ELLINAS FINANCE PUBLIC COMPANY LTD ν. ΕΛΕΥΘΕΡΙΟΥ ΜΑΡΚΙΔΗ, Αρ. Αγωγής: 4730/05, 28.1.2011 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup
- on)- Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2011:A36 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Μ. Παπαδοπούλου, Ε. Δ. Αρ. Αγωγής: 4730/05 Μεταξύ: ELLINAS FINANCE PUBLIC COMPANY LTD Ενάγοντες και ΕΛΕΥΘΕΡΙΟΥ ΜΑΡΚΙΔΗ Εναγομένου Ημερομηνία: 28.1.2011 Για τους Ενάγοντες: κ. Λ. Παπαχαραλάμπους Για τον Εναγόμενο: κ. Α. Παπαντωνίου ΑΠΟΦΑΣΗ Με την παρούσα αγωγή οι Ενάγοντες αξιούν εναντίον του Εναγομένου την επιδίκαση ποσού Λ.Κ. 32.375, 73 πλέον τόκο προς 8.5% ετησίως από 1.1.2005 μέχρι εξοφλήσεως. Όπως προκύπτει από την Έκθεση Απαιτήσεως, είναι η θέση των Εναγόντων ότι, κατόπιν αιτήσεως του Εναγομένου και δυνάμει εγγράφων συμφωνιών ημερομηνιών 2.2.2000 και 21.2.2002, παρείχαν στον Εναγόμενο πιστωτικές διευκολύνσεις μέσω λογαριασμού για αγορά μετοχών. Ο λογαριασμός αυτός την 6.4.2005 κατά παράβαση των όρων των μεταξύ των μερών συμφωνιών παρουσίαζε υπόλοιπο ύψους Λ.Κ.34.846,66 πλέον τόκους, και οι Ενάγοντες ζήτησαν από τους χρηματιστές να προβούν στην εκποίηση αξιών του χαρτοφυλακίου του Εναγομένου. Κατόπιν της εκποίησης αυτής, το υπόλοιπο του λογαριασμού του Εναγομένου ανέρχετο σε Λ.Κ.32.375,73, το οποίο ο Εναγόμενος παραλείπει να ξοφλήσει μέχρι σήμερα παρά τις οχλήσεις των Εναγόντων προς τούτο. Με την Υπεράσπιση και Ανταπαίτηση του όπως αυτή διαμορφώθηκε μετά από διάταγμα διαγραφής, ο Εναγόμενος αρνείται την απαίτηση των Εναγόντων. Σε αυτήν προβάλλεται σωρεία ισχυρισμών και θέσεων, και δεν κρίνω σκόπιμη την λεπτομερή παράθεση τους για σκοπούς της παρούσης, αναφορά δε σε συγκεκριμένες θέσεις θα γίνεται πιο κάτω κατά την εξέταση τους. Παραθέτω απλά αυτούσια την ανταπαίτηση του Εναγομένου: «(Α) Απόφαση του Δικαστηρίου με την οποία να ακυρώνεται (Rescission) η πιο πάνω Συμφωνία Επενδυτικού Λογαριασμού ή οποιαδήποτε άλλη ισχυριζόμενη ως μεταγενέστερη της ως συνομολογηθείσα συνεπεία απάτης και/ή ψευδών παραστάσεων και/ή χωρίς καλή πίστη (not in good faith) και/ή κατά παράβαση των Νομίμων και/ή από Κανονισμούς απορρεόντων καθηκόντων της Ενάγουσας. (Β) Απόφαση του Δικαστηρίου με την οποία να κηρύσσεται η πιο πάνω Συμφωνία / Επενδυτικό Σχέδιο και/ή οποιασδήποτε ισχυριζόμενης μεταγενέστερης της ως άκυρη (void) εξαιτίας παρανομίας και/ή παράβασης των σχετικών Νομοθεσιών, και/ή απορρεόντων καθηκόντων της Ενάγουσας και/ή λόγω παράβασης των σχέσεων εμπιστοσύνης (fiduciary duties) και/ή λόγω παράβασης καταπιστεύματος (breach of trust) εκ μέρους της Ενάγουσας. (Γ) Απόφαση του Δικαστηρίου με την οποία να διατάσσεται η ακύρωση και/ή διαγραφή του ισχυριζόμενου από της Ενάγουσας χρέους το οποίο προέκυψε από την σύναψη της πιο πάνω Συμφωνίας Επενδυτικού Λογαριασμού ή οποιασδήποτε άλλης ισχυριζόμενης μεταγενέστερης της. (Δ)(α) Απόφαση του Δικαστηρίου με την οποία να διατάσσεται η Ενάγουσα να επιστρέψει στον Εναγόμενο το ποσό των Λ.Κ.20,000 (Λίρες Κύπρου Είκοσι Χιλιάδες) το οποίο ο Εναγόμενος είχε στην διάθεση της Ενάγουσας και αντιπροσώπευε την αξία των υπό παρακαταθήκη με την ευρεία έννοια ενέχυρων μετοχών, όπως απαιτούσε η Ενάγουσα και το οποίο ο Εναγόμενος απώλεσε ως την Έκθεση Υπεράσπισης ανωτέρω λεπτομερώς εκτίθεται. (β) Απόφαση του Δικαστηρίου με την οποία να διατάσσεται η Ενάγουσα να επιστρέψει στον Εναγόμενο το ποσό των Λ.Κ.15000 το οποίο αντιπροσωπεύει το ποσό που έθεσε ο Εναγόμενος στην διάθεση της Ενάγουσας και αντιπροσώπευε την κατάθεση του Εναγόμενου την οποία η Ενάγουσα παράνομα αποδέχτηκε, ως την Έκθεση Υπεράσπισης ανωτέρω λεπτομερώς εκτίθεται. (Ε) Αποζημιώσεις για παράβαση Συμφωνίας και/ή εξαιτίας αμέλειας και/ή παράβασης των νομίμων και/ή από κανονισμούς απορρεόντων καθηκόντων της Ενάγουσας, ποσό το οποίο ο Εναγόμενος είχε στην διάθεση της Ενάγουσας, αντιπροσώπευε την αξία των υπό παρακαταθήκη με την ευρεία έννοια / ενέχυρο μετοχών, όπως απαιτούσε η Ενάγουσα και το οποίο ο Εναγόμενος απώλεσε. (Στ) Οιαδήποτε άλλη και/ή περαιτέρω θεραπεία το Δικαστήριο θεωρήσει δίκαιη και/ή πρέπουσα υπό τις περιστάσεις. (Ζ) Νόμιμο τόκο. (Η) Έξοδα πλέον 15% Φ.Π.Α. πλέον έξοδα». Την 8.12.2006 καταχωρίστηκε Απάντηση στην Υπεράσπιση και Υπεράσπιση στην Ανταπαίτηση με την οποία οι Ενάγοντες αρνούνται τους ισχυρισμούς του Εναγομένου όπως αυτοί εκτίθενται στην Υπεράσπιση και Ανταπαίτηση του, και εμμένουν στους ισχυρισμούς τους όπως αυτοί εκτίθενται στην Έκθεση Απαιτήσεως τους. Κατά την ακρόαση, προς απόδειξη της υπόθεσης των Εναγόντων, μαρτυρία έδωσε ο κ. Αιμίλιος Έλληνας, ενώ εκ μέρους της Υπεράσπισης μαρτυρία έδωσε μόνο ο Εναγόμενος. Επίσης, την 18.6.2010 ο κ. Παπαχαραλάμπους ανέφερε ότι περιορίζει την απαίτηση των Εναγόντων εναντίον του Εναγομένου κατά €. 5.250,00 ποσό το οποίο αντιστοιχεί στο ποσό που εισπράχθηκε από την πώληση των μετοχών White Knight Holdings Ltd και έχει πιστωθεί στον λογαριασμό του Εναγόμενου στις 24.11.2008. Ο κ. Αιμίλιος Έλληνας ανέφερε ότι είναι Διευθύνοντας Σύμβουλος της Ενάγουσας Εταιρείας, η οποία είναι χρηματοδοτικός οργανισμός που παρέχει δάνεια και πιστωτικές διευκολύνσεις για, μεταξύ, άλλων, επενδύσεις στο Χρηματιστήριο Αξιών Κύπρου. Την 1.2.2000 ο Εναγόμενος υπέβαλε αίτηση στους Ενάγοντες για χρηματοδότηση επενδυτικού σχεδίου ύψους Λ.Κ. 40.000,00. Οι Ενάγοντες ενέκριναν την παροχή σε αυτόν ορίου Λ.Κ.35.000,00 και, ακολούθως, την 2.2.2000 υπεγράφη μεταξύ των Εναγόντων, της εταιρείας Ellinas Finance (Custodian) Ltd (πιο κάτω αναφερόμενης ως «η Custodian», της εταιρείας Sharelink Securities Ltd (πιο κάτω αναφερόμενης ως «η Sharelink») και του Εναγομένου η Συμφωνία Χρηματοδότησης Επενδυτικού Σχεδίου Τεκμήριο 3. Στα πλαίσια της Συμφωνίας αυτής η Sharelink θα ενεργούσε ως χρηματιστής του Εναγομένου, ενώ οι όποιες αγορασθείσες αξίες θα εγγράφονταν επ' ονόματι της Custodian για σκοπούς εξασφάλισης των υποχρεώσεων του Εναγομένου προς τους Ενάγοντες. Ο Εναγόμενος, επιπλέον, είχε υποχρέωση να φέρει και άλλες Αξίες Περιθωρίου Ασφαλείας αξίας τουλάχιστον Λ.Κ.35.000,00. Οι Ενάγοντες άνοιξαν επ' ονόματι του Εναγομένου τον λογαριασμό με αριθμό EFC 8342 με όριο Λ.Κ.35.000,00, και ο Εναγόμενος κατέβαλε ποσό Λ.Κ.15.000,00 σε μετρητά καθώς και μεταβίβασε και μετοχές επ' ονόματι της Custodian ως Αξίες Περιθωρίου Ασφαλείας, χρησιμοποίησε δε το παραχωρηθέν από τους Ενάγοντες όριο για την αγορά μετοχών. Την 21.2.2002 υπεγράφη μεταξύ των μερών η Συμπληρωματική Συμφωνία Τεκμήριο 5 με την οποία το ύψος των διευκολύνσεων μειώθηκε σε Λ.Κ.27.000,00. Οι Ενάγοντες απέστελλαν κάθε μήνα στον Εναγόμενο καταστάσεις λογαριασμού με τις οποίες αυτός ουδέποτε διαφώνησε. Τον Ιούλιο 2000 το συμφωνηθέν ποσοστό εξασφάλισης του λογαριασμού ανατράπηκε, και η Ενάγουσα απέστειλε αριθμό επιστολών στον Εναγόμενο. Ο Εναγόμενος αρχικά ανταποκρίθηκε καταβάλλοντας χρήματα και μεταβιβάζοντας μετοχές, ενώ ζητούσε παράταση για να εκπληρώσει τις υποχρεώσεις του. Την 8.4.2005 ο Εναγόμενος είπε στους Ενάγοντες ότι δεν μπορεί να κάνει οτιδήποτε άλλο. Δεδομένου ότι ο λογαριασμός παρουσίαζε υπέρβαση, οι Ενάγοντες προχώρησαν στην εκποίηση μετοχών του Εναγομένου, και τερμάτισαν την συμφωνία ζητώντας αποπληρωμή του υπολοίπου, το οποίο μετά την αφαίρεση κάποιων χρεώσεων, ανέρχεται σε Λ.Κ.32.353,73 πλέον τόκους προς 8.5% ετησίως από 1.1.2005. Ο Εναγόμενος ανέφερε ότι περί τα τέλη του 1999 πραγματοποιούσε αγοραπωλησίες μετοχών μέσω της χρηματιστηριακής εταιρείας Sharelink. Εκεί του υπέδειξαν την ύπαρξη του επενδυτικού σχεδίου των Εναγόντων. Οι εκπροσώποι των Εναγόντων, ισχυρίστηκε, του είπαν ότι τα κέρδη θα ήταν σίγουρα λόγω του ότι είχαν τον καλύτερο χρηματιστή, ο καιρός ήταν κατάλληλος και στην χειρότερη περίπτωση θα έχανε το περιθώριο ασφαλείας. Υπέβαλε, ακολούθως, αίτηση, η οποία εγκρίθηκε, και την 2.2.2000 υπεγράφη η Συμφωνία Τεκμήριο 3 μεταξύ του ιδίου, των Εναγόντων, της Custodian και της Sharelink. Μεταβίβασε στην Custodian μετοχές αξίας Λ.Κ.19.728,65 και Λ.Κ.15.000,00 μετρητά. Την 21.2.2002, μετά την υπογραφή της Συμπληρωματικής Συμφωνίας Τεκμήριο 5 το ύψος των διευκολύνσεων που παρείχετο από τους Ενάγοντες στον Εναγόμενο μειώθηκε από Λ.Κ.35.000,00 σε Λ.Κ.27.000,00. Ήταν η θέση του Εναγομένου ότι σύμφωνα με τον 5ο όρο της Αίτησης Τεκμήριο 2, όταν η εξασφάλιση δεν παρέμενε στα συμφωνηθέντα όρια, μόνο οι Ενάγοντες μπορούσαν να προβούν σε πωλήσεις μετοχών, και άρα οι Ενάγοντες είχαν την υποχρέωση να πουλούσαν τις μετοχές του ώστε να ξοφληθεί το χρέος. Εισηγήθηκε, περαιτέρω, ότι στον λογαριασμό έχουν επιβληθεί παράνομες χρεώσεις. Την 3.4.2001 έλαβε την επιστολή Τεκμήριο 6(β) με την οποία οι Ενάγοντες ζητούσαν όπως παράσχει επιπρόσθετες εξασφαλίσεις. Μεταβίβασε, τότε, στην Custodian 15.000 μετοχές της εταιρείας White Knight Holdings Ltd. Οι Ενάγοντες, όμως, ανέφερε ο Εναγόμενος, δεν προέβησαν σε πώληση των μετοχών του παρά την συνεχή πτώση της αξίας αυτών και συνεπώς και του χαρτοφυλακίου του, ενώ δεν πούλησαν ούτε και τις προαναφερόμενες μετοχές της White Knight Holdings Ltd τον Απρίλιο 2006 που αυτές εισήχθησαν στο ΧΑΚ, με αποτέλεσμα να υποστεί ζημιά. Ο ίδιος μετά την 3.4.2001 σε καμία πράξη δεν προέβη. Ήταν η θέση του Εναγομένου ότι οι Ενάγοντες δεν εκπλήρωσαν τις συμβατικές τους υποχρεώσεις, και ότι από την αμέλεια τους ο ίδιος υπέστη ζημιά στον λογαριασμό, οι δε Ενάγοντες είναι αποκλειστικά υπαίτιοι για την ύπαρξη του χρέους. Κατέληξε ότι όχι μόνο ο ίδιος δεν οφείλει οποιοδήποτε ποσό στους Ενάγοντες, αλλά αντιθέτως αξιοί από αυτούς ποσό Λ.Κ.36.228,65 που αντιπροσωπεύει την αξία των μετοχών και των μετρητών που κατέθεσε πλέον τόκους προς 9% ετησίως επί του ποσού αυτού. Κατά την δικάσιμο της 22.7.2010, όμως, ανέφερε ότι το ποσό που ανταπαιτεί για την ζημιά του ανέρχεται σε Λ.Κ.34.728,65, το οποίο αποτελείται από ποσό Λ.Κ.19.728,65 κατατεθείσες μετοχές και Λ.Κ.15.000,00 μετρητά. Επιφύλαξε, περαιτέρω, το δικαίωμα του να κινήσει αγωγή αναφορικά με τις μετοχές της White Knight Holdings Ltd. ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ Ο κ. Αιμίλιος Έλληνας μου έκανε γενικά καλή εντύπωση ως μάρτυρας, παρέμεινε σταθερός και δεν κλονίστηκε από την αντεξέταση στην οποία υπεβλήθη από τον ευπαίδευτο συνήγορο για τον Εναγόμενο. Από την όλη μαρτυρία του μοναδικού μάρτυρα για τους Ενάγοντες προέκυψε ότι αυτός είναι γνώστης του επίδικου επενδυτικού σχεδίου. Έπεισε, επίσης, ότι δεν είχαν λάβει χώρα διαβεβαιώσεις προς τον Εναγόμενο ότι αυτός δεν θα υφίστατο οποιαδήποτε ζημιά πέραν του ποσού των εξασφαλίσεων. Παρά την εκτεταμένη αντεξέταση στην οποία υποβλήθηκε επί του θέματος αυτού, ο κ. Έλληνας επέμενε ότι η αίτηση Τεκμήριο 2 είναι απλά μία αίτηση, και ότι σε περίπτωση αντίθεσης υπερισχύει η Συμφωνία Τεκμήριο 3, αφού αυτήν έχουν υπογράψει και οι δύο διάδικοι. Η θέση αυτή του κ. Έλληνα βρίσκει και έρεισμα στα προαναφερόμενα Τεκμήρια, λεπτομερής αναφορά στα οποία θα γίνει πιο κάτω στην παρούσα. Είναι γεγονός ότι μέσα από την αντεξέταση προέκυψαν ζητήματα αναφορικά με τις καταστάσεις λογαριασμού Τεκμήρια 9 και 12, και ειδικότερα με την ορθότητα αυτών. Συγκεκριμένα, από την αντεξέταση προέκυψε το ότι η αξία των μετοχών της White Knight Holdings Ltd δεν είχε υπολογιστεί, ενώ τέθηκε και το ότι στο Τεκμήριο 9 περιέχεται μία χρέωση για ποσό Λ.Κ.290,00, καθώς και το ότι στο Τεκμήριο 12 στην ημερομηνία 30.6.2000 καταδεικνύεται χρεωστικό υπόλοιπο Λ.Κ.34.952,29, αλλά την 1.7.2000 χρεωστικό υπόλοιπο Λ.Κ.35.822,85. Αφού αναφέρω ότι η ύπαρξη των πιο πάνω θεμάτων δεν θεωρώ ότι κλονίζει την γενική εικόνα αξιοπιστίας του Μ.Ε.1, αναφέρω ότι λεπτομερής εξέταση των Τεκμηρίων 9 και 12 θα γίνει πιο κάτω. Ο κ. Ελευθέριος Μαρκίδης δεν με έπεισε ότι υπήρξε ειλικρινής στην μαρτυρία που έδωσε ενώπιον του Δικαστηρίου, περιέπεσε δε σε αντιφάσεις κατά την μαρτυρία του που καταδεικνύουν ότι μεγάλο μέρος των όσων είπε λέχθηκε για σκοπούς εντυπώσεων. Μέρος και αυτής της εντύπωσης μου προκαλείται και από την προώθηση τόσων αγώγιμων δικαιωμάτων και ισχυρισμών. Ειδικότερα, παρατηρώ τα πιο κάτω: - Σε σχέση με την ύπαρξη παραστάσεων και διαβεβαιώσεων εκ μέρους των Εναγόντων: (
- i)Ο Εναγόμενος προώθησε την θέση ότι του είχαν γίνει διάφορες παραστάσεις και διαβεβαιώσεις από τους Ενάγοντες, καθώς και εξώθηση να υπογράψει την συμφωνία Τεκμήριο 3. Κατέβαλε μεγάλη προσπάθεια να καταδείξει ότι η προ της σύναψης της συμφωνίας συμπεριφορά των Εναγόντων δεν ήταν θεμιτή. Κατά την αντεξέταση του, όμως, δέχτηκε ότι προτού πάει στα γραφεία της Sharelink για να υπογράψει την συμφωνία δεν είχε βρεθεί με οποιοδήποτε υπάλληλο των Εναγόντων, πράγμα που καταρρίπτει την θέση του ότι δήθεν οι Ενάγοντες τον πίεσαν και τον παραπλάνησαν για να λάβει μέρος στο επενδυτικό τους σχέδιο, ή ότι έκαναν σε αυτόν παραστάσεις περί του σχεδίου. (
- ii)Ενώ ισχυρίστηκε ότι κατά την μέρα υπογραφής της συμφωνίας υπαλλήλοι των Εναγόντων του έδωσαν διαβεβαιώσεις αναφορικά με το σχέδιο, αργότερα δέχτηκε ότι τις διαβεβαιώσεις αυτές έδωσε περισσότερο ο κ. Χριστόδουλος Έλληνας, ο οποίος όμως δεν ήταν υπάλληλος των Εναγόντων. (iii) Ιδιαίτερα κακή εντύπωση μου έκανε το γεγονός ότι, ενώ ο Εναγόμενος αναφέρετο κατά κόρον αόριστα σε αντιπροσώπους της Sharelink που του επεξήγησαν το σχέδιο και προέβησαν σε παραστάσεις, αντεξεταζόμενος αναγκάστηκε να παραδεχτεί ότι είχε παραλείψει να αναφέρει στο Δικαστήριο ότι ο αντιπρόσωπος της Sharelink αυτός ήταν ο αδελφός του. (
- iv)Πέραν των πιο πάνω, ο κ. Μαρκίδης δέχτηκε ότι είχε και άλλους φίλους και συναδέλφους που είχαν πάρει πληροφορίες σχετικά με το επίδικο επενδυτικό σχέδιο τις οποίες του είχαν γνωστοποιήσει. Όλα τα πιο πάνω καταδεικνύουν ότι δεν μπορεί να δοθεί βαρύτητα στους ισχυρισμούς του Εναγομένου περί διαβεβαιώσεων, παραστάσεων και εξώθησης εκ μέρους των Εναγόντων. - Εκτεταμένη αναφορά έγινε στον όρο 5 της Αίτησης Τεκμήριο 2, και ο Εναγόμενος επέμενε ότι από αυτόν αντιλήφθηκε ότι δεν μπορούσε ο ίδιος να πουλήσει όταν το όριο είχε ανατραπεί, καθώς και ότι αυτός αποτελούσε όρο της Συμφωνίας. Σε άλλο στάδιο, όμως, της μαρτυρίας του ανέφερε ότι οι Ενάγοντες του είχαν πει ότι η Αίτηση αυτή μπορούσε και να απορριφθεί, πράγμα που δείχνει ότι γνώριζε ότι δεν αποτελούσε συμφωνία. - Ενώ κατά την κυρίως εξέταση του ισχυρίστηκε ότι στους όρους της Αίτησης λέει ότι δεν θα είχε ζημιά πέραν της αξίας των μετοχών και των μετρητών που κατέθεσε, κατά την αντεξέταση δέχτηκε ότι οι όροι δεν αναφέρουν κάτι τέτοιο. Εν πάση περιπτώσει, δεδομένου ότι ο Εναγόμενος είναι λογιστής, δεν εξήγησε ποίος θα έπρεπε κατά την άποψη του να επωμιστεί την όποια ζημιά, αφού πρόκειται περί μετοχών η αξία των οποίων είναι μεταβλητή. - Ερωτηθείς να υποδείξει που στην συμφωνία Τεκμήριο 3 ή έστω στην Αίτηση Τεκμήριο 2 προβλέπεται ότι η ζημιά θα ήταν μόνο τα χρήματα και οι μετοχές εξασφάλισης, αρχικά απέφευγε να απαντήσει, και τελικά είπε ότι απλά έτσι είχε αντιληφθεί ο ίδιος από μελέτη των εγγράφων αυτών. Η θέση αυτή δεν συνάδει με το ότι ο Εναγόμενος είναι λογιστής και έχει και επιπλέον πτυχίο στην διοίκηση επιχειρήσεων, όπως ο ίδιος ανέφερε. - Εάν όντως πίστευε ότι μοναδική του ζημιά θα ήταν οι μετοχές εξασφάλισης γιατί δεν αντέδρασε στις επιστολές που έστελναν σε αυτόν οι Ενάγοντες (Τεκμήριο 6) και να αναφέρει ότι δεν θα έπρεπε να απαιτούν από αυτόν χρεωστικό υπόλοιπο; - Ο Εναγόμενος ισχυρίστηκε ότι στην Συμφωνία Τεκμήριο 3 στην σελίδα 1 παράγραφο Δ προβλέπεται ότι οι Ενάγοντες θα είχαν την διαχείριση του χαρτοφυλακίου του. Η προαναφερόμενη παράγραφος, όμως, μιλά ξεκάθαρα για την Sharelink και όχι για τους Ενάγοντες. - Ισχυρίστηκε, επίσης, ότι η παράγραφος 2(Ε) (iii) της ίδιας Συμφωνίας αναφέρει ότι οι Ενάγοντες όφειλαν να επαναφέρουν το περιθώριο στα επιτρεπτά όρια. Η εν λόγω παράγραφος, όμως, ακριβώς αναφέρει ότι είναι ο ίδιος ο Εναγόμενος που υποχρεούται να πράξει κάτι τέτοιο και όχι οι Ενάγοντες. - Κεντρικό άξονα της Υπεράσπισης αποτέλεσε και η θέση ότι οι Ενάγοντες ευθύνονται για την ζημιά, αφού είχαν υποχρέωση να πουλήσουν τις μετοχές του. Θεωρώ ότι τα πιο πάνω αποτελούν εκ των υστέρων σκέψεις του Εναγομένου, εις μίαν προσπάθεια αποφυγής της ζημιάς. Αναφορικά με το ζήτημα αυτό παρατηρώ τα εξής: (
- i)Δεν προκύπτει από οποιαδήποτε μαρτυρία ή έγγραφο ενώπιον μου ότι οι Ενάγοντες είχαν παγοποιήσει τον λογαριασμό του Εναγόμενου ή ότι αυτός προσπάθησε σε οποιοδήποτε στάδιο να πουλήσει μετοχές και οι Ενάγοντες να του το απαγόρευσαν. (
- ii)Ο Εναγόμενος δεν έδωσε καμία δικαιολογία ως προς το γιατί ο ίδιος δεν έδωσε οδηγίες για πώληση των μετοχών, ή έστω γιατί δεν ρώτησε για ποιο λόγο ή εάν αυτές είχαν πουληθεί. Η όλη του θέση συνιστά απλά προσπάθεια μετάθεσης όλης της ευθύνης στους Ενάγοντες. (iii) Κατά την αντεξέταση του ο Εναγόμενος ανέφερε ότι «εκείνο που ανέμενα κατά ή περί την ημερομηνία που η αξία του χαρτοφυλακίου ήταν Λ.Κ.35.000 ήταν να μου τηλεφωνήσουν ή να μου στείλουν μίαν επιστολή και να μου λεν ότι από δω και πέρα αρχίζουν να κάνουν ζημιές οι Ενάγοντες και να αποφασίσω τι θα έκανα από εδώ και πέρα». Σε πιο κάτω στάδιο είπε: «...κατά την ημερομηνία που οι Ενάγοντες άρχισαν να πραγματοποιούν ζημιές έπρεπε να ειδοποιηθώ και να πάρω τις αποφάσεις μου». Οι πιο πάνω δηλώσεις καταδεικνύουν το αβάσιμο της θέσης του Ενάγοντα, αφ' ενός γιατί από μελέτη της μεταξύ των διαδίκων αλληλογραφίας προκύπτει ότι οι Ενάγοντες έπραξαν ακριβώς αυτό που θεωρούσε ως ορθό ο Εναγόμενος, και, αφ' ετέρου, γιατί διαφαίνεται ότι ο Εναγόμενος αναγνωρίζει ότι ήταν ο ίδιος που έπρεπε να αποφασίσει τι θα πράξει, και όχι οι Ενάγοντες ως ισχυρίστηκε στο Δικαστήριο. (
- iv)Εν πάση περιπτώσει, δεδομένων και των γνώσεων που ο ίδιος κατείχε ως λογιστής, αφού έβλεπε και γνώριζε την πτώση του Χρηματιστηρίου, δεν είναι λογικό ότι δεν είχε αντιληφθεί ο ίδιος ότι η αξία του χαρτοφυλακίου του είχε μειωθεί, και χρειαζόταν ειδοποίηση προς τούτο. Δέχτηκε δε ότι την 5.4.2001 που ο ίδιος έστειλε την επιστολή Τεκμήριο 7 η αξία του χαρτοφυλακίου του ήταν στο 74% κάλυψης, και άρα γνώριζε ότι βρισκόταν ήδη σε παράβαση της Συμφωνίας Τεκμήριο 3. (
- v)Ερωτηθείς ως προς το γιατί δεν έδωσε ο ίδιος εντολή να πουληθούν οι μετοχές του απάντησε «επειδή όλα συνέβησαν πολύ σύντομα» και όχι επειδή πίστευε ότι δεν εδικαιούτο να πράξει κάτι τέτοιο. Για δε το 2002 δέχτηκε ότι δεν πούλησε γιατί είχε ήδη βάλει ως εξασφάλιση τις μετοχές White Knight Holdings Ltd, και όχι επειδή δεν μπορούσε να πουλήσει. (
- vi)Ενδεικτικό είναι το γεγονός ότι ο Εναγόμενος στις 25.9.2000 και 4.7.2000 προέβη σε πωλήσεις μετοχών, πράγμα που δείχνει ότι γνώριζε ότι μπορούσε να το πράξει. (vii) Ενώ προέβαλλε στο Δικαστήριο παράπονα ότι οι Ενάγοντες δεν του πούλησαν τις μετοχές του, από τα ενώπιον μου Τεκμήρια 6(β) και 7 προκύπτει ότι οι Ενάγοντες την 3.4.2001 τον ειδοποίησαν ότι θα προβούν σε πώληση, και ο ίδιος την 5.4.2001 απέστειλε σε αυτούς επιστολή ότι δεν επιθυμεί την πώληση των μετοχών του. - Ως λογιστής, γιατί δεν διαμαρτυρήθηκε όταν λάμβανε τις καταστάσεις λογαριασμού και παρατήρησε την ύπαρξη χρεώσεων για «default interest», «correction charges», την μη καταχώρηση στον λογαριασμών των μερισματαποδείξεων, αλλά ιδιαίτερα το ότι το Τεκμήριο 12 στις 30.6.2000 τελειώνει με ποσό Λ.Κ.34.952,29, και η επομενη σελίδα αρχίζει με ποσό Λ.Κ.35.822,85, ειδικά δεδομένου ότι ο ίδιος χαρακτήρισε αυτό ως «σοβαρότατο λάθος»; - Ο Εναγόμενος ισχυρίστηκε ότι οι καταστάσεις λογαριασμού του είναι εντελώς άγνωστες και ουδέποτε τις έλαβε, ενώ από τις επιστολές που έστειλε ο ίδιος φαίνεται ότι τις λάμβανε. Ειδικότερα, στο Τεκμήριο 7 αναφέρεται ότι παρέλαβε τις καταστάσεις, ενώ παραδέχεται και ότι οποιαδήποτε οφειλή παραμείνει μετά την εκποίηση των μετοχών θα βαραίνει τον ίδιο. - Ο Εναγόμενος ισχυρίστηκε ότι δικαιούται ποσό Λ.Κ.36.228,65 με τόκο επί του ποσού αυτού προς 9%. Δεν επεξήγησε όμως από που προκύπτει το δικαίωμα του σε τόκο 9%. Δεδομένου και του επαγγέλματος του, διαφαίνεται και πάλι ότι προέβαλλε θέσεις για σκοπούς εντυπωσιασμού και μόνο. - Για τον ίδιο σκοπό έκανε και αναφορά σε λάθη στα πινακίδια συναλλαγής, ενώ κατά την αντεξέταση του προέκυψε ότι η μοναδική διαφορά ήταν ο αριθμός που αναγράφετο επί αυτών, πράγμα που ουδόλως επηρέαζε την ουσία των εγγράφων. - Ενώ για όλα τα ισχυριζόμενα «λάθη» στις καταστάσεις λογαριασμού παρέπεμπε στο Τεκμήριο 9, εν' τούτοις παρέπεμψε στο Τεκμήριο 12 για να πει ότι υπάρχει διαφορά από την 30.6.2000 που φαίνεται χρεωστικό υπόλοιπο Λ.Κ.34.952,99 στην 1.7.2000 που φαίνεται χρεωστικό υπόλοιπο Λ.Κ.35.822,85, ισχυριζόμενος ότι υπάρχει κενό. Παρέλειψε όμως να αναφέρει στο Δικαστήριο ότι ακριβώς το ποσό των Λ.Κ.870,56 που ισχυρίζεται ότι δεν δικαιολογείται εμφαίνεται επί των καταστάσεων Τεκμήριο 9 ως χρέωση, και επεξηγείται ακριβώς σε τι αφορά. Δεδομένης δε, και της εκτεταμένης ανάλυσης του Τεκμηρίου 9 στην οποία προέβαινε, δεν έχω πειστεί ότι δεν γνώριζε το γεγονός αυτό. - Κακή εντύπωση μου έκανε και το ότι ο Εναγόμενος ισχυρίζετο ότι θα έπρεπε να είχε πιστωθεί στον λογαριασμό του μέρισμα από μετοχές της Ελληνικής Τράπεζας το οποίο δεν πιστώθηκε, ενώ κατά την αντεξέταση του προέκυψε ότι ο ίδιος είχε δώσει οδηγίες στην Ελληνική Τράπεζα τις 16.10.2000, 31.5.2001 και 5.11.2001 όπως το μέρισμα επανεπενδυθεί σε μετοχές. Προκύπτει συνεπώς μία συνειδητή προσπαθεια παραπλάνησης του Δικαστηρίου με τα όσα ανέφερε ο Εναγόμενος στην παράγραφο 10(γ) της γραπτής του δήλωσης Τεκμήριο Α. ΕΥΡΗΜΑΤΑ Της πιο πάνω αξιολόγησης δεδομένης, αποτελεί εύρημα μου ότι ο Εναγόμενος είναι λογιστής και κατέχει και δίπλωμα διοίκησης επιχειρήσεων. Οι Ενάγοντες είναι δημόσια εταιρεία, και ενεργούν ως χρηματοδοτικός οργανισμός παρέχοντας δάνεια και πιστωτικές διευκολύνσεις, μεταξύ άλλων για επενδυτικά σχέδια. Την 1.2.2000 ο Εναγόμενος υπέβαλε την αίτηση Τεκμήριο 2 στους Ενάγοντες για επενδυτικό σχέδιο και ζήτησε όπως του παραχωρηθεί όριο Λ.Κ.40.000,00. Οι Ενάγοντες ενέκριναν την παραχώρηση ορίου Λ.Κ.35.000,00 και την 2.2.2000 υπεγράφη μεταξύ των διαδίκων, της Sharelink Securities Ltd και της Ellinas Finance (Custodian) Ltd η Συμφωνία Τεκμήριο 3, καθώς και Πληρεξούσιο Έγγραφο με το οποίο ο Εναγόμενος διόρισε την Sharelink ως Πληρεξούσιο Αντιπρόσωπο του. Στα πλαίσια της προαναφερόμενης συμφωνίας η Sharelink θα ενεργούσε ως χρηματιστής, ενώ οι μετοχές θα εγγράφονταν επ' ονόματι της Ellinas Finance (Custodian) Ltd για εξασφάλιση των υποχρεώσεων του Εναγομένου προς τους Ενάγοντες. Ακολούθως οι Ενάγοντες άνοιξαν επ'΄ονόματι του Εναγομένου τον λογαριασμό με αριθμό αρ. EFC 8342 με όριο Λ.Κ.35.000,00, ενώ ο Εναγόμενος μεταβίβασε επ' ονόματι της Ellinas Finance (Custodian) Ltd μετοχές αξίας Λ.Κ. 19.728,65 και μετρητά Λ.Κ.15.000,00. Ο Εναγόμενος προέβη σε αγοραπωλησίες μετοχών και χρησιμοποίησε το παραχωρηθέν από τους Ενάγοντες όριο. Τον Ιούλιο 2000 το ποσοστό εξασφάλισης του λογαριασμού ανατράπηκε και οι Ενάγοντες απέστειλαν στον Εναγόμενο επιστολές. Ο Εναγόμενος αρχικά ανταποκρίθηκε και μεταβίβασε μετοχές της εταιρείας White Knight Holdings Ltd επ' ονόματι της Ellinas Finance (Custodian) Ltd καθώς και μετρητά Λ.Κ. 1.500,00, ενώ ζήτησε παράταση για εκπλήρωση των υποχρεώσεων του. Την 21.2.2002 υπεγράφη μεταξύ των ιδίων συμβαλλομένων η Συμπληρωματική Συμφωνία Τεκμήριο 5, με την οποία το όριο των διευκολύνσεων μειώθηκε σε Λ.Κ.27.000,00. Παρά, όμως, τις επιστολές των Εναγόντων, ο Εναγόμενος τελικά δεν ανταποκρίθηκε με διορθωτικά μέτρα, και οι Ενάγοντες προχώρησαν σε εκποίηση μετοχών, ενώ με το Τεκμήριο 8 την 13.5.2005 τερμάτισαν την μεταξύ των διαδίκων συμφωνία και αξίωσαν την πληρωμή του χρεωστικού υπολοίπου ύψους Λ.Κ.32.375,73 πλέον τόκο προς 8.5% ετησίως επί του ποσού αυτού από 1.1.2005. Την 24.11.2008 ο λογαριασμός του Εναγομένου πιστώθηκε με το προϊόν πώλησης των μετοχών της White Knight Holdings Ltd ήτοι €. 5.250,00, ποσό για το οποίο η απαίτηση έχει περιοριστεί. Έκτοτε δεν έχει καταβληθεί από τον Εναγόμενο οποιοδήποτε άλλο ποσό. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Έχω μελετήσει με προσοχή τις αγορεύσεις στην υπό εκδίκαση υπόθεση. Σε αυτές, και ιδιαίτερα από τον ευπαίδευτο συνήγορο για τον Εναγόμενο, αναλύονται διάφορες νομικές θέσεις. Προσπάθησα να διαχωρήσω τα θέματα που προκύπτουν ως επίδικα κατόπιν της αξιολόγησης και της εξαγωγής ευρημάτων, συγκεκριμένη αναφορά στα οποία θα γίνει πιο κάτω. Επίσης αναφέρω ότι τα ζητήματα που εγείρονται ως υπεράσπιση στην αξίωση είναι ταυτόσημα με αυτά που προβάλλονται για να στηρίξουν την ανταπαίτηση, και άρα θα εξεταστούν ταυτόχρονα. Προτού προχωρήσω, σημειώνω ότι οι ισχυρισμοί του Εναγομένου περί της ύπαρξης παραστάσεων και διαβεβαιώσεων ή πίεσης εκ μέρους των Εναγόντων δεν έχουν γίνει αποδεκτοί, ως εμφαίνεται στην αξιολόγηση της μαρτυρίας πιο πάνω, και άρα δεν είναι απαραίτητη οποιαδήποτε περαιτέρω ενασχόληση με το θέμα αυτό. Θα εξετάσω αρχικά την εισήγηση του κ. Παπαντωνίου ότι η επίδικη συμφωνία είναι άκυρη εξ' αρχής λόγω του ότι οι Ενάγοντες ασκούσαν παράνομα Τραπεζικές εργασίες. Ήταν η θέση του ότι αυτοί δέχονταν καταθέσεις από το κοινό, και σκοπός τους ήταν η χρέωση τόκου. Ανέλυσε στην αγόρευση του την θέση ότι η παρούσα θα πρέπει να διαφοροποιηθεί από την απόφαση στην Έλληνας Χρηματοδοτήσεις Λίμιτεδ ν. Σόφη Γιάλλουρου,
(2006)1(Α) Α.Α.Δ.
- Δεν έχω ικανοποηθεί, όμως, ότι συντρέχει οποιασδήποτε λόγος για τέτοια διαφοροποίηση, αντιθέτως θεωρώ ότι η προαναφερόμενη απόφαση είναι καταλυτική ως προς την επίλυση του όλου θέματος. Περαθέτω σχετικό απόσπασμα από την πιο πάνω απόφαση, όπου, μετά την παράθεση πανομοιότυπων όρων με τους επίδικους, λέχθηκαν τα εξής: «Από τους πιο πάνω όρους δεν προκύπτει, με κανένα τρόπο, ότι η εφεσείουσα αποδεχόταν καταθέσεις εν τη εννοία του Νόμου. Και τούτο διότι, σύμφωνα με τον ορισμό του όρου "κατάθεση" στο άρθρο 2, η ύπαρξη όρου αποπληρωμής του ποσού των χρημάτων που καταβάλλεται ή εισπράττεται συνιστά απαραίτητη προϋπόθεση χαρακτηρισμού του ποσού ως κατάθεσης. Ούτε από τους όρους 2(Γ) και 2(Ε) της επίδικης συμφωνίας, αλλά ούτε και από τα Τεκμήρια 1 και 4, εξεταζόμενα στο σύνολό τους, προκύπτει ότι υπήρχε οποιαδήποτε υποχρέωση της εφεσείουσας για αποπληρωμή οποιουδήποτε ποσού χρημάτων που θα εισπραττόταν εκ μέρους της από την εφεσίβλητη, είτε με τόκο, είτε χωρίς τόκο, είτε υπέρ το άρτιο, είτε σε πρώτη ζήτηση, είτε σε τακτή προθεσμία. Στην περίπτωση που η εφεσείουσα θα είχε υποχρέωση να καταβάλει χρήματα στην εφεσίβλητη, η υποχρέωση αυτή δε θα είχε καμιά σχέση με οποιαδήποτε "κατάθεση" την οποία είχε κάνει προηγουμένως η εφεσίβλητη ή με οποιαδήποτε υποχρέωση της εφεσείουσας για αποπληρωμή της. Η υποχρέωση της εφεσείουσας για καταβολή στην εφεσίβλητη του ισάξιου του πιστωτικού υπολοίπου του λογαριασμού της θα μπορούσε να προκύψει π.χ. στην περίπτωση που η εφεσίβλητη είχε επιλέξει να μεταβιβάσει στην εφεσείουσα κινητές αξίες για εξασφάλιση και όχι να της δώσει μετρητά. Υποχρέωση της εφεσείουσας για πληρωμή στην εφεσίβλητη θα μπορούσε, επίσης, να προκύψει από τη δημιουργία κέρδους από τις αγοραπωλησίες αξιών από την εφεσίβλητη (λόγω ανόδου στην τιμή των αξιών της εφεσίβλητης). Τέτοια υποχρέωση της εφεσείουσας δεν θα πήγαζε από οποιαδήποτε υποχρέωση για αποπληρωμή οποιασδήποτε "κατάθεσης" της εφεσίβλητης. Περαιτέρω, σε περίπτωση που οι συμφωνίες θα τερματίζονταν, εάν ο λογαριασμός της εφεσίβλητης είχε πιστωτικό υπόλοιπο, η εφεσείουσα είχε υποχρέωση να της καταβάλει το υπόλοιπο αυτό. Όχι, βέβαια, ως ποσό που η εφεσίβλητη είχε "καταθέσει" στην εφεσείουσα, αλλά ως ποσό που προέκυπτε από τις χρεώσεις και πιστώσεις στο λογαριασμό της αναφορικά με τις αγορές και πωλήσεις αξιών αντίστοιχα. Εάν στο λογαριασμό της εφεσίβλητης δεν υπήρχε πιστωτικό υπόλοιπο ή υπήρχε χρεωστικό υπόλοιπο η εφεσείουσα δεν είχε υποχρέωση να επιστρέψει οποιοδήποτε ποσό. Από τα Τεκμήρια 1 και 4 δεν προκύπτει, επίσης, ότι η εφεσείουσα αποδεχόταν καταθέσεις "από το κοινό". Από το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 1, δεν μπορεί να συναχθεί το συμπέρασμα ότι η εφεσείουσα αποδεχόταν καταθέσεις "από το κοινό" της Δημοκρατίας. Το Τεκμήριο 1 είναι απλώς μια αίτηση της εφεσίβλητης προς την εφεσείουσα. Αλλά και αν ακόμα υποτεθεί ότι η εφεσείουσα, με το Τεκμήριο 1, απευθυνόταν προς πάντα ενδιαφερόμενο, το γεγονός αυτό, σε συνάρτηση με το γεγονός ότι το τεκμήριο περιλάμβανε και πρόβλεψη για κατάθεση μετρητών, δεν θα μπορούσε να οδηγήσει στο συμπέρασμα ότι η εφεσείουσα διεξήγαγε εργασίες αποδοχής "καταθέσεων" από το κοινό εφόσον, και πάλι, θα απουσίαζε το στοιχείο της αποπληρωμής του καταβαλλόμενου ή εισπραττόμενου ποσού χρημάτων. Εκείνο που προκύπτει από το Τεκμήριο 1 είναι ότι, για να δανειστεί κάποιος χρήματα από την εφεσείουσα για να μπορεί στη συνέχεια να τα επενδύσει σε κινητές αξίες στο ΧΑΚ, θα έπρεπε να καταθέσει στην εφεσείουσα μετρητά ή να της μεταβιβάσει αξίες προς εξασφάλιση της αποπληρωμής του δανεισθησομένου ποσού και ότι, στη συνέχεια, θα μπορούσε να επενδύσει τα χρήματα ή τις αξίες αυτές επί 2.5 φορές.[2] Ούτε από το Τεκμήριο 4 προκύπτει ότι η εφεσείουσα διεξήγαγε εργασίες αποδοχής καταθέσεων "από το κοινό". Η επίδικη συμφωνία αφορά αποκλειστικά τους διαδίκους και όχι οποιοδήποτε τρίτο πρόσωπο ή το κοινό. Αφορά την παροχή δανείων και ή διευκολύνσεων από την εφεσείουσα προς την εφεσίβλητη για αγορά αξιών εισηγμένων στο ΧΑΚ ή που επρόκειτο να εισαχθούν στο ΧΑΚ. Περιέχει δε όρο για κατάθεση μετρητών ή μεταβίβαση αξιών για σκοπούς εξασφάλισης της εφεσείουσας από την εφεσίβλητη και όχι από τρίτο ή από το κοινό». Εν πάση περιπτώσει, όλη η μαρτυρία που τέθηκε ενώπιον μου στην παρούσα αφορούσε σε κατάθεση μετρητών και μετοχών που ο Εναγόμενος έκανε στην Ellinas Finance (Custodian) Ltd, και όχι προς την Ενάγουσα εταιρεία, η οποία και είναι διαφορετική νομική οντότητα. Στο στάδιο αυτό, δεδομένης και της πιο πάνω αναφοράς στην εταιρεία Ellinas Finance (Custodian) Ltd, κρίνω ορθό όπως εξεταστεί η εισήγηση του κ. Παπαντωνίου ότι στην παρούσα δημιουργείται επιτακτική ανάγκη για άρση του εταιρικού πέπλου. Όπως αναλύθηκε η θέση αυτή στις σελίδες 7 - επόμενες της αγόρευσης του ευπαιδεύτου συνηγόρου, τέτοια άρση είναι δυνατή στις περιπτώσεις όπου «υπάρχει σχέση αντιπροσώπου με αντιπροσωπευόμενου μεταξύ της θυγατρικής και της μητρικής εταιρείας ή όπου η θυγατρική είναι απλά μία ΄προθήκη΄ πίσω από την οποία κρύβονται τα αληθινά γεγονότα». Ήταν η θέση του ότι ο Εναγόμενος συμβλήθηκε με 3 διαφορετικές εταιρείες του ιδίου ομίλου εταιρειών. Έχει επανειλημμένα νομολογηθεί ότι, με την σύσταση της, εταιρεία αποκτά νομική οντότητα, και είναι νομικό πρόσωπο ξεχωριστό από τους μετόχους και συμβούλους αυτής. Όπως αναφέρεται στο σύγγραμμα The Principles of Company Law, του Robert R. Pennington, στην σελ. 27, δεν αφορά τον Νόμο η οικονομική διοργάνωση ομίλου εταιρειών, αφού στα δικά του μάτια η μητρική εταιρεία είναι απλά ένας μέτοχος της θυγατρικής, έτσι ο κανόνας που διαχωρίζει την νομική οντότητα της εταιρείας από τους μετόχους της, διαχωρίζει εξ' ίσου την μητρική εταιρεία από την θυγατρική[1]. Η άρση του εταιρικού πέπλου έχει επιτραπεί μόνο στις περιπτώσεις εκείνες όπου τίθεται ζήτημα δημοσίου συμφέροντος, ή όπου σε κάποιες περιπτώσεις η εταιρεία ενεργούσε ως αντιπρόσωπος για τους μετόχους της, αλλά τα Δικαστήρια εφαρμόζουν το κριτήριο αυτό αυστηρά, και μόνο όπου το αντίθετο θα οδηγούσε σε αδικία (βλ. The Principles of Company Law, (πιο πάνω) σελ.
- Στην υπό εξέταση Συμφωνία, οι Ενάγοντες παρείχαν τις πιστωτικές διευκολύνσεις, η Sharelink Securities Ltd ενεργούσε ως Χρηματιστής, ενώ ο ρόλος της Ellinas Finance (Custodian) Ltd περιορίζετο απλά στην εγγραφή επ' ονόματι της των μετοχών με σκοπό την εξασφάλιση των υποχρεώσεων του Εναγομένου. Το γεγονός ότι οι διευθυντές των τριών αυτών εταιρειών τυγχάνουν συγγενείς δεν αρκεί για να οδηγήσει το Δικαστήριο στην άρση του εταιρικού πέπλου. Η κατάληξη μου αυτή καθιστά αχρείαστη και την εξέταση της εισήγησης του κ. Παπαντωνίου ότι οι Ενάγοντες ενεργούσαν ως εμπιστευματοδόχοι του Εναγομένου, δεδομένου ότι όλες οι σχετικές προς τούτο αναφορές στην αγόρευση του αφορούσαν στην Ellinas Finance (Custodian) Ltd, και όχι στην Ενάγουσα εταιρεία. Προχωρώ στην ερμηνεία της Συμφωνίας Τεκμήριο 3, παράλληλα με την Αίτηση Τεκμήριο
- Αποτέλεσε εισήγηση του ευπαιδεύτου συνηγόρου για τον Εναγόμενο ότι η Αίτηση και η Συμφωνία αποτελούν δύο παράλληλες συμφωνίες, και υπό αυτό το φως θα πρέπει να εξεταστούν. Στην σελίδα 15 της αγόρευσης του, όμως, εισηγήθηκε ότι η Αίτηση αποτελεί αναπόσπαστο μέρος της Συμφωνίας. Βασικό κριτήριο για την ερμηνεία των συμβάσεων αποτελεί η συνήθης σημασία των λέξεων και όρων μίας συμφωνίας. Για να διακριβωθεί η σημασία και το πραγματικό νόημα του όρου μίας γραπτής συμφωνίας πρέπει το κείμενο να ερμηνεύεται συνολικά και όχι μεμονωμένα ή αποσπασματικά έτσι ώστε να αποφεύγεται ο κίνδυνος δυσαρμονίας στην εξήγηση τους, που στο τέλος δεν θα αντικατοπτρίζει αντικειμενικά την πρόθεση των μερών. Στο σύγγραμμα Chitty On Contracts - General Principles, 25η έκδοση, στις παραγράφους 765 και 766 αναφέρεται ότι, σκοπός της ερμηνείας των όρων μίας γραπτής συμφωνίας, είναι το να διαφανεί από αυτούς η πρόθεση των συμβαλλομένων μερών. Περαιτέρω, τεκμαίρεται ότι οι συμβαλλόμενοι εννοούσαν αυτά τα οποία και αναγράφονται επί της συμφωνίας, και άρα οι λέξεις ερμηνεύονται ως έχουν[2]. Καθοδήγηση ως προς την εισήγηση του κ. Παπαντωνίου ότι οι όροι που αναφέρονται στο πίσω μέρος της Αίτησης αποτελούν μέρος της μεταξύ των διαδίκων Συμφωνίας, μπορεί να αντληθεί από την παράγραφο 12 της Συμφωνίας Τεκμήριο 3, όπου αναφέρονται τα εξής: «Η Συμφωνία αποτελεί ολόκληρη την Συμφωνία μεταξύ των Μερών στην Συμφωνία σχετικά με την παραχώρηση των Διευκολύνσεων και περιέχει εξαντλητικά όλους τους όρους σχετικά με αυτές και οι οποίοι εκτός από άλλη έγγραφη συμφωνία δεν υπόκεινται σε οποιαδήποτε τροποποίηση, προσθήκη ή ακύρωση που έχει γίνει διαφορετικά». Προκύπτει, λοιπόν ξεκάθαρα ότι όλοι οι όροι που διέπουν την συμβατική σχέση μεταξύ των διαδίκων περιέχονται στην Συμφωνία Τεκμήριο
- Εν πάση, όμως, περιπτώσει, οι Όροι πίσω από την Αίτηση Τεκμήριο 2 δεν προβλέπουν κάτι διαφορετικό από την Συμφωνία, αφού η ίδια υποχρέωση του Εναγομένου να παραμένει εντός του περιθωρίου ασφαλείας που αναφέρει ο Όρος 5 της Αίτησης, προκύπτει και από την Συμφωνία. Σε συνάρτηση με τα πιο πάνω, θεωρώ ότι θα πρέπει να εξεταστούν και οι πρόνοιες της Συμφωνίας Τεκμήριο 3 σε σχέση με τις εισηγήσεις του ευπαιδεύτου συνηγόρου για τον Εναγόμενο ότι οι Ενάγοντες υπείχαν θέση διαχειριστή του λογαριασμού του Εναγομένου, ότι μετά την ανατροπή του Περιθωρίου Ασφαλείας ο Ενάγοντας δεν είχε δικαίωμα να δίδει εντολές για πώληση μετοχών, καθώς και την εισήγηση του ότι από την συμφωνία προκύπτει ότι η χειρότερη περίπτωση για τον Εναγόμενο θα ήταν η απώλεια των μετοχών του Περιθωρίου Ασφαλείας. Σε σχέση με το κατά πόσο οι Ενάγοντες είχαν την ευθύνη να ενεργούν ως διαχειριστές του λογαριασμού του Εναγομένου, από μελέτη της Συμφωνίας Τεκμήριο 3 δεν προκύπτει κάτι τέτοιο. Αντιθέτως, στην παράγραφο 1Δ της Συμφωνίας προβλέπεται ότι: «Ο Επενδυτής παρέχει δια του παρόντος εκ μέρους του και εκ μέρους των διαδόχων και εκδοχέων του (successors and assigns) ανέκκλητη εξουσιοδότηση στον Χρηματιστή και στους εξουσιοδοτημένους αντιπροσώπους του Χρηματιστή να διαχειρίζονται και/ή να χειρίζονται το Λογαριασμό για σκοπούς της Συμφωνίας...». Στην δε παράγραφο 3 (Α) αναφέρονται τα εξής: «(Α) Ο Χρηματιστής ανέκκλητα εξουσιοδοτείται από τον Επενδυτή (και εκ μέρους των διαδόχων και εκδοχέων του) και αναλαμβάνει να διαχειρίζεται και χειρίζεται τον Λογαριασμό, τις Αξίες Χαρτοφυλακίου και τις Αξίες Περιθωρίου Ασφαλείας σύμφωνα με τους όρους της Συμφωνίας, η δε Θυγατρική Εταιρεία ανέκκλητα εξουσιοδοτείται δια του παρόντος να δέχεται και/ή εκτελεί τις οδηγίες ή εντολές του Χρηματιστή αναφορικά με τις Αξίες Χαρτοφυλακίου και τις Αξίες Περιθωρίου Ασφαλείας και/ή οποιαδήποτε δικαιώματα σχετίζονται με ή απορρέουν καθ'οιονδήποτε τρόπο από αυτές. Τόσο η Εταιρεία όσο και η Θυγατρική Εταιρεία δεν θα έχουν οποιαδήποτε ευθύνη ή καθήκον έναντι του Επενδυτή ή του Χρηματιστή σε σχέση με τη λειτουργία ή διαχείριση του Λογαριασμού ή σε σχέση με την αγοραπωλησία, διαχείριση ή παρακολούθηση των Αξιών Χαρτοφυλακίου και τις Αξίες Περιθωρίου Ασφαλείας ή σε σχέση με οποιαδήποτε δικαιώματα απορρέουν από ή σχετίζονται με οποιοδήποτε τρόπο με τις Αξίες Χαρτοφυλακίου». Διαφαίνεται, συνεπώς, ότι η εξουσιοδότηση για διαχείριση του λογαριασμού παρασχέθηκε στην εταιρεία Sharelink Securities Ltd, και όχι στους Ενάγοντες. Όλες δε οι εντολές για διενέργεια πράξεων δίδονταν στην Sharelink και οι Ενάγοντες καμία σχέση δεν είχαν με αυτές. Στο σημείο αυτό θεωρώ ότι τυγχάνουν εφαρμογής τα όσα αναφέρθησαν στην πρόσφατη απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου Γιαννάκης Καλλικάς ν. Ελληνικής Τράπεζας Λτδ, Πολ. Εφ. 21/2008 ημερ. 14.7.2010, σελ. 17, τα οποία και κρίνω σκόπιμο να παραθέσω: «Στην εξεταζόμενη περίπτωση, ο συνήγορος του εναγομένου έχει απομονώσει από το κείμενο του Σχεδίου μία φράση - ή πιο σωστά μια λέξη - την λέξη «διαχείριση» - παραγνωρίζοντας πως εντάσσεται η φράση αυτή στο όλο κείμενο. Σ' αυτό διατυπώνεται με απλότητα και με κάθε σαφήνεια ότι, η πώληση και αγορά μετοχών μπορούσε να γίνει με ένα απλό τηλεφώνημα του επενδυτή προς τους χρηματιστές τις ΕΤΕ, οι μετοχές ναι μεν θα ενεχυριάζονταν προς όφελος της Τράπεζας, αλλά αυτό δεν θα εμπόδιζε τον επενδυτή να τις πωλήσει οποτεδήποτε ήθελε και, τέλος, όλες οι συναλλαγές θα γίνονταν κατόπιν εντολής του, όπως συνέβη και στην παρούσα περίπτωση. Επομένως, το να απομονώνεται η λέξη «διαχείριση» και να χρησιμοποιείται ως υπόβαθρο για επιχείρημα ότι η Τράπεζα είχε την διαχείριση του χαρτοφυλακίου του δεν συνάδει με τις αρχές ερμηνείας ενός κειμένου. Το κείμενο του Σχεδίου, ορώμενο στο σύνολο του, δεν μπορεί να ερμηνευθεί με τον τρόπο που το ερμηνεύει ο εναγόμενος. Η λέξη «διαχείριση» αναφέρεται στον λογαριασμό και όχι στο χαρτοφυλάκιο και σε σχέση μ' αυτόν, η Τράπεζα ανάλαβε την τήρηση και παρακολούθηση του, καθώς επίσης και την ενημέρωση του εναγόμενου με το να του αποστέλλει σχετικές καταστάσεις. Για όλα τα πιο πάνω κρίνω ότι, η Τράπεζα δεν είχε υποχρέωση, αλλά δικαίωμα για πώληση των ενεχυριασμένων μετοχών και η μη άσκηση του δικαιώματος αυτού δεν είχε οποιαδήποτε συνέπεια στις υποχρεώσεις του εναγόμενου έναντι της. Ως εκ του περισσού επισημαίνεται ότι ο εναγόμενος μπορούσε οποτεδήποτε ήθελε να δώσει οδηγίες για πώληση των εν λόγω μετοχών, κάτι που δεν έπραξε για δικούς του λόγους». Στις σελίδες 36 - επόμενες της αγόρευσης του κ. Παπαντωνίου αναλύεται εκτενώς η θέση ότι το Δικαστήριο, εφαρμόζοντας τις αποφάσεις Μαρία Συριμή ν. Οργανισμός Χρηματοδοτήσεως Παγκυπριακή Λτδ, Πολ. Εφ. 315/07 ημερ. 12.7.2000 και Γιαννάκης Καλλικάς ν. Ελληνικής Τράπεζας Λτδ (πιο πάνω) θα πρέπει να απορρίψει την υπό εκδίκαση αγωγή. Το αρχικό του επιχείρημα ήταν ότι αφού στην υπό εκδίκαση υπόθεση οι μετοχές εγγράφονταν επ' ονόματι του δανειστή, τότε τίθεται θέμα δημιουργίας εμπιστεύματος. Δεν μπορώ να συμφωνήσω με την θέση αυτή. Όπως έχει αναφερθεί ήδη, οι μετοχές δεν εγγράφονταν επ΄ονόματι της Ενάγουσας Εταιρείας, αλλά της Ellinas Finance (Custodian) Ltd, και εν πάση περιπτώσει, από το λεκτικό της συμφωνίας καμία υποχρέωση διαχείρισης του χαρτοφυλακίου του Εναγομένου από τους Ενάγοντες δεν υπάρχει. Άλλη εισήγηση για διαφοροποίηση της παρούσας από την πιο πάνω Νομολογία αποτέλεσε η θέση ότι τα μέρη στην παρούσα περίπτωση «συμφώνησαν διαφορετικά» αναφορικά με περιορισμό του δικαιώματος πώλησης του δανειστή. Την εισήγηση αυτή στήριξε στην θέση του ότι, με βάση τον 5ο Όρο Λειτουργίας της Αίτησης Τεκμήριο 2 και τους όρους 1(Δ) και 2(Β) της Συμφωνίας, ο Εναγόμενος δεν ήταν ελεύθερος να προβεί σε πώληση των μετοχών οποτεδήποτε ήθελε, και ιδιαίτερα μετά την ανατροπή του συμφωνηθέντος ποσοστού εξασφάλισης. Με όλο το σέβας προς τον ευπαίδευτο συνήγορο, η θέση αυτή δεν με βρίσκει σύμφωνη. Έχω μελετήσει τόσο την Συμφωνία Τεκμήριο 3 όσο και την Αίτηση Τεκμήριο 2, και δεν έχω εντοπίσει σε αυτές οιονδήποτε όρο που να απαγορεύει στον Εναγόμενο να δίδει οδηγίες για πώληση μετοχών, έστω και μετά την ανατροπή του Περιθωρίου Ασφαλείας. Καθοριστική, όμως, για την κατάληξη μου επί του σημείου αυτού, είναι και η αξιολόγηση της μαρτυρίας του Εναγόμενου, όπου η θέση ότι ο Εναγόμενος είχε αυτήν την πεποίθηση δεν έχει γίνει δεκτή, αλλά και από το γεγονός ότι ο ίδιος ο Εναγόμενος προέβη σε πωλήσεις και μετά την ανατροπή του ορίου. Προχωρώ τώρα στην θέση που προέβαλε ο Εναγόμενος ότι, δυνάμει της μεταξύ των διαδίκων Συμφωνίας, η χείριστη περίπτωση θα ήταν η απώλεια των μετοχών που είχε ενεχυριάσει, και δεν θα έπρεπε να καταβάλει οποιοδήποτε άλλο ποσό στους Ενάγοντες. Η εισήγηση αυτή, όμως, δεν βρίσκει έρεισμα στην Συμφωνία Τεκμήριο
- Παραθέτω αυτούσια την παράγραφο 6(Γ) της Συμφωνίας: «Η Εταιρεία δικαιούται οποτεδήποτε θελήσει και χωρίς οποιαδήποτε προειδοποίηση προς τον Επενδυτή με απλή ειδοποίηση προς τον Επενδυτή να τερματίσει την Συμφωνία και/ή λειτουργία του Λογαριασμού και να καταστήσει απαιτητέο και πληρωτέο αμέσως οποιοδήποτε χρεωστικό υπόλοιπο και/ή να καταστήσει απαιτητές και πληρωτέες αμέσως όλες τις πιστωτικές διευκολύνσεις. Σε μία τέτοια περίπτωση η Εταιρεία έχει το δικαίωμα να ζητήσει αμέσως από τον Επενδυτή την πληρωμή όλων των οφειλομένων από τον Επενδυτή ποσών (τα οποία, προς αποφυγή οποιασδήποτε αμφιβολίας θα φέρουν μέχρι την αποπληρωμή τους τόκο ως καθορίζεται στην παράγραφο 4 πιο πάνω) και περαιτέρω να δίδει εντολές και /ή οδηγίες προς την Θυγατρική Εταιρεία να προβαίνει σε εκποίηση (είτε μέσω του Χρηματιστή ή μέσω άλλου προσώπου το οποίο ήθελε επιλέξει η Εταιρεία) των Αξιών Χαρτοφυλακίου και/ή των Αξιών Περιθωρίου Ασφαλείας και να καταβάλει στην Εταιρεία οποιοδήποτε ποσό ήθελε προκύψει από την εν λόγω εκποίηση προς εξόφληση οποιουδήποτε ποσού οφείλεται στην Εταιρεία από τον Επενδυτή. Προς αποφυγή οποιασδήποτε αμφιβολίας, σε περίπτωση που παρά την προαναφερθείσα εκποίηση ο Επενδυτής εξακολουθεί να οφείλει οποιοδήποτε ποσό προς την Εταιρεία ο Επενδυτής θα υποχρεούται να το καταβάλει αμέσως προς την Εταιρεία». Από το λεκτικό αυτό, ιδιαίτερα την χρήση της φράσης «προς αποφυγή οποιασδήποτε αμφιβολίας» προκύπτει ξεκάθαρα ότι σε περίπτωση ύπαρξης υπολοίπου μετά που θα εκποιηθούν όλες οι ενεχυριασμένες μετοχές, ο Εναγόμενος θα ήταν υπόχρεος να το καταβάλει στους Ενάγοντες άμεσα. Άλλη εισήγηση του κ. Παπαντωνίου αποτέλεσε το ότι οι Ενάγοντες είχαν υποχρέωση να προβούν σε πώληση των ενεχυριασμένων μετοχών μόλις ανατρέπετο το Περιθώριο Ασφαλείας. Ήταν η θέση του ότι η υποχρέωση αυτή προκύπτει από τον όρο 2(Ε) της Συμφωνίας Τεκμήριο 3, τον οποίο και παραθέτω αυτούσιο: «Ο Επενδυτής υποχρεούται για σκοπούς εξασφάλισης, κατόπιν σχετικής προειδοποίησης 24 ωρών, να αυξάνει το Περιθώριο Ασφαλείας προβαίνοντας σε κατάθεση μετρητών ή μεταβιβάζοντας στο όνομα της Θυγατρικής Εταιρείας επιπρόσθετες Αξίες ούτως ώστε το σύνολο: - (i) της Τιμής Διάθεσης των Αξιών Χαρτοφυλακίου (ii) της Τιμής Διάθεσης των Αξιών που έχουν μεταβιβαστεί στο όνομα της Θυγατρικής Εταιρείας (οι «Αξίες Περιθωρίου Ασφαλείας») και τραπεζικών καταθέσεων που έχουν δεσμευθεί ως Περιθώριο Ασφαλείας και (iii) το περιθώριο του Ορίου που παραμένει διαθέσιμο, να διατηρείται ίσο προς το διπλάσιο του Περιθωρίου Ασφαλείας. Κατά τον ίδιο τρόπο ο Επενδυτής υποχρεούται όπως μετατρέπει τη σύνθεση του Περιθωρίου Ασφαλείας κατά τον τρόπο που ήθελε από καιρού εις καιρό υποδειχθεί προς αυτόν από την Εταιρεία. Σε περίπτωση μη ανταπόκρισης στη σχετική προειδοποίηση ή υπόδειξη ή σε περίπτωση που δεν ήταν δυνατή η επικοινωνία με τον Επενδυτή, η Εταιρεία και/ή ο Χρηματιστής διατηρούν το δικαίωμα να προβαίνουν σε πώληση των Αξιών Χαρτοφυλακίου και/ή κλείσιμο του Λογαριασμού και/ή τερματισμό της Συμφωνίας». Προκύπτει, λοιπόν ξεκάθαρα ότι οι Ενάγοντες έχουν «δικαίωμα» και όχι «υποχρέωση», να προβούν σε πώληση. Εν πάση περιπτώσει, ο ίδιος ο Εναγόμενος θα μπορούσε να είχε προβεί στην πώληση των μετοχών προς μείωση ή αποφυγή της ζημιάς του, πράγμα το οποίο όχι μόνο δεν έπραξε, αλλά με το Τεκμήριο 7 ζήτησε από τους Ενάγοντες να μην προβούν ούτε και αυτοί σε τέτοια πώληση των μετοχών του. Παραπέμπω σε απόσπασμα από την απόφαση Μαρία Συρίμη ν. Οργανισμού Χρηματοδοτήσεως Παγκυπριακή Λίμιτεδ (πιο πάνω), όπου ερμηνεύοντας παρόμοιο όρο συμφωνίας με τον πιο πάνω, το Εφετείο ανέφερε τα εξής στην σελίδα 20: «Αποτέλεσε κεντρικό επιχείρημα της Εφεσείουσας τόσο πρωτοδίκως όσο και κατ' έφεση, ότι οι Εφεσίβλητοι είχαν υποχρέωση με βάση τον όρο 7 να πωλήσουν τις μετοχές που είχαν ενεχυριαστεί, όταν η πτώση του ΧΑΚ έφθασε σε σημείο ανατροπής του καθορισθέντος περιθωρίου ασφαλείας. Το πρωτόδικο δικαστήριο κατέληξε ότι οι Εφεσίβλητοι, τόσο δυνάμει του όρου 7 του σχεδίου όσο και δυνάμει του άρθρου 134 του περί Συμβάσεων Νόμου, Κεφ. 149, είχαν απλό «δικαίωμα» να πωλήσουν τις μετοχές, το οποίο όμως δεν ισοδυναμούσε με «υποχρέωση», όπως διατεινόταν η Εφεσείουσα. Στο συγκεκριμένο άρθρο χρησιμοποιείται η λέξη «δύναται» («may»). Η Εφεσείουσα, με τους λόγους έφεσης 6, 7 και 8, προσβάλλει την πιο πάνω κατάληξη του πρωτόδικου δικαστηρίου, επαναλαμβάνοντας ουσιαστικά τα ίδια επιχειρήματα που πρόβαλε πρωτοδίκως. Δεν συμμεριζόμαστε τις θέσεις και επιχειρήματα του δικηγόρου της Εφεσείουσας. Το λεκτικό του όρου 7 είναι σαφές. Το ίδιο ισχύει και για το δικαίωμα και όχι υποχρέωση που διατηρούσαν οι Εφεσίβλητοι ως ενεχυροδανειστές, δυνάμει του άρθρου 134 του Κεφ.
- Το πρωτόδικο δικαστήριο ορθά κατά την άποψη μας παραλλήλησε την περίπτωση με το δικαίωμα ενυπόθηκου δανειστή να πωλήσει την περιουσία, το οποίο όμως δεν ισοδυναμεί με υποχρέωση (βλ. Cuckmere Brick Co. Ltd v. Mutual Finance Ltd
(1971)2 All E.R. 633, AIB Finance Ltd v. Debtors
(1997)4 All E.R. 677 και Silven Properties Ltd and Another v. Royal Bank of Scotland plc and others
(2004)4 All E.R. 484). Ούτε ο όρος 11 του σχεδίου θα μπορούσε να μετατρέψει το δικαίωμα σε υποχρέωση. Όπως ορθά υποδεικνύεται στην πρωτόδικη απόφαση με αναφορά στην China and South Sea Bank v. Tan
(1989)3 All E.R. 839, οι Εφεσίβλητοι ως δανειστές δεν μπορούσαν να καταστούν εμπιστευματοδόχοι των μετοχών που είχαν ενενχυριαστεί και ούτε μπορούσαν να θεωρηθούν υπεύθυνοι έναντι της Εφεσίβλητης ως οφειλέτριας, σε περίπτωση που ασκούσαν το δικαίωμα πώλησης και ακολούθως η αξία των μετοχών μειωνόταν ή εκμηδενιζόταν. Η μόνη υποχρέωση του ενεχυριοδανειστή, όπως ήταν οι Εφεσίβλητοι, σε περίπτωση που αποφασίσει να ασκήσει το δικαίωμα πώλησης, είναι να το πράξει επιδεικνύοντας εύλογη επιμέλεια ώστε να εξασφαλίσει την τιμή της αγοράς την δεδομένη στιγμή. Δεν συμφωνούμε ότι στην προκειμένη περίπτωση εγείρεται θέμα παραβίασης του περί Επιτρόπων Εμπιστεύματος Νόμου, Κεφ. 193, όπως εισηγείται στην εκατοντασέλιδα αγόρευση του ο κ. Παπαντωνίου, στα πλαίσια του δέκατου λόγου έφεσης. Ούτε συμφωνούμε ότι όσα διαπιστώθηκαν από το πρωτόδικο δικαστήριο έρχονται σε αντίθεση με τον δικαστικό λόγο της Αγγλικής υπόθεσης China and South Sea Bank v. Tan (ανωτέρω). Η πιο πάνω υπόθεση χρησιμοποιήθηκε από το πρωτόδικο δικαστήριο ως ενισχύουσα την θέση ότι ο δανειστής δεν καθίσταται και εμπιστευματοδόχος μετοχών που έχουν ενεχυρίαστεί και ούτε έχει οποιαδήποτε ευθύνη προς τον οφειλέτη σε περίπτωση που δεν ασκήσει το δικαίωμα πώλησης που έχει και η αξία των μετοχών μειωθεί. Μπορεί η πιο πάνω αγγλική υπόθεση να έχει διαφορές με την υπό εκδίκαση, αλλά καμιά διαφορά δεν διαπιστώνεται στην πιο πάνω διαπιστωθείσα αρχή του κοινοδικαίου, η οποία συνάδει με το δικό μας δίκαιο, όπως αυτός κωδικοποιείται στο Κεφ.
- Επομένως ούτε ο δέκατος λόγος έφεσης ευσταθεί. Κατά τα άλλα, το δικαίωμα πώλησης του δανειστή, όπως και του ενυπόθηκου δανειστή, δεν μπορεί σύμφωνα με το γενικό δίκαιο να περιοριστεί, εκτός και αν τα δύο μέρη συμφώνησαν διαφορετικά (βλ. άρθρο 110, Κεφ. 149). Το πιο σημαντικό όμως είναι ότι η ίδια η Εφεσείουσα είχε δικαίωμα να πωλήσει τις μετοχές και θα μπορούσε η ίδια να το πράξει όποτε ήθελε, σύμφωνα με τον όρο 3 του σχεδίου, για να εξοφλήσει το χρέος της ή για να μειώσει την ζημιά της, αλλά δεν το έπραξε. Όπως ορθά διαπιστώνει ο ευπαίδευτος πρωτόδικος δικαστής, φαίνεται να πρυτάνευσε στο μυαλό της ίδιας και του συζύγου της που την συμβούλευε, η λογική της τότε εποχής και η ελπίδα για ανάκαμψη του ΧΑΚ. Δεν βλέπουμε οτιδήποτε το μεμπτό στην πιο πάνω διαπίστωση του πρωτόδικου δικαστηρίου, η οποία τέθηκε για να εξηγήσει γιατί η Εφεσείουσα δεν έδωσε οδηγίες για πώληση των μετοχών ή για τερματισμό της συνεργασίας της με τους Εφεσίβλητους. Ως εκ τούτου, ούτε ο λόγος 9 ευσταθεί». Στην αγόρευση του ευπαιδεύτου συνηγόρου για τον Εναγόμενο προβάλλεται επίσης ισχυρισμός περί επαγγελματικής αμέλειας των Εναγόντων, το οποίο συνδέει με την ισχυριζόμενη παράλειψη των Εναγόντων να πουλήσουν τις ενεχυριασμένες μετοχές του Εναγομένου. Αρχικά σημειώνω ότι δεν συμφωνώ με την θέση του κ. Παπαντωνίου ότι οι Ενάγοντες είχαν την υποχρέωση και το βάρος να αποδείξουν ότι δεν υπήρξαν αμελείς. Το βάρος απόδειξης των ισχυρισμών του έφερε ο Εναγόμενος, ο οποίος και δεν το απέσεισε, αφού δεν καταδείχθηκε κάποια αμέλεια εκ μέρους των Εναγόντων, ενώ δεν έδωσε ικανοποιητική εξήγηση ως προς το γιατί ο ίδιος δεν προέβη σε πώληση των μετοχών του. Παραθέτω το ακόλουθο απόσπασμα από την απόφαση Γιαννάκης Καλλικάς ν. Ελληνικής Τράπεζας Λτδ (πιο πάνω) οπου στην σελίδα 24 αναφέρθηκαν τα εξής, τα οποία και τυγχάνουν πλήρους εφαρμογής και στην παρούσα περίπτωση: «Θεωρούμε ότι ο ισχυρισμός για αμέλεια δεν δικογραφήθηκε ορθά και ως εκ τούτου δεν πρέπει να εξεταστεί. Ανεξαρτήτως της κατάληξης μας, είναι ορθή η επισήμανση του δικηγόρου της Τράπεζας ότι ενώπιον του πρωτόδικου δικαστηρίου, δεν υπήρξε μαρτυρία που να κρίθηκε αξιόπιστη και η οποία να υποδεικνύει σε αμέλεια της Τράπεζας. Περαιτέρω, οι ισχυρισμοί που προβάλλει σε σκόρπια σημεία της έκθεσης υπεράσπισης και ανταπαίτησης ο Εφεσείων, δεν ευσταθούν, αφού στηρίζονται στην ύπαρξη υποχρέωσης να πωλήσει η Τράπεζα τις μετοχές, θέση την οποία απορρίψαμε». Από τα πιο πάνω αποτελεί κατάληξη μου ότι ο Εναγόμενος κλήθηκε από τους Ενάγοντες να επαναφέρει τον λογαριασμό του στα συμφωνημένα όρια από πλευράς εξασφαλίσεων. Αυτός δεν ανταποκρίθηκε, και οι Ενάγοντες προxώρησαν στον τερματισμό της Συμφωνίας, και στην πώληση μετοχών του χαρτοφυλακίου του Εναγομένου. Προχωρώ τώρα στην εξέταση του ύψους του ποσού για το οποίο θα πρέπει να εκδοθεί απόφαση. Όπως προέκυψε και από τον περιορισμό της αξίωσης, η θέση της Υπεράσπισης ότι οι μετοχές της White Knight Holdings Ltd δεν είχαν υπολογιστεί, ήταν ορθή. Προκύπτει, επίσης, από το Τεκμήριο 20 ότι οι μετοχές αυτές μεταβιβάστηκαν στην Ellinas Finance (Custodian) Ltd τον Απρίλιο
- Αυτές πουλήθηκαν την 24.11.2008, και το προϊόν της πώλησης τους πιστώθηκε στον λογαριασμό του Εναγομένου. Σημειώνω ότι η υποβολή που έγινε στον κ. Έλληνα από τον ευπαίδευτο συνήγορο για τον Εναγόμενο ήταν ότι οι Ενάγοντες εισέπραξαν από την πώληση των προαναφερόμενων μετοχών ποσό €. 5.250,00, ποσό το οποίο αντιστοιχεί και στο ποσό με το οποίο περιορίστηκε η αξίωση. Θεωρώ, συνεπώς, ότι έστω και αν καταδεικνύεται κάποια ελλειπής τήρηση στοιχείων εκ μέρους των Εναγόντων στο σημείο αυτό, εν' τούτοις δεδομένου του περιορισμού της αξίωσης, δεν έχει προκληθεί κάποιος επηρεασμός του Εναγομένου, ειδικά εν' όψει του ότι η πώληση των μετοχών έλαβε χώρα το 2008, ήτοι αρκετά μετά από την έγερση της αγωγής. Από την μαρτυρία προέκυψαν επίσης θέματα σε σχέση με τις καταστάσεις λογαριασμού τα οποία θα πρέπει να τύχουν εξέτασης. Αναφορικά με τις χρεώσεις για «Default Interest» είναι γεγονός ότι το δικαίωμα για επιβολή κάτι τέτοιου δεν προβλέπεται στην Συμφωνία Τεκμήριο
- Οι χρεώσεις αυτές φαίνονται από το Τεκμήριο 9 να έχουν επιβληθεί από 30.6.2004 μέχρι 30.6.2005, και ανέρχονται σε συνολικό ποσό Λ.Κ.1.368,92 (€. 2.338,93), ποσό το οποίο επίσης συνάδει με σχετική υποβολή του κ. Παπαντωνίου. Συνεπώς, σποτελεί κατάληξη μου ότι το ποσό των Λ.Κ.1.368,92 θα πρέπει να αφαιρεθεί από το αξιούμενο ποσό. Ο κ. Έλληνας αντεξετάστηκε περαιτέρω για την διευκόλυνση που έγινε στις 25.4.2000 για αγορά μετοχών Telia Aqua Marine, αναφέροντας ότι αυτή ήταν εκτός των Όρων του Επίδικου Σχεδίου. Όπως ο ίδιος είπε, οι Ενάγοντες χρέωσαν τον Εναγόμενο Λ.Κ.290,00 (€. 495,49) για την διευκόλυνση αυτή, δυνάμει κάποιας ξεχωριστής συμφωνίας μεταξύ τους. Συγκεκριμένα ανέφερε ότι «δεν έχει σχέση γιατί και το ποσό που του δώσαμε ήταν εκτός των Όρων. Δόθηκε μετά που συζητήσαμε με τον Εναγόμενο και συμφωνήσαμε τι θα χρεώναμε». Στην υπο εκδίκαση αγωγή, όμως, κάτι τέτοιο δεν έχει δικογραφηθεί, και άρα ούτε και αυτό το ποσό μπορεί να επιδικαστεί στα πλαίσια της παρούσας υπέρ των Εναγόντων. Ο Εναγόμενος ισχυρίστηκε περαιτέρω ότι μερίσματα της Ελληνικής Τράπεζας δεν έχουν κατατεθεί στον λογαριασμό του, ισχυρισμός ο οποίος καταρρίπτεται από το Τεκμήριο 11, όπου φαίνεται ότι ο ίδιος έδωσε οδηγίες όπως τα μερίσματα του επανεπενδυθούν για σκοπούς αγοράς μετοχών. Ούτε και χρήζουν εξέτασης οι ισχυρισμοί του για τις αναφορές σε «Discount Allowed» και «Correction Charges», αφού επρόκειτο για πιστώσεις προς όφελος του. Το ίδιο αβάσιμη είναι η θέση του Εναγομένου για το ότι υπάρχει κενό Λ.Κ.870,56 στις καταστάσεις λογαριασμού Τεκμήριο 12 από 30.6.2000 μέχρι 1.7.2000, αφού το ποσό αυτό δικαιολογείται και εμφαίνεται στην κατάσταση Τεκμήριο 9 ως «Half - Year Interest». Επίσης, στην παράγραφο 11 της Γραπτής Δήλωσης του ο Εναγόμενος κάνει αναφορά σε εισπράξεις που φαίνονται σε Τεκμήρια 13 Α, Β, Γ και Ε, πλην όμως τέτοια έγγραφα δεν υπάρχουν ενώπιον του Δικαστηρίου. Παραμένει το ζήτημα των τόκων. Στην παράγραφο 4 της Συμφωνίας αναφέρονται τα ακόλουθα: «Οι διευκολύνσεις ως επίσης και τα δικαιώματα και άλλες πληρωμές που προνοούνται στην παράγραφο 5 πιο κάτω θα επιβαρύνονται με μεταβαλλόμενο τόκο που δεν θα υπερβαίνει το ανώτατο ποσοστό επιτοκίου που θα επιτρέπεται με βάση τις εκάστοτε ισχύουσες νομοθετικές και/ή κανονιστικές ρυθμίσεις. Ο τόκος θα υπολογίζεται επί των ημερησίων υπολοίπων και θα καταβάλλεται και/ή κεφαλαιοποιείται την 31η Δεκεμβρίου έκαστου έτους. Λεπτομέρειες για το επιτόκιο δίνονται στον επισυνημμένο Πίνακα Χρεώσεων που αποτελεί Παράρτημα της Συμφωνίας. Νοείται ότι τυχόν χρεωστικά υπόλοιπα πέραν των καθορισμένων από την Εταιρεία ορίων θα βαρύνονται με τόκο όπως αναφέρεται πιο πάνω. Η Εταιρεία διατηρεί το δικαίωμα να μεταβάλλει από καιρού εις καιρό τα πιο πάνω αφού γνωστοποιήσει τυχόν αλλαγές στον Επενδυτή». Στον συνημμένο στην Συμφωνία Τεκμήριο 2 Πίνακα Χρεώσεων αναφέρεται ότι «ο τόκος στο παρόν στάδιο χρεώνεται με επιτόκιο 8.5% το χρόνο πάνω στα ημερήσια χρεωστικά υπόλοιπα», ενώ χρεώνεται και Ετήσιο Δικαίωμα Διαχείρισης 0.5 - 4% επί του ορίου και 0.5% επί του συνόλου των αγορών και πωλήσεων. Σημαντικό είναι να τονιστεί ότι κατά τον ουσιώδη χρόνο σύναψης της Συμφωνίας ήταν ακόμη σε ισχύ ο περί Τόκου Νόμος Ν. 2/77, όπου, στην ερμηνεία που δίδετο στην λέξη «τόκος» περιλαμβάνονταν και οιονδήποτε ποσό υπό μορφή δικαιώματος, επιβαρύνσεως ή εξόδων υπό οιανδήποτε άλλη μορφή πέραν του κεφαλαίου, πληρωτέο εις τον δικαιούχο του χρηματικού κεφαλαίου σε αντάλλαγμα ή σε σχέση με την χρήση ή διακράτηση του χρηματικού κεφαλαίου. Σύμφωνα με το άρθρο 3 του περί Τόκου Νόμου το επιτόκιο δεν δύνατο να υπερβαίνει το 9% ετησίως, ενώ σύμφωνα με το άρθρο 5 του ιδίου Νόμου, κανένας τόκος πέραν του προβλεπόμενου στο άρθρο 3 δεν θα εισπράττεται ή χρεώνεται. Όπως αναφέρθηκε και στην απόφαση Σταύρος Νεοφύτου ν. Σάββας Κυριακίδης,
(1999)2 Α.Α.Δ. 299, σύμβαση η οποία προβλέπει τόκο μεγαλύτερο από το νόμιμα επιτρεπόμενο, δεν είναι παράνομη αλλά, όπως ρητά προβλέπεται στο άρθρο 5
(1)του περί Τόκου Νόμου του 1977, Ν.2/77, ο τόκος που υπερβαίνει τον επιτρεπόμενο δεν εισπράττεται, μήτε χρεώνεται. Ο περί Ελευθεροποίησης του Επιτοκίου και Συναφών Θεμάτων Νόμος 160
(1)/1999 δεν έχει αναδρομική ισχύ. Συνεπώς, οι Ενάγοντες δικαιούνται σε επιδίκαση τόκου ίσου με 8.5% ετησίως. Δεδομένου ότι κατά τον ουσιώδη χρόνο δεν ίσχυε ο περί Ελευθεροποίησης του Επιτοκίου και Συναφών Θεμάτων Νόμος Ν. 160
(1)/1999, ούτε και η κεφαλαιοποίηση των τόκων επιτρέπετο. Ο Εναγόμενος παρέθεσε, όμως, μαρτυρία για κεφαλαιοποίηση τόκων μόνον όσον αφορά στο 2004 για ποσό Λ.Κ.57,87 (€. 98,87), και άρα το ποσό αυτό θα πρέπει να αφαιρεθεί από το αξιούμενο ποσό. Εκδίδεται ακολούθως απόφαση υπέρ των Εναγόντων και εναντίον του Εναγομένου για ποσό €. 47.133,92 πλέον τόκο προς 8.5% ετησίως επί του ποσού αυτού από 1.5.2005 μέχρι εξοφλήσεως. Δεδομένου του ότι η ανταπαίτηση ουσιαστικά στηρίχθηκε στα ίδια επιχειρήματα με την Υπεράσπιση, και τα οποία έχουν εξεταστεί και αναλυθεί πιο πάνω, έπεται πως αυτή δεν μπορεί να επιτύχει, και ακολούθως απορρίπτεται. Τα έξοδα δεν υπάρχει λόγος να μην ακολουθήσουν το αποτέλεσμα γι' αυτό τα έξοδα της αγωγής επιδικάζονται υπέρ των Εναγόντων και εναντίον του Εναγομένου όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή. (Υπ.) Μ. ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΥ, Ε.Δ Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1] "The law, however, is not concerned with the economic organization of the group; in its eyes the holding company is merely a large shareholder of the subsidiary; so that the rule which distinguishes the legal personality of a company from that of its shareholders, equally separates the holding company from its subsidiary". [2] "The cardinal presumption is that the parties have intended what they have in fact said, so that their words must be construed as they stand. That is to say, the meaning of the document or of a particular part of it is to be sought in the document itself: "One must consider the meaning of the words used, not what one may guess to be the intention of the parties". cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο