Liberty Life Insurance Public Company Limited ν. Ανδρέα Σοφοκλέους κ.α., Αρ. Αγωγής 3061/2006, 28 Ιανουαρίου 2011 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2011:A35 Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας Ενώπιον Φ. Ν. Ζωμενή, Α. Ε. Δ. Αρ. Αγωγής 3061/2006 Μεταξύ: Liberty Life Insurance Public Company Limited Ενάγουσας και
- Ανδρέα Σοφοκλέους
- Ευστάθιου Ευσταθίου
- Αριστούλας Σοφοκλέους
- Πάμπου Χαραλάμπους Εναγομένων Ημερομηνία: 28 Ιανουαρίου 2011 Εμφανίσεις Για αιτήτρια: κ. Παρπαρίνος για Α. Μαρκίδη Για καθ´ ου η αίτηση: κ. Χρ. Χριστοφίδης ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Με την αίτηση αυτή η αιτήτρια ζητά από το Δικαστήριο την αναθεώρηση απόφασης του Πρωτοκολλητή του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας σε διαδικασία ψήφισης καταλόγου εξόδων. Το παράπονο της αιτήτριας περιορίζεται σε τρία συγκεκριμένα σημεία τής απόφασης του Πρωτοκολλητή: • την απόφαση να επιδικασθεί τόκος επί του ποσού των επιδικασθέντων εξόδων • την έγκριση ποσού €91,80 για το κονδύλι με τον αριθμό 13 στον κατάλογο, το οποίο σύμφωνα με την αιτήτρια θα έπρεπε να ήταν μόνο €62,
- • την απόφαση του πρωτοκολλητή να μη δεχθεί την θέση των αιτητών ότι τα ποσά με στοιχεία 1 μέχρι 12 στον κατάλογο, αλλά και το συνολικό ποσό του καταλόγου έχουν στην πραγματικότητα εξοφληθεί. Η αίτηση βασίζεται στη Δ.59 θ. 18, στη Δ.29 και στη Δ.48 των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών. Υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση της Έλενας Τιμοθέου, υπαλλήλου της αιτήτριας. Σύμφωνα με την ένορκη δήλωση οι προηγούμενοι δικηγόροι της αιτήτριας είχαν αποταθεί στον Πρωτοκολλητή για ψήφιση Καταλόγου Εξόδων. Ο Πρωτοκολλητής, αφού άκουσε και Δικηγόρο ο οποίος εμφανίστηκε στη διαδικασία ψήφισης εκ μέσους της αιτήτριας, προχώρησε στις 26.06.2010 στην έκδοση του πιστοποιητικού του οποίου ζητείται η αναθεώρηση. Κατά την διαδικασία ενώπιον του Πρωτοκολλητή είχε προβληθεί η θέση ότι δεν θα έπρεπε να επιδικασθεί τόκος επί των εξόδων, είχε αμφισβητηθεί το ύψος του ποσού που διεκδικήθηκε για τα χαρτόσημα στη διαδικασία ψήφισης και είχε προβληθεί η θέση ότι τα ποσά μέχρι τις 29.2.2008 θα έπρεπε να θεωρηθούν ως εξοφληθέντα. Υποστηρίχθηκε επίσης ότι από 25.1.2008 μέχρι 5.5.2010 καταβλήθηκε από την αιτήτρια ποσό €184.247,85 με το οποίο εξοφλούται όλες οι υποχρεώσεις της αιτήτριας για όλες τις υποθέσεις της. Όλες οι πιο πάνω θέσεις της αιτήτριας απορρίφθηκαν από τον Πρωτοκολλητή. Οι καθ´ ων η αίτηση ενίστανται στην αίτηση. Υποστηρίζουν ότι ο Πρωτοκολλητής ενήργησε νόμιμα και μέσα στο πλαίσιο της διακριτικής του ευχέρειας, έτσι που να μην υπάρχει περιθώριο επέμβασης του Δικαστηρίου. Υποστηρίζουν επίσης ότι το νομικό υπόβαθρο στο οποίο βασίζεται η αίτηση δεν επιτρέπει την χορήγηση της αιτούμενης θεραπείας. Σύμφωνα με τη Δ.59 θ. 18 των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών στην οποία στηρίζεται η αίτηση, "
- If an advocate makes an agreement with his client as to the fees to be paid to him by the client, such agreement shall not affect the amount of or any rights or remedies for the recovery of any costs recoverable from the client by any other person, or payable to the client by any other person, and any such other person may require any costs, payable or recoverable by him to or from the client, to be taxed according to these Rules unless such person has otherwise agreed: provided always that the client who has entered into any agreement with his advocate shall not be entitled to recover from any other person, under any order for the payment of any costs which are the subject of such agreement, more than the amount payable by the client to his own advocate under the same". Είναι φανερό ότι αυτή η διάταξη την οποία επικαλείται ο αιτητής για να στηρίξει την αίτηση του δεν είναι σχετική με τη θεραπεία την οποία επιδιώκει. Σημειώνω εδώ ότι η Δ.59 τροποποιήθηκε με διαδικαστικό κανονισμό που δημοσιεύθηκε στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας στις 23.12.1999, με τον οποίο οι διάφορες διατάξεις αναριθμήθηκαν. Είναι πιθανό σε αυτό να οφείλεται η επίκληση τής Δ.59 θ. 18 αντί της Δ.59 θ. 17 που είναι η ορθή διάταξη. Ούτε η Δ.29 σχετίζεται με την επιδιωκόμενη θεραπεία. Προκύπτει κατά συνέπεια ότι καμιά από τις διατάξεις στις οποίες ο αιτητής έχει βασίσει την αίτηση του δεν μπορεί να την στηρίξει. Η αναφορά στη Δ.48 δεν συμπληρώνει αυτό το κενό. Όπως αποφασίσθηκε μεταξύ άλλων και στην υπόθεση Evand Promotions Ltd κ.α
(1998)1Β ΑΑΔ 736, η απλή επίκληση της Δ.48 της δεν παρέχει αφ´ εαυτής το δικαίωμα καταχώρησης οποιασδήποτε αίτησης. Διαγράφει μόνο το δικονομικό πλαίσιο μέσα στο οποίο μπορεί να υποβληθεί η αίτηση, εφ´ όσον όμως η αίτηση έχει σαν υπόβαθρο συγκεκριμένο άρθρο του νόμου ή συγκεκριμένο κανονισμό. Αποτελεί επιτακτική πρόνοια των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών ότι σε κάθε αίτηση πρέπει να παρατίθενται με ακρίβεια οι διατάξεις που αποτελούν το νομικό υπόβαθρο για την αίτηση. Σχετική είναι η Δ.48 θ.2
(1), η οποία έχει ως εξής: «48
(2)
(1)Save where other provision is made, every application to the Court shall be in writing stating the nature of the order or direction sought and referring to the specific section of the Law or to the specific Rules of Court upon which it is founded.» Σε πρόχειρη μετάφραση: «48
(2)
(1)Εκτός στις περιπτώσεις που γίνεται άλλη πρόνοια, κάθε αίτηση προς το Δικαστήριο θα καταχωρείται εγγράφως και σ' αυτή θα αναφέρεται η φύση του αιτουμένου διατάγματος ή οδηγίας και το συγκεκριμένο άρθρο του νόμου ή οι συγκεκριμένοι κανόνες των διαδικαστικών κανονισμών επί των οποίων βασίζεται.» Σε ενδιάμεσες αιτήσεις η αναφορά στα άρθρα και στους Θεσμούς που στοιχειοθετούν το νομικό υπόβαθρο της αίτησης αποτελεί απαράβατο όρο για την εγκυρότητα του δικονομικού μέτρου. Στην υπόθεση Koυppa and Another v. Vassiliades
(1981)1 J.S.C. 120 λέχθηκαν τα ακόλουθα: «The specification of the rules relied upon in interlocutory proceedings is not, to may comprehension, a matter of mere formality but a substantive procedural provision that should be strictly adhered to. For interlocutory proceedings are proceedings of an extraordinary nature in that deliberations are made without a complete trial, the normal process through which a cause is ventilated before the Court. Hence procedural safeguards designed to elicit the questions in issue and put the matter in a proper perspective should be meticulously observed especially mandatory provisions like those set out in Ord. 48 r.
- It is no accident that the legal substratum of an application must, unlike the statement of claim, be specified for there are compelling reasons that side issues should be succinctly defined both legally and factually so that the Court may, without undue delay, deal with them and thus pave the way for the trial of the main issues in dispute.» Σε μετάφραση: «Ο καθορισμός των θεσμών στους οποίους στηρίζεται το ενδιάμεσο δικονομικό μέτρο (αίτηση με κλήση) δεν είναι όπως κατανοώ μόνο θέμα τύπου αλλά ουσιαστική δικονομική διάταξη, η οποία πρέπει να ακολουθείται αυστηρά εν όψει του ότι η ενδιάμεση διαδικασία συνιστά διαδικασία ασυνήθη χαρακτήρα, για το λόγο ότι τα επίδικα θέματα εκδικάζονται έξω από το πλαίσιο της ολοκληρωμένης δίκης που αποτελεί τη συνήθη οδό για την εκδίκαση των επίδικων θεμάτων. Συνεπώς τα δικονομικά εχέγγυα τα οποία αποβλέπουν στον προσδιορισμό των επίδικων θεμάτων και του πλαισίου εκδίκασής τους πρέπει να τηρούνται με σχολαστικότητα ιδιαίτερα στην περίπτωση των επιτακτικών προνοιών της Δ.48 θ.
- Δεν είναι τυχαίο ότι το νομικό υπόβαθρο της αίτησης πρέπει, αντίθετα με την έκθεση απαιτήσεως, να καθορίζεται∙ συντρέχουν επιτακτικοί λόγοι που επιβάλλουν όπως παρεμφερή θέματα προσδιορίζονται τόσο νομικά όσο και πραγματικά με ακρίβεια ώστε το Δικαστήριο, χωρίς υπέρμετρη καθυστέρηση, να είναι σε θέση να τα εξετάσει και με αυτό τον τρόπο να επιστρώσει το έδαφος διά την εκδίκαση της ουσίας της διαφοράς.» Η πιο πάνω αρχή υιοθετήθηκε στις υποθέσεις Μαχλουζαρίδη ν. Ιωαννίδη κ.α
(1990)1 Α.Α.Δ. 965 (από όπου και η μετάφραση), Evand Promotions Ltd κ.α.
(1998)1Β ΑΑΔ 736 και Σταύρος Χριστοφόρου ν. Οικοδομικές Επιχειρήσεις Λοϊζος Ιορδάνους Λτδ
(2001)1(Β) Α.Α.Δ. 743. Σχετικές είναι επίσης και οι υποθέσεις Wunderlich -v- Παναγιώτου
(1999)1 ΑΑΔ 366 και Κουλέρμος ν. Κουμπαρίδου
(2000)1(Α) Α.Α.Δ. 493, 498. Πρέπει επίσης να σημειωθεί ότι η παράλειψη στήριξης μιας αίτησης η οποία κατά τα άλλα δεν είναι παράτυπη στο ορθό νομικό υπόβαθρο δεν είναι θέμα το οποίο μπορεί να αντιμετωπισθεί με την επίκληση της Δ.64, ακόμα και αν υπήρχε αίτημα για διόρθωση. Σχετικά παραπέμπω στην υπόθεση Bank For Foreign Trade Of Russian Federation «Vneshtorgbank» -ν- ICC Chemicals (UK) Ltd
(1999)1Γ ΑΑΔ 1728. Όπως λέχθηκε στην πιο πάνω υπόθεση, «Η Διαταγή 64 δεν έχει καμία απολύτως σχέση με την τροποποίηση δικογράφων ή αιτήσεων. Η Διαταγή 64 εφαρμόζεται μόνο στις περιπτώσεις όπου δεν υπάρχει συμμόρφωση προς τους θεσμούς και μόνο στην έκταση που η ίδια καθορίζει. Στις περιπτώσεις αυτές η μη συμμόρφωση μπορεί να θεωρηθεί ως απλή παρατυπία που δεν καθιστά άκυρη τη διαδικασία. Η παράλειψη αναφοράς συγκεκριμένου άρθρου της νομοθεσίας σε αίτηση βάσει της Διαταγής 48 δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι συνιστά μη συμμόρφωση προς τους θεσμούς. Συνιστά παράλειψη στήριξης της αίτησης, που κατά τα λοιπά συμμορφώνεται προς τους θεσμούς, στο συγκεκριμένο άρθρο.» Οι αποφάσεις που αναφέρθηκαν πιο πάνω συγκλίνουν στο ότι αίτηση η οποία δεν βασίζεται στο ορθό νομικό υπόβαθρο θα πρέπει να απορριφθεί. Αναφορά θα πρέπει να γίνει και στην υπόθεση Χριστοδούλου -ν- Zendia Machinery
(2008)1 ΑΑΔ 367 στην οποία ο αιτητής είχε στηρίξει την αίτηση του για επαναφορά αγωγής που απορρίφθηκε στη Δ.33 θ. 4 αντί στη Δ.33 θ.
- Το Δικαστήριο εξ ιδίας πρωτοβουλίας απέρριψε την αίτηση παρόλον ότι ο αντίδικος δεν είχε ένσταση στην χορήγηση της αιτούμενης θεραπείας. Η προσέγγιση αυτή θεωρήθηκε λανθασμένη και αποφασίσθηκε ότι από τη στιγμή που η αιτούμενη θεραπεία ήταν διατυπωμένη με ακρίβεια και δεν υπήρχε ένσταση από την άλλη πλευρά το Δικαστήριο λανθασμένα απέρριψε την αίτηση. Το σφάλμα θα μπορούσε να είχε θεωρηθεί γραφικό λάθος και το Δικαστήριο θα μπορούσε να είχε ζητήσει τη διόρθωση του επί τόπου και να προχωρήσει σε αποδοχή της αίτησης. Όπως αναφέρεται και στην ίδια την απόφαση Χριστοδούλου η απόφαση αυτή δεν αλλοιώνει την αρχή ότι στην αίτηση πρέπει να διατυπώνεται με σαφήνεια η θεραπεία που επιδιώκεται και η νομική βάση της αίτησης. Η απόφαση διαφοροποιείται από τα γεγονότα αυτής της υπόθεσης κυρίως επειδή στη Χριστοδούλου και οι δύο πλευρές συμφωνούσαν στην χορήγηση τής αιτούμενης θεραπείας αλλά το Δικαστήριο απέρριψε την αίτηση λόγω στήριξης σε λανθασμένο κανονισμό. Εδώ η άλλη πλευρά ενίσταται και μάλιστα σφοδρά στην χορήγηση της αιτούμενης θεραπείας. Επικαλείται μάλιστα την παράλειψη στήριξης της αίτησης στο ορθό νομικό υπόβαθρο σαν ένα από τους λόγους ένστασης. Δεν θα ήταν ορθό το Δικαστήριο να προχωρούσε από μόνο του στη διόρθωση των παραλείψεων του αιτητή για να διασώσει την αίτηση. Η αίτηση δεν στηρίζεται στο ορθό νομικό υπόβαθρο. Κάτω από τις συνθήκες της συγκεκριμένης υπόθεσης δικαιολογείται η απόρριψη της αίτησης χωρίς ενασχόληση με την ουσία. Παρά την κατάληξη αυτή, η οποία σφραγίζει την τύχη τής αίτησης, θα εξετάσω με συντομία και την ουσία της αίτησης. Σχετική με το ζήτημα της αναθεώρησης καταλόγου εξόδων που ψήφισε ο Πρωτοκολλητής είναι η Δ.59 θ. 17 (όπως αναριθμήθηκε με τον διαδικαστικό κανονισμό που εκδόθηκε στις 23.12.1999). Σύμφωνα με τη Δ.17,
- Any party who may be dissatisfied with the certificate of the taxing officer, as to any item which may have been objected to, may within seven days from the date of the certificate, apply for review of the taxation as to such item or part of an item, and the Court may thereupon make such order as it may think just; but the certificate of the taxing officer shall be final and conclusive as to all matters which shall not have been objected to. Στα πλαίσια αυτής της διαδικασίας το Δικαστήριο έχει την εξουσία να αναθεωρήσει την ψήφιση του καταλόγου εξόδων μόνο ως προς στοιχεία για τα οποία είχε εγερθεί ένσταση και στην ενώπιον του Πρωτοκολλητή διαδικασία. Η θέση αυτή προκύπτει από το λεκτικό της Δ.59 θ.17 αλλά και από τη σχετική νομολογία. (Βλ. Γεωργιάδης -ν- Υπουργικού Συμβουλίου
(1999)3 ΑΑΔ 35, Παπακοκκίνου -ν- Δήμου Πάφου
(1998)1 ΑΑΔ 2255) Το Δικαστήριο επεμβαίνει μόνο εφ όσον έχει διαπραχθεί κατάφωρο σφάλμα. Όταν δε η απόφαση του Πρωτοκολλητή είναι αποτέλεσμα άσκησης της διακριτικής του ευχέρειας το Δικαστήριο πολύ σπάνια επεμβαίνει, εφ' όσον καταδειχθεί λανθασμένη προσέγγιση σε θέμα αρχής. (Βλ. σχετικά Brown -v- Sewell (1880-1881) 16 Ch.D. 517 [1], Αρέστη -ν- Λαδόκονου
(1996)1 ΑΑΔ 646 [2], Gorfin -v- Oldhams Press Ltd [1958] 1 WLR 314 [3]) Εξετάζοντας το ζήτημα που εγείρεται αναφορικά με το κατά πόσο ο Πρωτοκολλητής είχε την εξουσία να επιδικάσει τόκο δέχομαι ότι πράγματι το θέμα είναι ζήτημα αρχής το οποίο θα μπορούσε να αποτελέσει αντικείμενο αναθεώρησης από το Δικαστήριο. Όμως για τους λόγους που θα εξηγήσω βρίσκω ότι ο Πρωτοκολλητής ενήργησε ορθά επιδικάζοντας τόκο επί των εξόδων. Σύμφωνα με το άρθρο 33
(2)του περί Δικαστηρίων Νόμου, Ν. 14/60, κάθε απόφαση περιλαμβανομένου του μέρους της απόφασης που αφορά στα δικηγορικά έξοδα φέρει τόκο, εκτός αν το Δικαστήριο διατάξει διαφορετικά. Δεν υπάρχει καμιά αμφιβολία ότι κατά τον υπολογισμό εξόδων μεταξύ των διαδίκων ο Πρωτοκολλητής έχει την εξουσία να συμπεριλάβει στον υπολογισμό των εξόδων και τόκο όπως προβλέπεται από το άρθρο 33
(2), χωρίς να αποτελεί προϋπόθεση να υπάρχει οποιαδήποτε διαταγή του Δικαστηρίου. Έχω την άποψη ότι η ίδια εξουσία υπάρχει και στην περίπτωση που ο Πρωτοκολλητής δεν προβαίνει σε υπολογισμό των εξόδων μεταξύ των διαδίκων αλλά σε ψήφιση εξόδων μεταξύ δικηγόρου και πελάτη. Οποιαδήποτε διαφοροποίηση μεταξύ των δύο περιπτώσεων στην προσέγγιση αναφορικά με τον τόκο θα ήταν εντελώς αυθαίρετη και θα οδηγούσε σε παράλογα αποτελέσματα. Αυτό καταδεικνύεται και από το γεγονός ότι είναι πιθανό σε αυτή την περίπτωση ο αιτητής, αν στο τέλος επιτύχει στην αγωγή του και επιδικασθούν προς όφελος του τα έξοδα να δικαιούται τόκο επί του συνολικού ποσού των εξόδων, συμπεριλαμβανομένου και του ποσού που ψηφίστηκε προς όφελος του Δικηγόρου του. Δεν θα ήταν λογικό τα έξοδα που αφορούν την ίδια δικηγορική εργασία να φέρουν τόκο όταν οφείλονται από τον ένα διάδικο στον άλλο αλλά να μην φέρουν τόκο όταν οφείλονται από τον πελάτη στο δικηγόρο του. Καταλήγω ότι η απόφαση του Πρωτοκολλητή να επιδικάσει τόκο επί των εξόδων είναι ορθή. Το δεύτερο σημείο που καλείται το Δικαστήριο να εξετάσει είναι η επιδίκαση ποσού €91,80 για τα χαρτόσημα που καταβλήθηκαν για την ψήφιση του καταλόγου με βάση το ποσό που ζητήθηκε αντί €62,15 που θα ήταν το καταβλητέο τέλος με βάση το ποσό που εγκρίθηκε. Δεν νομίζω εδώ να εμπλέκεται οποιοδήποτε ζήτημα αρχής παρά μόνο μια διαφορά στο ποσό που εγκρίθηκε η οποία σύμφωνα με την υπόθεση Brown πιο πάνω δεν θα ήταν ορθό να αποτελέσει αντικείμενο αναθεώρησης. Εν πάση περιπτώσει το σκεπτικό του Πρωτοκολλητή, ότι δηλαδή εκτός αν ο κατάλογος εξόδων που υποβάλλεται αποδειχθεί υπερβολικά διογκωμένος μπορεί να ανακτηθεί ολόκληρο το ποσό χαρτοσήμων που καταβλήθηκε και όχι αυτό που θα αντιστοιχούσε στο ποσό που εγκρίθηκε, είναι απόλυτα ορθό. Δεν δικαιολογείται οποιαδήποτε παρέμβαση του Δικαστηρίου. Αναφορικά με τη θέση περί εξόφλησης των εξόδων, ορθά ο Πρωτοκολλητής δεν προχώρησε να την εξετάσει. Δεν εμπίπτει στη δική του αρμοδιότητα η εξέταση αντικρουόμενων εκδοχών περί εξόφλησης των εξόδων, παρά μόνο ο καθορισμός του ύψους των εξόδων για την διεξαχθείσα δικηγορική εργασία. Η αίτηση απορρίπτεται με έξοδα υπέρ των καθ' ων η αίτηση και εναντίον του αιτητή όπως αυτά θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή. Φοίβος Ν. Ζωμενής ΑΕΔ Πιστό Αντίγραφο ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ [1] « .the rule is a most valuable one that the Court will not interfere with the decision of the taxing master in a question of amount, unless a gross mistake has been made.» [2] «Ο καθορισμός των εξόδων εμπίπτει σύμφωνα με τις πρόνοιες της Δ.59, θ. 15, 16. 17 και 18 μέσα στα πλαίσια της διακριτικής ευχέρειας του Πρωτοκολλητή.» [3] ".in practice the court will only interfere with the exercise of the taxing masters discretion if it is clear that he has gone wrong in principle, and for that reason matters of quantum only, where no principle is involved, are rarely interfered with." cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο