← Κύπρος

Μαρίας Παλαιολόγου κ.α. ν. Τάσος Κουτσονικόλας κ.α., Αρ. Αγωγής: 9966/04, 12 Iανουαρίου, 2011

Μαρίας Παλαιολόγου κ.α. ν. Τάσος Κουτσονικόλας κ.α., Αρ. Αγωγής: 9966/04, 12 Iανουαρίου, 2011 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2011:A9 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Γ. Κυριακίδου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 9966/04 Μεταξύ:

  1. Μαρίας Παλαιολόγου
  2. Μαργαρίτας Παλαιολόγου Εναγόντων και 1.Τάσος Κουτσονικόλας 2.Γεώργιος Κουτσονικόλας Εναγομένων ------------------------------------ ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 12 Iανουαρίου,
  3. ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για τους Ενάγοντες: κ. Δ. Λυκούργος Για τους Εναγόμενους: κ. Χρ. Ιωαννίδης Α Π Ο Φ Α Σ Η H Aπαίτηση των Εναγόντων στην παρούσα αγωγή αφορά ποσό (α) ΛΚ 6.216 ως αχρεωστήτως καταβληθέντων ή ένεκα παράβασης σύμβασης και (β) ποσό ΛΚ200 ως έξοδα επιμετρητή για καταμέτρηση της εκτελεσθείσας εργασίας. Σύμφωνα με την Έκθεση Απαίτησης οι Εναγόμενοι διατηρούσαν επιχείρηση που ασχολείτο με ξυλουργικές εργασίες και κατά ή περί 11.12.2001 συμφώνησαν με τους Ενάγοντες να προβούν στις ξυλουργικές εργασίες στην υπό ανέγερση τετραόροφη οικοδομή τους όπως εφαίνοντο επί της προσφοράς που έδωσαν σε αυτούς. Ήταν ρητός όρος της συμφωνίας ότι οτιδήποτε πραγματοποιείτο πέραν της προσφοράς θα χρεώνετο βάση των τιμών προσφοράς. Η τιμή για τις πιο πάνω εργασίες συμφωνήθηκε στις ΛΚ 29.660 μείον ΛΚ4.660 δηλαδή 15.71% έκπτωση ήτοι συνολικά ΛΚ 25.000 συμπεριλαμβανομένου ΦΠΑ. Οι Ενάγοντες πλήρωσαν σε διάφορα χρονικά διαστήματα ποσό ΛΚ30.
  4. Μετά το πέρας των εργασιών οι Ενάγοντες διαπίστωσαν ότι ο όγκος της εργασίας που πραγματοποιήθηκε ήταν πολύ μικρότερος και ότι η εκτελεσθείσα εργασία με βάση τη τιμή προσφοράς μείον 15,71% έκπτωση ήταν στο ποσό των ΛΚ 21.327,
  5. Ειδικότερα ενώ με βάση τη προσφορά θα προέβαιναν σε εφαρμογή μιας θύρας 10, αντί αυτού συμφωνήθηκε να τοποθετηθεί θύρα Θ
  6. Επίσης η επιπρόσθετη εκτελεσθείσα εργασία με βάση την τιμή προσφοράς μείον 15,71% έκπτωση καθώς και κάποιες εργασίες που δεν περιλαμβάνονταν στην τιμή προσφοράς ήταν για το ποσό των ΛΚ3.205,30 και όχι αυτό που χρεώθηκε. Έπρεπε επίσης να αφαιρεθεί και το ποσό των ΛΚ550 από διαφορά χρώματος εσωτερικών ερμαριών. Με βάση δε τα πιο πάνω η εκτελεσθείσα εργασία ήταν ΛΚ23.983 ενώ οι Ενάγοντες πλήρωσαν ΛΚ6.216 επιπλέον από τα συμφωνηθέντα, τα οποία απαιτούν καθώς και ΛΚ200 ως έξοδα του επιμετρητή. Οι Εναγόμενοι στην Υπεράσπιση τους αρνούνται την απαίτηση των Εναγόντων και ισχυρίζονται ότι το τέλος του 2001 παρέλαβαν από τους Ενάγοντες αρχικά σχέδια κάτοψης της οικοδομής και με βάση αυτά υπολόγισαν τα τετραγωνικά μέτρα για κάθε εργασία που θα εκτελούσαν. Μετά την παράδοση της προσφοράς οι Ενάγοντες επέδειξαν στους Εναγομένους μια άλλη προσφορά από κάποιο τρίτο ξυλουργό και οι Εναγόμενοι αντιλήφθηκαν ότι τα μέτρα που θα έπρεπε να εκτελέσουν στο χώρο των Εναγόντων ήταν λιγότερα από αυτά που υπολόγισαν από το αρχικό σχέδιο κάτοψης. Με βάση τα νέα δεδομένα και τα λιγότερα μέτρα όπως εμφαίνοντο από τη προσφορά του τρίτου ξυλουργού αποφάσισαν να χρεώσουν το κατ' αποκοπήν ποσό των ΛΚ25.000 για εκτέλεση των εργασιών χωρίς να αλλοιώνονται οι τιμές μονάδας και η προσφορά υπηρεσιών και εργασιών των Εναγομένων βασίζεται σε αυτές τις τιμές μονάδος. Αναφορικά με τους ισχυρισμούς των Εναγόντων για την αλλαγή του χρώματος των εσωτερικών ερμαριών ισχυρίζονται ότι για αυτή έγινε νέα συμφωνία και η χρέωση από ΛΚ1.210- θα ήταν ΛΚ
  7. Οι Εναγόμενοι αρνούνται τους ισχυρισμούς των Εναγόντων για λιγότερη εκτελεσθείσα εργασία και ισχυρίζονται περαιτέρω ότι οι Ενάγοντες δεν υπολόγισαν στην καταγραφή τους τα λιγότερα τετραγωνικά που έγιναν στην εργασία που χρειαζόταν και ότι με βάση αυτά χρέωσαν τους Ενάγοντες και επίσης δεν υπολόγισαν ΛΚ991 για εργασίες που εκτέλεσαν. Ειδικότερα απαντώντας τους ισχυρισμούς των Εναγόντων, ως προς την αλλαγή θύρας ισχυρίζονται ότι αυτή στοίχισε ΛΚ720, γιατί ήταν πιο μεγάλη και αυτή δεν πληρώθηκε από τους Ενάγοντες. Σε σχέση με τις επιπρόσθετες εργασίες ήταν η θέση τους ότι η αξία τους υπολογίσθηκε, με βάση την συμφωνηθείσα τιμή μονάδος και η αξία της εκτελεσθείσας εργασίας ήταν για το ποσό των ΛΚ6.502 και αρνούνται ότι συμφώνησαν να προβούν σε έκπτωση για τις επιπρόσθετες εργασίες. Είναι περαιτέρω ισχυρισμός τους ότι οι Ενάγοντες προέβησαν σε εργασίες συνολικής αξίας ΛΚ25.000 πλέον ΛΚ720 πλέον ΛΚ6502 σύνολο ΛΚ32.222 από το οποίο θα πρέπει να αφαιρεθεί το ποσό των ΛΚ275 που αφορά αλλαγή χρώματος εσωτερικών ερμαριών και άρα το συνολικό ποσό της εκτελεσθείσας εργασίας ήταν ΛΚ31.947- ενώ οι Ενάγοντες πλήρωσαν το ποσό των ΛΚ30.200 και άρα η αγωγή πρέπει να απορριφθεί. Οι Εναγόμενοι παρόλο του ότι δικαιούνται επιπρόσθετα το ποσό των ΛΚ1.747- δεν προβαίνουν σε απαίτηση λόγω του ότι με τη μεταξύ των διαδίκων συμφωνία θεωρήθηκε το ποσό των ΛΚ30.200 ότι δόθηκε για πλήρη εξόφληση. Οι Ενάγοντες στην απάντηση τους αρνούνται όλους τους ισχυρισμούς των Εναγομένων και επαναλαμβάνουν τους ισχυρισμούς τους που περιέχονται στην Έκθεση Απαίτησης. Οι Ενάγοντες για να αποδείξουν την υπόθεση τους στηρίχθηκαν στη δική τους μαρτυρία και κάλεσαν επίσης τον Επιμετρητή Ποσοτήτων κ. Ευθύμιο Ανδρέου (ΜΕ3). Οι Εναγόμενοι στηρίχθηκαν στη μαρτυρία του Εναγομένου 1 (ΜΥ1) και του Χρυσίλιου Κύπρου εργολάβου του έργου (ΜΥ2). Το σύνολο της μαρτυρίας η οποία τέθηκε υπόψη του Δικαστηρίου στα πλαίσια της παρούσας ακροαματικής διαδικασίας, βρίσκεται στα πρακτικά της διαδικασίας. Δεν αποτελεί ασφαλώς πρόθεση του Δικαστηρίου η επανάληψη της μαρτυρίας στα πλαίσια της παρούσας απόφασης. Πολύ συνοπτικά και περιοριζόμενο, στα βασικά και σχετικά με την παρούσα υπόθεση σημεία, το Δικαστήριο θα αναφερθεί σε αυτή. Αυτονόητο θα πρέπει να θεωρείται εξάλλου ότι κατά το στάδιο της αξιολόγησης της μαρτυρίας, λαμβάνεται υπόψη το σύνολο της προσκομισθείσας και αποδεκτής μαρτυρίας ως επίσης κάθε σχετική λεπτομέρεια (βλ. Χρυσούλα Καννάουρου κ.α ν Ανδρέα Σταδιώτη

(1990)1 ΑΑΔ σελ. 35). Η εκδοχή των Εναγόντων μέσω της μαρτυρίας που παρουσίασαν είναι ότι λίγες μέρες πριν τις 11.12.2001 ζήτησαν προσφορές από διάφορους ξυλουργούς για αποπεράτωση της, υπό οικοδόμηση 2ου,3ου και 4ου ορόφου, πενταόροφης οικοδομής τους, στους Αγίους Ομολογητές. Οι Εναγόμενοι τους έδωσαν μια από τις προσφορές ύψους ΛΚ29.660 αλλά ανέφεραν στους Ενάγοντες ότι αν υπήρχε χαμηλότερη προσφορά από τη δική τους να τους το έλεγαν για να το συζητήσουν, γιατί ήταν διατεθειμένοι να δώσουν έκπτωση. Αφού πήραν τις άλλες προσφορές, σε αυτές υπήρχε μια, η οποία ήταν για ΛΚ24.500 και ανέφεραν το γεγονός στους Εναγομένους. Οι Εναγόμενοι πρότειναν να αναλάβουν την εκτέλεση του έργου κάνοντας έκπτωση ύψους ΛΚ4.660 σε σχέση με την αρχική προσφορά τους και ότι το ποσό που θα πλήρωναν ήταν ΛΚ25.000 και έτσι στις 11.12.2001 συμφώνησαν με γραπτή συμφωνία με τους Εναγομένους να προβούν στην εκτέλεση των ξυλουργικών εργασιών της οικοδομής. Ήταν περαιτέρω η θέση τους ότι η συνήθης πρακτική που εφαρμόζεται όταν δίδεται έκπτωση στην εκτέλεση εργασιών στον τομέα των οικοδομών κι άλλων συναφών εργασιών στην αρχική προσφορά, το ίδιο ποσοστό έκπτωσης ισχύει και για την εκτέλεση οποιωνδήποτε επιπρόσθετων εργασιών που τα εμπλεκόμενα μέρη συμφωνήσουν. Εν όψει δε του ότι οι Εναγόμενοι τους παραχώρησαν έκπτωση στο συνολικό ποσό, ως φαίνεται στην εν λόγω συμφωνία που υπέγραψε ο Εναγόμενος 1, ύψους Λ.Κ 4.660,00 σε σχέση με το αρχικό ποσό της προσφοράς αυτή αντιστοιχεί σε μία έκπτωση 15,71%. Έτσι η αντίληψη που είχαν οι Ενάγοντες από την αρχή της συμφωνίας ήταν ότι η έκπτωση του 15,71% θα εφαρμοζόταν σε όλες τις υπηρεσίες που τους παρείχαν οι Εναγόμενοι. Δεν πρόκειτο δηλαδή απλώς έκπτωση ποσού ΛΚ4.660 αλλά για ποσοστό έκπτωσης που θα είχε εφαρμογή σε όλες τις υπηρεσίες συμπεριλαμβανομένων και των επιπρόσθετων παραγγελιών που θα έκαναν. Οι Εναγόμενοι ποτέ δεν τους ανέφεραν ότι αυτό το ποσοστό έκπτωσης δεν θα είχε εφαρμογή στις υπόλοιπες υπηρεσίες αλλά αντίθετα τους βεβαίωναν ότι η συμφωνηθείσα έκπτωση θα ισχύσει και στις επιπρόσθετες εργασίες. Αρνούνται τον ισχυρισμό των Εναγομένων ότι η μείωση του ποσού της προσφοράς των Εναγομένων βασίστηκε σε νέα σχέδια ή νέους υπολογισμούς αλλά ισχυρίζονται ότι έγινε συνειδητά ως έκπτωση. Ήταν περαιτέρω ο ισχυρισμός τους ότι εν όψει του ότι η συνεργασία τους με τους Εναγομένους στην αρχή ήταν ομαλή χωρίς προβλήματα οι Ενάγοντες όποτε οι Εναγόμενοι τους ζητούσαν λεφτά και χωρίς προσδιορισμό συγκεκριμένης εργασίας, τους τα έδιναν χωρίς έλεγχο. Όταν έμεινε το τελευταίο ποσό το οποίο έπρεπε να δοθεί στους Εναγομένους και οι εργασίες είχαν σχεδόν ολοκληρωθεί ο Εναγόμενος 1 ήρθε στο σπίτι των Εναγόντων και επέμενε επίμονα να πληρωθεί χωρίς να τελειώσει τις εργασίες του. Τον διαβεβαίωσαν ότι θα τον πλήρωναν μόλις θα τέλειωνε τις εργασίες και τελικά με παρέμβαση και του Εναγομένου 2 συμφώνησαν να πληρωθούν μόλις αποπερατωθεί η εργασία. Όμως η έντονη επιμονή του Εναγομένου 1 να πληρωθεί πριν την ολοκλήρωση της εργασίας έβαλε σε σκέψεις τους Ενάγοντες και διάβασαν ξανά τη συμφωνία και διαπίστωσαν ότι τους χρέωσαν με περισσότερη εργασία από αυτή που έκαναν. Την επόμενη μέρα η Ενάγουσα 2 κάλεσε τον Εναγόμενο 1 και του υπέδειξε ότι δεν έγιναν εργασίες οι οποίες εφαίνοντο στα σχέδια. Αυτός φώναζε και έβριζε και δεν έδωσε εξηγήσεις και πήρε τα αρχιτεκτονικά σχέδια να τα μελετήσει. Την επόμενη μέρα που ήρθε και πάλι ο Εναγόμενος 1 αρνείτο να συζητήσει, φώναζε και αρνήθηκε να πάνε μαζί να μετρήσουν. Μετά από αυτό το γεγονός οι Ενάγοντες προχώρησαν και μέτρησαν την εκτελεσθείσα εργασία και διαπίστωσαν σοβαρότατες αποκλίσεις. Έτσι μη ξέροντας τι να κάνουν, αφού ο αρχιτέκτονας του έργου τους εγκατέλειψε, μετά από έρευνα εντόπισαν, από την Ομοσπονδία Εργοδοτών και Βιομηχάνων, τον Σύνδεσμο Εργοδοτών Ξυλουργών και ο Ενάγοντας πήγε στα γραφεία τους όπου συνάντησε τον κ. Παρασκευά Αναστασίου, Λειτουργό Βιομηχανίας και του ανέφερε το πρόβλημα που αντιμετώπιζαν με τους Εναγόμενους. Αυτός τον συμβούλεψε να αποταθεί στο Διοικητικό Συμβούλιο του Παγκύπριου Συνδέσμου Βιομηχάνων Επίπλου και Ξυλουργικών. Όμως κατόπιν έρευνας διαπιστώθηκε ότι οι Εναγόμενοι δεν ήταν μέλη του, έτσι τον συμβούλευσε να βρει το Σύνδεσμό που ανήκαν οι Εναγόμενοι για να κάνει το παράπονο του. Την επόμενη μέρα 23.4.2003 ο Εναγόμενος 1 πήρε τηλέφωνο τον Ενάγοντα και του ζητούσε πιεστικά εξόφληση του λογαριασμού. Ο Ενάγοντας τον πληροφόρησε ότι έχουν σοβαρές διαφορές μεταξύ προσφοράς και της εργασίας που έκαναν και μελετά το θέμα να βρει το Σύνδεσμό Ξυλουργών και να ζητήσει παρέμβαση. Ο Εναγόμενος 1 μετά από λίγο του τηλεφώνησε ξανά και του είπε ότι θα έρθει με λειτουργό του Συνδέσμου για να καταμετρήσουν μαζί. Σε μικρό χρονικό διάστημα ήρθε ο Εναγόμενος 1 με τον Παρασκευά Αναστασίου και άρχισαν να μετρούν. Αφού συμπληρώθηκε η καταμέτρηση κάθισαν κάτω και οι τέσσερις και έκαναν μαθηματικές πράξεις. Ο ίδιος στο σύνολο βρήκε μια ουσιαστική διαφορά ύψους ΛΚ2.700- υπέρ των Εναγόντων ενώ οι Εναγόμενοι και ο Αναστασίου την καθόρισαν σε ΛΚ
  1. Όμως οι Εναγόμενοι δεν αποδέχοντο τη διαφορά και άρχισαν να φωνάζουν. Ο Αναστασίου αποχώρησε και οι Εναγόμενοι άρχισαν να βγάζουν τις θύρες πυρασφάλειας για να τις πάρουν μαζί τους. Ο ίδιος τηλεφώνησε στην αστυνομία αλλά άργησε να έρθει και τότε ο Ενάγοντας πρότεινε στους Εναγόμενους να δώσει ΛΚ1.000- για να του επιστραφούν οι πόρτες ενώ οι Εναγόμενοι ζήτησαν ΛΚ1.700-. Τότε ο Ενάγοντας δέχθηκε και έδωσε επιταγή ύψους ΛΚ1.700- και του έδωσαν την εξοφλητική απόδειξη (τεκμήριο 7). Ο κ. Αναστασίου προτού αποχωρήσει παρακάλεσε τον Ενάγοντα να μην τον εμπλέξει γιατί αυτό που έκαμε να παραστεί στην καταμέτρηση, ήταν χωρίς ενημέρωση των προϊσταμένων του και έξω από τα καθήκοντα της υπηρεσίας του. Μετά από αυτό ο Ενάγοντας απέστειλε σχετική επιστολή στο Διοικητικό Σύνδεσμο Βιομηχάνων Επίπλου και Ξυλουργών χωρίς να πάρει απάντηση. Έτσι ανέθεσαν την υπόθεση σε δικηγόρο ο οποίος απέστειλε επιστολή στους Εναγομένους. Ακολούθησε μια μεγάλη προσπάθεια διευθέτησης. Η έκθεση του Επιμετρητή Ποσοτήτων κ. Ευθύμιου Ανδρέου, η οποία κατατέθηκε στο Δικαστήριο από κοινού ως Τεκμήριο 8 αντικατοπτρίζει πλήρως τις θέσεις των Εναγόντων στην οποία φαίνεται η ανάλυση κόστους κατασκευής. Η εκδοχή των Εναγομένων όπως προκύπτει από τη μαρτυρία του Εναγόμενου 1 και του εργολάβου της οικοδομής ήταν εκ διαμέτρου αντίθετη. Παρά το ότι δέχονται ότι οι Ενάγοντες τους ζήτησαν όπως ετοιμάσουν προσφορά για την παροχή ξυλουργικών εργασιών ισχυρίζονται ότι οι Ενάγοντες τους παρέδωσαν αρχικά σχέδια κάτοψης της ανεγειρόμενης οικοδομής, που περιείχαν μόνο τους χώρους όπου οι ζητούμενες εργασίες έπρεπε να εκτελεστούν. Με βάση τα εν λόγω σχέδια αλλά και τις οδηγίες των Εναγόντων ως προς το είδος (περιγραφή της εργασίας που επιθυμούσαν) τους ζήτησαν να ετοιμάσουν προσφορά για τις εργασίες που τους ζήτησαν και με βάση το εν λόγω σχέδιο κάτοψης ετοίμασαν την προσφορά η οποία είναι το Τεκμήριο 9 στην παρούσα υπόθεση, (εξαιρουμένης της προσθήκης των λέξεων 'έκπτωση' και '25000'). Μετά την παράδοση της πιο πάνω προσφοράς οι Ενάγοντες τους υπέδειξαν μια άλλη προσφορά που είχε ληφθεί από κάποιο τρίτο ξυλουργό, για την εκτέλεση των εργασιών στην οικοδομή έναντι των Λ.Κ. 24.500 και οι Εναγόμενοι αντιληφθήκαν ότι κάποιο λάθος είχε σημειωθεί κατά το στάδιο που τους δίδονταν οι οδηγίες για την ετοιμασία της προσφοράς. Κατά την διερεύνηση των λόγων απόκλισης των δύο προσφορών αντιληφθήκαν ότι, ενώ σε ότι αφορούσε τις τιμές μονάδος των δύο προσφορών αυτές συμφωνούσαν, σε ότι αφορούσε τα μέτρα και συνεπώς την ποσότητα ξυλείας που θα έπρεπε να εκτελέσουν στο χώρο των Εναγόντων, αυτά ήταν λιγότερα από αυτά που υπολόγισαν αρχικά και τούτο για δύο λόγους: Πρώτον γιατί ο υπολογισμός τους έγινε από σχέδιο κάτοψης και μόνον και δεύτερον γιατί όπως πληροφορηθήκαν για την οικοδομή στην οποία θα εκτελούσαν τις εργασίες ετοιμάστηκαν νέα σχέδια στα οποία σημειώθηκε ανύψωση δαπέδων. Με βάση τα νέα τούτα δεδομένα δηλαδή στη βάση ότι οι εργασία η οποία θα έπρεπε να εκτελέσουν ήταν για λιγότερα μέτρα από όσα αρχικά υπολογίστηκαν, οι Εναγόμενοι αποφασίσαν ότι μπορούσαν να επανεκτιμήσουν την εργασία που θα εκτελέσουν και έτσι κατέληξαν ότι μπορούσαν να χρεώσουν το κατά αποκοπή ποσό των Λ.Κ.25.000,00, για την εργασία που τελικά έπρεπε να εκτελεσθεί. Έναντι τούτου του ποσού και δεδομένων των διαφοροποιήσεων στα μέτρα που θα εκτελούσαν οι Ενάγοντες συμφώνησαν επί της νέας προσφοράς όπως εκτελέσουν την εργασία οι ίδιοι. Όταν τους έδωσαν οδηγίες οι Ενάγοντες για τις εργασίες για τις οποίες ζήτησαν προσφορά αυτοί δεν τους υπέδειξαν ποσότητα ή μέτρα ξυλείας που ήθελαν να εκτελεστούν (πέραν του σχεδίου κάτοψης). Οι ποσότητες υπολογίστηκαν αποκλειστικά από τους ίδιους τους Εναγομένους και η αρχική εκτίμηση τους ήταν ως φαίνεται στην προσφορά Τεκμήριο
  2. Επίσης κατά το στάδιο μείωσης της τιμής της προσφοράς από Λ.Κ. 29.660 σε Λ.Κ. 25.000 ήταν πλήρως κατανοητό, από τους Ενάγοντες, ότι τα μέτρα και οι ποσότητες που φαίνονται επί της προσφοράς θα διαφοροποιούνταν βάση των νέων σχεδίων, αφού είχαν εξηγήσει στους Ενάγοντες πολύ αναλυτικά και ήταν γνώστες των λόγων για τους οποίους αρχικά οι Εναγόμενοι υπολόγισαν περισσότερα μέτρα από όσα στην πραγματικότητα έπρεπε να εκτελεσθούν. Επίσης αρνήθηκαν τα όσα αναφέρθηκαν από τους Ενάγοντες σχετικά με την παραχωρηθείσα μείωση. Περαιτέρω αρνούνται τη θέση των Εναγόντων ότι η μείωση - έκπτωση έγινε κατά τρόπο που αυτή θα εφαρμόζετο σε όλες τις εργασίες που θα παρέχονταν στους Ενάγοντες και ισχυρίζονται ότι εντελώς αυθαίρετα οι Ενάγοντες ισχυρίζονται ότι παραχωρήθηκε έκπτωση που υπολογίζεται σε 15.71%. Αρνούνται επίσης ότι λέχθηκε από τους ίδιους, στους Ενάγοντες ότι το ποσοστό αυτό θα εφαρμοζόταν σε όλες τις επιπρόσθετες εργασίες που θα γίνονταν. Ήταν περαιτέρω ισχυρισμός τους ότι σε καμία περίπτωση δεν έγινε έκπτωση 15,71% από το αρχικό ποσό των Λ.Κ.29.660,00 και ότι αν πρόσφεραν έκπτωση κατά τον τρόπο που ισχυρίζονται οι Ενάγοντες δεν θα την πρόσφεραν με δύο δεκαδικά ψηφία αλλά θα την πρόσφεραν για ακέραιο αριθμό. Ισχυρίζονται επίσης ότι οι Ενάγοντες γνώριζαν ότι με βάση τα νέα σχέδια τα μέτρα για τις διάφορες εργασίες θα ήταν πιο λίγα με αποτέλεσμα η προσφορά για Λ.Κ.29.660,00 δεν μπορούσε να ισχύει πλέον και ότι κατά την προφορική τους συμφωνία ήταν ξεκάθαρο ότι οι τιμές μονάδων που εμφανίζονταν στην πρώτη προσφορά για κάθε εργασία δεν θα άλλαζε και ότι εκείνο το οποίο άλλαξε και διαφοροποιήθηκε η συνολική τιμή ήταν η ποσότητα της εργασίας. Αρνήθηκε δε ότι υπάρχει οποιαδήποτε πρακτική στο επάγγελμα τους επί της οποίας η οποιαδήποτε παρασχεθείσα έκπτωση σε συμφωνία εφαρμόζεται αυτόματα και στις επιπρόσθετες εργασίες. Ως προς τον τρόπο εκτέλεσης των εργασιών ανέφεραν ότι όταν έκλεισαν οι χώροι πάνω από την υφιστάμενη κατοικία κλήθηκαν να ξεκινήσουν την εκτέλεση των εργασιών, και τότε μπόρεσαν να μετρήσουν επακριβώς τα μέτρα που θα εκτελούνταν και καθ' όλη την διάρκεια των μετρήσεων τους αλλά και καθ' όλη την διάρκεια της εκτέλεσης των εργασιών τους οι Ενάγοντες ήταν παρόντες και συμφωνούσαν επακριβώς με τις μετρήσεις τους και με τις εργασίες που θα εκτελούσαν. Γενικά καθ' όλη την διάρκεια των εργασιών τους στην οικοδομή των Εναγόντων η σχέση τους ήταν πολύ καλή και ουδέποτε υπήρξε λόγος διαφωνίας. Οι εργασίες τους είχαν ολοκληρωθεί περί τις 30/12/
  3. Δεδομένης της καλής σχέση που είχε αναπτυχθεί μεταξύ τους περίμεναν τους Ενάγοντες να τους ειδοποιήσουν για την ημέρα που θα τους εξοφλούσαν το υπόλοιπο του λογαριασμού τους. Περί τη 23/4/2003 ο Ενάγοντας 1 επικοινώνησε μαζί με τον Εναγόμενο 1 και του ζήτησε όπως συναντηθούν για να επιμετρηθεί η εργασία που εκτελέσθηκε και να τους πληρώσει το οφειλόμενο ποσό. Σε σχέση με τη συνάντηση που είχαν εκείνη τη μέρα αρνούνται ότι ο Εναγόμενος 1 συμπεριφέρθηκε απρεπώς ή ότι συμπεριφέρθηκαν με τρόπο που οι Ενάγοντες τους καταλογίζουν και ήταν η θέση τους ότι ουδέποτε ζήτησαν φορτικά αποπληρωμή ή ότι προέβηκαν σε οποιανδήποτε πράξη κατά της περιουσίας των Εναγόντων όπως αυτοί τους καταλογίζουν. Περαιτέρω ουδέποτε τους αναφέρθηκε οποιαδήποτε ένσταση των Εναγόντων σχετικά με εργασία η οποία έπρεπε να εκτελεσθεί και δεν εκτελέσθηκε. Όταν πήγαν στην οικοδομή των Εναγόντων παρών ήταν ο Ενάγοντας και κάποιος επιμετρητής τον οποίο κάλεσε ο ίδιος ο Ενάγοντας αφού είναι ο ίδιος που ζήτησε όπως γίνει επιμέτρηση της εργασίας. Πράγματι διενεργήθηκε επιμέτρηση αντικείμενο της οποίας ήταν οι εργασίες της αρχικής συμφωνίας αφού σε εκείνο το στάδιο η αξία των επιπρόσθετων εργασιών δεν αμφισβητήθηκε. Το αποτέλεσμα επιμέτρησης έδειχνε ότι η αξία των εργασιών ως συμφωνήθηκαν αυτές αρχικά ήταν στις Λ.Κ. 26.
  4. Δεδομένου του συμφωνημένου αποτελέσματος και δεδομένου ότι για αυτές τις εργασίες οι Εναγόμενοι θα λάμβαναν ποσό Λ.Κ. 25.000, ως η προσφορά, πλέον Λ.Κ.6.300- για τις επιπρόσθετες εργασίες, δεν ετίθετο οποιοδήποτε θέμα και έτσι μετά από την επιμέτρηση ο επιμετρητής αποχώρησε. Τότε και προς μεγάλη έκπληξη των Εναγομένων ο Ενάγοντας άρχισε να παζαρεύει για το ποσό που θα τους πλήρωνε. Συγκεκριμένα τους είπε ότι είτε θα δεχόταν το ποσό των Λ.Κ. 1.700-, προς πλήρη εξόφληση των οφειλομένων που ανέρχονταν σε Λ.Κ 2.800-, πλέον το συνολικό ΦΠΑ για την παραδοθείσα εργασία, είτε δεν θα τους πλήρωνε τίποτε. Οι Εναγόμενοι μετά από πολλή συζήτηση αποδεχθήκαν την πληρωμή του ποσού των Λ.Κ. 1.700- προς πλήρη εξόφληση δεδομένου ότι δεν ήθελαν να χάσουν και αυτό το ποσό. Πήραν την τελευταία επιταγή, εκδώσαν εξοφλητική απόδειξη σύμφωνα με της φορτική υπόδειξη του Ενάγοντα και αποχωρήσαν. Λίγους μήνες μετά έλαβαν επιστολή από τον Δικηγόρο των Εναγόντων όπου ζητούσαν επιστροφή χρημάτων. Αμέσως έδωσαν την υπόθεση σε δικηγόρο ο οποίος κατόπιν εντολών τους απέστειλε τις επιστολές ημερομηνίας 30/6/2003 και 29/12/
  5. Αποτέλεσμα της διαφωνίας τους ήταν η καταχώρηση αγωγής και υπεράσπισης εκ μέρους τους στην παρούσα υπόθεση. Την άνοιξη του 2008 ο Εναγόμενος συμμετείχε στην επιμέτρηση που διενεργήθηκε από κοινού με τον κ. Ευθύμιο Ανδρέου για να γίνει ανάλυση κόστους κατασκευής (βλ. τεκμήριο 8). Με την εν λόγω έκθεση συμφωνούν εκτός από τα σημεία στα οποία τέθηκε επιφύλαξη κατά την ακροαματική διαδικασία. Επεξηγώντας τη διαφωνία τους ως προς το σημείο Ο της δεύτερης σελίδας της έκθεσης του κ. Ανδρέου και το οποίο αφορά τον τρόπο με τον οποίο αφαιρείται η έκπτωση ήταν η θέση των Εναγομένων ότι λανθασμένα ο κ. Ανδρέου υπολόγισε ποσοστό έκπτωσης αφού η έκπτωση που έγινε για τους λόγους που ήδη αναφέρθηκαν αφορούσε το ποσό των Λ.Κ.4.660 και όχι ποσοστό. Ήταν επίσης η θέση τους ότι η πλειονότητα των εργασιών οι οποίες βρίσκονται στο πρώτο μέρος του Τεκμηρίου 8, υπό τον τίτλο Εργασίες τιμολογημένες με βάση τιμές συμβολαίου είναι οι εργασίες για τις οποίες δόθηκε η προσφορά των Λ.Κ.
  6. Επομένως ασχέτως του ποσού που αθροίζεται για αυτές τις εργασίες οι Εναγόμενοι δικαιούνται να λάβουν μόνο Λ.Κ.25.
  7. Εφόσον ληφθεί τούτο υπόψη καμία έκπτωση δεν μπορεί να εφαρμοσθεί σε καμία περαιτέρω επιπρόσθετη εργασία. Έτσι, οι Εργασίες κάτω από το δεύτερο και τρίτο μέρος του τεκμηρίου 8 υπό τους τίτλους Νέες εργασίες τιμολογημένες με βάση τιμές μονάδος συμβολαίου και Νέες εργασίες τιμολογημένες με νέες τιμές μονάδος αποτελούν όλες νέες επιπρόσθετες εργασίες για τις οποίες καμία έκπτωση δεν μπορεί να υπολογισθεί. Έτσι το συνολικό ποσό που προκύπτει από την περιγραφή των εργασιών στην εν λόγω έκθεση δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα. Εξειδικεύοντας περαιτέρω την θέση του ο Εναγόμενος 1 αναφέρθηκε στο Τεκμήριο 8 στο οποίο φαίνεται να υπολογίστηκε η εκτελεσθείσα εργασία και ο αριθμός θυρών σαράντα τέσσερις
(44). Η προσφορά έκανε λόγο για σαράντα μόνο θύρες
(40)και σε καμία φάση πριν την παραχώρηση της προσφοράς των Λ.Κ. 25000 δεν συμφωνήθηκε η εκτέλεση κατασκευής πέραν των 40 θυρών. ΄Ετσι τέσσερις θύρες δεν ήταν μέσα στην προσφορά και αυτές θα έπρεπε να λογιστούν ως επιπρόσθετες εργασίες και λανθασμένα συμπεριλαμβάνεται ως εργασία τιμολογημένη με βάση τιμή μονάδος του συμβολαίου. Έτσι εάν υπολογισθεί η αξία των τριών θυρών Θ 7 αυτή με βάση την επιμετρηθείσα αξία αντιστοιχεί σε 3 χΛ.Κ.490= Λ.Κ.
  1. Επίσης η τέταρτη πόρτα που περισσεύει από τις σαράντα τέσσερις θύρες του Τεκμηρίου 8 πιθανόν να αντιστοιχεί στα δύο τεμάχια που περιγράφονται στο Τεκμήριο 8 στο σημείο Β της πρώτης σελίδας ως Θ1 χωρίς κάσια και η οποία εργασία πιθανόν και πάλι να αντιστοιχεί στην εργασία που οι ίδιοι περίγραψαν ως Θ10 και έφερε δύο φύλλα. Αναφορικά με την απαίτηση των Εναγομένων για Λ.Κ. 600 αυτή αφορά χρήση χρώματος σε κάσια, ισχυρίζονται ότι αυτή η εργασία εκτελέσθηκε στο τελικό στάδιο των εργασιών τους και ήταν αποτέλεσμα της επιλογής των θυγατέρων των Εναγόντων και είχε επεξηγηθεί από τον Εναγόμενο 1 στους Ενάγοντες ότι ο χρωματισμός θα επέφερε επιπλέον κόστος και οι ίδιοι του ανέφεραν ότι θα το κάλυπταν. Τέλος ήταν η θέση των Εναγομένων ότι με βάση την επιμετρηθείσα εργασία ως αυτή αποτυπώνεται στο Τεκμήριο 8 ο υπολογισμός της συνολικής τιμής που δικαιούντo από τις εργασίες που εκτέλεσαν στην οικοδομή των Εναγόντων υπολογίζεται ως ακολούθως: Λ.Κ.25.000 (Το συμφωνηθέν/κατ' αποκοπή ποσό για την εκτέλεση των εργασιών ως οι αρχικές οδηγίες των Εναγομένων) + Λ.Κ. 3165 (νέες επιπρόσθετες εργασίες ως επιμετρήθηκαν και φαίνονται στο Τεκμήριο 8 υπό τον τίτλο Νέες εργασίες τιμολογημένες με βάση τιμές μονάδος του συμβολαίου) + Λ.Κ. 1568 (Νέες επιπρόσθετες εργασίες ως αυτές φαίνονται στο Τεκμήριο 8 υπό τον τίτλο Νέες· εργασίες τιμολογημένες με βάση νέες τιμές μονάδος) - Λ.Κ.550 (που αφορά την συμφωνηθείσα διαφορά που φαίνεται στο σημείο Ν της δεύτερης σελίδας του Τεκμηρίου 8) + Λ.Κ. 1470 (που αντιστοιχεί στο συνολικό ποσό των τριών Θυρών Θ7 που λανθασμένα υπολογίστηκα ως αρχική Εργασία αφού ήταν επιπρόσθετη) + Λ.Κ. 600 (που αντιστοιχεί το ποσό της εργασίας χρωματισμού κάσιας) = Λ.Κ. 31.
  2. ΄Ετσι με βάση τους πιο πάνω υπολογισμούς τους ακόμα και μετά από την τελευταία επιμέτρηση δικαιούντo να λάβουν από τους Ενάγοντες το ποσό των Λ.Κ. 31.253 για την εκτελεσθείσα εργασία λαμβανομένου υπόψη και του αρχικού συμφωνημένου μειωμένου ποσού των Λ.Κ. 25.000, για τις εργασίες που συμφωνήθηκαν αρχικά να εκτελεσθούν αλλά και τις επιπρόσθετες εργασίες. Στο τελικό αυτό ποσό πρέπει να εφαρμοσθεί και ΦΠΑ 10% δηλαδή Λ.Κ.3.125.
  3. Οι Ενάγοντες τους πλήρωσαν το συνολικό ποσό των Λ.Κ.30.200 προς πλήρη εξόφληση των οφειλομένων. Δηλαδή κατά την συμφωνία πλήρους εξόφλησης είχαν να παίρνουν από τους Ενάγοντες Λ.Κ.34.278.30 (δηλαδή Λ.Κ 31.253 πλέον Λ.Κ 3125.30 ΦΠΑ), έτσι ποσό εκ Λ.Κ.4078.50 δεν το εισέπραξαν ποτέ, από την ως άνω εκτελεσθείσα εργασία συμπεριλαμβανομένου του ΦΠΑ που όφειλαν να καταβάλουν οι Ενάγοντες. Οι συνήγοροι μετά την ακροαματική διαδικασία με τις εμπεριστατωμένες αγορεύσεις τους υποστήριξαν τις εκατέρωθεν θέσεις των διαδίκων. Στις επιμέρους εισηγήσεις τους θα γίνει αναφορά όπου κρίνεται σκόπιμο για σκοπούς της απόφασης. ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ - ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ Για καλύτερη κατανόηση των γεγονότων της υπόθεσης προχωρώ με την καταγραφή ορισμένων αδιαμφισβήτητων γεγονότων που προκύπτουν τόσο από τις δικογραφημένες θέσεις των διαδίκων όσο και από την έγγραφη και προφορική μαρτυρία αλλά και τα παραδεκτά γεγονότα: Περί τα μέσα Δεκεμβρίου 2001 έγινε συμφωνία μεταξύ των διαδίκων μερικώς προφορική και μερικώς γραπτή. Το τεκμήριο 9 αποτελεί την προσφορά των Εναγομένων για τις ξυλουργικές εργασίες της οικοδομής των Εναγόντων. Οι Εναγόμενοι εξέδωσαν αποδείξεις, εισπράξεις ποσών συμποσούμενα σε ΛΚ30.200 για την εξόφληση των εκτελεσθεισών εργασιών επί της οικοδομής τους (βλ. τεκμήρια 1-7). Το τεκμήριο 7 είναι εξοφλητική απόδειξη της συναλλαγής. Οι εκτελεσθείσες εργασίες και τα ποσά που αντιστοιχούν σ' αυτές εμφαίνονται στη έκθεση επιτόπιας επιθεώρησης εργασιών του κ. Ανδρέου (ΜΥ3) (τεκμήριο 8) και είναι παραδεκτές, εκτός από τα σημεία α-γ πιο κάτω για τα οποία υπάρχει αμφισβήτηση. Συγκεκριμένα: α. το σημείο «ο» της δεύτερης σελίδας του τεκμηρίου 8 που αφορά περιγραφή για μείωση των εκπτώσεων της ολικής τιμής οι οποίες υπάρχουν με τις περιγραφές εργασιών. β. το συνολικό ποσό το οποίο προκύπτει από τη περιγραφή των εργασιών στην έκθεση. γ. Μη συμπερίληψη στο τεκμήριο 8 ισχυριζόμενης από τους Εναγόμενους εκτελεσθείσας εργασίας ύψους ΛΚ
  4. Τα πιο πάνω παραδεκτά γεγονότα δεν απαντούν την θέση των Εναγόντων ότι πλήρωσαν τους Εναγόμενους για τις ξυλουργικές εργασίες που τους προσέφεραν, ποσό χρημάτων που υπερβαίνει το συμφωνηθέν τίμημα της εργασίας που εκτελέσθηκε, λαμβανομένου υπόψη την μεταξύ των διαδίκων συμφωνία για εκτέλεση των ξυλουργικών εργασιών, ούτε τη αντίθετη θέση των Εναγομένων ότι οι Ενάγοντες πλήρωσαν ποσό λιγότερο από αυτό που έπρεπε να πληρωθεί για την εκτελεσθείσα εργασία το οποίο όμως δεν ανταπαιτείται εν όψει συμφωνίας των διαδίκων για διευθέτηση της διαφοράς. Ως εκ τούτου προέχει η αξιολόγηση της μαρτυρίας, για να αποφασιστεί το πλαίσιο των γεγονότων που περιβάλλουν την διαφορά και ειδικότερα τον προσδιορισμό της συμφωνίας των διαδίκων, ποια ήταν η εκτελεσθείσα εργασία και ποια η πραγματική τους αξία. Προχωρώντας στην αξιολόγηση της αμφισβητούμενης μαρτυρίας επισημαίνω ότι παρακολούθησα με μεγάλη προσοχή τους μάρτυρες ενώ κατέθεταν ενόρκως. Αξιολόγησα την μαρτυρία τους με βάση το περιεχόμενο, ποιότητα και σύγκριση της με την υπόλοιπη μαρτυρία, τη λογικοφάνεια και αληθοφάνεια της εκδοχής τους σε συνδυασμό με τα παραδεκτά γεγονότα και τα κατατεθέντα εκ συμφώνου Τεκμήρια και οδηγεί το Δικαστήριο στην κρίση ότι οι μάρτυρες των Εναγομένων, ως προς τα αμφισβητούμενα γεγονότα είπαν την αλήθεια στο Δικαστήριο. Η μαρτυρία των Εναγόντων και του κ. Ευθύμιου Ανδρέου ΜΕ3 ως προς τα αμφισβητούμενα γεγονότα δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή. Ένα από τα πιο ουσιώδη σημεία αντιπαράθεσης των διαδίκων ως προκύπτει από τις εκατέρωθεν εκδοχές τους ήταν ο προσδιορισμός της συμφωνίας και των όρων αυτής ως προς την συμφωνηθείσα τιμή και τις τιμές μονάδος, που έγινε μεταξύ των Εναγόντων και Εναγομένων. Επ' αυτού του σημείου η θέση της Ενάγουσας ότι το τεκμήριο 9 αποτελεί το πρωτότυπο της συμφωνίας μεταξύ των διαδίκων, δεν είναι ορθή αφού αυτή αποτελεί την προσφορά των Εναγομένων (εξαιρουμένων των λέξεων έκπτωσης και ΛΚ25.000-) και η οποία περιέχει μόνο μέρος των συμφωνηθέντων. Το ότι η συμφωνία δεν περιορίστηκε στο εν λόγω έγγραφο μόνο, προκύπτει και από τις θέσεις της ίδιας της Ενάγουσας αφού οι ισχυρισμοί της ως προς το τι συμφωνήθηκε μεταξύ των διαδίκων δεν συνάδουν με το λεκτικό της προσφοράς, όπως οι ισχυρισμοί της για το θέμα του ΦΠΑ, οι τιμές μονάδος που συμφωνήθηκαν για τις επιπρόσθετες εργασίες και του ότι συμφωνήθηκε να εφαρμοστεί ποσοστό 15,71% ως έκπτωση επί όλων των τιμών μονάδος. Ούτε η θέση της Ενάγουσας, ως αυτή διατυπώθηκε κατά τη διάρκεια της αντεξέτασης της, ότι ο λόγος παραχώρησης της έκπτωσης, από τους Εναγόμενους ήταν γιατί οι Εναγόμενοι ήθελαν να πάρουν τη δουλειά και γι' αυτό έδωσαν τη χαμηλότερη προσφορά. Ως αναφέρθηκε ο τρίτος ξυλουργός έδωσε προσφορά για ΛΚ24.500- ενώ οι Εναγόμενοι ΛΚ25.000-. Παρά τη θέση των Εναγομένων ότι ο λόγος παραχώρησης της έκπτωσης ήταν ότι διαπίστωσαν λιγότερα μέτρα στην προσφορά του τρίτου ξυλουργού ενώ οι τιμές μονάδος ήταν η ίδια, η Ενάγουσα σε κανένα στάδιο της δικής της μαρτυρίας δεν εξήγησε γιατί η προσφορά του τρίτου ξυλουργού είχε απόκλιση πέραν των ΛΚ5.000- από την αρχική προσφορά των Εναγομένων, ούτε την παρουσίασε κατά την αντεξέταση του Εναγομένου
  5. Επ' αυτού του σημείου δέχομαι την εκδοχή του Εναγομένου 1 ότι ο λόγος παραχώρησης της έκπτωσης των ΛΚ4.660- ήταν η διαπίστωση του ότι τα μέτρα ξυλείας που θα χρειαζόντουσαν για τις ξυλουργικές εργασίες ήταν λιγότερα λόγω ανύψωσης των πατωμάτων στους ορόφους. Το γεγονός της ανύψωσης των πατωμάτων το επιβεβαίωσε τόσο ο εργολάβος του έργου (ΜΥ2) όσο και ο Ενάγοντας στη δική του μαρτυρία. Ενόψει των πιο πάνω διαφωνώ με τη θέση της Υπεράσπισης ότι οι Εναγόμενοι έπρεπε να αποδείξουν ότι έγιναν νέα αρχιτεκτονικά σχέδια για την οικοδομή. Το ουσιώδες του ισχυρισμού του Εναγόμενου 1 δεν ήταν ότι έγιναν νέα αρχιτεκτονικά σχέδια αλλά ότι έγινε ανύψωση πατωμάτων και αλλαγή των μέτρων ξυλείας που θα χρησιμοποιούντο. Επίσης δέχομαι τη θέση των Εναγομένων ότι μετά την αποκοπή του ποσού των ΛΚ4.660 δικαιούντο για τις εργασίες που θα εκτελούσαν για την αρχική προσφορά τους το ποσό των ΛΚ25.000 μόνο, έστω και αν η εκτελεσθείσα εργασία ήταν περισσότερη. Η θέση των Εναγόντων και του κ. Ανδρέου ότι συμφωνήθηκε έκπτωση μεταφραζόμενη σε ποσοστό 15,71 ή15,711% δεν με βρίσκει σύμφωνη. Είναι ξεκάθαρο από το λεκτικό της συμφωνίας ότι ουδέποτε δόθηκε από τους Εναγομένους οποιοδήποτε ποσοστό έκπτωσης επί των τιμών μονάδος που προσδιορίστηκαν στην προσφορά που είχαν δώσει οι Εναγόμενοι. Λογική είναι η εξήγηση του Εναγόμενου 1 ότι αν η πρόθεση τους ήταν να δοθεί ποσοστό έκπτωσης επί των τιμών μονάδος δεν θα έδινα ποσοστό με δύο δεκαδικούς, ή τρεις δεκαδικούς κατ' ισχυρισμό του κ. Ανδρέου, αλλά ακέραιο αριθμό για να υπολογίζεται πιο εύκολα. Σημειώνω ότι και ο κ. Ανδρέου (ΜΕ3) στην Έκθεση του λαμβάνει υπόψη τη τιμή μονάδος της προσφοράς και με αυτή καθορίζει την αξία της εκτελεσθείσας εργασίας, γεγονός που υποδηλοί ότι η τιμή μονάδος παραμένει ως έχει επί της προσφοράς των Εναγομένων και απλώς η έκπτωση μεταφράζεται ως ποσοστό έκπτωσης επί των τιμών μονάδας, χωρίς όμως να έχει συμφωνηθεί ρητά κάτι τέτοιο. Σημειώνω ότι αυτό το μέρος της έκθεσης του κ. Ανδρέου έχει γίνει παραδεκτό γεγονός και τα όσα αναφέρθηκαν από την Ενάγουσα και έρχονται σε αντίθεση με τα πιο πάνω και ειδικότερα την άρνηση της ότι καθορίστηκαν τιμές μονάδος που φαίνονται στην προσφορά απορρίπτεται. Επίσης η θέση της Ενάγουσας ότι πήρε διαβεβαιώσεις για εφαρμογή των εκπτώσεων επί της επιπρόσθετης εργασίας για τους λόγους που αναφέρθηκα πιο πάνω δεν γίνεται πιστευτός. Είναι ξεκάθαρο ότι ουδέποτε τέθηκε θέμα ποσοστού εκπτώσεως στη μεταξύ τους δοσοληψία αλλά συγκεκριμένο ποσό εκπτώσεως και ο υπολογισμός και μετατροπή του ποσού εκπτώσεως σε ποσοστό έγινε μονόπλευρα από τους Ενάγοντες και όχι με βάση συγκεκριμένη συμφωνία. Ως εκ τούτου η θέση αυτή δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή. Ούτε τα όσα αναφέρθηκαν από τον κ. Ανδρέου (ΜΕ3) για το πιο πάνω θέμα, δε μπορούν να γίνουν αποδεκτά αφού δεν είχε ίδια γνώση της συμφωνίας που έγινε από το μέρη και τα όσα ανέφερε πηγάζουν από πληροφόρηση που πήρε από τους Ενάγοντες και αφού εκλαμβάνει ως δεδομένο ότι το τεκμήριο 9 αποτελεί τη μόνη συμφωνία των διαδίκων παραγνωρίζοντας ότι αυτή αποτελεί την αρχική προσφορά των Εναγόντων και μέρη της συμφωνίας έγιναν προφορικά. Ούτε η θέση του, περί πρακτικής των ξυλουργών, για παραχώρηση έκπτωσης μετατρεπόμενης σε ποσοστό, δε με έπεισε, έχοντας υπόψη τη θέση του Εναγόμενου 1, ότι τέτοια πρακτική δεν εφαρμόζεται σε ξυλουργικές εργασίες, από ξυλουργούς μαρτυρία του οποίου αποδέχομαι. Σημειώνω ότι και στο τεκμήριο 9 φαίνεται ξεκάθαρα ότι οι επιπρόσθετες εργασίες θα γινόντουσαν με βάση τις τιμές μονάδος που καθορίζοντο στην προσφορά και δεν γίνεται οποιαδήποτε έκπτωση ούτε προσδιορίζεται ποσοστό έκπτωσης στις τιμές μονάδος της προσφοράς ούτε περιέχεται ή αλλοιώνεται η προσφορά ως προς τις επιπρόθεσμες εργασίες που να περιλαμβάνει έκπτωση ποσοστού τιμής μονάδος. Ως προς το θέμα του ΦΠΑ αυτό δε θα με απασχολήσει αφού η διαφορά δεν περιλαμβάνει ζήτημα πληρωμής ΦΠΑ, ούτε είναι καθοριστικό για την έκβαση της παρούσας υπόθεσης, αφού οι Εναγόμενοι δεν το ανταπαιτούν γιατί δέχονται ότι έχουν δώσει εξοφλητική απόδειξη μετά την πληρωμή του ποσού των ΛΚ1.700- τον Απρίλιο του 2003 και δεσμεύονται από αυτή έστω και αν κατά τον ουσιώδη χρόνο είχαν να παίρνουν περισσότερα ποσά. Επίσης η μαρτυρία του Ενάγοντα 1 και της Ενάγουσας 2 ως προς τις καταμετρηθείσες εργασίες και διαπιστώσεις τους για εργασίες που δεν έγιναν παρέμεινε ασαφής και αόριστη. Εν πάση περιπτώσει μετά την ετοιμασία της έκθεσης, από τον Επιμετρητή κ. Ανδρέου, τεκμήριο 8, η οποία έγινε παραδεκτό γεγονός τα όσα αναφέρθηκαν από τους Ενάγοντες και δε συνάδουν με την πιο πάνω έκθεση απορρίπτονται και δε θα ληφθούν υπόψη. Ούτε η εκδοχή του Ενάγοντα 1, ως προς τα διαδραματισθέντα στις 23.4.2003, μεταξύ αυτού και των Εναγομένων και την άσκηση πίεσης εκ μέρους των Εναγομένων για την πληρωμή του ποσού των ΛΚ1.700- με έπεισε αφού η εκδοχή αυτή δεν δικογραφείται αλλά και γιατί παρουσιάζει εγγενείς αδυναμίες. Συγκεκριμένα ενώ, ως φαίνεται από την όλη εκδοχή του, ο ίδιος ζητούσε καταμέτρηση της εκτελεσθείσας εργασίας λόγω του ότι αντιλήφθηκε υπερχρεώσεις από τους Εναγόμενους και προς το σκοπό αυτό συνάντησε τον Αναστασίου την προηγούμενη μέρα στο Σύνδεσμο Εργοδοτών Ξυλουργών μετά από αυτό και χωρίς οποιαδήποτε εξήγηση τοποθετεί τον Αναστασίου να συνοδεύει τον Εναγόμενο 1 στην οικοδομή για καταμέτρηση της εκτελεσθείσας εργασίας. Επίσης ενώ συμπληρώνεται η καταμέτρηση με ποσό υπερχρέωσης ΛΚ2.400- κατ' ισχυρισμό του Αναστασίου και Εναγόμενου ο ίδιος δέχθηκε παράκληση του Αναστασίου να μην τον εμπλέξει σ' αυτή την υπόθεση. Παρά δε το αποτέλεσμα αυτής της εκτίμησης και ενώ η εκτίμηση του Ενάγοντα καθόριζε διαφορά ύψους ΛΚ2.700- σε επιστολή που έστειλε ο Ενάγοντας σε Σύνδεσμο Ξυλουργών καθορίζει ποσό υπερχρέωσης πολύ περισσότερο δηλαδή ΛΚ3.500-, ποσό το οποίο διαφοροποιείται και πάλι στην έκθεση του Ανδρέου σε ΛΚ6.216-. Από τα πιο πάνω προκύπτει ότι δεν υπάρχει σταθερή θέση των Εναγόντων επί των πιο πάνω και ως εκ τούτου παρά το ότι είναι δυνατό να υπάρχουν στίγματα αλήθειας, σ' αυτά που ανέφερε ο Ενάγοντας δε μπορώ να προσδιορίσω επ' ακριβώς πως εξελίχθηκαν τα γεγονότα και έτσι απορρίπτω την εκδοχή του. Επί αυτού του σημείου δέχομαι από την εκδοχή του Εναγόμενου 1 ότι έγινε έντονη συζήτηση και ότι ο Εναγόμενος κατόπιν συζήτησης έδωσε ΛΚ1.700- προς πλήρη εξόφληση και οι Εναγόμενοι έδωσαν στον Ενάγοντα εξοφλητική απόδειξη. Με βάση την πιο πάνω αξιολόγηση προκύπτει επιπρόσθετα με τα πιο πάνω μη αμφισβητούμενα γεγονότα ότι ουδέποτε δόθηκε μείωση ποσοστού κατά 15,71%, ως η δικογραφημένη θέση των Εναγόντων ή 15,711%, ως η θέση του κ. Αντρέου επί τιμών μονάδος και έτσι τα ποσά που οι Εναγόμενοι έπρεπε να πάρουν ήταν περισσότερα ως επεξηγήθηκε στη μαρτυρία του Εναγόμενου 1 και για να μην επαναληφθούν αποτελούν ευρήματα του Δικαστηρίου εκτός από το θέμα του ΦΠΑ το οποίο εν πάση περιπτώσει δεν είναι επίδικο στην παρούσα υπόθεση. ΄Ετσι με βάση τα ευρήματα του Δικαστηρίου ως διατυπώθηκαν πιο πάνω και την απόρριψη της μαρτυρίας των Εναγόντων δεν υπάρχει μαρτυρία που να δικαιολογεί με οποιοδήποτε τρόπο ότι οι Ενάγοντες δικαιούνται επιστροφή οποιουδήποτε ποσού το οποίο επλήρωσαν αχρεωστήτως και η απαίτηση τους ως προς το ποσό που απαιτούν απορρίπτεται ως αβάσιμη. Καταληκτικά με βάση τα πιο πάνω οι Ενάγοντες απέτυχαν να αποδείξουν στο ισοζύγιο των πιθανοτήτων ότι δικαιούνται οποιοδήποτε ποσό από τους Εναγόμενους και η αγωγή απορρίπτεται με έξοδα υπέρ των Εναγομένων και εναντίον των Εναγόντων όπως θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.).............. Γ. Κυριακίδου, Ε. Δ. ΠΙΣΤΟ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ /Μ.Σ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.