← Κύπρος

PRIVATE GRAMMAR MODERN SCHOOLS (PGMS) LTD ν. ΓΕΝΙΚΟΣ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑΣ ΤΗΣ ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, ALPHA BANK CYPRUS LTD, 31 Ιανουαρίου, 2011

PRIVATE GRAMMAR MODERN SCHOOLS (PGMS) LTD ν. ΓΕΝΙΚΟΣ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑΣ ΤΗΣ ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, ALPHA BANK CYPRUS LTD, 31 Ιανουαρίου, 2011 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2011:A43 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: X. Ι. ΠΟΓΙΑΤΖΗ, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 5413/

  1. PRIVATE GRAMMAR & MODERN SCHOOLS (PGMS) LTD, Ενάγοντες, - και - ΓΕΝΙΚΟΣ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑΣ ΤΗΣ ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, Εναγόμενος. ------------------- ΠΡΟΕΚΔΙΚΑΣΗ ΤΟΥ ΝΟΜΙΚΟΥ ΣΗΜΕΙΟΥ ΚΑΤΑ ΠΟΣΟΝ Η ΠΑΡΟΥΣΑ ΑΓΩΓΗ ΕΙΝΑΙ ΠΡΟΩΡΗ 31 Ιανουαρίου, 2011 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για Αιτητή-Εναγόμενο : κα Θεανώ Μαυρομουστάκη. Για Καθ΄ ων η Αίτηση-Ενάγοντες: κ. Ανδρέας Αποστολίδης για κ. Ανδρέα Σ. Αγγελίδη. ------------------- ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Κατόπιν Διατάγματος το οποίο εκδόθηκε εκ συμφώνου, συμφωνήθηκε όπως προεκδικαστεί το Νομικό σημείο το οποίο εγείρεται με την Παρ. 1(β) της Υπεράσπισης και το οποίο περιγράφεται ως ακολούθως: «(β) Η παρούσα είναι πρόωρη για το λόγο ότι το θέμα δεν έχει τελεσίδικα λυθεί ούτε η κατάσταση έχει αποκρυσταλλωθεί μετά τις προαναφερόμενες ακυρωτικές αποφάσεις, αφού η Διοίκηση προέβη σε επανεξέταση του όλου θέματος, ως όφειλε, και κατέληξε σε νέα απόφαση με βάση το νομικό και πραγματικό καθεστώς που ίσχυε κατά τον ουσιώδη χρόνο. Κατά της εν λόγω απόφασης καταχωρίστηκε η προσφυγή 859/03 η οποία απερρίφθη, και ακολουθεί η Έφεση 136/05 η οποία ακόμα εκκρεμεί, με αποτέλεσμα να μην έχει ακόμα τελεσίδικα αποκρυσταλλωθεί το εάν οι ενάγοντες έχουν αγώγιμο δικαίωμα ή όχι.» ΠΑΡΑΔΕΚΤΑ ΓΕΓΟΝΟΤΑ Προς τον σκοπό διευκόλυνσης του Δικαστηρίου αμφότερες οι πλευρές κατέθεσαν ως Παραδεκτά τα ακόλουθα γεγονότα: «
  2. Οι Ενάγοντες, ως ιδιοκτήτες Τριτοβάθμιας Ιδιωτικής Σχολής, που λειτούργησε πριν τη Νομοθεσία 1/87, υπέβαλαν στις 17.11.92 βάσει του άρθρου 30 του τότε σε ισχύ περί Σχολών Τριτοβάθμιας Εκπαιδεύσεως Νόμου του 1987 (Ν. 1/87), αίτηση για Εκπαιδευτική Αξιολόγηση - Πιστοποίηση διάφορων κλάδων σπουδών που προσφέροντο στην Σχολή των Εναγόντων "Cyprus College" και κατέβαλαν τα ζητηθέντα από το Υπουργείο Παιδείας τέλη.
  3. Ο Εναγόμενος δια του Υπουργείου Παιδείας και Πολιτισμού με επιστολή ημερομηνίας 24.2.95 απέρριψε τα αιτήματα των Εναγόντων για εκπαιδευτική αξιολόγηση - πιστοποίηση.
  4. Οι Ενάγοντες εναντίον της πιο πάνω απορριπτικής απόφασης καταχώρησαν στο Ανώτατο Δικαστήριο την προσφυγή με αριθμό 266/
  5. Στις 29.3.95 το Ανώτατο Δικαστήριο εξέδωσε βάση του άρθρου 146

(4)του Συντάγματος ακυρωτική απόφαση, επειδή η απόφαση για την απόρριψη του αιτήματος των αιτητών λήφθηκε βασιζόμενη σε Κανονισμούς που εκδόθηκαν καθ΄ υπέρβαση της νομοθετικής εξουσιοδοτήσεως. Με βάση το πιο πάνω αποτέλεσμα ο Υπουργός Παιδείας πληροφόρησε τους αιτητές-ενάγοντες στην παρούσα, ότι οι διοικητικές αποφάσεις ημερομηνίας 24.2.1995, ανακαλούνται και θα έπρεπε να θεωρούνται ως ουδέποτε γενόμενες. (Αντίγραφο της απόφασης ημερ. 29.3.95 κατατίθεται ως ΤΕΚΜΗΡΙΟ 1) 6. Σύμφωνα με το άρθρο 30
(2)του τότε σε ισχύ περί Σχολών Τριτοβάθμιας Εκπαιδεύσεως Νόμου του 1987 (Ν. 1/87), η εκπαιδευτική αξιολόγηση - πιστοποίηση κλάδου σπουδών διενεργείτο από τον Υπουργό μετά από εισήγηση προς αυτόν από Επιτροπή που διορίζετο προς το΄΄υτο από το Υπουργικό Συμβούλιο.
  1. Αντίθετα, το τότε σχετικό μέρος των Κανονισμών του 1992, το οποίο αφορούσε τη Διαδικασία για Εκπαιδευτική Αξιολόγηση-Πιστοποίηση, άρχιζε με τον Κανονισμό 69 που προέβλεπε ότι: «
  2. Για το σκοπό της άσκησης των αρμοδιοτήτων που διαλαμβάνονται στο Νόμο αυτό διορίζονται από το Υπουργικό Συμβούλιο, ύστερα από εισήγηση του Υπουργού Παιδείας και με προηγούμενη σύμφωνη Απόφαση της πλειοψηφίας της Βουλής των Αντιπροσώπων, ο Πρόεδρος και τα μέλη του Συμβουλίου για την εκπαιδευτική αξιολόγηση-πιστοποίηση.»
  3. Ενώ λοιπόν ο νόμος προέβλεπε για επιτροπή διοριζόμενη από το Υπουργικό Συμβούλιο, ο Κανονισμός κατ΄ αντίθεση προέβλεπε για Συμβούλιο που διοριζόταν από το Υπουργικό Συμβούλιο και μάλιστα υπό την αιγίδα της Βουλής.
  4. Με τους Κανονισμούς 95, 96 και 97 η ουσιαστική αρμοδιότητα την οποία ο νόμος είχε δώσει στον Υπουργό αφαιρείτο και δίδετο στο Συμβούλιο.
  5. Εν συνεχεία της πιο πάνω ακυρωτικής απόφασης οι Ενάγοντες με επιστολή μέσω του Δικηγόρου τους ημερομηνίας 5.4.95 ζήτησαν από τον Εναγόμενο την εφαρμογή του Νόμου και την αξιολόγηση της Σχολής τους σύμφωνα με τις πρόνοιες του Ν.1/
  6. Το Υπουργικό Συμβούλιο όμως καθυστέρησε να προβεί στο διορισμό Επιτροπής, όπως απαιτούσε το άρθρο 30
(2)του νόμου, και γι΄ αυτό η Υπουργός δεν μπορούσε να προχωρήσει σε αξιολόγηση-πιστοποίηση. Τούτο γιατί αναμενόταν τροποποίηση του σχετικού νόμου και Κανονισμών υπό το φως του αποτελέσματος της προσφυγής 266/
  1. Επειδή δεν υπήρξε επενεξέταση και αποκατάσταση της βλάβης τους, οι Ενάγοντες καταχώρησαν στις 11.8.95 την υπ΄ αρ. 7573/95 αγωγή εναντίον του Εναγομένου και στην συνέχεια καταχώρησαν στις 27.1.2000 έκθεση απαίτησης (τεκμήριο 3) με την οποία αξίωσαν πλήρως εξειδικευμένα την βλάβη τους. (Αντίγραφο της υπ΄ αρ. 7573/95 αγωγής κατατίθεται ως ΤΕΚΜΗΡΙΟ 2 και αντίγραφο της έκθεσης απαίτησης των Εναγόντων κατατίθεται ως ΤΕΚΜΗΡΙΟ 3)
  2. Ο Εναγόμενος καταχώρησε υπεράσπιση στις 2.2.01 με την οποία πρόβαλε προδικαστική ένσταση ισχυριζόμενος ότι η διαδικασία επανεξέτασης της ακυρωθείσας απόφασης στην προσφυγή 266/95 δεν έχει λήξει. Αντίγραφο της Υπεράσπισης του Εναγομένου κατατίθεται ως ΤΕΚΜΗΡΙΟ
  3. Στο μεταξύ στάληκε στους Ενάγοντες απαντητική επιστολή του Υπουργείου Παιδείας και Πολιτισμού, ημερ. 4 Δεκεμβρίου 1995, στην οποία η θέση της διοίκησης διατυπώθηκε ως εξής: «...............................
  4. Το Ανώτατο Δικαστήριο με την Απόφασή του στην Υπόθεση 266/95, ημερ. 29.3.1995 ακύρωσε την επίδικη πράξη και κήρυξε τους Κανονισμούς για την αξιολόγηση ως αντισυνταγματικούς.
  5. Το Υπουργείο Παιδείας, σε συνεννόηση με την Εισαγγελία, προχώρησε αμέσως στην ετοιμασία νέου νομοσχεδίου με το οποίο επιχειρείται η θεραπεία των αδυναμιών της διαδικασίας που ακολουθήθηκε και η οποία κρίθηκε ως αντισυνταγματική από το Ανώτατο. Το νομοσχέδιο αυτό εγκρίθηκε από το Υπουργικό Συμβούλιο στη συνεδρία του της 22.11.1995 και στις 23.11.1995 το προωθήσαμε στη Βουλή των Αντιπροσώπων για ψήφιση. Μόλις ψηφιστεί το νομοσχέδιο σε νόμο θα προχωρήσει αμέσως η διαδικασία εκπαιδευτικής αξιολόγησης των ιδιωτικών σχολών. ...........................»
  6. Στις 5.4.1995 οι ενάγοντες ζήτησαν αναγνώριση του τίτλου σπουδών τους, κι επειδή κατά την άποψη τους υπήρξε καθυστέρηση στην υλοποίηση της υποχρέωσης του Υπουργικού Συμβουλίου για εξέταση του αιτήματος τους, οι ενάγοντες στις 9 Αυγούστου 1995, προσέβαλαν με νέα προσφυγή, την υπ΄ αρ. 725/95, την παράλειψη του Υπουργείου Παιδείας και Πολιτισμού να εφαρμόσει τα εκ του Νόμου προβλεπόμενα κατά το άρθρο 30 του Ν. 1/87 και ειδικά την σύσταση της Επιτροπής που θα βοηθούσε στην αξιολόγηση - πιστοποίηση.
  7. Ενώ εκκρεμούσε η προσφυγή δημοσιεύτηκε στις 3 Μαϊου 1996 ο νέος περί Σχολών Τριτοβάθμιας Εκπαίδευσης Νόμος του 1996 (Ν. 67(Ι)/96)ο οποίος κατάργησε τον προηγούμενο και προέβη σε διάφορες νέες ουσιαστικές ρυθμίσεις. Η καταχωρηθείσα όμως προσφυγή των αιτητών εκδικάστηκε γιατί σύμφωνα με τους εκεί αιτητές, παρέμεινε ζημιογόνο κατάλοιπο για το οποίο μπορούσαν να προχωρήσουν σε αγωγή βάσει του Άρθρου 146.6 του Συντάγματος σε περίπτωση και νέας ακύρωσης.
  8. Στις 9.5.1997, το Ανώτατο Δικαστήριο εξέδωσε ακυρωτική απόφαση στην προσφυγή αρ. 725/95 αφού έκρινε ότι: "... το Υπουργικό Συμβούλιο είχε εκ του νόμου (άρθρο 30
(2)του Νόμου 1/87) τη θετική υποχρέωση να διορίσει επιτροπή που θα προχωρούσε στην εκπαιδευτική αξιολόγηση-πιστοποίηση των κλάδων σπουδών. Η παράλειψη να προβεί στο διορισμό της επιτροπής, ύστερα από την ακυρωτική απόφαση στην προσφυγή αρ. 266/95, εξέτρεψε το Υπουργικό Συμβούλιο από το εκ του νόμου καθήκον του. Η παράλειψη του Υπουργικού Συμβουλίου να εκπληρώσει την εκ του νόμου υποχρέωσή του επηρέασε τους αιτητές δυσμενώς και συνεπώς οι αιτητές έχουν κάθε δικαίωμα να αξιώσουν σχετική δήλωση του Δικαστηρίου με βάση το Άρθρο 146.4(γ) του Συντάγματος. Έτσι θα πρέπει να εκδοθεί η αιτούμενη δήλωση του Δικαστηρίου με την οποία να καλείται το Υπουργικό Συμβούλιο να εκτελέσει παν το παραλειφθέν.» Αντίγραφο της απόφασης ημερ. 9.5.97 κατατίθεται ως ΤΕΚΜΗΡΙΟ
  1. Ο Εναγόμενος καταχώρησε εναντίον της πιο πάνω απόφασης την Αναθεωρητική Έφεση 2424 η οποία και απορρίφθηκε την 8.12.
  2. Η Ολομέλεια του Ανωτάτου Δικαστηρίου έκρινε ανάμεσα σε άλλα τα εξής: «Αυτοί, λοιπόν, οι τέσσερις Κανονισμοί δεν θα εφαρμόζονταν πια παρέμειναν όμως όλοι οι υπόλοιποι Κανονισμοί από το σύνολο των εκατόν τεσσάρων οι οποίοι, ανάμεσα σε άλλα εξέθεταν με λεπτομέρεια τα επί μέρους στοιχεία και τους παράγοντες που συνέθεταν τις παραμέτρους τις οποίες έθετε ο νόμος για την εκπαιδευτική αξιολόγηση-πιστοποίηση. Ο νόμος που, όπως υποδείξαμε, μπορούσε να λειτουργήσει και χωρίς Κανονισμούς, μπορούσε ακόμα ευχερέστερα να λειτουργήσει με τους ήδη εκδοθέντες, εξαιρουμένων των τεσσάρων εκείνων που, όπως έκρινε το Δικαστήριο αντιστρατεύονταν τις πρόνοιες του νόμου και επομένως δεν είχαν καμιά θέση στη λειτουργία του. Είναι όμως προφανές ότι ο νόμος δεν άρεσε στη διοίκηση. Και γι΄ αυτό δεν ήταν διατεθειμένη να τον εφαρμόσει» (τεκμ.4). Και στη συνέχεια αναφέρει η απόφαση: «Συμφωνούμε με των πρωτόδικη άποψη του συναδέλφου μας που δέχθηκε τη θέση των εφεσιβλήτων. Η ακυρωτική δικαστική απόφαση στη μια περίπτωση και η αναδρομική ανάκληση στην άλλη, επέβαλλαν στη διοίκηση των υποχρέωση να εξετάσει τα αντίστοιχα αιτήματα στη βάση του τότε ισχύοντος νομικού καθεστώτος. Η υποχρέωση προέκυπτε από αρχές τόσο θεμελιακές ώστε να καθίσταται αχρείαστη η συζήτηση. Το σκεπτικό της απόφασης της Ολομέλειας στη Δημοκρατία ν. P.A. College Ltd (ανωτέρω), ενταγμένο στα δικά του όρια, δεν απέβλεπε σε αμφισβήτησή τους. Αναφέραμε εκεί πως «το Υπουργικό Συμβούλιο δεν αρνήθηκε, μήτε και παρέλειψε να διορίσει την πιο πάνω Επιτροπή» και πως «εφόσον το Υπουργικό Συμβούλιο επέλεξε την έκδοση κανονισμών, σύμφωνα με το άρθρο 34
(1)του Νόμου, εδικαιολογείτο, μετά την κήρυξη των ως ultra vires, να επανέλθει με την έκδοση νέων». Προσθέσαμε μάλιστα πως παρόλον που δεν ενδιέφερε άμεσα την έφεση, «.. οι Κανονισμοί έχουν ήδη θεσπιστεί .......» Είναι προφανές πως τελούσαμε με την αντίληψη ότι η διοίκηση θα προέβαινε σε επανεξέταση κατόπιν της έκδοσης νέων κανονισμών βάσει του ίδιου νόμου και επομένως, διατηρουμένου πάντοτε του ίδιου νομικού καθεστώτος, θα έπρεπε να έχει κάποια λογικά περιθώρια να το πράξει ώστε να διευκολυνθεί διαδικαστικά κατά την επανεξέταση. Διαπιστώνουμε τώρα ότι η διοίκηση δεν ήταν έτσι που προσανατολίστηκε. Ήδη από τις αρχές Δεκεμβρίου 1995, μήνες πριν από την καταχώριση των προσφυγών από τις οποίες προέρχονται οι παρούσες εφέσεις - δύο μήνες στη μια και οκτώ στην άλλη - το κατέστησε σαφές πως θα προέβαινε σε επανεξέταση μόνο μετά τη μεταβολή του νομικού καθεστώτος με τη θέσπιση του νέου νόμου. Ως προς τη χρονική διάσταση της παράλειψης, είναι νομίζουμε αρκετό να πούμε ότι από τη στιγμή που αφαιρείται το στοιχείο των διεργασιών για έκδοση νέων κανονισμών - διαδικαστικής φύσης - στη βάση του υφιστάμενου νόμου, προκύπτει πως δεν συνέτρεχε λόγος για τη σημειωθείσα καθυστέρηση επανεξέτασης. Ούτε άλλωστε έγινε εισήγηση περί του αντιθέτου.» Αντίγραφο της απόφασης ημερ. 9.5.97 κατατίθεται ως ΤΕΚΜΗΡΙΟ
  1. Με επιστολή ημερομηνίας 6.11.2001 προς τον Γενικό Εισαγγελέα οι Ενάγοντες κάλεσαν τον Εναγόμενο όπως αποκαταστήσει την βλάβη των Εναγόντων.
  2. Ουδεμία αποζημίωση προσφέρθηκε από τον εναγόμενο γι΄ αυτό και στις 23.5.02 οι Ενάγοντες απέσυραν άνευ βλάβης την υπ΄ αρ. 7573/95 αγωγή τους και καταχώρησαν την παρούσα αγωγή με την οποία αξιώνουν πρόσθετα αποζημιώσεις αναφορικά πλέον με το σύνολο της βλάβης που υπέστησαν λόγω των δύο ακυρωτικών πράξεων.
  3. Μετά την ακυρωτική απόφαση στην πιο πάνω Αναθεωρητική Έφεση, η διοίκηση προέβη σε επανεξέταση του όλου θέματος και έλαβε αρνητική απόφαση σε σχέση με τα αιτήματα των εναγόντων, την οποία τους κοινοποίησε με επιστολή ημερομηνίας 7.7.
  4. Εναντίον της απορριπτικής απόφασης, οι ενάγοντες καταχώρισαν την προσφυγή αρ. 859/03, η οποία απερρίφθη με απόφαση του Δικαστηρίου ημερομηνίας 13.10.
  5. Το Δικαστήριο αποφάσισε ότι οι καθ΄ ων η αίτηση συμμορφώθηκαν με το ακυρωτικό δεδικασμένο της προσφυγής αρ. 725/05 και ότι είχαν παράλληλα επιληφθεί και της ουσίας του αιτήματος για εκπαιδευτική αξιολόγηση των κλάδων σπουδών των αιτητών.
  6. Εναντίον της πιο πάνω απόφασης, οι ενάγοντες καταχώρισαν την Α.Ε. 136/05, η οποία απερρίφθη με απόφαση του Δικαστηρίου ημερομηνίας 10.3.
  7. Στην απόφαση του το Εφετείο, μεταξύ άλλων, έκρινε ότι οι καθ΄ ων η αίτηση είχαν συμμορφωθεί με το ακυρωτικό αποτέλεσμα της απόφασης στην 725/05 Αντίγραφο της απόφασης επισυνάπτεται ως ΤΕΚΜΗΡΙΟ 7.» ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ Τόσο από το Γενικώς Οπισθογραφημένο Κλητήριο Ένταλμα όσο και από την Έκθεση Απαίτησης, φαίνεται ότι οι Ενάγοντες επιζητούν αποζημιώσεις (ειδικές, γενικές και άλλες) για ζημίες τις οποίες υπέστησαν λόγω των ακυρωτικών Αποφάσεων στις Προσφυγές 266/95, 725/95 και στην ΑΕ
  8. Αποτελεί όμως θέση του Εναγομένου ότι, μετά την ακυρωτική Απόφαση στην Α.Ε. 2454, έγινε επανεξέταση του όλου θέματος και με την Α.Ε. 136/05 και την Απόφαση ημερ. 10.3.10, η Διοικητική Απόφαση επί της επανεξέτασης επικυρώθηκε. Από την άλλη, η πλευρά των Εναγόντων ισχυρίζεται ότι η ακυρωθείσα με την Προσφυγή Διοικητική Πράξη, επέφερε για όσο χρόνο ίσχυσε μεγάλη βλάβη στους Ενάγοντες και ζημιά εξαιρετικά σοβαρή που ανάγεται στο διαρρεύσαντα χρόνο, αλλά και στα συνεπακόλουθα της ακυρωθείσας πράξης. Οι Ενάγοντες αξιώνουν αποζημιώσεις λόγω των ακυρωτικών Αποφάσεων που είχαν και στο χρόνο που παρήλθε. Στην επιχειρηματολογία τους αμφότερες οι πλευρές αναφέρθηκαν στην υπόθεση Rosary Gardens Ltd v. Κυπριακής Δημοκρατίας μέσω του Γενικού Εισαγγελέα
(2006)1(Α) Α.Α.Δ. 230. Στην υπόθεση αυτή είχε εγερθεί το ίδιο θέμα, κατά πόσο δηλαδή, η Αγωγή ήταν πρόωρη. Φορολογία Φ.Π.Α. η οποία είχε επιβληθεί στους Εφεσείοντες και πληρωθεί από αυτούς, είχε ακυρωθεί από το Ανώτατο Δικαστήριο κατόπιν Αναθεωρητικής Έφεσης. Το θέμα επανεξετάστηκε και επιβλήθηκε νέα Βεβαίωση Φόρου για την οποία καταχωρήθηκε νέα Προσφυγή. Στο μεταξύ όμως ο Έφορος κατακράτησε το πληρωθέν ποσό και το χρησιμοποίησε για συμψηφισμό του με το ποσό της δεύτερης Βεβαίωσης. Το Ανώτατο Δικαστήριο απέρριψε αίτημα ότι η Αγωγή ήταν πρόωρη ανατρέποντας την Απόφαση του Επαρχιακού Δικαστηρίου. Με την Αγωγή όμως οι Εφεσείοντες βασίζονταν ουσιαστικά στην κατακράτηση του ποσού της πρώτης φορολογίας, παρά στην ακυρωτική Απόφαση του Δικαστηρίου. Το εύρημα αυτό οδηγεί και την πλευρά του Γενικού Εισαγγελέα να διαχωρίσει τα γεγονότα της παρούσας από αυτά της Rosary. Από την πλευρά τους οι Ενάγοντες ισχυρίζονται ότι με το αποτέλεσμα της Α.Ε. 2454 υπάρχει τελεσιδικία και ικανοποιούνται οι προϋποθέσεις για έγερση απαίτησης. Σχετικό είναι το απόσπασμα της Απόφασης στη Rosary, σελ. 235 (Φωτίου, Δ), όπου αναφέρονται τα ακόλουθα: «Κρίνουμε ότι εσφαλμένα το πρωτόδικο δικαστήριο συνέδεσε το ακυρωτικό αποτέλεσμα της πρώτης επιβολής φορολογίας με την πιθανότητα να απορριφθεί η νέα προσφυγή 305/02 και να επικυρωθεί η δεύτερη φορολογία. Από τα παραδεκτά γεγονότα της υπόθεσης φαίνεται ότι ο Έφορος μετά την ακυρωτική απόφαση στην Α.Ε. 2918 ανακάλεσε την πρώτη επιβολή φορολογίας και προχώρησε σε νέα φορολογία που είναι αντικείμενο της νέας προσφυγής που ακόμα εκκρεμεί. Με δεδομένο ότι η πρώτη φορολογία ακυρώθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο αυτό που παραμένει να εξεταστεί είναιη πιθανότητα να υπέστησαν ζημιά οι εφεσείοντες λόγω της ακυρωτικής απόφασης και η έκταση της θα αποφασιστεί από το Επαρχιακό Δικαστήριο.» Το θέμα του κατά πόσο η Αγωγή είναι πρόωρη έχει εγερθεί από πλευράς Εναγομένου. Κατά συνέπεια, είναι ο Εναγόμενος που φέρει και το ανάλογο βάρος αποδείξεως. Θεωρώ ότι ο τρόπος διατύπωσης των αρχών στην Rosary
(2006)αφήνει όλα τα ενδεχόμενα πιθανά, γι΄ αυτό ο Εναγόμενος δεν έχει αποσείσει το απαιτούμενο επίπεδο απόδειξης. Ως εκ τούτου, το αίτημα του θα πρέπει να απορριφθεί. Τα Έξοδα της διαδικασίας επιδικάζονται υπέρ των Εναγόντων. [Υπ.] Χ. Ι. Πογιατζής, Π.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΣΓ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.