← Κύπρος

Επί τοις αφορώσι την εταιρεία MAXDATA HOLDINGS LTD, Αρ. Αιτήσεως: 245/2001, 30ην Νοεμβρίου 2011

Επί τοις αφορώσι την εταιρεία MAXDATA HOLDINGS LTD, Αρ. Αιτήσεως: 245/2001, 30ην Νοεμβρίου 2011 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2011:A39 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Λ. Α. Παντελή, Ε.Δ. Αρ. Αιτήσεως: 245/2001 ΜΕΤΑΞΥ: Επί τοις αφορώσι την εταιρεία MAXDATA HOLDINGS LTD Και Επί τοις αφορώσι τον Περί Εταιρειών Νόμο, Κεφ. 113 30ην Νοεμβρίου 2011 Για τους αιτητές: κος Χριστάκη για κο Φασουλιώτη Για την εταιρεία: κος Σωτηρίου (κος Χατζησέργης για να ακούσει απόφαση) Α Π Ο Φ Α Σ Η Την 13/12/2001 το επαρχιακό δικαστήριο Λευκωσίας εξέδωσε διάταγμα εκκαθάρισης της εταιρείας Max Data Holdings Ltd (στη συνέχεια η εταιρεία). Έκτοτε η εταιρεία τελεί υπό εκκαθάριση. Δυνάμει διατάγματος του επαρχιακού δικαστηρίου Λευκωσίας, ημερομηνίας 02/07/02, εκκαθαριστής της εταιρείας διορίστηκε ο Λεωνίδας Κίμωνος. Την 22/12/10 οι αιτητές, πέντε φυσικά πρόσωπα, καταχώρισαν στο επαρχιακό δικαστήριο Λεμεσού πέντε ξεχωριστές αγωγές εναντίον της εταιρείας. Αποτελεί αναμφισβήτητο γεγονός ότι οι σχετικές αγωγές - 6319/10 μέχρι και 6323/10 - καταχωρίστηκαν χωρίς να εξασφαλισθεί προηγουμένως άδεια από το δικαστήριο. Αυτό το τελευταίο γεγονός είναι ό,τι επιθυμούν οι αιτητές να θεραπεύσουν με την επίδικη αίτηση δια της οποίας αιτούνται∙ "(Α) Διάταγμα του Δικαστηρίου που να επιτρέπει την συνέχιση των Αγωγών υπ' αρ. 6319/10, 6320/10, 6321/10, 6322/10, 6323/10 Ε. Δ. Λεμεσού, που καταχώρησαν οι Αιτητές εναντίον της πιο πάνω υπό εκκαθάριση εταιρείας μέσω του εκκαθαριστή της Λεωνίδα Κίμωνος για την επιστροφή χρημάτων που κατέβαλαν οι πιο πάνω Αιτητές στον φερόμενο ως αντιπρόσωπο της εν λόγω εταιρείας Μιχάλη Γ. Μούντη, από την Πάφο, κατά ή περί το Μάιο του 2000, για την απόκτηση μετοχών στο κεφάλαιο της χωρίς να πάρουν ποτέ όμως οποιοδήποτε αντάλλαγμα. (Β) Οποιαδήποτε άλλη θεραπεία ήθελε το Δικαστήριο κρίνει πρέπουσα υπό τις περιστάσεις". Η αίτηση έχει ως νομικό βάθρο το άρθρο 220 του περί Εταιρειών Νόμου, Κεφ. 113, τη Δ.48, κκ.1 έως 9 των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών, τον κ.3 των περί Εταιρειών Κανονισμών, τον κ.92 των περί Εκκαθαρίσεων Εταιρειών Κανονισμών του 1933, και τις συμφυείς εξουσίες του δικαστηρίου. Την ίδια νομική βάση φέρει και η ειδοποίηση για πρόθεση ένστασης που καταχωρίστηκε από την εταιρεία. Για την ώρα ό,τι αξίζει να ειπωθεί αναφορικά με την ένσταση είναι οι λόγοι που εκεί αναφέρονται. Σύμφωνα λοιπόν με την ένσταση∙ "

(1)Η αίτηση δεν μπορεί να επιτύχει διότι καταχωρήθηκε εκπρόθεσμα ήτοι μετά την ημερομηνία καταχώρησης των αγωγών στο Δικαστήριο (20/12/10) και μετά την ημερομηνία έκδοσης του διατάγματος εκκαθάρισης της καθ' ής η αίτηση (13.12.2001)
(2)Δεν τηρήθηκαν οι επιτακτικές πρόνοιες του άρθρου 220 του Κεφ. 113 σύμφωνα με τις οποίες «όταν εκδοθεί διάταγμα διάλυσης εταιρείας ή όταν έχει διοριστεί προσωρινός εκκαθαριστής καμία αγωγή ή διαδικασία θα προχωρεί ή θα αρχίζει εναντίον εταιρείας εκτός κατόπιν άδειας του Δικαστηρίου". Επανερχόμενος στην αίτηση σημειώνω ότι συνοδεύεται από ένορκη δήλωση που ορκίζεται η Μαρούλλα Παπαγεωργίου. Πρόκειται, ως αναφέρει, για δικηγορικό υπάλληλο στο γραφείο των συνηγόρων των αιτητών. Σύμφωνα με την ομνύουσα ο λόγος δια τον οποίο οι αιτητές καταχώρισαν τις επίδικες αγωγές χωρίς προηγουμένως να εξασφαλίσουν άδεια από το δικαστήριο οφείλεται στην πεπλανημένη αντίληψη του συνηγόρου τους ότι είχε εξασφαλισθεί από τρίτα πρόσωπα, συγγενικά και φιλικά των αιτητών, όταν εκείνα εξασφάλισαν τέτοια άδεια. Η ομνύουσα αναφέρει περαιτέρω ότι περί το Μάϊο του 2000 κάποιο πρόσωπο, ονόματι Μιχάλης Γ. Μούντης, παρουσιάστηκε στους αιτητές ως αντιπρόσωπος της εταιρείας και κατόπιν ψευδών παραστάσεων και απάτης απέσπασε από αυτούς διάφορα ποσά. Τούτο το πρόσωπο υποσχέθηκε στους αιτητές ότι θα εκδίδετο επ' ονόματί τους και θα τους αποστέλλετο αριθμός μετοχών της εταιρείας προς £0,65 έκαστη, αντάλλαγμα το οποίο απέτυχε πλήρως. Ισχυρίζεται περαιτέρω ότι, αφενός το συγκεκριμένο πρόσωπο ενήργησε, φαινομενικά, ως αντιπρόσωπος της εταιρείας, αφετέρου σε άλλες αγωγές που κινήθηκαν εναντίον του από άλλα πρόσωπα, συγκεκριμένα τους Φοίβο και Κώστα Παπαχριστοφόρου, ισχυρίσθηκε ενόρκως ότι όλα τα ποσά που εισέπραξε από επενδυτές, περιλαμβανομένων και των αιτητών, τα κατέβαλε στη Max Data Ltd, θυγατρική της εταιρείας, ή τα διέθεσε αποκλειστικά με οδηγίες και έγκριση της εταιρείας για αποπληρωμή οφειλών των εταιρειών του, τις οποίες η εταιρεία θα εξαγόραζε δυνάμει συμφωνίας ημερομηνίας 09/04/00. Και η ένσταση υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση. Σε αυτή την περίπτωση τη δήλωση ορκίζεται ο Λεωνίδας Κίμωνος, εκκαθαριστής της εταιρείας. Σχολιάζοντας τα αναφερόμενα στην ένορκη δήλωση των αιτητών ο ομνύων τούτη τη δήλωση αναφέρει ότι αγνοεί και συνεπώς αρνείται τούτα. Τα δε ισχυριζόμενα στην τέταρτη παράγραφο της ενόρκου δηλώσεως που συνοδεύει την αίτηση, δηλαδή τον ισχυρισμό αναφορικά με ό,τι ο Μούντης φέρεται να κατέθεσε ενόρκως σε άλλη δικαστική διαδικασία, επίσης τα αρνείται, και αναφέρει περαιτέρω ότι οι σχετικές αποφάσεις έχουν εφεσιβληθεί. Οι ευπαίδευτοι συνήγοροι προσκόμισαν στο δικαστήριο γραπτές αγορεύσεις, γεγονός που διευκόλυνε τη θέση του δικαστηρίου λόγο της καινοφάνειας και ιδιαιτερότητας του θέματος. Ομολογουμένως η έρευνα των συνηγόρων αλλά και η σαφήνεια των τοποθετήσεων τους κατέστησαν το έργο του δικαστηρίου ευχερέστερο. Η θέση της εταιρείας συνοψίζεται στο ότι οι αιτητές δεν νομιμοποιούνται να ζητούν διάταγμα που να επιτρέπει τη συνέχιση των αγωγών εφόσον η έκδοση του διατάγματος εκκαθάρισης προηγήθηκε της καταχώρισης, γεγονός που επέβαλλε στους αιτητές να αποταθούν στο δικαστήριο προς το σκοπό εξασφάλισης άδειας πριν την καταχώριση των αγωγών. Την εν λόγω θέση υποστηρίζει με τις υποθέσεις Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος v. Χατζηρούσου κ.α.
(2001)1 Γ Α.Α.Δ.1526 και Stefanos & Andreas Gold Stores Trading Limited v. Εταιρείας Αναψυκτικών ΚΕΑΝ Λίμιτεδ (αρ. 1)
(1998)1Γ Α.Α.Δ.1806. Περαιτέρω, επικαλούμενη τη Δ.2 των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών (save where other provision is made, any action before a district court shall be commenced by a writ of summons (Form 1 and 2)) υποστηρίζει ότι για να επιτραπεί σε διάδικο να καταχωρίσει αγωγή εναντίον εταιρείας που τελεί υπό εκκαθάριση, πρέπει να εξασφαλίσει άδεια πριν την καταχώριση της αγωγής. Κατ' επέκταση, υποστηρίζει η εταιρεία, οι εν λόγω αγωγές καταχωρίστηκαν παράτυπα και η σχετική παρατυπία μοιραία οδηγεί σε απόρριψη του αιτήματος λόγω του ότι είναι ουσιώδης και ακυρώνει την αγωγή η οποία είναι θνησιγενής. Τέτοια ουσιώδης παρατυπία, αναφέρει η εταιρεία, δεν απαλείφεται και δεν θεραπεύεται από τη Δ.64 (βλ. Πετρίχου v. X"Ιωσήφ
(1998)1Α Α.Α.Δ. 81). Οι αιτητές δεν διαφωνούν ότι το άρθρο 220, επιβάλλει εξασφάλιση σχετικής άδειας. Είναι εν τούτοις η θέση τους ότι η σχετική αίτηση μπορεί να υποβληθεί οποτεδήποτε, και όχι κατ' ανάγκη να προηγηθεί της αγωγής. Οι αιτητές υποστηρίζουν τούτη τη θέση με αναφορά στην πρωτόδικη υπόθεση Eurolife Farm Ltd v. Prestige Developments Ltd κ.α. υπ. 2697/08, ημερ. 19/06/09 του επαρχιακού δικαστηρίου Λεμεσού. Περαιτέρω, οι αιτητές υποστηρίζουν ότι η παράλειψή τους οφείλεται σε ανθρώπινο λάθος και όχι συνειδητή ενέργεια, καθώς ότι η αιτία αγωγής τους είναι τέτοια που αποφασίζεται δικαστικά και όχι με επαλήθευση. Όλα τα πιο πάνω αποκαλύπτουν ότι ζητούμενο είναι η ορθή ερμηνεία του άρθρου 220 του Κεφ. 113 και συγκεκριμένα απάντηση του ερωτήματος∙ ποιος είναι ο χρόνος συμμόρφωσης με τα προβλεπόμενα στο σχετικό άρθρο. Κατά τα λοιπά οι δύο πλευρές συμφωνούν ότι το άρθρο 220 απαγορεύει έγερση ή συνέχιση αγωγής εναντίον εταιρείας που τελεί υπό εκκαθάριση χωρίς να εξασφαλισθεί άδεια από το δικαστήριο. Εφόσον η ερμηνεία του άρθρου 220 ανάγεται σε ζήτημα μείζονος σημασίας, αυτούσια παράθεση τούτου κρίνεται αναγκαία. Το σχετικό άρθρο αναφέρει ότι∙ "220. Όταν έχει εκδοθεί διάταγμα εκκαθάρισης ή έχει διοριστεί προσωρινός εκκαθαριστής, καμιά αγωγή ή διαδικασία συνεχίζεται ή αρχίζει εναντίον της εταιρείας εκτός μετά από άδεια του Δικαστηρίου και με τέτοιους όρους που το Δικαστήριο δυνατό να επιβάλει". Όπως έχει ειπωθεί το λεκτικό του άρθρου 220 προσομοιάζει με εκείνο του άρθρου 231 του αγγλικού Companies Act του 1948. Κατ' επέκταση συγγράμματα και δικαστικές αποφάσεις που αναφέρονται στο άρθρο 231 του αγγλικού νόμου μπορούν να καθοδηγήσουν το Δικαστήριο (βλ. Stefanos & Andreas Cold Stories Trading Limited v. Εταιρείας Αναψυτικών ΚΕΑΝ Λίμιτεδ (αρ. 1)
(1998)1Γ Α.Α.Δ. 1806, 1812). Ό,τι εξυπηρετεί το άρθρο 231 προσδιορίζεται στο σύγγραμμα Company Law, 4th ed, του Robert R. Pennington. Στη σελίδα 701 αναφέρεται ότι∙ Τhe purpose of the statutory provision is to ensure that all claims against the company which can be determined by the cheap, summary procedure available in a winding up are not made the subject of expensive litigation, but the provision also applies where there is no such summary procedure available, and so even interpleader proceedings against a company in compulsory liquidation cannot be brought without leave. Περαιτέρω στο σύγγραμμα Palmer's Company Law, 21st edition, στη σελίδα 768 αναφέρεται∙ The object of the winding-up provisions of the Companies Act 1862, said Lindley L.J. in Re Oak Pitts Colliery Co., "is to put all unsecured creditors upon an equality and to pay them pari passu". Από τα πιο πάνω συνάγεται ότι σκοπός του αγγλικού άρθρου 231, αλλά και του επίδικου, άρθρο 220, είναι η προστασία της περιουσίας εταιρείας που τελεί υπό εκκαθάριση ούτως ώστε οι πιστωτές τούτης να ικανοποιηθούν εξίσου και ακριβοδίκαια στα πλαίσια μιας συνοπτικής και χαμηλού κόστους διαδικασία, όπως είναι η διαδικασία της επαλήθευσης. Σημειώνεται περαιτέρω ότι το λεκτικό του άρθρου 220 αναφέρεται σε αγωγή ή διαδικασία που στρέφεται εναντίον της εταιρείας. Στην υπόθεση Stefanos & Andreas (πιο πάνω) έφεση που υπέβαλε η εταιρεία, η οποία είχε στο μεταξύ τεθεί υπό εκκαθάριση, κρίθηκε ότι δεν συνιστούσε διαδικασία εναντίον της εταιρείας. Ανάλογη ήταν η προσέγγιση και στην υπόθεση επί τοις αφορώσι την εταιρεία GENEMP Trading Ltd
(2009)1B A.A.Δ. 1658 σε αυτή όμως την περίπτωση το δικαστήριο διέταξε την εφεσείουσα εταιρεία, η οποία τελούσε υπό εκκαθάριση, να καταθέσει συγκεκριμένο χρηματικό ποσό ως εξασφάλιση για έξοδα που ενδεχομένως να δημιουργούντο σε περίπτωση αποτυχίας της έφεσης. Εδώ αξίζει να ειπωθεί ότι σύμφωνα με τα αναφερόμενα στην υπόθεση αναφορικά με την αίτηση του Ανδρέα Τσαγγάρη
(1999)1Α Α.Α.Δ.326, 331, αρμόδιο δικαστήριο για να αποφασίσει κατά πόσο ενδείκνυται ή όχι χορήγηση άδειας για συνέχιση ή έναρξη αγωγής ή διαδικασίας εναντίον εταιρείας που τελεί υπό εκκαθάριση είναι το δικαστήριο ενώπιον του οποίου βρίσκεται κατατεθειμένος ο φάκελος της υπό εκκαθάριση εταιρείας. Εξαίρεση αποτελεί μόνο η περίπτωση που μνημονεύεται στο άρθρο 215 του Κεφ. 113. Στην προκείμενη περίπτωση αρμόδιο δικαστήριο είναι το επαρχιακό δικαστήριο Λευκωσίας. Εν τούτοις, τα πιο πάνω δεν απαντούν το καίριο ερώτημα. Ζητούμενο παραμένει κατά πόσο η προβλεπόμενη από το άρθρο 220 άδεια επιβάλλεται να εξασφαλισθεί πριν την έγερση της αγωγής ή της διαδικασίας, ή δύναται να εξασφαλισθεί καθ' οιονδήποτε χρόνο εκκρεμούσης της αγωγής ή της διαδικασίας, εν σχέσει με αγωγή ή διαδικασία που εγείρεται μετά την έκδοση του διατάγματος εκκαθάρισης. Ομολογώ ότι η πρώτη ανάγνωση του άρθρου 220 εντυπωσιάζει με την αυστηρότητα των εκεί αναφερομένων. Τούτος ο εντυπωσιασμός επιτείνεται και από τα αναφερόμενα στο σύγγραμμα Palmer's Company Law (πιο πάνω) όπου στη σελίδα 768 αναφέρεται∙ "Section 226 gives the court jurisdiction after presentation of the petition to restrain proceedings, and by sections 228 and 231, on a winding-up order being made, or a provisional liquidator appointed, proceedings are automatically stayed and cannot be proceeded with without leave of the court. In this way creditors and others are compelled to come in and prove their claims in the winding up, and a rateable and just distribution of the company's assets is effected". (η υπογράμμιση δική μου). Κατά πανομοιότυπο τρόπο στο σύγγραμμα Buckley on the Companies Act, 13th ed., στη σελίδα 498 αναφέρεται ότι∙ "After winding up order made, further proceedings are absolutely stopped until leave has been obtained from the Court". (η υπογράμμιση δική μου). Ομολογώ περαιτέρω ότι η έρευνα του δικαστηρίου δεν απεκάλυψε οιανδήποτε προηγούμενη υπόθεση που να απασχόλησε το ανώτατο δικαστήριο της χώρας μας με αυτό ακριβώς το ερώτημα. Κρίνω πως οι υποθέσεις Εθνική Τράπεζα (πιο πάνω), Stefanos & Andreas (πιο πάνω), Pantazis Navigation Ltd v. Επίσημου Παραλήπτη
(1992)1Β Α.Α.Δ.900, αναφορικά με την αίτηση του Ανδρέα Τσαγγάρη (πιο πάνω) και επί τοις αφορώσι την εταιρεία GENEMP Trading (πιο πάνω), δεν αφορούν αυτό καθαυτό το θέμα που εγείρεται στην παρούσα. Παρόλα αυτά, έχω την άποψη ότι η απάντηση στο ερώτημα συνάγεται από τη διαδικασία που ακολουθήθηκε στην υπόθεση Ταμείο Προνοίας Προσωπικού Βιομηχανιών Συνομοσπονδίας Εργατοϋπαλλήλων Κύπρου (Σ.Ε.Κ.) v. Samoa Clothing Industry κ.α.
(2000)2 Α.Α.Δ. 289. Τα γεγονότα της υπόθεσης, στην έκταση που αφορούν την παρούσα, συμπεραίνονται από το ακόλουθο απόσπασμα∙ "Η παρούσα έφεση στρέφεται κατά της απόφασης του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας με την οποία οι εφεσίβλητοι αθωώθηκαν και απαλλάγηκαν από την κατηγορία έκδοσης επιταγής χωρίς αντίκρυσμα, κατά παράβαση του άρθρου 305 (Α)
(1)του Ποινικού Κώδικα, Κεφ.
  1. Η ποινική δίωξη ασκήθηκε από τους εφεσείοντες. Κατά την έναρξη της ακρόασης της έφεσης ο Πρωτοκολλητής του Δικαστηρίου δήλωσε ότι η εφεσίβλητη 1 έχει διαλυθεί. Ο ευπαίδευτος συνήγορος του εφεσίβλητου 2 δήλωσε ότι δεν υπάρχει εμφάνιση για την εταιρεία. Εισηγήθηκε ότι η έφεση πρέπει να επιδοθεί στον Έφορο Εταιρειών - εκκαθαριστή της εταιρείας. Το αίτημα του έγινε δεκτό. Μετά την επίδοση της έφεσης στον Έφορο Εταιρειών ο τελευταίος πληροφόρησε το δικαστήριο ότι δεν προτίθεται να εμφανιστεί. Στη συνέχεια ζητήσαμε τις απόψεις των συνηγόρων των μερών επί του κατά πόσο ενόψει του άρθρου 220* του περί Εταιρείων Νόμου, Κεφ. 113, χρειάζεται άδεια του δικαστηρίου για συνέχιση της διαδικασίας και τροποποίηση του τίτλου της έφεσης με την αντικατάσταση της εφεσίβλητης εταιρείας από τον Επίσημο Παραλήπτη-εκκαθαριστή της. Ο ευπαίδευτος συνήγορος των εφεσειόντων υπέβαλε ότι δεν είναι απαραίτητη η τροποποίηση του τίτλου της διαδικασίας. Η έφεση μπορεί να προχωρήσει εναντίον της εταιρείας και δεν χρειάζεται άδεια του δικαστηρίου για αυτό το σκοπό. Ο ευπαίδευτος συνήγορος του εφεσίβλητου 2 είχε αντίθετη άποψη. Υπέβαλε ότι ο όρος "διαδικασία" στο άρθρο 220 του Κεφ. 113 περιλαμβάνει και την ποινική διαδικασία." Αφότου το δικαστήριο απεφάσισε ότι ο όρος διαδικασία που αναφέρεται στο άρθρο 220, εμπερικλείει και ποινική διαδικασία, ανέφερε ότι∙ "Έπεται πως χρειάζεται άδεια του δικαστηρίου για συνέχιση της διαδικασίας. Εναπόκειται στους εφεσείοντες να αποταθούν στο δικαστήριο για χορήγηση τέτοιας άδειας και για τροποποίηση του τίτλου της έφεσης με την αντικατάσταση της εφεσίβλητης εταιρείας από τον Επίσημο Παραλήπτη και εκκαθαριστή της. Τυχόν αίτηση για χορήγηση των πιο πάνω δύο θεραπειών να καταχωρηθεί εντός 15 ημερών από σήμερα και να επιδοθεί στο Επίσημο Παραλήπτη." Από το πιο πάνω κείμενο είναι κατανοητό ότι η διαδικασία, δηλαδή η έφεση, στρέφετο εναντίον εταιρείας που τη δεδομένη στιγμή τελούσε υπό εκκαθάριση. Δεν διαλανθάνει την προσοχή μου ότι δεν διευκρινίζεται κατά πόσο η εταιρεία τέθηκε σε εκκαθάριση πριν ή μετά την καταχώριση της έφεσης, ή ακόμη, πριν ή μετά ή εκκρεμούσης της ποινικής υπόθεσης που προηγήθηκε. Γεγονός είναι ότι αυτό το θέμα δεν απασχόλησε το δικαστήριο, παρ' ότι τα επιχειρήματα των συνηγόρων καθώς και η απόφαση του δικαστηρίου επικεντρώθηκαν στις διατάξεις του άρθρου
  2. Περαιτέρω, γεγονός είναι ότι το δικαστήριο ανέβαλε την υπόθεση ούτως ώστε οι εφεσείοντες να αποταθούν στο δικαστήριο για να εξασφαλίσουν την προβλεπόμενη από το νόμο άδεια, έστω και αν οι ίδιοι δεν υπέβαλαν σχετικό αίτημα. Αυτή η προσέγγιση αφήνει να νοηθεί ότι η ορθή ερμηνεία του σχετικού άρθρου διακρίνεται και απέχει από στεγανά τυπολατρείας. Κινδυνεύοντας να επαναλάβω εαυτόν σημειώνω ότι το άρθρο 220 δεν στοχεύει στον αποκλεισμό οιουδήποτε πιστωτή από νόμιμη διεκδίκηση της αξίωσής του. Σκοπός του είναι η ακριβοδίκαιη αντιμετώπιση - pari passu - όλων των πιστωτών. Τούτο επιτυγχάνεται∙ αφενός όταν ο πιστωτής καταφεύγει στον εκκαθαριστή για επαλήθευση της αξίωσής του, και αφετέρου όταν ο διάδικος αποτείνεται στο δικαστήριο για εξασφάλιση άδειας για έγερση αγωγής, ούτως ώστε στη συνέχεια, αν εξασφαλισθεί η άδεια, να διαπιστωθεί δικαστικά κατά πόσο η εταιρεία του οφείλει ή όχι οιονδήποτε ποσό. Με γνώμονα το σκοπό του άρθρου 220, ως πιο πάνω επεξηγείται, δεν μπορώ να αντιληφθώ σε τι εξυπηρετεί η συντηρητική ερμηνεία που αποδίδεται σε αυτό από την εταιρεία. Έχω την άποψη ότι αν πιστωτής ο οποίος δεν δύναται να επαληθεύσει την αξίωσή του, λόγω της φύσης τούτης ή των γεγονότων που την περιβάλλουν, αποστερείται συνάμα και του δικαιώματός του να διεκδικήσει τούτη δικαστικά για μόνο λόγο ότι η καταχώριση της αγωγής προηγήθηκε της αίτησης για εξασφάλιση σχετικής άδειας, το μόνο που επιτυγχάνεται είναι πρόκληση αδικίας στον εν λόγω πιστωτή και μάλιστα χωρίς να προστατεύονται τα συμφέροντα των άλλων πιστωτών. Ας σημειωθεί ότι στην περίπτωση που δικαστική διαδικασία αρχίζει ή συνεχίζεται χωρίς άδεια δεν είναι μόνο επιρρεπής σε απόρριψη, αν η εταιρεία αιτηθεί τούτο (βλ. Langley Constructions (Brixham) Ltd v. Wells Wells Estate (Dartford) Ltd
(1969)2 All E.R.46), ενδέχεται, όταν εξασφαλισθεί η άδεια, να επιβληθούν και όροι αναφορικά με τα έξοδα της διαδικασίας (βλ. Buckley πιο πάνω όπου στη σελίδα 489 αναφέρεται∙ There is a case before Lord Selborne, in which leave was given to proceed with an action against a company commenced before the winding up; 'but any costs recovered by the plaintiff in the action could not be paid by the company in full, but would only be provable in the usual way'). Συνεπώς, η περιουσία της εταιρείας προστατεύεται από δικαστικά έξοδα είτε η αγωγή καταχωριστεί μετά την εξασφάλιση άδειας είτε η άδεια εξασφαλισθεί εκκρεμούσης της αγωγής. Είναι λοιπόν αντιληπτό ότι η ερμηνευτική προσέγγιση του άρθρου 220 από την εταιρεία αγκυλώνεται σε τυπικό ζήτημα και αγνοεί την ουσία και ως εκ τούτου οδηγεί σε παράλογα και άδικα αποτελέσματα για ασήμαντη, ως επεξηγήθηκε, αιτία. Επιχειρώντας διευκρίνιση όλων όσων πιο πάνω αναφέρονται καθώς και δικανική πληρότητα του επίδικου θέματος, σημειώνω ότι∙ Αντίθετη είναι η περίπτωση, και συνακόλουθα η προσέγγιση του δικαστηρίου, όπου διάδικος που δεν εξασφάλισε την απαιτούμενη άδεια παρ' ότι προειδοποιείται ή πληροφορείται τούτο το γεγονός από την άλλη πλευρά, φερειπείν μέσω αίτησης για διαγραφή δικογράφου, αντί να αποταθεί στο αρμόδιο δικαστήριο για εξασφάλιση τούτης, όπως στην περίπτωση της υπόθεσης Ταμείο Προνοίας (πιο πάνω), πεισματικά επιμένει στη συνέχιση της διαδικασίας, όπως στην περίπτωση της υπόθεσης Langley (πιο πάνω). Σε τέτοια περίπτωση το δικαστήριο, το οποίο ενδεχομένως να είναι αναρμόδιο για χορήγηση άδειας καθ' ότι ο φάκελος της εκκαθάρισης δεν είναι ενώπιον του, δεν έχει άλλη επιλογή από αναστολή της διαδικασίας. Εν κατακλείδι, επιχειρώντας επεξήγηση της χρησιμότητας του αυστηρού ύφους της φράσης 'καμία αγωγή ή διαδικασία συνεχίζεται ή αρχίζει' παραπέμπω σε ό,τι ειπώθηκε στην υπόθεση In re ARO Co Ltd
(1980)2 W.L.R.
  1. Η υπόθεση αφορούσε τα άρθρα 228 και 231 του Companies Act του 1948, τα οποία προσομοιάζουν με τα άρθρα 217 και 220 του Κεφ.
  2. Αναφέρθηκε εκεί ότι∙ "This section, (αναφέρεται στο 228) though absolute in terms, has been held to be subject by implication to the court's dispensing power which is spelt out by section 231....................... Sections 228 and 231 apply to secured as well as to unsecured creditors. But a secured creditor is in a position where he can justly claim that he is independent of the liquidation, since he is enforcing a right, not against the company, but to his own property.............. Thus if a winding up order has been made, proceedings are automatically stayed but the court may on application by the creditor allow them to be continued; while in a voluntary winding up, or where a petition has been presented but not adjudicated on, there is no automatic stay but the court may on application by an interested party restrain proceedings. The last mentioned case usefully summarises the court's general approach, at p.381: «The result, as I understand it, is this: that a creditor who has issued execution, or a landlord who has levied a distress, before the commencement of the winding up will be allowed to proceed to sale unless there is established the existence of special reasons rendering it inequitable that he should be permitted to do so. On the other hand, the case of In re Lancashire Cotton Spinning Co., 35 Ch.D.656 shews that a creditor who does not issue execution or a landlord who does not levy a distress until after the commencement of the winding up will not be allowed to proceed unless there special reasons which render such a course inequitable»". Από τα πιο πάνω συνάγεται ότι οι διατάξεις των δυο άρθρων (228 και 231) συμπλέκονται αναφορικά με μέτρα εκτέλεσης, ή άλλη διαδικασία. Τονίζω τον όρο διαδικασία εφόσον πέραν του πιο πάνω αποσπάσματος και τα αποσπάσματα των συγγραμμάτων Palmer's Company Law και Buckley on the Companies Act, που πιο πάνω παρατίθενται, αναφέρουν διαδικασία και όχι αγωγή. Κρίνω πως η επιλογή του συγκεκριμένου όρου είναι στοχευμένη και όχι τυχαία. Ο νομοθέτης του άρθρου 220 δεν στόχευε σε αυτόματη αναστολή αγωγής που καταχωρίστηκε πριν την έκδοση διατάγματος εκκαθάρισης, όπως ούτε σε αυτόματη απαγόρευση έγερσης δικαστικής διαδικασίας μετά την έκδοση διατάγματος εκκαθάρισης. Πιστεύω ότι η αυστηρότητα του άρθρου 231 στόχευε σε εξοπλισμό της εταιρείας με ένδικα μέσα ακύρωσης ή αναστολής διαδικασιών που στοχεύουν την περιουσία τούτης και κατ' επέκταση πλήττουν τα συμφέροντα των πιστωτών. Για όλους τους πιο πάνω λόγους καταλήγω ότι η εξουσία του δικαστηρίου δυνάμει του άρθρου 220 δεν περιορίζεται στο στάδιο που προηγείται της καταχώρισης της αγωγής και περαιτέρω, κλητήριο ένταλμα δεν είναι άκυρο για μόνο λόγο ότι ο ενάγων πρώτα καταχώρισε την αγωγή και εκ των υστέρων αποτάθηκε για άδεια συνέχισης της διαδικασίας. Η πιο πάνω κατάληξη δεν σημαίνει όμως και επιτυχία της αίτησης. Στο σύγγραμμα Company Law (πιο πάνω) στη σελίδα 701 αναφέρεται ότι∙ "The court will always give a plaintiff leave to proceed against the company if he has a prima facie case and his claim cannot be dealt with adequately in the winding up, or if the remedy he seeks cannot be given him therein". Περαιτέρω, στον Buckley (πιο πάνω) στη σελίδα 499 αναφέρεται ότι∙ "But, in general, leave to institute or proceed with an action will only be given where some question arises which cannot properly be determined in the winding up, and for whose determination an action is requisite". Εκ των πιο πάνω συνάγεται ότι για να επιτύχει αίτημα ως το επίδικο ο αιτητής χρειάζεται να ικανοποιήσει το δικαστήριο ότι έχει συζητήσιμη (prima facie) υπόθεση εναντίον της εταιρείας, ότι η φύση της αξίωσής του είναι τέτοια που δεν μπορεί να εξεταστεί με επαλήθευση, και ότι η θεραπεία που αξιώνει δεν μπορεί να ικανοποιηθεί μέσω της διαδικασίας επαλήθευσης. Επί του προκειμένου η θέση της εταιρείας είναι πως η ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την αίτηση δεν αναδεικνύει γεγονότα που ικανοποιούν τις πιο πάνω προϋποθέσεις. Ο ευπαίδευτος συνήγορος για την εταιρεία υπέδειξε ότι η εταιρεία αρνείται, δια της ενόρκου δηλώσεως του εκκαθαριστή, τους σχετικούς ισχυρισμούς. Επί τούτου σημειώνω ότι στεγνή γεγονότων άρνηση ισχυρισμού, και μάλιστα λόγω άγνοιας τούτου και μόνο, δεν καταρρίπτει τον ισχυρισμό. Θα ανέμενε κανείς πως στην περίπτωση όπου διάδικος αγνοεί ουσιώδη ισχυρισμό της άλλης πλευράς και ως εκ τούτου δεν έχει οτιδήποτε να αντιπροβάλει, το ελάχιστον που έχει να κάνει είναι να αντεξετάσει τον ομνύοντα, ούτως ώστε να διερευνήσει την ορθότητα και την ειλικρίνεια του δικού του ισχυρισμού. Στην προκείμενη περίπτωση δεν ζητήθηκε αντεξέταση. Κατ' επέκταση η άρνηση των ισχυρισμών των αιτητών από μέρους της εταιρείας προωθήθηκε άνευ αντικρύσματος. Καταλήγω εν προκειμένω ότι από την ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση συνάγεται πως∙ οι αγωγές των αιτητών έχουν ως νομική βάση, μεταξύ άλλων, ψευδείς παραστάσεις και απάτη και ότι η εταιρεία και/ή ο αντιπρόσωπός της προέβησαν σε ενέργειες που συνιστούν αυτή τη νομική βάση. Σύμφωνα με τα εκεί ισχυριζόμενα η έκνομη συμπεριφορά της εταιρείας συνίσταται σε υποσχέσεις του αντιπροσώπου της για έκδοση μετοχών, και αποδοχή από τους αιτητές, μέσω του αντιπροσώπου, του συμφωνηθέντος τιμήματος, αντιπαροχή η οποία απέτυχε πλήρως. Περαιτέρω, σύμφωνα με τους αιτητές ο αντιπρόσωπος της εταιρείας παραδέχθηκε ενόρκως τούτη την ιδιότητα στη συνεργασία του με τους αιτητές. Εν κατακλείδι, το περιεχόμενο της ενόρκου δηλώσεως του εκκαθαριστή καθιστά σαφές ότι η εταιρεία απορρίπτει την αξίωση των αιτητών. Όλα τα πιο πάνω φανερώνουν ότι η αξίωση των αιτητών δεν μπορεί να τύχει επαλήθευσης χωρίς να αποφασιστεί δικαστικά κατά πόσο οι ενέργειες του αντιπροσώπου συνιστούν αντιπροσώπευση και δεσμεύουν την εταιρεία, και περαιτέρω, ότι συνιστούν ψευδείς παραστάσεις ή απάτη. Επιπλέον ο ισχυρισμός των αιτητών ότι δυνάμει συμφωνίας έκδοσης μετοχών κατέβαλαν χρήματα σε συγκεκριμένο πρόσωπο που τους παρουσιάστηκε ως αντιπρόσωπος της εταιρείας και ότι οι μετοχές ουδέποτε εκδόθηκαν, συνιστά συζητήσιμη υπόθεση και επιβάλλεται η χορήγηση άδειας ούτως ώστε να λάμψει η αλήθεια. Στη δοσμένη περίπτωση προστίθεται και ότι η υπόθεση των αιτητών ισχυροποιείται περαιτέρω εφόσον ο αντιπρόσωπος φέρεται να παραδέχθηκε ενόρκως τούτη την ιδιότητα. Για όλους τους λόγους που πιο πάνω προσπάθησα να εξηγήσω το αίτημα των αιτητών κρίνεται δικαιολογημένο. Συναφώς εκδίδεται διάταγμα συνέχισης των αγωγών 6319/10, 6320/10, 6321/10, 6322/10 και 6323/10 του επαρχιακού δικαστηρίου Λεμεσού που στρέφονται εναντίον της εταιρείας. Περαιτέρω, υπέρ των αιτητών επιδικάζονται και τα έξοδα της αίτησης, ως θα υπολογιστούν από τον πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το δικαστήριο. (Υπ.) ...................................... Λ.Α. Παντελή, Ε.Δ. Πιστόν αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ε.χ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.