← Κύπρος

Διευθυντής Τμήματος Τελωνείων ν. Hartziotis Trading Co. Limited, Αγωγή αρ: 8316/06, 27 Ιανουαρίου, 2011

Διευθυντής Τμήματος Τελωνείων ν. Hartziotis Trading Co. Limited, Αγωγή αρ: 8316/06, 27 Ιανουαρίου, 2011 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2011:A32 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Α. Κ. Λυκούργου, Ε.Δ. Αγωγή αρ: 8316/06 Διευθυντής Τμήματος Τελωνείων Ενάγων και Hartziotis Trading Co. Limited Εναγόμενοι -------------------------------- 27 Ιανουαρίου, 2011 Για τον ενάγοντα, εμφανίζεται η κα Θ. Μαυρομουστάκη, Δικηγόρος της Δημοκρατίας Α' , για τον Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας. Για τους εναγομένους, εμφανίζεται ο κ. Π. Π. Χριστοδουλίδης. Απόφαση Ο ενάγων αξιώνει από τους εναγομένους το ποσόν των Λ.Κ.12.642, ως οι πληρωτέοι δασμοί και φόροι για εμπορεύματα που αυτοί εισήξαν. Δικογραφείται η ακόλουθη βάση αγωγής: Οι εναγόμενοι, μια εταιρεία περιορισμένης ευθύνης, εγγεγραμμένη νομίμως στη Δημοκρατία, κατέθεσαν, κατά ή περί τις 7.5.97, στο Τελωνείο Λευκωσίας, διασάφηση εισαγωγής οινοπνευματωδών ποτών. Οι εναγόμενοι κατέταξαν τα εμπορεύματα σε δασμολογική κλάση με συντελεστή δασμού 4% επί της αξίας αυτών. Ο ενάγων δεν απεδέκτηκε την κατάταξη αυτή. Κατέληξε πως ορθή είναι η κατάταξη των εμπορευμάτων σε δασμολογική κλάση με υψηλότερο συντελεστή και άλλες επιβαρύνσεις. Διά του Σημειώματος Απαίτησης ημερ. 26.11.98 («το Σημείωμα Απαίτησης»), ο ενάγων πληροφόρησε τους εναγομένους για το ύψος των πληρωτέων φόρων και δασμών (Λ.Κ.12.462) και τους κάλεσε να το καταβάλουν. Το Σημείωμα Απαίτησης αποτελεί εκτελεστή διοικητική απόφαση η οποία ουδέποτε προσεβλήθηκε με προσφυγή. Παρά τις επανειλημμένες οχλήσεις, οι εναγόμενοι δεν κατέβαλαν τα οφειλόμενα. Προέκυψε, κατά την ακροαματική διαδικασία, και δηλώθηκε από τον ευπαίδευτο συνήγορο των εναγομένων διά της τελικής αγόρευσής του (δείτε στη σελ. 2 της γραπτής αγόρευσης του κ. Χριστοδουλίδη), πως αυτοί παραδέχονται το χαρακτήρα του Σημειώματος Απαίτησης ως εκτελεστής διοικητικής απόφασης και παραδέχονται πως η νομιμότητα αυτού ουδέποτε προσεβλήθηκε με προσφυγή. Οι παραδοχές αυτές είναι σημαντικές εφ΄ όσον περιόρισαν τα επίδικα θέματα. Πλέον, επίδικες είναι μόνον οι δύο προδικαστικές ενστάσεις οι οποίες εγείρονται διά της υπεράσπισης. Συναφώς σημειώνω πως ο εκτελεστός χαρακτήρας του Σημειώματος Απαίτησης καθιστά αχρείαστη τη συζήτηση των θεμάτων που αφορούν στη νομιμότητα του περιεχομένου του και που εγείρονται διά της υπεράσπισης. Δυνάμει του Άρθρου 146 του Συντάγματος, αποκλειστικώς αρμόδιο για να ελέγξει τη νομιμότητα και τη συνταγματικότητα μιας εκτελεστής διοικητικής απόφασης (ως το Σημείωμα Απαίτησης) είναι μόνον το Ανώτατο Δικαστήριο, στα πλαίσια άσκησης της αναθεωρητικής του δικαιοδοσίας, και εφ΄ όσον καταχωριστεί το ένδικο μέσο της προσφυγής. Το Επαρχιακό Δικαστήριο είναι καθ΄ ύλην αναρμόδιο να ελέγξει κατά πόσον ορισμένη εκτελεστή διοικητική απόφαση είναι σύμφωνη με όσα το Σύνταγμα και οι νόμοι ορίζουν, συμπεριλαμβανομένων των νομολογημένων αρχών του διοικητικού δικαίου. Περαιτέρω, εφ΄ όσον ορισμένη εκτελεστή διοικητική απόφαση δεν ακυρωθεί από το Ανώτατο Δικαστήριο, αυτή διατηρεί την ισχύ της και παράγει αμέσως όλα τα έννομα αποτελέσματά της. Έτσι, εν προκειμένω, εφ΄ όσον το Σημείωμα Απαίτησης δεν έχει ακυρωθεί, οι επιβληθέντες, δι΄ αυτού, φόροι και δασμοί παραμένουν οφειλόμενοι, ο δε ενάγων δικαιούται, κατ΄ αρχήν, να καταχωρίσει αγωγή για να τα εισπράξει. Παραπέμπω, για ανάλογη εφαρμογή, στις αποφάσει Sigma Radio T.V. Ltd κ.α. ν. Αρχής Ραδιοτηλεόρασης Κύπρου

(2004)3 Α.Α.Δ. 134, Sigma Radio T.V. Ltd κ.α. ν. Αρχής Ραδιοτηλεόρασης Κύπρου
(2005)1 Α.Α.Δ. 408, Sigma Radio T.V. Ltd κ.α. ν. Αρχής Ραδιοτηλεόρασης Κύπρου (Αρ.1)
(2006)1 Α.Α.Δ. 155, Sigma Radio T.V. Ltd κ.α. ν. Αρχής Ραδιοτηλεόρασης Κύπρου (Αρ.2)
(2006)1 Α.Α.Δ. 572, Sigma Radio T.V. Ltd κ.α. ν. Αρχής Ραδιοτηλεόρασης Κύπρου
(2007)1 Α.Α.Δ. 909 και απόφαση στην Πολιτική Έφεση αρ. 187/2007 Sigma Radio T.V. Ltd κ.α. ν. Αρχής Ραδιοτηλεόρασης Κύπρου, ημερ. 17.12.09, οι οποίες αφορούν στο συναφές ζήτημα της επιβολής διοικητικών προστίμων. Παραπέμπω, επίσης, στις αποφάσεις D.E.L. Kirzis Tourist Enterprises Ltd κ.α ν. Συμβουλίου Αποχετεύσεων Λεμεσού - Αμαθούντας,
(2000)1 (Γ) Α.Α.Δ. 1946 και Amazing Trading Ltd ν. Διευθυντή Τμήματος Τελωνείων
(2002)1 Α.Α.Δ. 1136, 1138 - 9 Διά της υπεράσπισης εγείρονται οι εξής δύο προδικαστικές ενστάσεις:
(1)Ο ενάγων εμποδίζεται να καταχωρίσει και να συνεχίσει την προκείμενη αγωγή λόγω μεγάλης και αδικαιολόγητης καθυστέρησης (laches).
(2)Η προκείμενη αγωγή συνιστά κατάχρηση της διαδικασίας. Ο ενάγων κατεχώρισε και προώθησε την προκείμενη αγωγή ενώ, κατ΄ επαναλήψιν στο παρελθόν, αυτός παρέλειψε να ενδιαφερθεί και να προωθήσει προηγούμενες ταυτόσημες αγωγές του εναντίον των εναγομένων. Η συμπεριφορά αυτή του ενάγοντος έχει ως αποτέλεσμα να παραβιασθεί το δικαίωμα των εναγομένων για δίκαιη δίκη εντός ευλόγου χρόνου. Επίσης, οι εναγόμενοι εμποδίζονται πλέον να υπερασπισθούν τους εαυτούς τους με επάρκεια. Ως γεγονότα, τα οποία θεμελιώνουν αυτές τις προδικαστικές ενστάσεις, δικογραφούνται τα εξής: Η εκτελώνιση στην οποίαν αφορά το Σημείωμα Απαίτησης πραγματοποιήθηκε στις 7.5.
  1. Για να εισπραχθούν όσα επεβλήθηκαν διά του Σημειώματος Απαίτησης κατεχωρίστηκε, κατά πρώτον, στις 7.6.00, η αγωγή αρ. 5621/2000 (Ε. Δ. Λευκωσίας). Το κλητήριο ένταλμα της αγωγής αυτής εξέπνευσε χωρίς να επιδιωχθεί η ανανέωσή του. Στις 18.1.
  2. ο ενάγων ζήτησε, από τον Πρωτοκολλητή του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας, να πληροφορηθεί για την πορεία της αγωγής αρ. 5621/2000 (Ε.Δ. Λευκωσίας). Στις 6.7.02 ο Πρωτοκολλητής ενημέρωσε τον ενάγοντα πως η αγωγή διεγράφηκε. Στις 17.2.04 ο ενάγων επανήλθε, καταχωρώντας την ταυτόσημη αγωγή αρ. 1635/2004 (Ε.Δ. Λευκωσίας), η οποία επεδόθηκε στους εναγομένους στις 29.4.
  3. Αυτοί κατεχώρησαν σημείωμα εμφάνισης στις 21.5.04 και υπεράσπιση την 1.2.
  4. Λόγω της παράλειψης του ενάγοντος να προωθήσει την αγωγή του, ο Πρωτοκολλητής του απέστειλε ειδοποίηση δυνάμει της Δ.31 θ.10
(1)των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών. Ο ενάγων παρέλειψε να συμμορφωθεί με την ειδοποίηση αυτή και, έτσι, στις 1.2.06 η αγωγή αρ. 1635/2004 (Ε.Δ. Λευκωσίας) απερρίφθηκε λόγω παράλειψης προώθησής της. Για να αποδειχθεί η αξίωση κλήθηκε, ως μόνος μάρτυρας του εναγόντος, ο Ανδρέας Πολυδώρου (Μ.Ε.1), Τελωνειακός Λειτουργός, ο οποίος κατέθεσε και έγγραφη μαρτυρία. Η έγγραφη αυτή μαρτυρία αποδεικνύεται βοηθητική για να αντιληφθεί κάποιος κρίσιμα γεγονότα και για να τεκμηριωθούν ουσιώδεις παράμετροι της υπόθεσης. Για να προωθηθούν οι υπερασπίσεις κλήθηκε, ως μόνος μάρτυρας των εναγομένων, ο Σωτήρης Βασιλείου (Μ.Υ.1), ιδιοκτήτης και διευθυντής τους. Η ακροαματική διαδικασία διευκολύνθηκε με τη δήλωση, ως παραδεκτών, των ακόλουθων γεγονότων: «
  1. Ο ενάγοντας εγείρει την παρούσα δυνάμει των διατάξεων του άρθρου 176 του Περί Τελωνείων και Φόρων Καταναλώσεως Νόμου Ν.82/67, όπως αυτός τροποποιήθηκε.
  2. Η εναγομένη είναι εταιρεία περιορισμένης ευθύνης, δεόντως εγγεγραμμένη στην Κύπρο και διεξάγει εργασίες στη Λευκωσία.
  3. Την 7.6.00 καταχωρίστηκε η αγωγή αρ. 5621/00 η οποία δεν κατέστη δυνατό να επιδοθεί στους εναγομένους γιατί ο αρμόδιος επιδότης πληροφόρησε το Γενικό Εισαγγελέα ότι ο εναγόμενος ήταν άγνωστος στην τότε δοθείσα διεύθυνση, δηλαδή Λεωφόρο Μακαρίου 53 στη Λευκωσία όπου ήταν και το εγγεγραμμένο γραφείο της εναγόμενης εταιρείας.
  4. Ο ενάγοντας καταχώρισε την αγωγή 1635/2004 στην οποία οι εναγόμενοι καταχώρισαν σημείωμα εμφάνισης στις 21.5.
  5. Ο ενάγοντας καταχώρισε αίτηση για απόφαση στις 14.10.04 η οποία απεσύρθη για το λόγο ότι ο εναγόμενος πληροφόρησε τον ενάγοντα ότι είχε καταχωρίσει υπεράσπιση την 1.2.
  6. Η υπεράσπιση δεν παρελήφθη από τη Νομική Υπηρεσία γι΄ αυτό ζητήθηκε αντίγραφο από το δικηγόρο των εναγομένων. Η επιστολή στάληκε με τηλεομοιότυπο στις 24.1.
  7. Στις 5.12.06 ο ενάγοντας καταχώρισε αίτηση ορισμού της αγωγής 1635/04 όταν και πληροφορήθηκε ότι η αγωγή είχε απορριφθεί στις 2.2.
  8. Στις 28.12.06 καταχωρίστηκε η παρούσα.
  9. Το αξιούμενο ποσό δεν έχει πληρωθεί». Ακολουθεί η σκιαγράφηση και ο σχολιασμός της υπόλοιπης μαρτυρίας: Ο Ανδρέας Πολυδώρου (Μ.Ε.1), ο οποίος δήλωσε ενόρκως πως γνωρίζει τα γεγονότα της υπόθεσης γιατί τη χειρίστηκε ο ίδιος, γιατί ενημερώθηκε από έγγραφα που ευρίσκονται στους σχετικούς διοικητικούς φακέλους και γιατί ενημερώθηκε από την συνήγορο του ενάγοντος, προσέθεσε τα εξής: Το Τμήμα Τελωνείων, διά διπλοσυστημένης επιστολής ημερ. 13.10.97 (τεκμήριο 1) γνωστοποίησε στους εναγομένους την επίδικη απαίτησή του. Η επιστολή αυτή παρελήφθηκε από τους εναγομένους (τεκμήριο 2), οι οποίοι, δι΄ επιστολής των δικηγόρων τους ημερ. 26.11.97 (τεκμήριο 3), ζήτησαν επανεξέταση του θέματος. Η επανεξέταση έγινε, όμως, η απόφαση του ενάγοντος παρέμεινε η ίδια. Το αποτέλεσμα της επανεξέτασης κοινοποιήθηκε στους εναγομένους δι΄ επιστολής ημερ. 26.11.98 (τεκμήριο 4). Επειδή οι εναγομένοι δεν κατέβαλαν την επίδικη οφειλή, στις 23.9.99 η υπόθεση διαβεβάσθηκε στη Νομική Υπηρεσία της Δημοκρατίας για τη λήψη δικαστικών μέτρων. Δι΄ επιστολής ημερ. 14.10.99 (τεκμήριο 5), δικηγόρος της Δημοκρατίας ζήτησε από τους εναγομένους την καταβολή της επίδικης οφειλής. Ακολούθησαν προσπάθειες των δικηγόρων των εναγομένων, οι οποίες αποτυπώνονται σε αλληλογραφία (τεκμήρια 6 έως και 9), για εξεύρεση εξώδικης διευθέτησης. Δεν υπήρξε αποτέλεσμα, εξ ου και κατεχωρίστηκε, στις 7.6.00 η αγωγή αρ. 5621/2000 (Ε.Δ. Λευκωσίας) (τεκμήριο 11). Αυτή δεν επεδόθηκε και το κλητήριο ένταλμα εξέπνευσε. Κατά καιρούς, δικηγόροι της Δημοκρατίας ζητούσαν από τον Πρωτοκολλητή του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας να πληροφορηθούν κατά πόσον η αγωγή αρ. 5621/2000 (Ε.Δ. Λευκωσίας) είχε επιδοθεί (τεκμήρια 1α έως και 12γ). Μόλις εξασφαλίσθηκε η νέα διεύθυνση των εναγομένων, κατεχωρίστηκε η ταυτόσημη αγωγή αρ. 1635/2004 (Ε.Δ. Λευκωσίας) (τεκμήριο 13), στα πλαίσια της οποίας κατεχωρίστηκε, στις 21.5.2004, σημείωμα εμφάνισης. Στις 14.10.04 κατεχωρίστηκε αίτηση για την έκδοση απόφασης λόγω παράλειψης καταχώρισης υπεράσπισης. Εν τέλει, κατεχωρίστηκε υπεράσπιση, όμως, αντίγραφό της δεν επεδόθηκε στη Νομική Υπηρεσία. Με επιστολή δικηγόρου της Δημοκρατίας ημερ. 16.1.06 (τεκμήριο 14) ζητήθηκε από τον συνήγορο των εναγομένων αντίγραφο της υπεράσπισης. Ακολούθησε αίτηση ορισμού της αγωγής οπότε η πλευρά του ενάγοντος πληροφορήθηκε πως η αγωγή αρ. 1635/2004 (Ε.Δ. Λευκωσίας) απερρίφθηκε στις 2.2.
  10. Εξ ου και κατεχωρίστηκε στις 28.12.06 η προκείμενη αγωγή. Όπως προκύπτει από την αλληλογραφία του Τμήματος Τελωνείων με την Νομική Υπηρεσία (τεκμήριο 15), ο ενάγων ανέκαθεν ζητούσε να ενημερωθεί για την πορεία της επίδικης απαίτησής του. Σημειώνω πως όσα ουσιώδη δήλωσε ο Ανδρέας Πολυδώρου (Μ.Ε.1) δεν αμφισβητήθηκαν από την πλευρά των εναγομένων. Ούτε αμφισβητήθηκε η γνησιότητα των τεκμηρίων 1 έως και 15 που ο μάρτυρας αυτός κατέθεσε. Η αντεξέταση του Ανδρέα Πολυδώρου (Μ.Ε.1) υπήρξε περιορισμένη. Το μόνο που του υπεβλήθηκε είναι πως, κατά πάντα ουσιώδη χρόνο, οι εναγομένοι διατηρούσαν τα κεντρικά τους γραφεία επί της οδού Μακαρίου αρ. 53 στη Λευκωσία. Επί τούτου, ο μάρτυρας εξέφρασε άγνοια. Η μαρτυρία του Σωτήρη Βασιλείου (Μ.Υ.1) υπήρξε σύντομη και δεν προσέθεσε ο,τιδήποτε το κρίσιμο για την τύχη της υπόθεσης. Ο Σωτήρης Βασιλείου (Μ.Υ.1) δήλωσε ενόρκως πως από το έτος 1983, έτος ίδρυσης των εναγομένων, έως και σήμερα, αδιαλείπτως λειτουργεί υποστατικό των εναγομένων επί της οδού Μακαρίου αρ. 53 στη Λευκωσία. Στο υποστατικό αυτό εργοδοτείται προσωπικό. Ο μάρτυρας προσέθεσε πως οι επίδικοι δασμοί και φόροι επεβλήθηκαν μετά την εκτελώνιση των εμπορευμάτων και αφού αυτά πωλήθηκαν σε τιμή που συμπεριελάμβανε το χαμηλότερο δασμό. Μετά την επιβολή των επίδικων δασμών και φόρων συναντήθηκε ο ίδιος με αρμοδίους του Τμήματος Τελωνείου οι οποίοι του είπαν «ότι ήταν άδικη η επιβολή των δασμών. Όμως, δεν (του) το έδωσαν γραπτώς. Και (του) έδωσαν την εντύπωση πως και οι ίδιοι πίστευαν πως θα ήταν άδικη η καταβολή των επιβληθέντων δασμών». Σε ερώτηση της ευπαίδευτης συνηγόρου των εναγόντων γιατί δεν κατεχώρισε προσφυγή εναντίον της απόφασης περί της επιβολής των επίδικων φόρων και δασμών, ο Σωτήρης Βασιλείου (Μ.Υ.1) απήντησε: «Από άγνοια ίσως. Αντιλήφθηκα από τους τελωνειακούς πως ήταν άδικη η απόφαση». Έχω μελετήσει τα ενώπιόν μου δεδομένα, έχοντας κατά νουν και τα όσα οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των διαδίκων εισηγούνται διά των επημελημένων γραπτών τελικών αγορεύσεών τους. Παρατηρώ τα εξής: Κατ΄ αρχάς, στην προκείμενη περίπτωση δεν μπορεί να προβληθεί η υπεράσπιση της μακράς και αδικαιολόγητης καθυστέρησης στην καταχώρηση της αγωγής (laches). Το ζήτημα της ολιγωρίας ή της καθυστέρησης στην έγερση αγωγής (laches) μπορεί να εγερθεί ως υπεράσπιση μόνον όπου ο ενάγων επιδιώκει θεραπεία επί τη βάσει του δικαίου της επιείκειας (equitable remeby)(Καρπασίτης κ.α. ν. Σιόκουρου
(2000)1 (Α) Α.Α.Δ. 472). Όμως, εδώ, το δικαίωμα του ενάγοντος να ζητήσει, μέσω αγωγής, την καταβολή των φόρων και των δασμών που επέβαλε στους εναγομένους διά της εκτελεστής διοικητικής απόφασής του που περιέχεται στο Σημείωμα Απαίτησης ημερ. 26.11.98, δεν πηγάζει από το δίκαιο της επιείκειας. Το δικαίωμα του ενάγοντος πηγάζει από νομοθετική διάταξη: το άρθρο 176
(1)και
(2)του περί Τελωνείων και Φόρων Καταναλώσεως Νόμου (Ν.82/1967, ως αυτός τροποποιήθηκε στη συνέχεια). Πρόκειται, συνεπώς, για ένα νόμιμο αγώγιμο δικαίωμα (legal right), σε αντιδιαστολή με τα αγώγιμα δικαιώματα κατά το δίκαιο της επιείκειας (equitable rights). Υπενθυμίζω πως το γεγονός ότι η προκείμενη αγωγή κατεχωρίστηκε δυνάμει του άρθρου 176 του Ν.82/1967 δηλώθηκε ως παραδεκτό γεγονός. Εν πάση περιπτώσει, ακόμη και εάν ήθελε θεωρηθεί πως ζήτημα ολιγωρίας ή καθυστέρησης (laches) θα μπορούσε να τεθεί και σε αγωγή όπου ο ενάγων επιδιώκει θεραπεία επικαλούμενος δικαίωμα που πηγάζει από νόμο, εν προκειμένω, δεν συντρέχει η προϋπόθεση να καταλήγει σήμερα η παροχή της αξιούμενης θεραπείας άδικη για τον εναγόμενο. Στην απόφαση Ρένα Αριστοτέλους Λτδ κ.α. ν. Benfleet Enterprises Ltd κ.α.
(2006)1 (Α) Α.Α.Δ. 280, 287 αναφέρεται πως «. η επίκληση της αρχής της επιείκειας για καθυστέρηση (laches) προϋποθέτει, πρώτον, μη εύλογη καθυστέρηση έναρξης της διαδικασίας και δεύτερον, οι συνέπειες που προκάλεσε η καθυστέρηση να καθιστούν την παροχή της αιτούμενης θεραπείας άδικη (βλέπε Ι.C.F. Spry, The Principles of Equitable Remedies, 4η έκδοση, σελ. 223)». Συνεπώς, απαραίτητη προϋπόθεση για να επιτύχει η υπεράσπιση της ολιγωρίας ή καθυστέρησης (lanches) είναι να καταδείξει ο εκάστοτε ο εναγόμενος, επικαλούμενος συγκεκριμένα στοιχεία και γεγονότα, πως η επιτυχία της αγωγής θα τον αδικούσε εξ αιτίας και του μεγάλου χρόνου που παρήλθε από τη γένεση του αγώγιμου δικαιώματος έως και την καταχώρισή της. Οι εναγόμενοι δεν παρουσίασαν οιανδήποτε τέτοια μαρτυρία. Έτσι, οι σχετικές εισηγήσεις τους παρέμειναν γενικόλογες και ατεκμηρίωτες. Όμως, ούτε η υπεράσπιση της κατάχρησης διαδικασίας προβάλλεται βάσιμα. Εξετάζοντας την ενώπιόν μου μαρτυρία δεν εντοπίζω οιονδήποτε στοιχείο από το οποίο να προκύπτει δόλια συμπεριφορά του ενάγοντος ή συμπεριφορά του η οποία να τείνει στην αθέμιτη εξασφάλιση της αξιώσής του. Οι συνθήκες υπό τις οποίες απερρίφθηκαν η αγωγή αρ. 5621/2000 (Ε.Δ. Λευκωσίας) καθώς και η αγωγή αρ. 1635/2004 (Ε.Δ. Λευκωσίας), όπως αυτές εξετέθηκαν από τον Ανδρέα Πολυδώρου (Μ.Ε.1) και δεν αμφισβητήθηκαν από την πλευρά των εναγομένων, παρέχουν ικανοποιητική εξήγηση για την καταχώριση και τη συνέχιση της προκείμενης αγωγής (δείτε, για εξ αντιδιαστολής εφαρμογή, την απόφαση Loukos Trading Co Ltd κ.α. ν. Ρεϊνμποου Πλήτσιιηγκ και Ντάϊγκ Co Λτδ
(2000)1 (Β) Α.Α.Δ. 1014). Το γεγονός ότι χρόνια μετά την επιβολή των επίδικων φόρων και δασμών ο ενάγων συνεχίζει να επιδιώκει την καταβολή τους δεν συνιστά αφ΄ εαυτού μεμπτή συμπεριφορά. Άλλωστε, πρόκειται για αξίωση η οποία τεκμαίρεται πλέον νόμιμη (εφ΄ όσον το Σημείωμα Απαίτησης δεν έχει ακυρωθεί) και για αξίωση εν σχέσει με την οποίαν ουδεμία άλλη διαδικασία εκκρεμεί σήμερα (Διευθυντής των Φυλακών ν. Τζεννάρο Παρρέλλα
(1995)1 Α.Α.Δ. 217). Για όλους τους πιο πάνω λόγους η αγωγή επιτυγχάνει. Εκδίδεται απόφαση υπέρ του ενάγοντος και εναντίον των εναγομένων για το ποσόν των €21.600,14 (ισόποσον Λ.Κ.12.642) το οποίο θα φέρει τόκο με νόμιμο επιτόκιο από τις 28.12.06, ημερομηνία καταχώρισης της αγωγής. Τα έξοδα της αγωγής, ως αυτά θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο, επιδικάζονται υπέρ του ενάγοντος και εναντίον των εναγομένων. (Υπ)........................................ Α. Κ. Λυκούργου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΧΡΓ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.