων πρέπει να παραθέσει στην Εκθεση Απαίτησης του μόνο τα συγκεκριμένα αποσπάσματα για τα οποία παραπονείται. Παραθέτω στο σημείο αυτό την ακόλουθη περικοπή από το Σύγγραμμα Bullen and Leake and Jacob's "Precedents of Pleadings", 12η έκδοση, σελ.626[5] όπου σκιαγράφονται οι βασικές αρχές δικογράφησης σε υποθέσεις λιβέλου: «Τhe libel must be set out verbatim in the Statement of Claim; it is not enough to set out its substance or effect as "the precise words of the document are themselves material" (see Ord. 18, r.7
(2); Collins v. Jones [1955] 1 Q.B. 564). The book, newspaper or other document from which the words are taken should be identified by date or description. Where the defamatory matter is part of a longer passage, the defamatory party only need be set out, provided the remainder of the passage would not vary the meaning of the defamatory matter (Sydenham v. Man
(1617)Cro. Jac.407). Where the defamatory matter arises out of a long article or "feature" in a newspaper, the plaintiff must set forth in his Statement of Claim the particular passages referring to him of which he complains and the respects in which such passages are alleged to be defamatory (DDSA Pharmaceuticals Ltd. v. Times Newspapers Ltd. [1973] 1 Q.B. 21, C.A.»; Η Εκθεση Απαίτησης θα πρέπει, επίσης, να καθορίζει την ημερομηνία της κάθε μια δημοσίευσης επί της οποίας ο Ενάγων βασίζει την απαίτηση του. Στην περίπτωση επιστολής ή άλλης ιδιωτικής επικοινωνίας θα πρέπει, επίσης, να καθορίζει το όνομα κάθε ατόμου προς το οποίο υπάρχει ισχυρισμός ότι έχει κοινοποιηθεί το επίδικο ή επίδικα δημοσιεύματα. Βέβαια σε περιπτώσεις εφημερίδας, ανακοίνωσης ή άλλου εντύπου ευρείας κυκλοφορίας ο Εναγόμενος, κατά κανόνα, δεν δικαιούται στην παροχή λεπτομερειών αναφορικά με τα ονόματα των ατόμων στα οποία αυτά κοινοποιήθηκαν ή των ημερομηνιών δημοσίευσης. Παραθέτω πιο κάτω την ακόλουθη περικοπή από το Σύγγραμμα Bullen and Leake and Jacob's "Precedents of Pleadings", 12η έκδοση, σελ.626: «Τhe Statement of Claim should also state the date of each publication which is relied on as a cause of action. In the case of a letter or other private communication, the name of each person to whom publication is alleged should also be stated (see Dalgleish v. Lowther [1899] 2 Q.B. 590].....................» «But in the case of a newspaper, prospectus, handbill, or other document widely disseminated, the defendant is not, as a rule, entitled to particulars of the names of the persons to whom, or the dates on which, the alleged libel was published;» Στην προκειμένη περίπτωση, λαμβάνοντας υπόψη το περιεχόμενο των παραγράφων
(4)και
(5)της Eκθεσης Aπαίτησης, διαπιστώνω ότι πουθενά ο ενάγων παραθέτει είτε γενικά, είτε αυτολεξεί (verbatim) τα ισχυριζόμενα ως δυσφημιστικά δημοσιεύματα και/ή τις λέξεις και φράσεις που αποτέλεσαν την επιζήμια ψευδολογία. Στην παράγραφο
(4)γίνεται, απλώς, περιγραφική αναφορά σε αυτά. Μάλιστα δε στη συνέχεια, και, συγκεκριμένα στην παράγραφο
(5), γίνεται αναφορά ότι τα ισχυριζόμενα δυσφημιστικά δημοσιεύματα και/ή λέξεις και φράσεις που αποτέλεσαν την επιζήμια ψευδολογία εμπεριέχονται σε «ανακοινώσεις», «φήμες», «εμπιστευτικές συνομιλίες και διαδόσεις» και/ή «ανακριβείς αναλύσεις» που γνωστοποιήθηκαν σε κτηνοτρόφους. Περαιτέρω στην παράγραφο
(3)της Απάντησης στην Υπεράσπιση οι ενάγοντες ισχυρίζονται ότι οι λέξεις και φράσεις που αποτέλεσαν την επιζήμια ψευδολογία και/ή τα ισχυριζόμενα δυσφημιστικά δημοσιεύματα δημοσιοποιήθηκαν δια των ΜΜΕ, ραδιόφωνο και τηλεόραση. Είναι, επομένως, σαφές από τα πιο πάνω ότι η Eκθεση Aπαίτησης η οποία καταχωρήθηκε από τους ενάγοντες πάσχει εφόσον δεν παρατίθενται επαρκείς λεπτομέρειες και ουσιώδη γεγονότα επί των οποίων στηρίζεται το αγώγιμο δικαίωμά τους. Συγκεκριμένα πουθενά δεν καταγράφονται στην Εκθεση Απαίτησης οι δυσφημητικές δηλώσεις, ούτε δίδονται λεπτομέρειες αναφορικά με τις ημερομηνίες δημοσίευσης της κάθε μιας από αυτές αλλά ούτε και καθορίζονται, σε περιπτώσεις όπου η δημοσίευση τους έγινε ιδιωτικά κι όχι μέσω εντύπων ευρείας κυκλοφορίας, το όνομα ή ονόματα των ατόμων προς τα οποία έγινε μια τέτοια δημοσίευση. Αυτές οι παραλείψεις, κατά την άποψη μου, ισοδυναμούν με ουσιώδεις δικογραφικές παρατυπίες και συνιστούν, ως τέτοιες, επαρκή λόγο απόρριψης της αγωγής. Όπως είναι λοιπόν διατυπωμένη η Εκθεση Απαίτησης πάσχει σε βαθμό που να μη μπορεί η αγωγή να προχωρήσει σε ακρόαση βασισμένη σε αυτή. Στο σημείο αυτό εγείρεται το ερώτημα για το πώς θα πρέπει το Δικαστήριο να αντιμετωπίσει τις παραλείψεις που εντόπισε στην Εκθεση Απαίτησης των εναγόντων και κατά πόσο θα πρέπει να οδηγηθεί στο μέτρο της απόρριψης της αγωγής και/ή της διαγραφής της Εκθεσης Απαίτησης, όπως ήταν η εισήγηση της συνηγόρου του εναγομένου. Έχω την εντύπωση ότι σε τέτοιες περιπτώσεις αυτό το οποίο μπορεί το Δικαστήριο να κάνει είναι να διατάξει τη διαγραφή της Εκθεσης Απαίτησης. Παραθέτω πιο κάτω απόσπασμα από το Σύγγραμμα Gatley,Libel and Slander, 7η έκδοση παράγραφος 1011, σελίδες 419 - 420: "If the statement of claim discloses no cause of action, the defendant can apply to have it struck out and the action dismissed. He should, however, only take such a step where it is "plain and obvious . that the statement of claim as it stands is insufficient" and "there is no reason to suppose that the plaintiff can improve it by amendment, ... if the statement of claim is insufficient owing to the omission of some material averment, e.g. the words are actionable only on proof of special damage, and no special damage is alleged, or if the plaintiff attempts to plead a true innuendo without setting out the extrinsic facts on which he relies, the defendant can apply to have the statement of claim struck out, though the plaintiff can generally obtain leave, upon terms, to amend." Είναι σαφές, επομένως, από τα πιο πάνω ότι, σε περίπτωση που η Εκθεση Απαίτησης πάσχει λόγω ύπαρξης, μεταξύ άλλων, και ουσιώδους δικογραφικής παρατυπίας, το Δικαστήριο μπορεί να προχωρήσει στη διαγραφή της Εκθεσης Απαίτησης. Ωστόσο, όπως συνάγεται από το απόσπασμα που παρατέθηκε ανωτέρω, το Δικαστήριο έχει την ευχέρεια, κάτω από κάποιες προϋποθέσεις, να επιλέξει αντί της απόρριψης της αγωγής την τροποποίηση του δικογράφου. Τέτοια εξουσία συνάγεται και από τα όσα αναφέρονται στο Σύγγραμμα Bullen and Leake and Jacobs Precedents of Pleadings, 12η έκδοση στο ακόλουθο απόσπασμα που διαβάζουμε στη σελίδα 143: «Where the statement of claim or defence as pleaded discloses no reasonable cαuse of action or defence because some material averment has been omitted or because the pleading is defectively stated or formulated, the court, while striking out the pleading, will not dismiss the action or enter judgment, but will give the party leave to amend and if necessary to serve a fresh pleading to correct or cure the defects appearing in the original pleading. On the other hand, if the court is satisfied that the pleading discloses no reasonable cause of action or defence, as the case may be, and that not amendment, however ingenious, will correct or cure the defect, the pleading will be struct out and the action dismissed or judgment entered accordingly." (οι υπογραμμίσεις είναι δικές μου) Στην υπό εξέταση περίπτωση θεωρώ ότι δεν θα έπρεπε να προχωρήσω σε απόρριψη της αγωγής. Αναμφίβολα όπως είναι διατυπωμένη η Εκθεση Απαίτησης λόγω ουσιωδών δικογραφικών παραλείψεων και παρατυπιών πάσχει σε τέτοιο βαθμό που να μην μπορεί να προχωρήσει σε ακρόαση. Ωστόσο, έχω την άποψη πως αν τα γεγονότα τεθούν με τον ορθό τρόπο και σύμφωνα με τους βασικούς κανόνες δικογράφησης, όπως αναφέρθηκε ανωτέρω, θα μπορούσε η υπόθεση των Εναγόντων να προωθηθεί σε ακρόαση. Κατά συνέπεια θεωρώ δίκαιο όπως, πέραν της έκδοσης διατάγματος διαγραφής της Εκθεσης Απαίτησης, το οποίο δικαιολογείται στην προκειμένη περίπτωση, να δώσω, ταυτόχρονα, την ευκαιρία στους Ενάγοντες να τροποποιήσουν την Εκθεση Απαίτησης τους, αν τούτο είναι δυνατό, με τρόπο ώστε να συνάδει με τους κανόνες ορθής δικογράφησης καθ΄ όσον αφορά τις παραλείψεις που εντοπίσθηκαν ανωτέρω. Ως αποτέλεσμα εκδίδεται διάταγμα με το οποίο διατάσσεται η διαγραφή της Εκθεσης Απαίτησης. Οι ενάγοντες έχουν το δικαίωμα να καταχωρήσουν νέα τροποποιημένη Εκθεση Απαίτησης μέσα σε 21 ημέρες από τη σύνταξη του παρόντος διατάγματος και ο εναγόμενος να καταχωρήσει νέα Υπεράσπιση, αν χρειαστεί, σε 21 ημέρες από της λήψης της νέας Εκθεσης Απαίτησης. Οποιαδήποτε Απάντηση από πλευράς Εναγόντων να καταχωρηθεί σε 15 μέρες από της λήψης της νέας Υπεράσπισης. Οι Kαθ΄ ων η Αίτηση καταδικάζονται στα έξοδα της παρούσας αίτησης καθώς και σε, οποιαδήποτε νέα έξοδα δημιουργηθούν λόγω της τροποποίησης, σε περίπτωση που προβούν σε τροποποίηση, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. Λ.Δημητριάδου-Ανδρέου, Α.Ε.Δ., /ΑΚΣ. [1] Δέστε, επίσης, Best v. Charter Medical of England Limited and another
(2001)EWCA Civ.1588. [2] Όπως λέχθηκε στην Ηarris v. Warre
(1879)4 CPD 125: "In a libel the words used are the `material facts` and the words used here may not have amounted to any such charge". [3] Όπως λέχθηκε στην Ηarris v. Warre
(1879)4 CPD 125: "It would be very inconvenient if a plaintiff might allege that, according to his construction, a certain letter was a libel, without giving the court an opportunity of judging whether it was so or not." [4] Δέστε, επίσης, Βullen and Leake "Precedents of Pleadings", 16η έκδοση, τόμος 1, σελ.584, παρα.30-06. [5] Δέστε, επίσης, Βullen and Leake "Precedents of Pleadings", 16η έκδοση, τόμος 1, σελ.551, παρα. 29-14, 29-15, 29-16 kai 29-17. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.