← Κύπρος

Αρτεμούς Ανδρέα Ψαρά ν. Ευγενία Αντώνη Ιεροδιακόνου κ.α., Αρ. Αγ. 514/2009, 30 Νοεμβρίου 2010

Αρτεμούς Ανδρέα Ψαρά ν. Ευγενία Αντώνη Ιεροδιακόνου κ.α., Αρ. Αγ. 514/2009, 30 Νοεμβρίου 2010 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDAMM:2010:A30 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ ΣΤΗ ΛΑΡΝΑΚΑ Ενώπιον: Γ. Ν. Γιασεμή, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγ. 514/2009 Μεταξύ: Αρτεμούς Ανδρέα Ψαρά, συζύγου Γεώργιου Διοικητή Ενάγουσας -και-

  1. Ευγενία Αντώνη Ιεροδιακόνου
  2. Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας
  3. Διευθυντή Κτηματολογίου και Χωρομετρίας Εναγομένων ΚΑΙ ΩΣ ΤΡΟΠΟΠΟΙΗΘΗΚΕ ΔΥΝΑΜΕΙ ΔΙΑΤΑΓΜΑΤΟΣ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ ΗΜΕΡ. 20.1.10 Μεταξύ: Αρτεμούς Ανδρέα Ψαρά, συζύγου Γεώργιου Διοικητή Ενάγουσας -και-
  4. Ευγενία Αντώνη Ιεροδιακόνου
  5. Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας
  6. Διευθυντή Κτηματολογίου και Χωρομετρίας
  7. Έλλης Κουμπαρή Εναγομένων Ημερομηνία: 30 Νοεμβρίου
  8. Εμφανίσεις: Για ενάγουσα-αιτήτρια: Ο κ. Κ. Ευσταθίου με κ. Κ. Καμένο. Για εναγόμενες 1,4 - καθ΄ ων η αίτηση: Ο κ. Γ. Ζαμπάς. ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Με την παρούσα αγωγή η ενάγουσα βασικά αξιώνει την έκδοση δηλωτικής απόφασης με την οποία να αναγνωρίζεται ως η ιδιοκτήτρια εικοσιτεσσάρων

(24)οικοπέδων και ¾ μεριδίων επί ενός επικοίνου από τα τριάντα τρία
(33)οικόπεδα τα οποία, κατ' ισχυρισμό, είχαν προκύψει από το διαχωρισμό, κατόπιν σχετικής αιτήσεως η οποία υποβλήθηκε κατά το 1972, δύο συγκεκριμένων ακινήτων τα οποία βρίσκονται στο χωριό Άγιος Σέργιος της κατεχόμενης επαρχίας Αμμοχώστου. Πρόκειται για τα ακίνητα με αριθμούς εγγραφής 358 και 3088, τεμάχια 256/1 και 255/1, αντίστοιχα, φύλλο/σχέδιο XXIV/18. Ενώ με την υπό εξέταση αίτηση η ενάγουσα αιτείται, υπό το Α αυτής, την έκδοση παρεμπίπτοντος απαγορευτικού διατάγματος με το οποίο να εμποδίζεται η εναγόμενη 4 ή οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο εκ μέρους και/ή για λογαριασμό της από του να επιβαρύνει, μεταβιβάσει, πωλήσει, υποθηκεύσει και/ή άλλως πως αποξενώσει δεκατέσσερα
(14)οικόπεδα, για το καθένα από τα οποία δίδεται λεπτομερής κτηματολογική περιγραφή, μέχρι την τελική εκδίκαση και αποπεράτωση της αγωγής ή μέχρι νεοτέρας διαταγής του Δικαστηρίου. Το αίτημα υπό το γράμμα Β εγκαταλείφθηκε κατά το στάδιο των αγορεύσεων. Στην πιο πάνω αίτηση υποβλήθηκε ένσταση εκ μέρους των εναγομένων 1 και 4, οι οποίες τυγχάνουν μητέρα η πρώτη και θυγατέρα της η δεύτερη. Η αίτηση βασίζεται, μεταξύ άλλων, στα άρθρα 4 και 5 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 6 και στο άρθρο 32
(1)του περί Δικαστηρίων Νόμου 14/1960 καθώς επίσης στο περιεχόμενο ενόρκου δηλώσεως την οποία ορκίστηκε η ίδια η ενάγουσα. Από την εν λόγω ένορκη δήλωση προκύπτουν οι ισχυρισμοί οι οποίοι παρατίθενται προηγουμένως. Περαιτέρω, αναφέρεται σ΄ αυτή, και επιβεβαιώνεται από αντίγραφα τίτλων ιδιοκτησίας τα οποία επισυνάπτονται ως τεκμήρια Α και Β, ότι από τις 3.8.1972 η ενάγουσα κατέστη η εγγεγραμμένη ιδιοκτήτρια κατά ¾ μερίδια των προαναφερθέντων δύο ακινήτων. Ενώ το άλλο ¼ μερίδιο φέρεται να ήταν εγγεγραμμένο επ΄ ονόματι της εναγομένης 1. Βασιζόμενη, προφανώς, η ενάγουσα στο πιο πάνω ιδιοκτησιακό δικαίωμα της ισχυρίζεται ότι μετά τον διαχωρισμό των προαναφερθέντων δύο ακινήτων, όπως αναφέρεται προηγουμένως, αυτή θα έπρεπε να λάβει εικοσιτέσσερα
(24)οικόπεδα και η εναγομένη 1 οκτώ
(8). Ενώ για το εναπομείναν οικόπεδο θα έπρεπε να εκδοθούν τίτλοι ιδιοκτησίας ανάλογα με το μερίδιο της κάθε μιας στα εν λόγω ακίνητα. Εν τούτοις, κατά ή περί τον Οκτώβριο του 2007, όπως αναφέρει, περιήλθε σε γνώση της ότι οι τίτλοι ιδιοκτησίας οι οποίοι εκδόθηκαν επ΄ ονόματι της αφορούσαν δεκαεννέα
(19)οικόπεδα μόνο. Ενώ επ΄ ονόματι της εναγομένης 1 εκδόθηκαν τίτλοι για δεκατέσσερα
(14)οικόπεδα. Είναι δε η θέση της συναφώς, ότι ο επιμερισμός αυτός είναι λανθασμένος και αυθαίρετος αφού δεν έλαβε υπόψη το προαναφερόμενο μεριδιακό της συμφέρον. Όπως η ενάγουσα αναφέρει στη συνέχεια, το οποίο είναι εμφανές και στο φάκελο της υπόθεσης, αρχικά η αγωγή δεν στρεφόταν εναντίον της εναγομένης 4. Κατέστη αναγκαία η συνένωση της όταν στο πλαίσιο παρόμοιας ενδιάμεσης διαδικασίας όπως η παρούσα η οποία στρεφόταν εναντίον της εναγομένης 1, προέκυψε ότι η τελευταία είχε στο μεταξύ μεταβιβάσει τα προαναφερθέντα δεκατέσσερα
(14)οικόπεδα που ήσαν εγγεγραμμένα επ΄ ονόματι της στη θυγατέρα της, εναγόμενη
  1. Αφού λοιπόν διενεργήθηκε η προαναφερθείσα τροποποίηση, καταχωρίστηκε στη συνέχεια η παρούσα αίτηση με την οποία ζητείται η έκδοση του υπό εξέταση παρεμπίπτοντος απαγορευτικού διατάγματος. Προς το σκοπό διόρθωσης του πιο πάνω λάθους η ενάγουσα προέβηκε, όπως αναφέρει, σε διάφορες ενέργειες, μέσω του δικηγόρου της, προς την κατεύθυνση τόσο του Τμήματος Κτηματολογίου και Χωρομετρίας, όσο και της εναγομένης
  2. Όταν δεν υπήρξε οποιοδήποτε θετικό αποτέλεσμα ο δικηγόρος της απευθύνθηκε με επιστολή του ημερομηνίας 7.3.2008 στον καθ΄ ύλη αρμόδιο Υπουργό. Η απάντηση σ΄ αυτή ήρθε στις 9.7.2008 από το Γενικό Διευθυντή του Υπουργείου Εσωτερικών, τεκμήριο Δ. Πληροφορούσε το δικηγόρο ότι μεταπολεμικά οι συνιδιοκτήτριες των εν λόγω δύο ακινήτων είχαν προσκομίσει στο Επαρχιακό Κτηματολογικό Γραφείο Αμμοχώστου, δυνάμει του Νόμου 44/1984, τα έντυπα Ν298 και Ν3Α. Με βάση αυτά το Κτηματολόγιο προχώρησε στην έκδοση ξεχωριστών τίτλων ιδιοκτησίας. Δεν δίδονται περισσότερες πληροφορίες με την εν λόγω επιστολή σε σχέση με τους τίτλους ιδιοκτησίας οι οποίοι εκδόθηκαν και αν αυτοί αφορούσαν οικόπεδα που, όπως ισχυρίζεται η ενάγουσα, είχαν προκύψει από το διαχωρισμό των προαναφερθέντων δύο ακινήτων. Μετά και την πιο πάνω πληροφόρηση η ενάγουσα προέβη, όπως αναφέρει στην ένορκη δήλωση της, σε έρευνα στο οικείο κτηματολογικό γραφείο από όπου και παρέλαβε πιστό αντίγραφο του εντύπου Ν3Α επί του οποίου φέρεται να είχε βασιστεί η έκδοση μετά το 1974 των ξεχωριστών τίτλων. Πρόκειται για δισέλιδο έγγραφο άνευ ημερομηνίας στο οποίο υπάρχει περιγραφή δεκαεννέα
(19)οικοπέδων μόνο. Από αυτά δέκα
(10)αναγνωρίζονται ως ιδιοκτησία της εναγομένης 1, πέντε
(5)ως ιδιοκτησία της ενάγουσας, ενώ τέσσερα
(4)φαίνεται να είναι γραμμένα στο όνομα τρίτου κατονομαζόμενου προσώπου. Επίσης, στο έντυπο αυτό υπάρχει η ενυπόγραφη συγκατάθεση μόνο της εναγομένης 1, χωρίς και η υπογραφή της να είναι δεόντως πιστοποιημένη, όπως απαιτείται από το ίδιο το έγγραφο. Στη δική της ένορκη δήλωση η οποία συνοδεύει την ειδοποίηση ενστάσεως, η εναγομένη 4 προβάλλει μια εντελώς διαφορετική εκδοχή ως προς τον τρόπο που είχαν συμβεί τα πράγματα κατά το 1972. Ισχυρίζεται ότι η αίτηση διαιρέσεως οικοπέδων η οποία είχε υποβληθεί κατά το έτος εκείνο αφορούσε πέντε ακίνητα στα οποία περιλαμβάνονταν και αυτά που αναφέρει η ενάγουσα, και εκδόθηκε στις 10.3.1972 ενιαία άδεια με αριθμό 000006 για τον διαχωρισμό τους σε 77 οικόπεδα και χώρους πρασίνου. Όπως δε ισχυρίζεται περαιτέρω, συμφωνήθηκε, στη βάση συμφωνίας διανομής, ότι με την έκδοση ξεχωριστών τίτλων για τα οικόπεδα αυτά, δεκατέσσερα
(14)θα περιέρχοντο στην ιδιοκτησία της μητέρας της, εναγομένης 1, όπως και συνέβηκε. Η τελευταία δε, σε χρόνο ο οποίος δεν αναφέρεται, μεταβίβασε και ενέγραψε τα εν λόγω δεκατέσσερα
(14)οικόπεδα στο όνομα της. Συνεχίζοντας η εναγόμενη 4 τη μαρτυρία της, ισχυρίζεται ότι μετά το 1974 η ενάγουσα με δήλωση της στο Επαρχιακό Κτηματολογικό Γραφείο Αμμοχώστου επιβεβαίωσε το διαχωρισμό των οικοπέδων και επίσης απεδέχθη ότι η εναγόμενη 1 ήταν η νόμιμη δικαιούχος των δεκατεσσάρων
(14)οικοπέδων τα οποία και χαρακτηρίζει ως επίδικα. Προφανώς, αναφέρεται στα οικόπεδα τα οποία στη γενική οπισθογράφηση επί του κλητηρίου εντάλματος και στην υπό εξέταση αίτηση εμφανίζονται με τους αριθμούς 39, 40, 27, 28, 29, 30, 37, 38, 18, 19, 20, 21, 44 και 45 όπως και με κάποια άλλα κοινά κτηματολογικά στοιχεία, πλην του αριθμού τεμαχίου ο οποίος είναι διαφορετικός για το κάθε οικόπεδο. Όμως πουθενά στο εν λόγω δικόγραφο, ή και στα άλλα έγγραφα που είναι ενώπιον του δικαστηρίου, αναφέρεται αριθμός εγγραφής για οποιοδήποτε από τα οικόπεδα αυτά. Καταλήγει δε η εναγόμενη 4, μετά και από τις πιο πάνω αναφορές της, ισχυριζόμενη ότι από τα εν λόγω δεκατέσσερα
(14)οικόπεδα μόνο δύο παραμένουν εγγεγραμμένα επ΄ ονόματι της. Τα προσδιορίζει με τα στοιχεία 0/567 και 0/568. Αποδεχόμενη η πλευρά της ενάγουσας τον τελευταίο πιο πάνω ισχυρισμό της εναγομένης 4 ως αληθινό, περιόρισε το αίτημα της για παρεμπίπτον απαγορευτικό διάταγμα ώστε αν αυτό εκδοθεί να ισχύει σε σχέση με δύο μόνο συγκεκριμένα οικόπεδα, τα υπ΄ αριθμό 3 και 4 στο αιτητικό Α της αίτησης. Το βήμα αυτό λήφθηκε από το συνήγορο της ενάγουσας στο πλαίσιο της αγόρευσης του. Αγορεύοντας δε περαιτέρω υποστήριξε πως εν όψει της μαρτυρίας η οποία έχει τεθεί από την τελευταία ενώπιον του δικαστηρίου είναι δυνατό να διαπιστωθεί ότι ικανοποιούνται τόσο οι απαιτήσεις του άρθρου 32
(1)του Νόμου 14/1960, όσο και αυτές των άρθρων 4 και 5 του Νόμου, Κεφ.
  1. Αντίθετη ήταν η άποψη του συνηγόρου των εναγομένων 1 και
  2. Με τη γενική οπισθογράφηση καθώς επίσης μέσα από την ένορκη δήλωση η οποία υποστηρίζει την υπό εξέταση αίτηση η ενάγουσα διεκδικεί την κυριότητα σε αριθμό οικοπέδων μέρος των οποίων, όπως ισχυρίζεται, είχαν εκ λάθους εγγραφεί στο όνομα της εναγομένης
  3. Πρόκειται για οικόπεδα τα οποία προέκυψαν από το διαχωρισμό κάποιων ακινήτων ο οποίος διενεργήθηκε το 1972 και τα οποία βρίσκονται σε περιοχή της κατεχόμενης σήμερα επαρχίας Αμμοχώστου. Στο σημείο αυτό εντοπίζεται μια ουσιώδης διαφορά μεταξύ των αντιδικούντων μερών. Ενώ η ενάγουσα βασίζει τη διεκδίκηση της στο μερίδιο της εκ ¾ το οποίο κατείχε σε δύο συγκεκριμένα ακίνητα, η εκδοχή της εναγομένης 4, στην οποία τελικώς περιήλθε η κυριότητα των οικοπέδων τα οποία αρχικά ενεγράφησαν στο όνομα της εναγομένης 1, είναι ότι ο διαχωρισμός, σε οικόπεδα, ο οποίος πραγματοποιήθηκε το 1972, αφορούσε πέντε ακίνητα και η μητέρα της, εναγόμενη 1, με βάση συμφωνία διανομής έλαβε τα δεκατέσσερα
(14)από το σύνολο των 77 οικοπέδων στα οποία τα εν λόγω πέντε ακίνητα είχαν διαχωριστεί. Ανεξαρτήτως της πιο πάνω διαφοράς η μαρτυρία της ενάγουσας, ακόμα και με τη γενικότητα η οποία τη χαρακτηρίζει, θα μπορούσε να θεωρηθεί ότι αποκαλύπτει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση κατά τη δίκη. Είναι η πρώτη προϋπόθεση που θέτει το άρθρο 32
(1). Θα πρέπει επίσης να καταδειχθεί η ύπαρξη πιθανότητας να δικαιούται η ενάγουσα σε θεραπεία. Για την ικανοποίηση και της προϋπόθεσης αυτής θα πρέπει η μαρτυρία να εξεταστεί ως έχει στην όψη της. Δεν είναι επιτρεπτή η σε βάθος αξιολόγηση της που θα έχει ως αποτέλεσμα τη διαπίστωση της αξιοπιστίας της. Το αποδεικτικό κριτήριο που εφαρμόζεται, περιορίζεται στο να καταδειχθεί η ύπαρξη ή μη ορατής πιθανότητας επιτυχίας της αγωγής στη βάση της προσφερθείσας μαρτυρίας. Στην προκειμένη περίπτωση η μαρτυρία η οποία έχει προσφερθεί για το σκοπό αυτό είναι πολύ γενική και δεν υποστηρίζεται, όπως ενδεχόμενα θα έπρεπε, από κάποια μαρτυρία προερχόμενη από το οικείο κτηματολογικό γραφείο. Ακόμα και το έντυπο Ν3Α εμφανέστατα είναι ελλιπές. Αν δεν υπάρχουν στην πραγματικότητα και άλλες σελίδες σ΄ αυτό, ό,τι έχει κατατεθεί με την αίτηση ως τεκμήριο Ε οπωσδήποτε δεν αντανακλά τη θέση της ενάγουσας ότι η εναγόμενη 1 και ακολούθως η εναγόμενη 4 έλαβαν δεκατέσσερα
(14)οικόπεδα, αφού έναντι του ονόματος της πρώτης φαίνονται μόνο δέκα
(10). Ενώ υπάρχει και η εύλογη απορία πού βρήκε η ενάγουσα τα διάφορα στοιχεία που χαρακτηρίζουν το κάθε οικόπεδο και τα αναφέρει στην αίτηση και στην αγωγή της. Τα κενά και οι παραλείψεις που διαπιστώνονται πιο πάνω καθιστούν τη μαρτυρία της ενάγουσας ανεπαρκή προς ικανοποίηση της δεύτερης προϋπόθεσης του άρθρου 32
(1). Όμως, μετά τον περιορισμό της αίτησης σε δύο μόνο οικόπεδα εγείρεται ένα πολύ πιο σοβαρό θέμα, το οποίο επηρεάζει αποφασιστικά την έκβαση της αίτησης της ενάγουσας. Τα οικόπεδα υπό στοιχεία 0/567 και 0/568 που ανάφερε η εναγόμενη 4 ότι είναι τα μόνα που βρίσκονται εγγεγραμμένα επ΄ ονόματι της, δεν αναφέρονται οπουδήποτε με τα στοιχεία αυτά στην αίτηση ή στην ένορκη δήλωση της ενάγουσας ή ακόμα στη γενική οπισθογράφηση επί του κλητηρίου εντάλματος. Επομένως, δεν είναι γνωστό σε ποιά δύο από τα δεκατέσσερα
(14)οικόπεδα που έλαβε από τη μητέρα της αυτά αντιστοιχούν. Η αναφορά του συνηγόρου της ενάγουσας στην αγόρευση του ότι είναι τα οικόπεδα υπ΄ αριθμό 3 και 4 στο αιτητικό Α της αίτησης οπωσδήποτε δε συμπληρώνει το πιο πάνω κενό. Η εν λόγω αναφορά δεν αποτελεί μαρτυρία για να μπορεί να ληφθεί υπόψη στα πλαίσια της παρούσας ενδιάμεσης διαδικασίας. Αποδεχόμενη η πλευρά της ενάγουσας ότι τα δώδεκα
(12)από τα δεκατέσσερα
(14)οικόπεδα που αναφέρονται στο αιτητικό της αίτησης έχουν αποξενωθεί από την τελευταία εγγεγραμμένη ιδιοκτήτρια τους, δηλαδή την εναγόμενη 4, και άρα η ιδιοκτησία τους έχει, προφανώς, περιέλθει σε πρόσωπα που δεν είναι διάδικοι στην παρούσα αγωγή, δεν είχε άλλη επιλογή παρά να περιορίσει το αίτημα της για παρεμπίπτον απαγορευτικό διάταγμα σε δύο μόνο οικόπεδα, αγνώστων όμως στοιχείων. Βέβαια, τελικώς, ο περιορισμός αυτός, επηρεάζει και την ίδια την αγωγή ως έχει, αφού δεν είναι διάδικοι σ΄ αυτήν οι νέοι ιδιοκτήτες των εν λόγω δώδεκα
(12)οικοπέδων ενώ δεν προβάλλονται από την ενάγουσα και οποιοιδήποτε ισχυρισμοί με τους οποίους να υποστηρίζεται ως τελική θεραπεία άλλη από τη διεκδίκηση των διαχωρισθέντων οικοπέδων μεταξύ της ενάγουσας και της εναγομένης 1, σύμφωνα με το μεριδιακό συμφέρον της κάθε μιας στα προαναφερθέντα δύο οικόπεδα. Όμως, μετά τη διαπίστωση, ανωτέρω, πως δεν είναι γνωστό με βάση τη μαρτυρία ποιά είναι τα δύο οικόπεδα που είναι εγγεγραμμένα σήμερα στο όνομα της εναγομένης 4, ουσιαστικά δεν υπάρχει μαρτυρία για υποστήριξη, στο βαθμό που απαιτεί η παρούσα διαδικασία, έστω και της περιορισθείσας, ως ανωτέρω, απαίτησης της ενάγουσας. Το συνακόλουθο συμπέρασμα είναι ότι δεν αποκαλύπτεται πιθανότητα να δικαιούται η ενάγουσα σε θεραπεία αφού τελικώς η απαίτηση της υποβάλλεται σε σχέση με ακαθόριστα και εντελώς άγνωστα περιουσιακά στοιχεία. Ενώ στη βάση των ιδίων πιο πάνω παρατηρήσεων δεν αποκαλύπτεται ούτε και σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση κατά τη δίκη αφού τα εν λόγω δύο οικόπεδα δε φαίνεται αν αποτελούν καν αντικείμενο της παρούσας αγωγής. Μη ικανοποιηθέντων των πιο πάνω δύο προϋποθέσεων που θέτει το άρθρο 32
(1)του Νόμου 14/1960 δεν είναι δυνατό να επιτύχει η παρούσα αίτηση της ενάγουσα. Ενώ στο ίδιο αποτέλεσμα καταλήγω εξεταζομένης της αίτησης στη βάση και των άρθρων 4 και 5 του Νόμου, Κεφ.6 αφού εν πολλοίς τα ίδια κριτήρια εφαρμόζονται και εκεί (βλ. Τσιολάκκη v. Στυλιανίδη
(1992)1 Α.Α.Δ. 782, Ζεμενίδης v. Ζεμενίδη (Αρ. 1)
(1992)1 Α.Α.Δ. 54 και Κυτάλα v. Χρυσάνθου,
(1996)1 Α.Α.Δ. 253). Για τους πιο πάνω λόγους η αίτηση απορρίπτεται με έξοδα σε βάρος της ενάγουσας και υπέρ της εναγόμενης 4. Αυτά να υπολογιστούν από την Πρωτοκολλητή και να καταβληθούν με το πέρας της αγωγής αφού τύχουν της έγκρισης του Δικαστηρίου. (Υπ.)............................... Γ. Ν. Γιασεμής, Π.Ε.Δ. /ΣΣΑ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.