← Κύπρος

Hellenic Bank Public Company Ltd ν. Άννας Μάρκου Κουζαλή κ.α., που συνεδριάζει στη Λάρνακα, 22/10/2010

Hellenic Bank Public Company Ltd ν. Άννας Μάρκου Κουζαλή κ.α., που συνεδριάζει στη Λάρνακα, 22/10/2010 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDAMM:2010:A23 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ (που συνεδριάζει στη Λάρνακα) Ενώπιον: Ε. Γεωργίου -Αντωνίου, Ε. Δ. Αρ. Αγωγής: 504/2010 Μεταξύ: Hellenic Bank Public Company Ltd, Ενάγουσας -και-

  1. Άννας Μάρκου Κουζαλή,
  2. Αιμιλίας Μάρκου Κουζαλή,
  3. Μάρκου Κουζαλή, Εναγομένων ------------------- Αίτηση ημερομηνίας 09/06/2010 για παραμερισμό της απόφασης Ημερομηνία: 22/10/2010 Εμφανίσεις: Για Αιτητές-Εναγόμενους: κα Χατζηζαχαρία για κ. Γ. Πολυχρόνη (για να ακούσει απόφαση κος Κωνσταντίνου) Για Καθ' ης η Αίτηση-Ενάγουσα: κ. Αλ. Κουκούνης (για να ακούσει απόφαση κος Φανή) Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η Η Ενάγουσα-Καθ' ης η Αίτηση, με Ειδικά Οπισθογραφημένο Κλητήριο Ένταλμα, αξίωσε από τους Εναγόμενους-Αιτητές, το ποσό των €22.009,19, το οποίο πρόεκυπτε ως χρεωστικό υπόλοιπο του λογαριασμού δανείου με αρ.414-31-244186-01, καθώς και τους τόκους που προέκυπταν από τη γραπτή συμφωνία δανείου, που υπήρχε μεταξύ της και των Εναγομένων-Αιτητών. Στις 17/05/2010 καταχωρίστηκε από την Ενάγουσα-Καθ' ης η αίτηση, αίτηση για απόφαση εναντίον των Εναγομένων-Αιτητών, λόγω μη καταχώρησης σημειώματος εμφανίσεως. Εκδόθηκε, στις 26/05/2010, απόφαση εναντίων όλων των Εναγομένων-Αιτητών για το ποσό των €22.009,19 με τόκο 13% επί του ποσού €21.811,98 από 01/02/2010 μέχρι εξοφλήσεως. Στις 09/06/2010, οι Εναγόμενοι-Αιτητές καταχώρησαν την παρούσα αίτηση, με την οποία επιζητούν διάταγμα για ακύρωση ή και παραμερισμό της απόφασης ημερ.02/12/
  4. Η αίτηση βασίστηκε στους περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμούς, Δ.2 θ.2, Δ.6, Δ.5 θ.9, Δ.16 θ.9, Δ.
  5. Θ.1, 3, 9 και Δ.64 καθώς επίσης και στις συμφυείς και γενικές εξουσίες του Δικαστηρίου. Να σημειωθεί ότι απόφαση ημερομηνίας 02/12/09 δεν υπάρχει. Η αίτηση υποστηρίχθηκε από την Ένορκη Δήλωση του κ. Τζιοβάνη Κουζαλή, δικηγόρου. Ο ομνύοντας καταγράφει ότι η αγωγή επιδόθηκε στις 05/05/2010 στον πρωτοφειλέτη, Εναγόμενο 3, στον οποίο έγινε επίδοση και για τους Εναγόμενους 1 και
  6. Στις 09/05/2010, ο Εναγόμενος 3 υπεβλήθηκε σε εγχείρηση και επικοινώνησε με το δικηγορικό γραφείο Κουζαλή στις 21/05/2010, αναφορικά με την αγωγή. Από τις 21/05/2010, παρά τις προσπάθειες εκ μέρους του δικηγορικού γραφείου για εξασφάλιση των υπογραφών των Εναγομένων 2 και 3 στο έντυπο διορισμού δικηγόρου, αυτό δεν κατέστη δυνατό. Όμως, ήταν ο ισχυρισμός του, είχε γίνει επαφή στις 21/05/2010 με τον αντίδικο δικηγόρο, ο οποίος, λόγω ασυνεννοησίας, δεν είχε αναφέρει ότι είχε καταχωριστεί εναντίων των Εναγομένων αίτηση για έκδοση απόφασης. Την 01/06/2010 επιχειρήθηκε η καταχώρηση σημειώματος εμφανίσεως, πλην όμως, ενημερώθηκε ο δικηγόρος των Εναγομένων, ότι είχε εκδοθεί απόφαση. Ισχυρίζεται, ο ομνύοντας, ότι υπάρχει πολύ καλή υπεράσπιση, που αφορά την ουσία της υπόθεσης, η οποία βασίζεται στο ότι η κατ' ισχυρισμό συμφωνία είναι παράνομη και/ή αντίθετη στις προστατευτικές των καταναλωτών νομοθεσίες και/ή είναι προϊόν αθέμιτης συναλλαγής και άσκησης πίεσης από τους Ενάγοντες στους Εναγομένους. Είναι περαιτέρω η θέση του ότι η Ενάγουσα δεν συμβούλεψε τους Εναγόμενους όπως λάβουν νομική συμβουλή πριν την υπογραφή της συγκεκριμένης συμφωνίας. Επιπρόσθετα, υποστηρίζει ότι η Ενάγουσα παραβίασε την υποχρέωσή της για περιορισμό της κατ' ισχυρισμό ζημιάς της και ότι ο υπολογισμός των επιτοκίων ή/και των τόκων υπερημερίας ή/και των προσαυξήσεων είναι λανθασμένος ή/και γίνεται επί λανθασμένης βάσης. Καταλήγει ότι είναι δίκαιο, για σκοπούς πλήρης απονομής της δικαιοσύνης, όπως παραμερισθεί απόφαση και επιτραπεί στους Εναγόμενους να καταχωρήσουν την υπεράσπισή τους. Η Ενάγουσα-Καθ' ης η Αίτηση, καταχώρησε Ένσταση η οποία στηρίζεται στους περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμούς, Δ.48 θ.1-12, Δ.17 θ.1-14, Δ.26 θ.1-15, Δ.33 θ.5, Δ.64 θ.1

(1)
(2)
(3), θ.2 και Δ.59 θ.1-35 στη Νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου και στις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Ως λόγους Ένστασης προβάλει τους ακόλουθους:
  1. Η νομική βάση πάνω στην οποία στηρίζεται η αίτηση των Εναγομένων-Αιτητών ημερομηνίας 09/06/2010 είναι λανθασμένη και δεν είναι επαρκής, σχετική και ικανή για να στηρίξει την αίτηση παραμερισμού της απόφασης του Δικαστηρίου ημερομηνίας 26/05/2010 και ως εκ τούτου η αίτηση των Εναγομένων-Αιτητών θα πρέπει να απορριφθεί ως αόριστη και νόμο αβάσιμη.
  2. Η ένορκος δήλωση που υποστηρίζει την αίτηση των Εναγόμενων-Αιτητών ημερομηνίας 09/06/2010 είναι παράτυπη και ως εκ τούτου η αίτηση των Εναγόμενων-Αιτητών δεν υποστηρίζεται από οποιοδήποτε πραγματικό υπόβαθρο.
  3. Οι Εναγόμενοι-Αιτητές δεν δικαιολογούν επαρκώς ή/και καθόλου την καθυστέρηση ή/και την παράλειψη καταχώρησης σημειώματος εμφάνισης εκ μέρους των Εναγομένων.
  4. Οι Εναγόμενοι-Αιτητές δεν έχουν εκ πρώτης όψεως καλή ή/και συζητήσιμη υπεράσπιση στην αγωγή, δεν έχουν καθόλου υπεράσπιση στην αγωγή, ενώ τα όσα προβάλλουν στην ένορκο δήλωση που υποστηρίζει την αίτηση τους είναι γενικά, αόριστα, ατεκμηρίωτα, είναι προϊόν υστέρας σκέψης και δεν μπορούν να αποτελέσουν υπεράσπιση στην παρούσα αγωγή.
  5. Οι Εναγόμενοι-Αιτητές κωλύονται (the are stopped) στην καταχώρηση της παρούσας αίτησης 08/06/2010 καθότι με γραπτή επιστολή ημερομηνίας 01/07/2009 του Εναγόμενου 3-Μάρκου Κουζαλή είχαν αναγνωρίσει το χρέους τους προς τους Ενάγοντες-Καθ' ων η αίτηση και είχαν συμφωνήσει να το αποπληρώσουν με μηνιαίες δόσεις ποσού €2.250,00 από 30/09/2009 μέχρι εξοφλήσεως.
  6. Τυχόν ακύρωση της απόφασης ημερομηνίας 26/05/2010 δεν θα συμβάλει στην ορθή, δίκαιη, αποτελεσματική και ταχεία απονομή της δικαιοσύνης καθώς θα έπληττε το θεμελιώδες συνταγματικό δικαίωμα των Εναγόντων-Καθ' ων η αίτηση που καθιερώνεται στο άρθρο 30.2 του Κυπριακού Συντάγματος για τη διάγνωση των αστικών τους δικαιωμάτων εντός εύλογου χρόνου και θα τους στερούσε την απόλαυση των καρπών της επιτυχίας τους.
  7. Η αίτηση των Εναγομένων-Αιτητών δεν πληροί τις προϋποθέσεις για άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου για παραμερισμό της απόφασης ημερομηνίας 26/05/2010 και θα πρέπει να απορριφθεί. Η Ένσταση συνοδεύεται από την Ένορκη Δήλωση της Αίγλης Συγκελίδου, η οποία είναι Υποτμηματάρχης της Υπηρεσίας Ανάκτησης Χρεών της Ενάγουσας-Καθ' ης η αίτηση. Η ίδια γνωρίζει τα γεγονότα από προσωπική γνώση και από πληροφορίες που έχει λάβει από τους δικηγόρους της Ενάγουσας. Ισχυρίζεται ότι η νομική βάση στην οποία στηρίζεται η αίτηση των Εναγομένων-Αιτητών είναι λανθασμένη, δεν είναι επαρκής και είναι ανίκανη για να στηρίξει την αίτηση παραμερισμού, λόγω του ότι η απόφαση είχε εκδοθεί λόγω μη καταχώρησης σημειώματος εμφάνισης. Η Δ.16 θ.9, την οποία επικαλούνται οι Εναγόμενοι-Αιτητές, αφορά τον παραμερισμό της επίδοσης του κλητηρίου εντάλματος και όχι τον παραμερισμό της απόφασης. Επιπρόσθετα, ισχυρίζεται ότι η αίτηση είναι παράτυπη, λόγω του ότι η Ένορκη Δήλωση που υποστηρίζει την αίτηση, είχε γίνει από τον κ. Κουζαλή, ο οποίος δεν καταγράφει κατά πόσο έχει εξουσιοδοτηθεί από οποιονδήποτε, για να προβεί στην Ένορκη Δήλωση. Προβάλει τη θέση ότι δεν δικαιολογείται επαρκώς η καθυστέρηση στην παράληψη καταχώρησης σημειώματος εμφανίσεως, εκ μέρους των Εναγομένων-Αιτητώνγιατί δεν προβάλλεται οποιοσδήποτε ισχυρισμός που να αφορά το λόγο που οι Εναγόμενοι 1 και 2 δεν προχώρησαν στην καταχώρηση σημειώματος εμφάνισης, εντός της ταχθείσας από τους Θεσμούς προθεσμίας. Αντίθετα, καταγράφεται η αδιαφορία των Εναγομένων 1 και 2, οι οποίοι παρά τις επανειλημμένες προσπάθειες των δικηγόρων τους, δεν υπέγραψαν τα έντυπα διορισμού δικηγόρου. Η ομνύουσα κάνει εκτεταμένη αναφορά στα γεγονότα που αφορούν την αγωγή και καταλήγει ότι οι Εναγόμενοι-Αιτητές κωλύονται στην καταχώρηση της υπό κρίση αίτησης, καθότι την 01/07/2009, με επιστολή του Εναγόμενου 3, είχαν αναγνωρίσει το χρέος τους προς την Ενάγουσα και είχαν συμφωνήσει και την αποπληρωμή του με μηνιαίες δόσεις Ε2.
  8. Καταλήγει ότι η οποιαδήποτε ακύρωση της απόφασης ημερ.26/05/2010, δεν θα συμβάλει στην ορθή, δίκαιη, αποτελεσματική ή ταχεία απονομή της δικαιοσύνης, αλλά αντίθετα θα παραβίαζε τα δικαιώματα της Ενάγουσας. Οι δυο πλευρές υποστήριξαν τις εκατέρωθεν θέσεις με αγορεύσεις. Παρουσιάστηκε για πρώτη φορά στην γραπτή αγόρευση των Αιτητών - Εναγομένων, ως λόγος ακύρωσης της απόφασης, η κακή επίδοση του κλητήριου εντάλματος. Σε αυτό το σημείο θα πρέπει να αναφερθεί ότι οι λόγοι ακύρωσης καταγράφονται στο σώμα της αίτησης, η οποία θεωρείται δικόγραφο, και όχι στην αγόρευση προς υποστήριξη της αίτησης, η οποία σε καμιά περίπτωση δεν μπορεί να θεωρηθεί δικόγραφο. Επιπρόσθετα, δεν επιτρέπεται η άλλη πλευρά να βρίσκεται προ εκπλήξεως την μέρα της αγόρευσης γιατί η πλευρά των Αιτητών επέλεξε να προσθέσει ακόμη ένα λόγο που να υποστηρίζει την αίτησή της. Στην υπόθεση Σοφοκλέους ν. Ταβελλούδη κ.α.
(2002)1 Α.Α.Δ. 92 επισημαίνεται ο επιτακτικός χαρακτήρας της Δ.48 θ.4 των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών ως προς το ότι οι λόγοι ένστασης πρέπει να καταγράφονται και να εξειδικεύονται στο σώμα της ένστασης. Προφανώς, η αναγκαιότητα αυτή πηγάζει από το γεγονός ότι ο Αιτητής παρουσιάζει πρώτος την υπόθεσή του και αγορεύει πρώτος. Ως εκ τούτου, πρέπει να γνωρίζει εκ των προτέρων τι θα αντιμετωπίσει στην ακρόαση της αίτησης και να προετοιμαστεί ανάλογα. Το ίδιο όμως ισχύει κατ αναλογία και στην περίπτωση των λόγων ακύρωσης μιας απόφασης. Στην προκείμενη περίπτωση οι Εναγόμενοι- Αιτητές στο σώμα της αίτησής τους δεν διατυπώνουν οποιοδήποτε λόγο ακύρωσης της απόφασης που να αφορά την κακή επίδοση. Υπό το φως των πιο πάνω, το Δικαστήριο δεν μπορεί να ασχοληθεί με το ζήτημα της κακής επίδοσης που οι Εναγόμενοι- Αιτητές διατείνονται τώρα στο στάδιο των αγορεύσεων. Δεν μπορεί να εξεταστεί το συγκεκριμένο θέμα και για ακόμα δυο λόγους. Πρώτον, γιατί γίνεται ισχυρισμός ότι η επίδοση έγινε στον Εναγόμενο 2 για όλους τους Εναγόμενους ενώ από το φάκελο του Δικαστηρίου αποκαλύπτεται ότι έγινε στον Εναγόμενο 3, για όλους τους Εναγομένους και αυτό υποστηρίζει και ο ομνύοντας στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση για ακύρωση. Και δεύτερον, γιατί δεν καταγράφεται από τον συνήγορο των Αιτητών - Εναγομένων ο λόγος που καθιστά την συγκεκριμένη επίδοση κακή. Τα όσα κατέγραψα πιο πάνω ισχύουν και για τις νέες βάσεις υπεράσπισης, οι οποίες αναφέρθησαν για πρώτη φορά κατά τις αγορεύσεις από τους Αιτητές - Εναγόμενους. Οφείλει, κατά την ταπεινή μου άποψη, αυτός που επιζητεί την ακύρωση της εκδοθείσας απόφασης να καταγράψει με σαφήνεια και ευκρίνεια την υπεράσπισή του στην ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την αίτηση του και όχι να την αναφέρει για πρώτη φορά στο στάδιο των αγορεύσεων. Θα πρέπει να αναφερθεί ότι επικαλείται ο ομνύοντας, στην Ένορκη Δήλωση που συνοδεύει την αίτηση, δυσκολία στην υπογραφή του εντύπου διορισμού δικηγόρου λόγω μη ανεύρεσης των Εναγομένων 2 και 3, ως δικαιολογία για την καθυστέρηση στην καταχώριση σημειώματος εμφανίσεως. Παράλληλα όμως στην γραπτή του αγόρευση επικαλείται πρώτου βαθμού συγγένεια, ο ομνύοντας δικηγόρος, με τους Εναγόμενους - Αιτητές, πράγμα οξύμωρο. Η πλευρά της Ενάγουσας - Καθ ης η Αίτηση στην γραπτή αγόρευσή της αναφέρεται στα γεγονότα που αφορούν την υπόθεση καθώς στην νομική πτυχή που καλύπτει τέτοιου είδους αιτήσεις και παραθέτει επιχειρηματολογία επί των λόγων ένστασης που κατέγραψε. Επιπρόσθετα ισχυρίζεται ότι η αίτηση των Αιτητών είναι παράτυπη γιατί βασίζεται σε λανθασμένη νομική βάση, ήτοι την Δ.16 Θ.9 ενώ οι αιτήσεις για παραμερισμό απόφασης προβλέπονται στην Δ.17 Θ.10. Είναι η εισήγησή τους ότι για αυτό τον λόγο θα πρέπει να απορριφθεί η αίτηση καθώς επίσης θα πρέπει να και για το γεγονός ότι ο δικηγόρος που προέβει στην ένορκη δήλωση προς υποστήριξη της αίτησης δεν ανέφερε κατά πόσο είχε εξουσιοδοτηθεί για να προβεί στην συγκεκριμένη ένορκη δήλωση. Υποστηρίζει επίσης τους λόγους ενστάσεως που κατέγραψε με περαιτέρω νομολογία. Σύμφωνα με το σκεπτικό της απόφασης Dora Holdings Ltd κ.α. ν Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος Πολ. Εφ. 225/06 ημερ. 10.5.10 στην οποία με παρέπεμψε ο συνήγορος της Καθ ης η Αίτηση: « Η αίτηση εφόσον αφορά πολιτική διαδικασία έπρεπε να τύχει της ανάλογης νομικής θεμελίωσης. Αντί τούτου, η νομική βάση παραπέμπει στην Ποινική Δικονομία και στους Θεσμούς Ποινικής Δικονομίας που δεν έχουν καμιά σχέση με ό,τι απαιτείται για τη σωστή νομική θεμελίωση της αίτησης. Η σχετική δικονομική διάταξη η οποία διέπει το θέμα είναι η Διαταγή 35 καν. 8 των περί Πολιτικής Δικονομίας Κανονισμών. Οι αιτητές παρότι είχαν την ευκαιρία να ενεργήσουν δεόντως ώστε με το κατάλληλο δικονομικό μέτρο να επιδιώξουν την διόρθωση της παρατυπίας και την επανατοποθέτηση της αίτησής τους στην ορθή νομική βάση δεν το έπραξαν, παράλειψη η οποία αναπόφευκτα οδηγεί στην απόρριψη της αίτησης εφόσον οι δικονομικές διατάξεις των οποίων γίνεται επίκληση δεν τυγχάνουν εφαρμογής. Στην Πετρίχου ν. Χατζηϊωσήφ
(1998)1(Α) ΑΑΔ 81, ειπώθηκαν τα εξής: «Η νέα Δ.64 δεν αποτελεί πανάκεια στη μη συμμόρφωση με τους κανονισμούς. Δεν έχει σκοπό δηλαδή να τους καταργήσει. Οι κανονισμοί πρέπει να τηρούνται. Η Δ.64 δημιουργεί ένα ένδικο μέσο, το οποίο μπορεί να χρησιμοποιήσει ο αιτών για να θεραπεύσει παρατυπίες στη διαδικασία εφόσον είναι θεραπεύσιμες.» Τίποτα δεν έπραξαν οι Αιτητές - Ενάγοντες αναφορικά με το γεγονός αυτό, δηλαδή της παρατυπίας της αίτησης, ενώ το γνώριζαν από τις 10/9/10. Όμως, με την Δ.64 παρέχεται η ευκαιρία σε διάδικο που επέδειξε πλημμέλεια στην εφαρμογή των θεσμών να διορθώσει το συγκεκριμένο διάβημα ώστε να μην θεωρείται άκυρο το δικόγραφο του. Με την Δ.64 των Περí Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών καταργήθηκε η διάκριση μεταξύ άκυρου και αντικανονικού δικονομικού μέτρου και κάθε μορφή παρέκκλισης από τους θεσμούς εξισώνεται με αντικανονικότητα ή παρατυπία που μπορεί να θεραπευτεί. Άκυρο ή ανυπόστατο δικονομικό μέτρο δεν εκπίπτει ούτε και διαγράφεται αυτοδικαίως εκτός αν οι θεσμοί ειδικά διαλαμβάνουν τέτοια πρόβλεψη. Βλ. Σκάρου ν. Χριστοδούλου
(1996)1 (Β) 1333 και Χαράλαμπος Μιχαήλ ν. Νίκου Α. Ττουνιά,
(2004)1 ΑΑΔ 113, Κωνσταντίνου κ.ά. ν. Νικολάου,
(2005)1 ΑΑΔ 634. Στην υπόθεση Karl Heinz Wunderlich κ.ά. ν. Παναγιώτου,
(1991)1 ΑΑΔ (Α) στη σελ. 376, αναφέρθηκαν τα ακόλουθα: «Πράγματι σκοπός της νέας Δ.64 ήταν η κατάργηση της διάκρισης μεταξύ μη συμμόρφωσης με διαδικαστικούς θεσμούς, η οποία καθιστά τη διαδικασία άκυρη και μη συμμόρφωση η οποία απλώς καθιστά την διαδικασία παράτυπη (βλ. Supreme Court Practice 1999, σελ. 10). Οποιαδήποτε μη συμμόρφωση με τους Κανονισμούς θεωρείται ως παρατυπία η οποία μπορεί να θεραπευθεί με τον τρόπο και τη διαδικασία που προβλέπεται από την Δ.64. έτσι μετά τη θέσπιση της νέας Δ.64 παρέχεται διακριτική ευχέρεια διάσωσης στην κατάλληλη περίπτωση δικονομικών μέτρων, τα οποία πριν την τροποποίηση εθεωρούντο άκυρα (βλ. Γιάννη ν. Αναπληρωτή Εφόρου Μηχανοκινήτων Οχημάτων κ.ά.
(1995)3 ΑΑΔ 334, Δημοκρατία ν. Lion Ins. Agency Ltd
(1995)3 ΑΑΔ 338, 340 και Panayiotis Georghiou (Catering Ltd) κ.ά. ν. Δημοκρατίας
(1996)3 ΑΑΔ 323). Ωστόσο πρέπει να υπομιμνηστεί πως η εξουσία που δίδεται στο δικαστήριο από τη νέα Δ.64 είναι εξουσία για θεραπεία των παρατυπιών που αποτελούνται από παράλειψη συμμόρφωσης με τους θεσμούς. Το δικαστήριο δεν έχει εξουσία να θεραπεύσει θεμελιώδεις παραλείψεις (βλ. The Supreme Court Practice 1999, σελ. 10 όπου υποδεικνύεται επίσης πως η πρόνοια για την ύπαρξη του ενάγοντα κατά την ημερομηνία έναρξης της διαδικασίας αποτελεί βασική νομική αρχή παρά απαίτηση των θεσμών).» Ένας άλλος παράγοντας που λαμβάνεται υπόψη είναι ο δυσμενής επηρεασμός της άλλης πλευράς λόγω της συγκεκριμένης παρατυπίας. Τέτοιος ισχυρισμός δεν έχει τεθεί στην ένσταση της Εναγομένης - Καθ΄ ης η Αίτηση. Εν πάση όμως περιπτώσει αδυνατώ να αντιληφθώ πώς θα επηρεαστεί δυσμενώς καθοιονδήποτε τρόπο η Καθ΄ ης η Αίτηση, έχοντας υπόψη όλα τα πιο πάνω και ειδικότερα τη φύση και την έκταση της παρατυπίας. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤYΧΗ Οι αρχές που διέπουν τον παραμερισμό μιας απόφασης έχουν καθορισθεί στην Αγγλική απόφαση Evans v. Barttam
(1937)2 All ER 646 και έχουν υιοθετηθεί σε σωρεία αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου, όπως την Kotsapos v. Titan Construction and Engineering Company
(1961)CLR 317, Christoforou v. Kyriakoulli
(1963)2 CLR 159, Phylactou v. Michael
(1982)1 CLR 204, Mine and Quarry Services Ltd v. Α. Γεωργίου (Μαύρου)
(1993)1 ΑΑΔ 26, Βίκα Πίκα Ντίσκο Λτδ v. Χάπυ Στρητς Ντίσκο Λτδ
(1997)1 ΑΑΔ 28, Milouca Motor Trading Ltd v. Κούρης
(1997)1 ΑΑΔ 941, Salamis Shipping Services Ltd v. BATA (Cyprus) Ltd
(2004)1 (Γ) ΑΑΔ 1767 κ.α.. Το τι συνυπολογίζεται από το Δικαστήριο, κατά την άσκηση της διακριτικής του εξουσίας, διατυπώνεται στην υπόθεση Bush κ.α. v. Γιανννή
(2001)1 ΑΑΔ 1342, ως εξής:- (σελ.1345-1346) «Κατά την άσκηση της διακριτικής εξουσίας για επαναφορά, την οποία παρέχει στο Δικαστήριο η Δ.17 θ.10, εξουσίας η οποία, όπως υποδείχθηκε στην Evans v. Bartlam
(1937)2 All E.R. 646, δεν εντάσσεται σε οποιαδήποτε στεγανά, το Δικαστήριο κατευθύνει την προσοχή του σε δύο κυρίως παράγοντες. Ο ένας αφορά το κατά πόσο έχει εξηγηθεί η καθυστέρηση στην καταχώριση εμφάνισης και στην υποβολή της αίτησης για παραμερισμό, με τρόπο ώστε να φαίνεται ότι η επαναφορά δεν αντιστρατεύεται την ορθή απονομή της δικαιοσύνης. Σε αυτό λαμβάνεται υπόψη τόσο η στάση του Αιτητή όσο και η αναγκαιότητα οριστική λήξης της αντιδικίας αφού interest republicae ut sit finis litium. Ο άλλος παράγοντας αναφέρεται στο κατά πόσο καταδείχθηκε εκ πρώτης όψεως ή συζητήσιμη υπεράσπιση στην απαίτηση.» Στην υπόθεση Σκάρος v. 1. Π. Χριστοδούλου κ.α.
(1998)1 ΑΑΔ 291 λέχθηκε ότι: «Η γενική αρχή του δικαίου όπως προκύπτει από τι πιο πάνω αποφάσεις είναι ότι για να επιτύχει τον παραμερισμό μιας απόφασης ο Αιτητής θα πρέπει να πείσει ότι έχει μια εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση στην απαίτηση που προβάλλεται εναντίον του. Μέσα σε αυτά τα πλαίσια το Δικαστήριο θα πρέπει να λάβει σοβαρά υπόψη από τη μια την ανάγκη διασφάλισης του δικαιώματος ενός διαδίκου να ακουστεί και από την άλλη την ταχεία διεκπεραίωση των δικαστικών διαδικασιών. Όμως η χωρίς ουσιαστικό λόγο παράλειψη του Αιτητή να εμφανισθεί και η αδικαιολόγητη καθυστέρησή του να πάρει έγκαιρα μέτρα για την ακύρωση της πρωτόδικης απόφασης μπορεί να αποτελέσει λόγους για την απόρριψη της αίτησης (Mine and Quarry Services Ltd v. Γεωργίου (Μαύρου) και Milouca Motor Trading Ltd v. Κούρτης (ανωτέρω))». Σύμφωνα με την παραταθείσα νομολογία, το Δικαστήριο έχει ευρεία διακριτική ευχέρεια στο να αποφασίζει τον παραμερισμό ή όχι εκδοθείσας απόφασης και βασικό κριτήριο είναι ότι ο Αιτητής φέρει το βάρος ν' αποδείξει ότι έχει εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση επί της ουσίας της αγωγής. Επίσης, θα πρέπει να αποδείξει ότι υπάρχει πράγματι σοβαρός και εύλογος λόγος που δεν παρουσιάστηκε στο Δικαστήριο και άφησε να εκδοθεί απόφαση εναντίον του και ότι δεν υπήρξε αδικαιολόγητη καθυστέρηση στη λήψη μέτρων ακύρωσης. Όσον αφορά το αν προκύπτει εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση, το Δικαστήριο δεν υπεισέρχεται στην ουσία της υπεράσπισης. Το Δικαστήριο δεν προχωρεί σε αξιολόγηση οποιασδήποτε μαρτυρίας στο στάδιο αυτό (βλ. Κώστας Φραντζής v. Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας (Χρηματοδοτήσεις) Λτδ
(1996)1 ΑΑΔ 1094). Όμως, ο Αιτητής στο στάδιο αυτό θα πρέπει να παρουσιάσει ικανοποιητικές λεπτομέρειες για να πείσει το Δικαστήριο ότι έχει εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση. Όπως λέχθηκε στην υπόθεση Καλλής Ξενοφών v. Alpha Bank Ltd
(2002)1 ΑΑΔ 793, στη σελίδα 799: «Αντλώντας κατεύθυνση από τη νομολογία, η αποκάλυψη συζητήσιμης υπόθεσης προϋποθέτει αλλά και εξυπακούσει κάτι περισσότερο από την απλή παράθεση από τον Αιτητή μιας εκδοχής, διαφορετικής από αυτή του Ενάγοντα. Θα πρέπει να προσκομιστούν στο Δικαστήριο κάποια αποδεικτικά στοιχεία τα οποία εξυπακούεται πως θα πρέπει να εμπεριέχουν κάποιο βαθμό πειστικότητας που θα καθορίζεται και θα καταδεικνύεται μέσα από τους ίδιους τους προβαλλόμενους ισχυρισμούς, ώστε η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου να μην ασκείται επί ματαίω και μόνο αν θα εξυπηρετείται χρήσιμος σκοπός επιλύσεως της διαφοράς των διαδίκων . αποδοχή ισχυρισμών χωρίς ίχνος υποστηρικτικού υλικού που να προσδίδει σ' αυτούς κάποια βαρύτητα θα ισοδυναμούσε με κλονισμό της βεβαιότητας που πρέπει να υπάρχει, τόσο για την τελεσιδικία των δικαστικών αποφάσεων, όσο και για τα δικαιώματα των πολιτών.» Αρχικά θα εξετάσω κατά πόσο αποκαλύπτεται συζητήσιμη υπεράσπιση στην αγωγή, λαμβάνοντας υπόψη ότι δεν απαιτείται απόδειξη των γεγονότων που στοιχειοθετούν την υπεράσπιση (βλ.Μαρία Λευκίδου v. Άριστος Κανναουρίδης
(1999)1 (Α) ΑΑΔ 528. Το βάρος απόδειξης της ύπαρξης καλής υπεράσπισης το φέρει ο Αιτητής. Ο ισχυρισμός των Εναγομένων-Αιτητών, περί αδικαιολόγητων χρεώσεων, περί παράνομης και/ή αντίθετης στις προστατευτικές των καταναλωτών νομοθεσίες συμφωνίας καθώς και οι λοιποί ισχυρισμοί ότι είναι προϊόν αθέμιτης συναλλαγής και άσκησης πίεσης από τους Ενάγοντες στους Εναγομένους, η συγκεκριμένη συμφωνία καθώς και ότι η Ενάγουσα δεν συμβούλεψε τους Εναγόμενους όπως λάβουν νομική συμβουλή πριν την υπογραφή της συγκεκριμένης συμφωνίας, από ανάγνωση της Ένορκης Δήλωσης που συνοδεύει την αίτηση είναι γενικοί και αόριστοι και δεν συνοδεύονται από οποιαδήποτε στοιχεία, τα οποία θα μπορούσαν να δείξουν συζητήσιμη υπεράσπιση, τα οποία να ενέχουν το στοιχείο πειστικότητας. Η αοριστία των ισχυρισμών των Αιτητών αφήνει κενά που δεν επιτρέπουν τη θεμελίωση καλής υπεράσπιση (βλ. Γεώργιος Φρίξου Γιωργαλλίδης v. Ταπελλογραφείο Κώστας Παυλής και Σία Λτδ
(2000)1 ΑΑΔ 1101). Θα πρέπει να σημειωθεί δε ότι η Καθ' ης η αίτηση αμφισβητεί την άρνηση του χρέους και προβάλει τον ισχυρισμό ότι ο ίδιος ο Αιτητής-Εναγόμενος 3, είχε αναγνωρίσει την οφειλή του και είχε υποβάλει συμβιβαστική πρόταση προς την Τράπεζα, παράγραφος 6(ε) την Ένορκης Δήλωσης. Οι Αιτητές παρέλειψαν να αντικρούσουν μ' οποιοδήποτε τρόπο το συγκεκριμένο ισχυρισμό (βλ. Irena Knitting Ltd κ.α. v. Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας (Χρηματοδοτήσεις) Λτδ
(2006)1 (Β) ΑΑΔ 816). Όπως έχει λεχθεί στην απόφαση Μιχάλης Πατούρης ν Hellenic Bank Ltd
(2001)1Γ ΑΑΔ 2118 στην σελίδα 2124: «Ενέχει δυνητικά το στοιχείο της πειστικότητας υπεράσπιση η οποία είναι λογικοφανής βασισμένη σε γεγονότα που την καθιστούν συζητήσιμη. Εφόσον η προβαλλόμενη υπεράσπιση έχει αυτά τα χαρακτηριστικά καθίσταται συζητήσιμη. Όπου ελλείπει η αναγκαία θεμελίωση η αίτηση απορρίπτεται.» Τα πιο πάνω ισχύουν και στην παρούσα περίπτωση αφού ελλείπει παντελώς η αναγκαία θεμελίωση των κατ ισχυρισμό υπερασπίσεως των Εναγομένων- Αιτητών. Συνεπακόλουθα δεν στοιχειοθετείται εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση. Θα εξετάσω επίσης το θέμα της μη καταχώρισης σημειώματος εμφανίσεως εκ μέρους των Εναγομένων 1-
  1. Στην απόφαση Mine & Quarry Services Ltd v. Γεωργίου (ανωτέρω), αποφασίστηκε, μεταξύ άλλων, στη σελίδα 29, ότι το γεγονός ότι ένας Αιτητής δίνει απλώς κάποια εξήγηση δεν συνιστά δικαιολόγηση. Διαπιστώνω ότι ο λόγος τον οποίο προβάλλουν οι Εναγόμενοι 1-3 για τη μη καταχώριση σημειώματος εμφανίσεως είναι απλά μια πρόφαση. Ο Εναγόμενος 3 ισχυρίζεται ότι έπρεπε να εισαχθεί σε κλινική στις 9.5.10, ενώ επίδοση, του είχε γίνει από τις 5.5.
  2. Ενώ βγήκε από την κλινική στις 13.5.09 δεν απαντούσε τα τηλεφωνήματα του δικηγορικού γραφείου μέχρι τον Ιούνιο
  3. Να σημειωθεί ότι στην γραπτή αγόρευση αναφέρεται ότι ήταν ο Εναγόμενος 2 που ήταν άρρωστος. Οι Εναγόμενοι 2 και 3 δε επέδειξαν απλά αδιαφορία, αφού ούτε ο δικηγόρος τους δεν μπορούσε να τους εντοπίσει, για να υπογράψουν το έντυπο διορισμού δικηγόρου. Προκύπτει, από την ένορκη δήλωση του κ. Κουζαλή, ότι ο Εναγόμενος 3 είχε αντιληφθεί τη φύση του εγγράφου που παρέλαβε, γι' αυτό και επικοινώνησε με τους δικηγόρους του, στις 21.5.
  4. Η παράλειψη εμφάνισης των Εναγομένων-Αιτητών ήταν κατά συνέπεια αδικαιολόγητη. Για όλους τους πιο πάνω λόγους, η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου τούτου ασκείται υπέρ της διατήρησης της απόφασης και κατά συνέπεια η αίτηση απορρίπτεται με έξοδα υπέρ της Ενάγουσας και σε βάρος των Εναγομένων, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. .......... Ε. Γεωργίου Αντωνίου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.