ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ALIBANTE DEVELOPMENTS LTD, Αρ. Αίτ.: 889/2009, 12 Ιανουαρίου, 2011 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2011:A8 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Στ. Ν. Σταύρου, Ε.Δ. Αρ. Αίτ.: 889/2009 ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΟΝ ΠΕΡΙ ΕΤΑΙΡΕΙΩΝ ΝΟΜΟ ΚΕΦ.113 και ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ALIBANTE DEVELOPMENTS LTD Αίτηση ημερ.2.3.2010 για παραμερισμό της Αίτησης Διάλυσης ημερ. 23.12.2009 12 Ιανουαρίου,
- Εμφανίσεις: Για την Αιτήτρια στην παρούσα Αίτηση: κ. Χρ. Κληρίδης. Για την Καθ' ης η αίτηση στην παρούσα Αίτηση: κα Τζιούτ. Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η Με αίτηση ημερ.23.12.2009 (εφεξής η κυρίως αίτηση) η εταιρεία ABOYNE Mauritious Ltd (εφεξής η ABOYNE), η οποία είναι μειοψηφικός μέτοχος της Κυπριακής εταιρείας ALIBANTE Developments Ltd (εφεξής η ALIBANTE), ζητά την έκδοση διατάγματος διάλυσης της τελευταίας ή διαζευκτικά την έκδοση διατάγματος για αγορά των μετοχών της σε δίκαιη και εύλογη τιμή από τον πλειοψηφικό μέτοχο που είναι η εταιρεία WINTON PRIVATE LTD, λόγω καταπίεσης. Σε απάντηση της κυρίως αίτησης, έχει ήδη καταχωρηθεί από την ALIBANTE, ένσταση. Στη συνέχεια όμως και αφού μεσολάβησαν και άλλες διαδικασίες, η ALIBANTE καταχώρησε την παρούσα Αίτηση με την οποία ζητά: "Α. Διάταγμα του Σεβαστού Δικαστηρίου με το οποίο να παραμερίζεται σαν εξυπαρχής άκυρη και μη γενόμενη η υπό τον ως άνω αριθμό και Αίτηση Εκκαθάρισης και/ή για άλλη θεραπεία ως και πάσα διαδικασία ως και η επίδοση αυτής δεδομένου ότι η Αίτηση για Εκκαθάριση/Θεραπεία ημερομηνίας 23/12/2009 δεν συνοδεύεται και δεν καταχωρήθηκε η απαραίτητη Ένορκη Δήλωση επαλήθευσης ή γεγονότων». (Η υπογράμμιση είναι δική μου). Η Αίτηση στηρίζεται στον περί Εταιρειών Νόμο Κεφ.113, άρθρο 211-213, στους περί Εταιρειών Κανονισμούς SLII σελ. 279, κανονισμός 3 και στις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου και Companies (Winding Up) Rules 1949, κανονισμός 30 όπως τροποποιήθηκε Αγγλίας και στους Περί Πολιτικής Δικονομίας Κανονισμούς Δ.48, Θ.1-7, 9, Δ.
- 1-
- Από πλευράς γεγονότων πλαισιώνεται από ένορκη δήλωση του δικηγόρου κ. Νικόλα Αγγελίδη. Είναι η θέση του ενόρκως δηλούντος, ότι, επειδή εγείρονται θέματα απάτης και κακής διαχείρισης αλλά και επειδή προβάλλονται ουσιαστικοί ισχυρισμοί στην κυρίως αίτηση, θα έπρεπε να καταχωρηθεί μαζί και ένορκη δήλωση και εν πάση περιπτώσει να υπάρχει ένορκη δήλωση επαλήθευσης της κυρίως αίτησης. Μόνο έτσι θα θεωρείτο ότι καταχωρήθηκε νόμιμα. Αυτό δεν έγινε και επομένως δικαιολογείται ο παραμερισμός της κυρίως αίτησης, της επίδοσης ως και των περαιτέρω διαδικασιών που ακολούθησαν. Η κυρίως αίτηση, συνεχίζει ο ενόρκως δηλών, "είναι εξ υπαρχής άκυρη και ή εν πάση περιπτώσει αν είναι ακυρωτέα δεν είναι θεραπεύσιμη και θα πρέπει να παραμεριστεί". Η ABOYNE καταχώρησε Ένσταση στις 4.6.2010 στην οποία προβάλλεται πλειάδα ειδικών λόγων ένστασης που τείνουν να καταδείξουν ότι η Αίτηση για πραγματικούς και νομικούς λόγους είναι αστήριχτη. Η Ένσταση εδράζεται στον Περί Εταιρειών Νόμο Κεφ. 113 άρθρα 211-213, στους Περί Εταιρειών Κανονισμούς SLII σελίδα 279, κανονισμός 3, στους Περί Εταιρειών (Εκκαθάριση) Κανονισμούς του 1949, κανονισμός 30 όπως τροποποιήθηκε και στους Περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμούς Δ.48 θθ.1-7, 9, Δ.64 θ.1-2, στη σχετική Νομολογία, στη διακριτική ευχέρεια, στην πρακτική και στις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Από πλευράς γεγονότων στηρίζεται στην ένορκη δήλωση της δικηγόρου κας Σταυρούλλας Ανδρέου η οποία εκθέτει και επεξηγεί με λεπτομέρεια τους λόγους ένστασης της ABOYNE. Κατά την ακροαματική διαδικασία ο ευπαίδευτος συνήγορος της ALIBANTE κ. Κληρίδης κατέθεσε συνοπτικό περίγραμμα των θέσεων και επιχειρημάτων του, στο οποίο επισυνάπτονται διάφορες δικαστικές αποφάσεις και αποσπάσματα από έγκυρα νομικά συγγράμματα. Αναπτύσσοντας περαιτέρω τις θέσεις του, εξήγησε ότι η κυρίως αίτηση θα πρέπει να παραμεριστεί για δύο διακριτούς λόγους. Ο πρώτος, διότι τα διάφορα τεκμήρια της κυρίως αίτησης αντί να επισυνάπτονται στην ένορκη δήλωση που τη συνοδεύει, επισυνάπτονται στην ίδια την αίτηση και ο δεύτερος διότι η ένορκη δήλωση που συνοδεύει την κυρίως αίτηση (α) είναι αντικανονική και δικονομικά απαράδεκτη για τον λόγο ότι έγινε από δικηγόρο ο οποίος δεν μπορεί να δίδει μαρτυρία, (β) διότι δεν περιέχει το απαραίτητο περιεχόμενο και (γ) διότι είναι αντίθετη με τους δικονομικούς θεσμούς και την πρακτική. Η ευπαίδευτη συνήγορος της ABOYNE επέλεξε να υιοθετήσει και καταθέσει εμπεριστατωμένη γραπτή αγόρευση, στην οποία αναπτύσσονται με επάρκεια και σαφήνεια οι δικές της θέσεις και επιχειρήματα. Η αγόρευση αυτή επίσης συνοδεύεται από σχετικές δικαστικές αποφάσεις και αποσπάσματα από έγκυρα νομικά συγγράμματα. Η πρώτη μου επισήμανση σε σχέση με την υπό εξέταση Αίτηση, είναι πως κατά το στάδιο της ακρόασης, υπήρξε από πλευράς ALIBANTE μια σαφέστατη διαφοροποίηση από το περιεχόμενο της. Από το λεχτικό του αιτούμενου διατάγματος και ιδιαίτερα του μέρους που έχω υπογραμμίσει ανωτέρω, είναι πρόδηλο στο δικό μου μυαλό πως η θέση της ALIBANTE κατά την καταχώρηση της Αίτησης, ήταν πως η κυρίως αίτηση δεν συνοδευόταν καν από ένορκη δήλωση. Η θέση αυτή βέβαια είναι ανεδαφική, αφού η κυρίως αίτηση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση. Το ζήτημα επομένως κανονικώς εχόντων των πραγμάτων τελειώνει εκεί. Αυτού λεχθέντος η πλευρά της ALIBANTE, έχοντας ως υπόβαθρο την αμφισημία, ασάφεια και γενικότητα που χαρακτηρίζει την ένορκη δήλωση που συνοδεύει την Αίτηση, αναδιπλώθηκε κατά το στάδιο της ακρόασης και προέβαλε τις θέσεις που παρέθεσα πιο πάνω. Τούτο βέβαια έγινε σε αντίθεση με τη νομολογιακή αρχή, ότι, κατά το στάδιο της ακρόασης ο δικηγόρος δεν δύναται με την αγόρευση του να αποκλίνει ή να διευρύνει το πλαίσιο μιας αίτησης (βλ. Federal Bank of Lebanon v. Shiakolas
(2002)1 Α.Α.Δ.223). Εν πάση περιπτώσει έχω την άποψη πως και τα εγερθέντα κατά την ακρόαση ζητήματα, δεν καταδεικνύουν ότι η κυρίως αίτηση ήταν εξ υπαρχής άκυρη ούτε και δικαιολογούν προδικαστικά τον παραμερισμό της. Αναφορικά με το γεγονός ότι η ένορκη δήλωση έγινε από δικηγόρο, είναι αλήθεια πως δεν ενδείκνυται οι δικηγόροι ως λειτουργοί της δικαιοσύνης, να υποδύονται παράλληλα και τον ρόλο του μάρτυρα. Υπό αυτή την έννοια επομένως, θα πρέπει όπου είναι δυνατό, οι δικηγόροι να αποφεύγουν να προβαίνουν σε ένορκες δηλώσεις προς υποστήριξη αιτήσεων ή ενστάσεων πελατών τους. Αυτού λεχθέντος το γεγονός και μόνο ότι μια ένορκη δήλωση έγινε από δικηγόρο δεν επιφέρει ακυρότητα είτε στην ένορκη δήλωση είτε στην αίτηση ή ένσταση που συνοδεύει. Απλώς αποκλείει τον συγκεκριμένο δικηγόρο από τον προσωπικό χειρισμό της υπόθεσης. Στην υπόθεση DMITRY RYBOLOVLEV v. ELENA RYBOLOVLEVA κ.α Πολ. Εφέσεις 130/09 και 131/09 ημερ. 29.1.2010 αναφέρονται σχετικά στη σελ. 9 τα ακόλουθα: «Το θέμα της κατάρτισης και υποβολής σε δικαστική διαδικασία ένορκης δήλωσης από δικηγόρο, διέπεται από καλά καθιερωμένες αρχές που εκπηγάζουν από τη νομολογία. Αν χρειάζεται να τις συνοψίσουμε ξανά, θα λέγαμε ότι γενικά ομιλούντες, μια ένορκη δήλωση δεν αποκλείεται απλά επειδή ο ομνύων είναι δικηγόρος. Οι δικηγόροι όμως θα πρέπει να αποστασιοποιούνται από τα γεγονότα που σχετίζονται με τα επίδικα θέματα και τυγχάνει γενικά ανεπιθύμητο να εμφανίζονται ως μάρτυρες ή ενόρκως δηλούντες σε δικαστική διαδικασία στην οποία εκπροσωπούν διάδικο, εκτός εάν αυτό είναι αναγκαίο. Αφ΄ ης όμως στιγμής δικηγόρος έχει με τον ένα ή άλλο τρόπο καταστεί μάρτυρας γεγονότων, τότε κωλύεται, λόγω ασυμβιβάστου, να συνεχίζει να εμφανίζεται χειριζόμενος την υπόθεσή του πελάτη του ως δικηγόρος. (Ahapittas v. Roc Chic Ltd
(1968)1 CLR1, In re Efthymiou
(1987)1 CLR, 319, Thanos Hotels Ltd v. Ιωάννου
(1991)1 ΑΑΔ 1036). Η δυνατότητα δικηγόρου είτε εξ ορισμού είτε ως υπευθύνου προσώπου που έχει δεόντως εξουσιοδοτηθεί, να προβεί σε ένορκη δήλωση, ειδικά σε αιτήσεις διάλυσης, προκύπτει και από το σύγγραμμα Halsburys Laws of England (3η έκδοση) Τόμος 7
(2)παρ.1465, στο οποίο παρέπεμψε η ευπαίδευτη συνήγορος της ABOYNE. Συγκεκριμένα αναφέρονται τα εξής: «Affidavits verifying and in opposition to petition. The petition must be verified by an affidavit that the statements in the petition are true, or are true to the best of the deponent's knowledge, information and belief. If the petition is in respect of debts due to different creditors, the debts to each creditor must be separately verified, and the petition must be exhibited to the affidavit verifying it. The affidavit must be made:
(1)by the petitioner (or if there are two or more petitioners, any one of them), or
(2)by some person such as a director, company secretary or similar company officer, or a solicitor who has been concerned in the matters giving rise to the presentation of the petition, or
(3)by some responsible person who is duly authorised to make the affidavit and has the requisite knowledge of those matters. Where the deponent is not the petitioner himself, or one of the petitioners, he must in the affidavit identify himself and state the capacity in which, and the authority by which, he makes it, an the means of his knowledge of the matters sworn to in the affidavit. The affidavit is prima facie evidence of the statements in the petition to which it relates». Στην προκειμένη περίπτωση η ένορκη δήλωση της κας Έλενας Μιχαήλ εμπίπτει και συνάδει πλήρως με τα πιο πάνω. Υπήρξε και επωφελής για τη διαδικασία γενικότερα, αφού αποφεύχθηκε σ' εκείνο το στάδιο η δαπανηρή μετάβαση αξιωματούχου της ABOYNE από το εξωτερικό για να ορκιστεί απλώς την ένορκη δήλωση. Με την επισήμανση αυτή, έρχομαι στα υπόλοιπα εγερθέντα ζητήματα τα οποία άπτονται ευρύτερα της φύσης της κυρίως αίτησης και της ακολουθητέας διαδικασίας. Για να τεθεί μια εταιρεία σε διάλυση υποβάλλεται αίτηση συμφώνως του άρθρου 213
(1)του περί Εταιρειών Νόμου Κεφ. 113 που στην αρχική του μορφή αναφέρει "An Application to the Court for the winding up of a company shall be by petition.". Η φράση αυτή έχει μεταφραστεί στα ελληνικά σε "Αίτηση στο Δικαστήριο για την εκκαθάριση εταιρείας γίνεται με αίτηση." Η διαδικασία υποβολής αίτησης διάλυσης διέπεται από τους περί Εταιρειών (Εκκαθάριση) Τροποποιητικούς Κανονισμούς 1933-1999, οι οποίοι είναι ειδικοί κανονισμοί. Ο κανονισμός 92 των Κανονισμών αυτών ενεργοποιεί και τους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας (περιλαμβανομένων και των Πτωχευτικών Θεσμών) για ζητήματα που δεν ρυθμίζονται ειδικά. Δεν εφαρμόζονται σε αίτηση διάλυσης οι περί Εταιρειών Κανονισμοί (Companies Rules) που είναι γενικοί κανονισμοί ούτε κατ' επέκταση τα Companies (Winding Up) Rules της Αγγλίας. Επ' αυτού σχετική είναι η υπόθεση K.M.C. Motors Limited v. Jorephanco Trading and Contracting Company
(1984)1 C.L.R. 390, 397, όπου αναφέρεται πως: "The prerequisite of a publication of a notice in a newspaper is one contemplated by the English Companies Winding-Up Rules which have no application in Cyprus in this respect, as no such provision exists under our law or the Winding Up Rules." Απορρέει από τα πιο πάνω, ότι η κυρίως αίτηση, όπως κάθε αίτηση διάλυσης είναι πρωτογενής και όχι ενδιάμεση. Συνεπώς κατά την ακρόαση αυτής, η ABOYNE οφείλει να αποσείσει το βάρος με το οποίο είναι επωμισμένη, με την προσκόμιση της αναγκαίας μαρτυρίας. Η ακρόαση δεν θα διεξαχθεί με βάση τις ενόρκους δηλώσεις με δικαίωμα αντεξέτασης και ΜΟΝΟ. Συνακόλουθα η αίτηση διάλυσης λογίζεται ως δικόγραφο, προσδιοριστικό των επιδίκων θεμάτων και έτσι ορθώς παρατίθενται στο σώμα της όλα τα αναγκαία γεγονότα, αντί στην ένορκη δήλωση που τη συνοδεύει. Τα δε τεκμήρια θα κατατίθενται ένα προς ένα κατά την ακρόαση με εκ των προτέρων δικαίωμα ένστασης στην πλευρά της ALIBANTE για κάθε ένα ξεχωριστά. Συνεπώς δεν προκύπτει καμία δυσχέρεια ή αδικία στην πλευρά της ALIBANTE από το γεγονός ότι η ένορκη δήλωση είναι λακωνική και υιοθετεί αντί να αναπαραγάγει το περιεχόμενο της κυρίως αίτησης και ότι τα τεκμήρια αναφέρονται και επισυνάπτονται στην ίδια την αίτηση και όχι στην ένορκη δήλωση που τη συνοδεύει. Έχοντας κατά νου τα πιο πάνω, η Αίτηση κρίνεται ολωσδιόλου ανεδαφική και απορρίπτεται. Νοείται βέβαια ότι τα ζητήματα που τίθενται στην ένσταση στην κυρίως αίτηση (και στην ένσταση στην αίτηση ημερ. 28.12.2009) παραμένουν άθικτα, ακόμα και αν συμπίπτουν με τα ζητήματα που τέθηκαν στα πλαίσια αυτής της Αίτησης. Τα έξοδα της Αίτησης όπως θα υπολογιστούν στο τέλος της όλης διαδικασίας από τον πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο επιδικάζονται υπέρ της ABOYNE και εναντίον της ALIBANTE. (Υπ.) ......... Στ. Ν. Σταύρου, Ε. Δ. ΠΙΣΤΟ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο