← Κύπρος

Ανδρέα Δημητρίου ν. Τράπεζα Κύπρου Λτδ, Αρ. Αγωγής: 4726/04, 14 Ιανουαρίου, 2011

Ανδρέα Δημητρίου ν. Τράπεζα Κύπρου Λτδ, Αρ. Αγωγής: 4726/04, 14 Ιανουαρίου, 2011 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2011:A11 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Λ. Καλογήρου, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 4726/04 Μεταξύ: Ανδρέα Δημητρίου Ενάγοντα και Τράπεζα Κύπρου Λτδ Εναγούσης ΔΥΝΑΜΕΙ ΔΙΑΤΑΓΜΑΤΟΣ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ ΗΜΕΡ. 19.10.2005 Μεταξύ: Ανδρέα Δημητρίου Ενάγοντα και Τράπεζα Κύπρου Λτδ Αικατερίνης Δημητρίου Εναγομένων _______________________________ Ημερομηνία: 14 Ιανουαρίου,

  1. Εμφανίσεις: Για τον Ενάγοντα: κ. Κ. Χ'' Ιωάννου. Για την Εναγόμενη 1: κα Θ. Καουτζάνη για Χρυσαφίνη & Πολυβίου. Για την Εναγόμενη 2: κ. Α. Ποιητής. ΑΠΟΦΑΣΗ Ο Ενάγων και η Εναγόμενη 2 υπήρξαν σύζυγοι και κατά τους ουσιώδεις χρόνους ζούσαν στην Καλιφόρνια των ΗΠ.Α. Ο γάμος τους λύθηκε τον Δεκέμβριο του έτους 2001 με απόφαση Δικαστηρίου της Καλιφόρνιας Προηγήθηκε συμφωνία επίλυσης των περιουσιακών τους διαφορών, η οποία επικυρώθηκε από Δικαστήριο της Καλιφόρνιας (τεκμήριο 9). Το έτος 2003, ο Ενάγων επέστρεψε στην Κύπρο, όπου διαμένει μέχρι σήμερα. Στις 14.7.1999, ενώ ζούσε ακόμη στην Καλιφόρνια, επισκέφθηκε την Κύπρο και κατέθεσε επ' ονόματι του το ποσό των Λ.Κ.200.000 στην Εναγόμενη 1, σε εμπρόθεσμη κατάθεση με αρ. 0120-06-002453 (στη συνέχεια «η επίδικη κατάθεση - τεκμήριο 1 -»). Όταν αποτάθηκε - στις 14.7.2003 - στην Εναγόμενη 1 για να εισπράξει το ποσό της πιο πάνω εμπρόθεσμης κατάθεσης, η Τράπεζα αρνήθηκε να του καταβάλει οποιοδήποτε ποσό γιατί, όπως του αναφέρθηκε, το ποσό που είχε καταθέσει, μεταφέρθηκε σε άλλο λογαριασμό επ' ονόματι του Ενάγοντα και της πρώην συζύγου του. Στις 21.5.2004 ο Ενάγων καταχώρισε την πιο πάνω αγωγή, διεκδικώντας από την Εναγόμενη 1 να του καταβάλει ολόκληρο το ποσό της κατάθεσης πλέον τους προβλεπόμενους τόκους. Η Εναγόμενη τράπεζα αρνήθηκε την αξίωση. Υπήρξε, όμως, αντίδραση και από την πρώην σύζυγο του Ενάγοντα. Μετά από αίτηση που υπόβαλε, της επετράπη να παρέμβει στη διαδικασία και αφού προστέθηκε ως Εναγόμενη 2 καταχώρησε υπεράσπιση και ανταπαίτηση, διεκδικώντας μερίδιο επί του ποσού της επίδικης κατάθεσης. Προτού αποπειραθεί να παρέμβει στην παρούσα διαδικασία, είχε καταχωρίσει αίτηση περιουσιακών διαφορών στο Οικογενειακό Δικαστήριο Λάρνακας (τεκμήριο 6), στα πλαίσια της οποίας εξασφάλισε προσωρινό διάταγμα με το οποίο εμποδιζόταν ο Ενάγων, ανάμεσα σε άλλα, να εισπράξει οποιοδήποτε ποσό από τον επίδικο λογαριασμό. Το διάταγμα τροποποιήθηκε στη συνέχεια, εκ συμφώνου, κατά τρόπο που η απαγόρευση απόσυρσης περιορίστηκε στο ποσό των Λ.Κ.125.
  2. Με βάση αυτή τη διευθέτηση, ο Ενάγων απέσυρε από τον επίδικο λογαριασμό το ποσό των Λ.Κ.136.267,15 στις 22.9.
  3. Η αξίωση του περιορίστηκε, κατά συνέπεια, στο ποσό των Λ.Κ.125.000 πλέον τόκους, το οποίο έχει παραμείνει στον επίδικο λογαριασμό, μετά από την πιο πάνω διευθέτηση. Αξιοσημείωτο είναι, επίσης, το γεγονός ότι η υπόθεση στο Οικογενειακό Δικαστήριο Λάρνακας (αρ. 15/2004) συνεχίζεται. Αρχικά είχε απορριφθεί ως παραγραφείσα, αλλά επαναφέρθηκε μετά από έφεση που ασκήθηκε από την Εναγόμενη 2 και προγραμματίστηκε εκ νέου, αφού υπερπηδήθηκε το εμπόδιο της παραγραφής (βλ. τεκμήρια 6 και 27). Το ανωτέρω ιστορικό, καθώς και άλλα γεγονότα που προηγήθηκαν, στα οποία γίνεται αναφορά πιο κάτω, δεν τελούν υπό αμφισβήτηση. Η Εναγόμενη 1 (στη συνέχεια 'η Τράπεζα') δεν αρνείται ότι έγινε, κατά τον ουσιώδη χρόνο, η κατάθεση από τον Ενάγοντα του ποσού των Λ.Κ.200.000 στον επίδικο λογαριασμό. Ούτε ότι σήμερα εξακολουθεί να υφίσταται το υπόλοιπο των Λ.Κ.125.000 πλέον τους τόκους που αναλογούν, μετά από την πληρωμή στον Ενάγοντα του επί πλέον ποσού που αναφέρθηκε, στα πλαίσια της διευθέτησης του προσωρινού διατάγματος στην αίτηση περιουσιακών διαφορών η οποία εκκρεμεί ενώπιον του Οικογενειακού Δικαστηρίου Λάρνακας. Δικαιολόγησε την άρνηση της να καταβάλει στον Ενάγοντα το προϊόν της επίδικης κατάθεσης, σε κάποιο λάθος που είχε προηγηθεί, κατά το οποίο ανοίχθηκε ο επίδικος λογαριασμός μόνο επ' ονόματι του Ενάγοντα, ενώ, όπως υποστηρίζει, θα έπρεπε να είχε ανοιχθεί επ' ονόματι και των δύο. Ο λόγος, όπως υποστήριξαν οι μάρτυρες που κάλεσε, ήταν γιατί το ποσό της επίδικης κατάθεσης προήλθε από άλλη εμπρόθεσμη κατάθεση των διαδίκων η οποία βρισκόταν κατατεθειμένη σε κοινό λογαριασμό. Μόλις διαπιστώθηκε το λάθος, έγιναν διορθωτικές ενέργειες, με κλείσιμο του επίδικου λογαριασμού και άνοιγμα νέου, επ' ονόματι και των δύο. Ο Ενάγων δεν αρνείται ότι το προϊόν της επίδικης κατάθεσης προήλθε από την είσπραξη άλλης εμπρόθεσμης κατάθεσης που ήταν σε κοινό λογαριασμό με την Εναγόμενη
  4. Υποστήριξε όμως πως ήταν ο μόνος δικαιούχος, τόσο της επίδικης κατάθεσης όσο και της προηγούμενης καθώς και όσων άλλων καταθέσεων είχαν προηγηθεί. Η εκδοχή τέλος της Εναγόμενης 2, ήταν πως είναι η μόνη δικαιούχος του ποσού που παρέμεινε στον επίδικο λογαριασμό, αφού ο λογαριασμός ήταν κοινός και ο Ενάγων έχει αποσύρει το 1/2 μερίδιο το οποίο εδικαιούτο. Για τούτο και διεκδικεί ανταπαιτητικά το ποσό των Λ.Κ.200.000 μετά των τόκων ή διαζευκτικά, οποιοδήποτε ποσό βρίσκεται κατατεθειμένο στην τράπεζα στον επίδικο ή τον κοινό λογαριασμό με δικαιούχους τον Ενάγοντα και την ίδια. Θεωρώ ότι είναι κατάλληλο αυτό το σημείο να εξεταστούν τα ακόλουθα νομικά ζητήματα: α) Η θέση της Εναγόμενης 2 ότι το Δικαστήριο δεν έχει δικαιοδοσία να εκδικάσει την παρούσα υπόθεση, και β) Η εισήγηση του Ενάγοντα ότι η προώθηση της ανταπαίτησης της Εναγόμενης 2 συνιστά κατάχρηση. Να σημειωθεί πως τα ανωτέρω ζητήματα είχαν εγερθεί προτού αρχίσει η εκδίκαση της υπόθεσης, με ξεχωριστές αιτήσεις των διαδίκων, οι οποίες όμως αποσύρθηκαν, με επιφύλαξη της κάθε πλευράς να προωθήσει τις θέσεις της κατά την ακροαματική διαδικασία. Η Εναγόμενη 2 επανήλθε, προβάλλοντας παρόμοια ένσταση, μετά τη συμπλήρωση της κύριας εξέτασης του Ενάγοντα. Το Δικαστήριο έκρινε ότι το αίτημα της Εναγόμενης 2 για αναστολή της διαδικασίας, λόγω έλλειψης δικαιοδοσίας, συνιστούσε κατάχρηση, εφόσον παρόμοιο ζήτημα είχε εγερθεί σε προγενέστερο στάδιο, στα πλαίσια της αίτησης της Εναγόμενης 2 για παρέμβαση στη διαδικασία (βλ. ενδιάμεση απόφαση ημερομηνίας 26.2.2010). Η εισήγηση επαναλαμβάνεται στη γραπτή αγόρευση του ευπαίδευτου συνηγόρου της Εναγόμενης
  5. Εφόσον, υποστηρίζει ο συνήγορος, είναι παραδεκτό ότι η επίδικη κατάθεση προήλθε από την απόσυρση του ποσού των Λ.Κ.221.132, που ήταν κατατεθειμένα σε κοινό λογαριασμό με την Εναγόμενη 2, τεκμαίρεται ότι τα χρήματα αυτά προήλθαν κατά τη διάρκεια του γάμου των διαδίκων και επομένως, το Δικαστήριο δεν έχει δικαιοδοσία να εκδικάσει την παρούσα υπόθεση. Παραπέμποντας στη γνωστή επί του θέματος νομολογία, εισηγήθηκε ότι αρμόδιο να εκδικάσει την υπόθεση είναι το Οικογενειακό Δικαστήριο που έχει αποκλειστική αρμοδιότητα επίλυσης των περιουσιακών διαφορών μεταξύ συζύγων. Η εισήγηση δεν ευσταθεί, για τους λόγους που αναφέρονται στις ενδιάμεσες αποφάσεις στις οποίες γίνεται αναφορά πιο πάνω. Ο Ενάγων στηρίζει την αξίωση του στη συμβατική υποχρέωση που ανέλαβε η τράπεζα να του πληρώσει το ποσό της εμπρόθεσμης κατάθεσης το οποίο της εμπιστεύθηκε με το τεκμήριο
  6. Δεν διεκδικεί οποιοδήποτε ποσό από την Εναγόμενη 2, η οποία προστέθηκε στη διαδικασία για να παρεμποδίσει τον Ενάγοντα να προωθήσει την αξίωση του εναντίον της τράπεζας, διεκδικώντας , παράλληλα, μερίδιο από την κατάθεση. Ορθά, συνεπώς, υπόδειξε ο ευπαίδευτος συνήγορος του Ενάγοντα ότι, εν αντιθέσει με την ανταπαίτηση της Εναγόμενης 2, η οποία στηρίζεται σε ισχυριζόμενο δικαίωμα απόκτησης κοινής περιουσίας κατά τη διάρκεια του γάμου, η δική του αξίωση στηρίζεται σε συμβατικό δικαίωμα που δημιουργηθηκε από την εμπρόθεσμη κατάθεση. Δεδομένου, μάλιστα, ότι η Εναγόμενη 2 προωθεί την ανταπαίτηση της παράλληλα με τις διεκδικήσεις της στην αναφερθείσα υπόθεση ενώπιον του Οικογενειακού Δικαστηρίου Λάρνακας, θεωρώ ορθή την εισήγηση του Ενάγοντα, ότι η ανταπαίτηση της στην παρούσα διαδικασία εγείρεται καταχρηστικά. Είναι νομολογημένο ότι το Δικαστήριο έχει συμφυή εξουσία για παρεμπόδιση, περιστολή, απόρριψη ή αναστολή διαδικασίας που συνιστά κατάχρηση των διαδικασιών του Δικαστηρίου. Η επιδίωξη όμοιων σκοπών με την υιοθέτηση παράλληλων ενδίκων μέσων ελέγχεται από το Δικαστήριο, όπως και γενικότερα η πολλαπλότητα των διαδικασιών για την επίτευξη του ίδιου στόχου (βλ. Αρχιεπίσκοπος Κύπρου (αρ. 2)

(1993)1 Α.Α.Δ. 248, Perella
(1995)1 A.A.Δ. 217, Χαραλαμπίδης ν. Κωμοδρόμος
(2002)2 Α.Α.Δ. 522, Τσιακλίδης ν. Ευαγγέλου
(2004)1 Α.Α.Δ. 119). Αναμφίβολα, η θεραπεία που διεκδικεί η Εναγόμενη 2 με την ανταπαίτηση της στην παρούσα αγωγή περικλείεται στις αξιώσεις που προωθεί με την αίτηση περιουσιακών διαφορών που καταχώρισε στο Οικογενειακό Δικαστήριο Λάρνακας εναντίον του Ενάγοντα. Υπό τις περιστάσεις αυτές, κρίνω ότι είναι κατάλληλη περίπτωση για άσκηση των εξουσιών του Δικαστηρίου για περιστολή της διαπιστωθείσας κατάχρησης. Δεδομένου δε ότι η Εναγόμενη 2 προωθεί την ίδια αξίωση με την αίτηση που καταχώρησε στο Οικογενειακό Δικαστήριο, ένα χρόνο προηγουμένως, κρίνω ότι η ορθή υπό τις περιστάσεις διαταγή θα πρέπει να είναι η απόρριψη και όχι διαταγή για αναστολή της ανταπαίτησης. Ότι απομένει να αποφασιστεί είναι κατά πόσο δικαιολογημένα ή όχι αρνείται η τράπεζα να καταβάλει στον Ενάγοντα το υπόλοιπο της επίδικης κατάθεσης και, κατ' επέκταση, εάν ορθά και δικαιολογημένα έκλεισε τον επίδικο λογαριασμό και άνοιξε νέο κοινό, με δικαιούχο και την Εναγόμενη
  1. Στη μαρτυρία του ο Ενάγων, αφού αναφέρθηκε στο πιο πάνω ιστορικό, κατέθεσε όσα στοιχεία είχε στη διάθεση του, υποστηρίζοντας ότι είναι ο αποκλειστικός δικαιούχος του υπολοίπου που έχει παραμείνει κατατεθειμένο στον επίδικο λογαριασμό. Δέχθηκε ότι το ποσό των Λ.Κ.200.000, το οποίο κατέθεσε στον επίδικο λογαριασμό, προήλθε από την απόσυρση άλλης εμπρόθεσμης κατάθεσης που είχαν σε κοινό λογαριασμό με την Εναγόμενη 2 (βλ. τεκμήρια 30 και 31). Υποστήριξε, όμως, ότι ολόκληρο το ποσό της προηγηθείσας κατάθεσης ανήκε αποκλειστικά στον ίδιο. Επρόκειτο, όπως ισχυρίστηκε, για προσωπικά του χρήματα τα οποία έφερνε μαζί του από την Αμερική, σε διάφορα χρονικά διαστήματα που επισκεπτόταν την Κύπρο και τα κατέθετε στην Εναγόμενη Τράπεζα, σε κοινό λογαριασμό με την πρώην σύζυγο του - Εναγόμενη 2 -. Οι σχέσεις του με τη σύζυγο, συνέχισε, άρχισαν να κλονίζονται από το έτος 1993 και έκτοτε είχαν διαχωρίσει τα εισοδήματα τους. Τα χρήματα που βρίσκονταν στον κοινό λογαριασμό προέκυψαν από τα προσωπικά του εισοδήματα τα οποία κατέθεσε σταδιακά σε κοινούς λογαριασμούς, από το έτος 1994, για σκοπούς ασφάλειας, όπως είπε, για να μπορεί να τα πάρει η σύζυγος προς όφελος των παιδιών τους, σε περίπτωση που συνέβαινε κάτι στον ίδιο. Στη γραπτή δήλωση του, την οποία κατέθεσε και ανέγνωσε ως μέρος της κύριας εξέτασης του (Έγγραφο 'Α') εξηγεί τον τρόπο που απέκτησε τα χρήματα, τις δραστηριότητες που είχε με τη σύζυγο του στην Αμερική (εστιατόριο), τα προβλήματα που παρουσιάστηκαν στην πορεία της συμβίωσης τους και την κατάληξη που είχε η σχέση τους, με την έκδοση διαζυγίου και τη συμφωνία για επίλυση των οικονομικών τους διαφορών. Τα γεγονότα αυτά δεν σχετίζονται με τα επίδικα θέματα και δεν θα απασχολήσουν το Δικαστήριο. Σε σχέση με την επίδικη κατάθεση, υποστήριξε πως δεν είχε ενημερωθεί για οποιαδήποτε αλλαγή, προτού επισκεφθεί την τράπεζα τον Ιούλιο του έτους 2003 για να αποσύρει τα χρήματα. Ανάφερε, παρεμφερώς, πως δεν έλαβε την ειδοποίηση που υποστήριξε ότι του είχε αποστείλει η τράπεζα στη διεύθυνση των γονιών του (τεκμήριο 4), με την οποία τον πληροφορούσε ότι μετέφερε το ποσό της επίδικης κατάθεσης σε νέο κοινό λογαριασμό. Ούτε είχε ενημερωθεί για την επιστολή που φέρεται να απέστειλε η Εναγόμενη 2 στην τράπεζα το έτος 1998 (τεκμήριο 5) με την οποία ενημέρωνε την τράπεζα ότι δεν δεχόταν να γίνει οποιαδήποτε ανάληψη από τον κοινό λογαριασμό χωρίς την υπογραφή της. Αναφέρθηκε, τέλος, στις περιστάσεις κάτω από τις οποίες υπόγραψε την επιστολή τεκμήριο 8, με την οποία εξουσιοδότησε την τράπεζα να καταβάλει ποσό Λ.Κ.5.000 στη θυγατέρα του, από τον κοινό λογαριασμό που διατηρούσε, τότε, με την Εναγόμενη
  2. Όπως υποστήριξε, όταν έδωσε την επιστολή στη θυγατέρα του δεν υπήρχε η υπογραφή της Εναγόμενης
  3. Δεν ενημερώθηκε, πρόσθεσε, ότι μετά την καταβολή του ποσού των Λ.Κ.5.000 στη θυγατέρα του, ανοίχθηκε νέα εμπρόθεσμη κατάθεση (τεκμήριο 8β). Στις 14.7.1999, όταν παρουσιάστηκε στην τράπεζα, τους έδωσε το γραμμάτιο που είχε στην κατοχή του και αφού απέσυρε το ποσό της κατάθεσης, άνοιξε την επίδικη εμπρόθεσμη κατάθεση, καταθέτοντας το ποσό των Λ.Κ.200.000 σε νέα εμπρόθεσμη κατάθεση, ενώ για το υπόλοιπο εκδόθηκε επιταγή στο όνομα του. Η Εναγόμενη 1 κάλεσε ως μάρτυρες δύο λειτουργούς που βρίσκονταν στην υπηρεσία της κατά τους ουσιώδεις χρόνους. Τον Γ. Ρωσταντή (ΜΥ1), ο οποίος διετέλεσε διευθυντής σε κατάστημα, ενώ από το 1990 υπηρετεί στην διεύθυνση γενικής επιθεώρησης, και τον Ι. Ιωάννου (ΜΥ2) που υπηρετούσε ως βοηθός διευθυντής στο κατάστημα Διαγόρου κατά την επίδικη περίοδο. Ο ΜΥ1 ανάφερε ότι διεξήγαγε έλεγχο της υπόθεσης στη βάση των εγγράφων που ήταν διαθέσιμα. Από τη μελέτη του αρχείου συνέταξε ιστορικό στο οποίο κατέγραψε την πορεία όλων των λογαριασμών που ανοίχθηκαν επ' ονόματι του Ενάγοντα και της Εναγόμενης 2 από το έτος 1993 με τις σχετικές εντολές τους, καθώς και όλες τις ενέργειες της τράπεζας (έγγραφο 'Β'). Αφού έκαμε αναφορά σε όλα τα έγγραφα (τεκμήρια 1-5, 8, 10 και 12-32) επεσήμανε τα ακόλουθα: α) Στις 3.7.1996 έγινε εμπρόθεσμη κατάθεση σε κοινό λογαριασμό του Ενάγοντα και της Εναγόμενης 2, για το ποσό των Λ.Κ.199.980,46 (τεκμήριο 29ε) η οποία προήλθε: i. Από την εξόφληση εμπρόθεσμης κατάθεσης με δικαιούχο τον Ενάγοντα για το συνολικό ποσό των Λ.Κ.89.004,07 (τεκμήριο 29α). ii. Από την εξόφληση άλλης εμπρόθεσμης κατάθεσης με δικαιούχο την Εναγόμενη 2 για το συνολικό ποσό των Λ.Κ.86.139,94 (τεκμήριο 29β). iii. Από το προϊόν εξόφλησης άλλου κοινού λογαριασμού του Ενάγοντα και της Εναγόμενης 2 για το ποσό των Λ.Κ.1.951,45 (τεκμήριο 29δ), και iv. Από τη μετατροπή ποσού U.S.$50.000 (ήτοι Λ.Κ.22.885) στο όνομα του Ενάγοντα. β) Κατά το άνοιγμα του λογαριασμού δόθηκε εντολή ("mandate") από τον Ενάγοντα (τεκμήριο 29στ) στην οποία καθορίστηκε ότι δικαίωμα για να κινεί το λογαριασμό είχε ένας από τους υπογράφοντες (one of the undersigned). γ) Στις 12.5.1998 λήφθηκε επιστολή ημερομηνίας 24.4.1998 από τον Εναγόμενη 2 (τεκμήριο 5), με την οποία διαφοροποίησε την εντολή που είχε δώσει κατά το άνοιγμα του ανωτέρω λογαριασμού, ώστε να απαιτείται και η υπογραφή της για την ανάληψη οποιουδήποτε ποσού από τον κοινό λογαριασμό. δ) Στις 23.9.1998, με οδηγίες του Ενάγοντα και της Εναγόμενης 2 (επιστολή τεκμήριο 8α) μεταφέρθηκε ποσό Λ.Κ.4.920 σε λογαριασμό της θυγατέρας τους και το υπόλοιπο, εκ ποσού Λ.Κ.210.554,17, κατατέθηκε και πάλι σε κοινό λογαριασμό στο όνομα τους (τεκμήρια 8β και 30). ε) Στις 14.7.1999, ο Ενάγων παρουσιάστηκε στο κατάστημα Διαγόρου και αφού έδωσε εντολή να κλείσει ο πιο πάνω κοινός λογαριασμός καθώς και ακόμη ένας λογαριασμός (τεκμήριο 31) εισέπραξε το ποσό των Λ.Κ.21.137,03 και το υπόλοιπο ποσό των Λ.Κ.200.000 κατατέθηκε σε εμπρόθεσμη κατάθεση σε λογαριασμό που ανοίχθηκε στο όνομα του (τεκμήρια 1 και 31α). στ) Στις 20.4.2000 η Εναγόμενη 1 προχώρησε σε κλείσιμο του πιο πάνω προσωπικού λογαριασμού του Ενάγοντα και μετέφερε το ποσό του κλεισίματος σε νέο κοινό λογαριασμό που ανοίχθηκε στα ονόματα του Ενάγοντα και της Εναγόμενης 2 (τεκμήρια 32α και 32β, αντίστοιχα). ζ) Την επόμενη ημέρα η τράπεζα απέστειλε επιστολή στους δικαιούχους του νέου λογαριασμού, με την οποία τους ενημέρωσε για τις ανωτέρω ενέργειες της και τους καλούσε να περάσουν από την τράπεζα για να υπογράψουν τα σχετικά έγγραφα για τη λειτουργία και κίνηση του λογαριασμού (τεκμήριο 4). Ο μάρτυρας εξέφρασε την εκτίμηση ότι η πιο πάνω διόρθωση ήταν ορθή και ενδεδειγμένη. Ήταν η αναγκαία ενέργεια, εξήγησε, για να διορθωθεί το λάθος που προηγήθηκε, κατά το οποίο έκλεισε ο κοινός λογαριασμός χωρίς την υπογραφή της Εναγόμενης
  4. Ο ΜΥ2 εξήγησε, με τη σειρά του, τις περιστάσεις κάτω από τις οποίες η τράπεζα προέβηκε στο κλείσιμο του επίδικου λογαριασμού που είχε ανοιχθεί στο όνομα του Ενάγοντα. Όπως ανάφερε, περί τα μέσα Μαρτίου του έτους 2000, ενημερώθηκε από το τμήμα περιφερειακής διεύθυνσης ότι η Εναγόμενη 2 ζήτησε πληροφορίες για τον επίδικο λογαριασμό. Διερευνήθηκε τότε η υπόθεση και διαπιστώθηκε ότι η ανάληψη της κατάθεσης του κοινού λογαριασμού έγινε από λάθος γιατί, όπως ανέφερε, χρειαζόταν η υπογραφή και των δύο. Για το λόγο αυτό, κατέληξε, έγινε η διορθωτική ενέργεια και αποστάληκε σχετική επιστολή στους δικαιούχους (τεκμήριο 4). Η Εναγόμενη 2 δεν προσκόμισε μαρτυρία. Περιορίστηκε στην αντεξέταση του Ενάγοντα και στη μαρτυρία της Εναγόμενης 1, την οποία κατ' ουσία υιοθέτησε. Το ιστορικό της επίδικης κατάθεσης δεν αμφισβητείται. Είναι παραδεκτό ότι η επίδικη εμπρόθεσμη κατάθεση (τεκμήριο 1), προήλθε από το προϊόν της απόσυρσης/κλεισίματος του κοινού λογαριασμού του Ενάγοντα με την Εναγόμενη 2 (τεκμήριο 30), ο οποίος έκλεισε με οδηγίες του Ενάγοντα, χωρίς την υπογραφή της Εναγόμενης 2 (τεκμήριο 31). Ο επίδικος λογαριασμός ανοίχθηκε την ίδια ημέρα - 14.7.1999 -, με εντολή του Ενάγοντα. Το Δικαστήριο δεν θα ασχοληθεί ούτε χρειάζεται να αποφασίσει πώς αποκτήθηκαν τα χρήματα τα οποία κατατέθηκαν στον επίδικο λογαριασμό. Ούτε, ασφαλώς, εάν η Εναγόμενη 2 - πρώην σύζυγος του Ενάγοντα - είχε συνεισφέρει στην απόκτηση τους. Αυτά είναι ζητήματα που θα απασχολήσουν το Οικογενειακό Δικαστήριο κατά την εκδίκαση της υπόθεσης που αναφέρθηκε. Το ζητούμενο, συνεπώς, είναι εάν ευσταθεί η θέση της τράπεζας πως ήταν λάθος της να αποδεχθεί την εντολή του Ενάγοντα για κλείσιμο του κοινού λογαριασμού, χωρίς τη συγκατάθεση ή την υπογραφή της Εναγόμενης 2 και, συνακόλουθα, εάν ορθά έπραξε στη συνέχεια κλείνοντας, αυτόβουλα, τον επίδικο λογαριασμό και ανοίγοντας νέο κοινό, με δικαιούχους τον Ενάγοντα και την Εναγόμενη 2, για να διορθώσει, όπως διατείνεται, το λάθος. Εκτιμώ ότι το ζήτημα είναι απλό και ξεκάθαρο. Ουδένα λάθος διέπραξε η τράπεζα όταν αποδέχθηκε την εντολή του Ενάγοντα για κλείσιμο του κοινού λογαριασμού (τεκμήριο 30) στις 14.7.
  5. Η εντολή που δόθηκε κατά το άνοιγμα του εν λόγω λογαριασμού ήταν αυτή που καταγράφεται στο τεκμήριο 29στ "mandate for a joint deposit account", ότι δηλαδή μπορούσε να δέχεται και να εκτελεί τις οδηγίες που θα εδίδοντο από ένα εκ των προσώπων που υπέγραφαν την εντολή "one of the undersigned". Δεδομένου, μάλιστα, ότι ο Ενάγων ήταν το μόνο πρόσωπο που υπέγραψε το έντυπο εντολής τεκμήριο 29στ, δεν χωρεί συζήτηση, ότι μπορούσε να δώσει οδηγίες για την κίνηση και λειτουργία του λογαριασμού. Μπορούσε, ασφαλώς, να δώσει εντολή για κλείσιμο του λογαριασμού και να εισπράξει το ποσό, όπως έπραξε με το τεκμήριο
  6. Οι μεταγενέστερες οδηγίες της Εναγόμενης 2 προς την τράπεζα, με το τεκμήριο 5, δεν θα μπορούσαν να έχουν οποιαδήποτε ισχύ γιατί δεν κοινοποιήθηκαν στον Ενάγοντα ούτε συγκατατέθηκε για διαφοροποίηση των όρων εντολής που είχαν δοθεί κατά το άνοιγμα του λογαριασμού. Αποδέχομαι επί του προκειμένου τη μαρτυρία του πως ουδέποτε ενημερώθηκε ή του γνωστοποιήθηκε η επιστολή της Εναγόμενης 2 ή τυχόν απόφαση της τράπεζας για διαφοροποίηση των όρων. Η προσπάθεια των μαρτύρων της τράπεζας να παρουσιάσουν διαφορετική εικόνα, με την κατάθεση τροποποιημένων, δήθεν, οδηγιών, δεν έπεισε το Δικαστήριο. Τα τεκμήρια 3 και 24, όπως έχει διαφανεί, διαμορφώθηκαν με παρεμβάσεις κάποιου ή κάποιων υπαλλήλων της τράπεζας, οι οποίοι δεν προσήλθαν στο Δικαστήριο για να δώσουν εξηγήσεις για τις συνθήκες κάτω από τις οποίες ενήργησαν, διαγράφοντας τους αριθμούς των προηγούμενων λογαριασμών και αναγράφοντας τους νέους, ή εάν είχαν οδηγίες γι' αυτές τους τις ενέργειες. Το σίγουρο είναι ότι ο Ενάγων δεν είχε δώσει εντολή για διαφοροποίηση των όρων. Η μαρτυρία του για το ζήτημα αυτό παρέμεινε αναντίλεκτη και την αποδέχομαι ως ορθή. Έδωσε, επίσης, ικανοποιητικές εξηγήσεις για τις περιστάσεις κάτω από τις οποίες έδωσε στη θυγατέρα του την επιστολή για απόσυρση του ποσού των Λ.Κ.5.000 από τον κοινό λογαριασμό (τεκμήριο 8α). Αποδεχόμενος τη μαρτυρία του, βρίσκω ότι όταν έδωσε το τεκμήριο 8α στην κόρη του, δεν υπήρχε η υπογραφή της Εναγόμενης
  7. Η θέση του υποστηρίζεται από το περιεχόμενο του τεκμηρίου 8α, όπου αναφέρει, μεταξύ άλλων: «.Σας παρακαλώ μετάφερε .». Εάν η εντολή δινόταν και από τους δύο, θα αναμένετο να υποβαλλόταν στον πληθυντικό (Σας παρακαλούμε.). Αποδέχομαι, συνεπώς, την εκδοχή του Ενάγοντα και απορρίπτω, ως δεύτερη σκέψη, τη θέση της τράπεζας ότι απαιτείτο η υπογραφή της Εναγόμενης 2 για να κλείσει ο κοινός λογαριασμός τεκμήριο
  8. Εφόσον δε, ορθά έκλεισε ο κοινός λογαριασμός και δόθηκε το ποσό στον Ενάγοντα, είχε κάθε δικαίωμα να καταθέσει το ποσό των Λ.Κ.200.000 στο όνομα του ή προς όφελος οποιουδήποτε άλλου προσώπου επιθυμούσε. Δεν υπήρχε, επομένως, οτιδήποτε επιλήψιμο στο άνοιγμα του επίδικου λογαριασμού επ' ονόματι του. Έπεται ότι η μεταγενέστερη ενέργεια της τράπεζας να κλείσει τον επίδικο λογαριασμό του Ενάγοντα και να ανοίξει άλλο, με δικαιούχους τον ίδιο και την Εναγόμενη 2, ήταν εσφαλμένη και αδικαιολόγητη. Δεν είχε τέτοια εξουσία η τράπεζα, αφού δεν δόθηκε ανάλογη εντολή από τον Ενάγοντα που ήταν ο μόνος δικαιούχος του λογαριασμού. Η συμφωνία του Ενάγοντα με την τράπεζα που συνομολογήθηκε κατά το άνοιγμα του κοινού λογαριασμού (τεκμήριο 29 και μετέπειτα τεκμήριο 30) διέπεται από τους όρους του τεκμηρίου 29στ. Η τράπεζα αποδέχθηκε την κατάθεση και ανέλαβε την υποχρέωση να δέχεται εντολές από ένα εκ των «υπογεγραμμένων». «Υπογεγραμμένος» ήταν μόνο ο Ενάγων και μόνο από αυτόν μπορούσε να δέχεται εντολές. Είναι, επομένως, ορθή η εισήγηση του συνηγόρου του Ενάγοντα ότι η Εναγόμενη 2 δεν συνεβλήθη με την τράπεζα σε σχέση με το άνοιγμα του επίδικου λογαριασμού. Δεν είναι επιτρεπτό στην τράπεζα να επικαλείται προηγούμενες εντολές, οι οποίες είχαν δοθεί κατά το άνοιγμα προηγούμενων λογαριασμών. Για το άνοιγμα του επίδικου λογαριασμού συνομολογήθηκε νέα σύμβαση με τους όρους που περιέχονται στα τεκμήρια 29ε και 29στ. Η κατάθεση έγινε από τον Ενάγοντα στο λογαριασμό του ιδίου και της Εναγόμενης 2 - για τους λόγους που εξήγησε στην αναντίλεκτη μαρτυρία του -, με τους όρους εντολής που περιέχονται στο τεκμήριο 29στ. Δεν μπορούσε, επομένως, η τράπεζα να αποδεχθεί διαφοροποίηση των όρων, με μονομερή δήλωση της Εναγόμενης 2, η οποία δεν ήταν «υπογεγραμμένη» - undersigned -, στη σύμβαση. Δεν χωρεί αμφιβολία ότι η εμπρόθεσμη κατάθεση, είτε σε κοινό είτε σε προσωπικό λογαριασμό, αποτελεί συμφωνία μεταξύ της τράπεζας και του καταθέτη ή, ανάλογα, των καταθετών, η οποία διέπεται από τους όρους της γραπτής εντολής που δίδεται κατά το άνοιγμα του λογαριασμού. Η τράπεζα οφείλει να ενεργεί με βάσει τους όρους εντολής που συμφώνησε με τους πελάτες της κατά το άνοιγμα του λογαριασμού. Με την κατάθεση του ποσού η τράπεζα λογίζεται χρεώστης του πελάτη/καταθέτη και υποχρεούται να αποπληρώσει το ποσό στο πρόσωπο το οποίο το κατέθεσε ή προς όφελος του οποίου κατατέθηκε (βλ. συγγράμματα Principles of Banking Law (Ross Cranston) 2η έκδοση, σελ. 140, Paget's Law of Banking 7η έκδοση, σελ. 143-150 και Hallsbury's Laws of England 4η έκδοση τόμος 3(Ι) παράγραφοι 127 και 133 - Relation of Banker and Customer και Joint accounts, αντίστοιχα). Στην εξεταζόμενη υπόθεση, υπό τις περιστάσεις που έχουν αναφερθεί, η Εναγόμενη τράπεζα μπορούσε και όφειλε να δέχεται οδηγίες από τον Ενάγοντα, με βάσει τους όρους εντολής που συμφωνήθηκαν, κατά το άνοιγμα του κοινού λογαριασμού. Ορθά, επαναλαμβάνω, δέχθηκε τις οδηγίες του και έκλεισε τον κοινό λογαριασμό, τεκμήρια 29 και
  9. Η ευπαίδευτη συνήγορος της Εναγόμενης 1 εισηγήθηκε πως η τράπεζα διατηρούσε το δικαίωμα να διορθώσει το λάθος που διέπραξε, αποδεχόμενη την εντολή του Ενάγοντα για κλείσιμο του κοινού λογαριασμού, εφόσον η Εναγόμενη 2 είχε διαφοροποιήσει την εντολή της. Όπως εξηγήθηκε, όμως, η Εναγόμενη 2 δεν ήταν υπογεγραμμένο μέρος στη συμφωνία και δεν μπορούσε να δώσει οδηγίες για τη λειτουργία του κοινού λογαριασμού. Προς υποστήριξη της θέσης της Εναγόμενης 1, ότι ήταν απαραίτητη η υπογραφή της Εναγόμενης 2 για την ανάληψη του ποσού, η συνήγορος παρέπεμψε το Δικαστήριο σε αποσπάσματα από τα αναφερθέντα συγγράμματα, τα οποία, όμως, δεν βοηθούν την υπόθεση της τράπεζας. Παρέπεμψε, για παράδειγμα, στην εξής περικοπή από το σύγγραμμα του Ross Cranston (σελ. 141-142): "... a bank's agreement in relation to a joint account to honour only those instructions signed by both account holders carries with it a duty not to honour instructions which are not signed in that manner - a duty incidentally owed to the account holders severally. ... the bank must do exactly what the customer requires of it. ..." Επικαλέστηκε, περαιτέρω, την ακόλουθη αναφορά από το "Paget's Law of Banking" 9η Έκδοση, σελ. 76: "... If one party to the account withdraws his mandate, the bank would decline to pay the other even if the mandate provided for either to sign; ... It is worthy of note that the bank in Brewer's case demanded individual responsibility from the joint account holders in points
(2)and
(5)of the defence. This at any rate seems to recognize a contract between the bank and each party to the account, to recognize that the bank is responsible to each party and that its contract with each is that it will pay only on the signature of both. The bank having paid without authority, it is as if it had not paid at all..." Στην εκδικαζόμενη υπόθεση, όπως έχει υποδειχθεί πιο πριν, το "mandate" υπογράφεται μόνο από τον Ενάγοντα. Η Εναγόμενη 2 δεν είχε δώσει οποιαδήποτε εντολή, ώστε να της παρεχόταν η δυνατότητα να την αποσύρει ή να την διαφοροποιήσει. Αποδεχόμενη την εντολή του Ενάγοντα για απόσυρση του ποσού, η τράπεζα έπραξε ακριβώς ότι συμφώνησε με τον πελάτη της, κατά το άνοιγμα του λογαριασμού. Καταλήγω, συνεπώς, πως η τράπεζα οφείλει να αποδώσει στον Ενάγοντα το υπόλοιπο που αδικαιολόγητα μετέφερε σε άλλο λογαριασμό από τον επίδικο και το οποίο σήμερα, είναι το αντίστοιχο σε ευρώ, των Λ.Κ.125.000, μετά την απόσυρση από τον Ενάγοντα του υπολοίπου. Είναι όμως χρήσιμο να τονιστεί πως το Δικαστήριο δεν αποφαίνεται ότι η Ενάγουσα δεν διατηρεί το δικαίωμα να ισχυρίζεται ότι έχει συνεισφέρει στην απόκτηση του ποσού. Αυτό, επαναλαμβάνω, θα αποφασιστεί από το Οικογενειακό Δικαστήριο που είναι αποκλειστικά αρμόδιο να αποφανθεί για τα περιουσιακά δικαιώματα του Ενάγοντα και της Εναγόμενης 2. Ενόψει, μάλιστα, του γεγονότος ότι υπάρχει σε ισχύ διάταγμα το οποίο εκδόθηκε στα πλαίσια της υπόθεσης που εκκρεμεί στο Οικογενειακό Δικαστήριο, με το οποίο απαγορεύεται στον Ενάγοντα να εισπράξει οποιοδήποτε ποσό από το υπόλοιπο της επίδικης κατάθεσης, τα όποια δικαιώματα της Εναγόμενης 2 επί του ποσού που θα επιδικαστεί στον Ενάγοντα, δεν επηρεάζονται. Εκδίδεται, κατά συνέπεια, απόφαση υπέρ του Ενάγοντα και εναντίον της Εναγόμενης 1 για το ποσό των €213.575,18 (αντίστοιχο των Λ.Κ.125.000) πλέον τους τόκους που έχουν συσσωρευθεί μέχρι σήμερα, με νόμιμο τόκο από σήμερα μέχρι εξοφλήσεως, πλέον έξοδα όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή. Η ανταπαίτηση της Εναγόμενης 2 απορρίπτεται, με έξοδα υπέρ του Ενάγοντα, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή. Νοείται ότι, λόγω της συνεκδίκασης της αγωγής με την ανταπαίτηση, όπου τα έξοδα συμπίπτουν θα υπολογίζεται ένα κονδύλι. [Υπ.] ............ Λ. Καλογήρου, Α.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο, Πρωτοκολλητής. νχ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.