Τράπεζα Πειραιώς (Κύπρου) Λίμιτεδ ν. Recnex Trading Limited κ.α., Αρ. Αγωγής: 174/2010, 7 Φεβρουαρίου, 2011 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2011:A48 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Α. Ρ. Λιάτσου, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 174/2010 Μεταξύ: Τράπεζα Πειραιώς (Κύπρου) Λίμιτεδ Εναγόντων και
- Recnex Trading Limited
- Ιωάννη Μιχαηλίδη Εναγομένων ------------------ Αίτηση ημερ. 27.10.2010 για Έκδοση Προσωρινού Διατάγματος 7 Φεβρουαρίου,
- Για τους Αιτητές-ενάγοντες: κ. Ν. Κυπραίος για Λ. Παπαφιλίππου & Σία Για τον Καθ΄ ου η Αίτηση-εναγόμενο 2: κ. Α. Μυλωνάς ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Η αξίωση των εναγόντων, όπως αυτή αποτυπώνεται στο ειδικά οπισθογραφημένο κλητήριο, είναι για ποσό €2.186.926,84 πλέον τόκους. Αιτούνται επίσης την έκδοση διαταγμάτων εναντίον της εναγόμενης 1 για πώληση ενυπόθηκων ακινήτων. Εδράζεται σε επικαλούμενη συμφωνία παροχής δανείου προς την εναγόμενη 1 ύψους €2.115.000 και, ταυτόχρονη, συμφωνία κάλυψης και εγγύησης με την οποία ο εναγόμενος 2 εγγυήθηκε την πληρωμή του πιο πάνω ποσού. Το δάνειο, πάντα σύμφωνα με τη δικογραφημένη θέση των εναγόντων, εκταμιεύθηκε την 22.10.2008 και θα έπρεπε, κατ΄ ακολουθία των όρων παροχής του, να εξοφληθεί πλήρως μέχρι την 27.10.
- Η καθυστέρηση και παράλειψη αποπληρωμής οδήγησε, στις 4.1.2010, στην αποστολή από τους ενάγοντες επιστολής τερματισμού με την οποία απαιτούσαν και την άμεση εξόφληση. Με την καταχώρηση της αγωγής καταχωρήθηκε εκ μέρους των εναγόντων-Αιτητών μονομερής Αίτηση. Αξίωναν, μονομερώς, και πέτυχαν την ίδια μέρα, την έκδοση ενδιάμεσου προσωρινού διατάγματος εναντίον του εναγόμενου 2, το οποίο του απαγόρευε να αποξενώσει και/ή επιβαρύνει το μερίδιο που έχει σε ακίνητο υπ΄ αριθμό εγγραφής 0/
- Ο Καθ΄ ου η Αίτηση καταχώρησε ένσταση, όπου, μεταξύ άλλων, προέβαλλε ισχυρισμούς περί παραβίασης του καθήκοντος των Αιτητών προς πλήρη και δίκαιη αποκάλυψη των γεγονότων. Ήταν βασική παράμετρος των θέσεών του ότι ο ίδιος ουδέποτε υπέγραψε ως εγγυητής στο επίδικο δάνειο και συνεπώς οι ανάλογοι ισχυρισμοί της ενόρκως δηλούσας για τους Αιτητές είναι παραπλανητικοί και ψευδείς. Επεξηγώντας περαιτέρω, έθετε ότι τα σχετικά έγγραφα εγγύησης είχαν υπογραφεί από το διευθυντή της εναγόμενης 1, κάποιο Γιαννάκη Αριστοδήμου, υπό την ιδιότητά του ως πληρεξουσίου αντιπροσώπου του ιδίου, δυνάμει πληρεξουσίου εγγράφου ημερ. 8.5.
- Πρόσθετε ότι το πληρεξούσιο έγγραφο που χορήγησε στο πιο πάνω πρόσωπο δεν παρείχε την εξουσία υπογραφής της συγκεκριμένης εγγύησης, η δε παράλειψη των Αιτητών να το παρουσιάσουν συνιστούσε απόκρυψη ουσιαστικού για την υπόθεση γεγονότος. Το Δικαστήριο, σημειώνοντας ότι το ουσιαστικό πλέγμα γεγονότων της παρούσας υπόθεσης περιστρέφεται γύρω από την ύπαρξη συμφωνίας δανειοδότησης, και ιδιαίτερα, για τους σκοπούς της εξεταζόμενης τότε Αίτησης, γύρω από συμφωνία κάλυψης και εγγύησης, κατέληξε ότι η απόκρυψη αφορούσε στοιχείο ουσιώδους μορφής. Η μη παράθεση δε του πληρεξουσίου στέρησε από το Δικαστήριο την ευχέρεια να εξετάσει όχι μόνο το εύρος των εξουσιών που το έγγραφο αυτό παρείχε, αλλά και την αντίκρισή του υπό το πρίσμα της εγκυρότητας και εκτέλεσής του. Συνακόλουθα, το προσωρινό διάταγμα ακυρώθηκε. Δύο μέρες μετά την έκδοση της προαναφερθείσας ενδιάμεσης απόφασης του Δικαστηρίου, οι ενάγοντες καταχώρησαν αίτηση διά κλήσεως, την υπό κρίση Αίτηση, αξιώνοντας και πάλι την έκδοση ενδιάμεσου προσωρινού διατάγματος που να απαγορεύει ή να εμποδίζει την αποξένωση και/ή επιβάρυνση του κτήματος του εναγόμενου 2, το οποίο συνιστούσε το αντικείμενο της προηγούμενης αίτησης. Την υποστηρικτική ένορκο δήλωση ορκίζεται η ίδια η υπάλληλος των εναγόντων, η οποία έθεσε το πραγματικό υπόβαθρο για στήριξη της πρώτης Αίτησης. Αφού κάνει εκτεταμένη αναφορά στη βάση αξίωσης, θέτει ότι η αξία δύο ενυπόθηκων κτημάτων, τα οποία πρόσφερε η εναγόμενη 1 προς εξασφάλιση των υποχρεώσεών της, δεν καλύπτουν τους ενάγοντες σε περίπτωση επιτυχίας τους στην αγωγή. Προσθέτει ακόμη ότι ο εναγόμενος 2 δεν είναι εύρωστος οικονομικά, ούτως ώστε να εξασφαλιστεί η ικανοποίηση τυχόν εναντίον του δικαστικής απόφασης και ότι ο κίνδυνος αποξένωσης της περιουσίας του είναι υπαρκτός, αφού ήδη δόθηκαν οδηγίες σε συγκεκριμένο κτηματομεσίτη, τον οποίο και κατονομάζει, να εξεύρει αγοραστή του ακινήτου που αφορά η υπό κρίση Αίτηση. Προβαίνει επίσης η ενόρκως δηλούσα - στην προσπάθειά της να καλύψει την απόκρυψη που εντοπίστηκε στην προηγούμενη διαδικασία - σε εκτεταμένη αποκάλυψη των γεγονότων που καλύπτουν την υπογραφή της εγγύησης εκ μέρους του εναγόμενου 2 από πληρεξούσιο αντιπρόσωπό του και επισυνάπτει ως τεκμήριο το σχετικό πληρεξούσιο έγγραφο. Η ένσταση του Καθ΄ ου η Αίτηση, η νομική βάση της οποίας, πέραν της προσθήκης του περί Προστασίας Ορισμένης Κατηγορίας Εγγυητών Νόμου του 2003, Ν.197(Ι)/2003, συγκλίνει με αυτή της αντίδικης πλευράς, είναι πολυεπίπεδη. Γίνεται επίκληση δεδικασμένου λόγω της προηγούμενης ενδιάμεσης απόφασης του Δικαστηρίου με την οποία ακυρώθηκε το μονομερώς εκδοθέν διάταγμα και μη δικογράφησης ισχυρισμών που καταγράφονται στην ένορκο δήλωση που συνοδεύει την Αίτηση. Τίθεται επίσης θέση περί διάστασης μεταξύ των αναφερομένων στην ένορκο αυτή δήλωση σχετικά με την υπογραφή της εγγύησης από πληρεξούσιο αντιπρόσωπο με τα όσα καταγράφονται στην έκθεση απαίτησης. Τίθεται ακόμη ζήτημα ακυρότητας της εγγύησης, με βάση το άρθρο 4 του Ν.197(Ι)/2003, και μη παροχής από το επίδικο πληρεξούσιο νόμιμης εξουσιοδότησης για προσωπική εγγύηση προς την εναγόμενη 1 από τον εναγόμενο
- Τέλος, αποτυπώνεται η θέση περί μη κάλυψης των προϋποθέσεων για έκδοση προσωρινού διατάγματος. Την υποστηρικτική ένορκο δήλωση ορκίζεται ο Καθ΄ ου η Αίτηση, ο οποίος, πέραν των νομικών ισχυρισμών, θέτει ότι ουδέποτε έδωσε εξουσιοδότηση για παροχή προσωπικών του εγγυήσεων προς όφελος εταιρειών οι οποίες δεν ήταν εγγεγραμμένες κατά το χρόνο υπογραφής του πληρεξουσίου εγγράφου. Καταγράφει επίσης πως καμία πρόθεση έχει να αποξενώσει την περιουσία του, με σκοπό να αποφύγει τις υποχρεώσεις του, και ότι είναι κάτοχος σημαντικής αξίας ακίνητης περιουσίας, ικανής να καλύψει οποιαδήποτε εναντίον του απόφαση. Στις εκτεταμένες αγορεύσεις τους οι ευπαίδευτοι συνήγοροι κάλυψαν σφαιρικά τόσο το νομικό πλαίσιο που αφορά την υπό κρίση Αίτηση, όσο και τους προβαλλόμενους στην ένσταση λόγους. Χάριν οικονομίας του λόγου και μόνο, θεωρώ αχρείαστη την επανάληψη των όσων με πολύ ικανότητα παρέθεσαν. Λεπτομερής προβολή των εκατέρωθεν θέσεων, και στην έκταση που αυτό καθίσταται αναγκαίο, θα λάβει χώρα στα ανάλογα στάδια της ενδιάμεσης απόφασης. Ως θέμα λογικής προτεραιότητας θα πρέπει να εξεταστεί η θέση του ευπαίδευτου συνήγορου για τον Καθ΄ ου η Αίτηση ότι το Δικαστήριο κωλύεται να ακούσει την παρούσα Αίτηση καθότι έχει δημιουργηθεί δεδικασμένο σε σχέση με την έκδοση προσωρινού διατάγματος στη βάση των ιδίων νομικών και πραγματικών λόγων. Όπως έχει ήδη λεχθεί, έρεισμα γι΄ αυτή την τοποθέτηση συνιστά το γεγονός ότι το Δικαστήριο, εντοπίζοντας παράλειψη αποκάλυψης ουσιαστικής μορφής, απέρριψε προηγούμενη παρόμοια αίτηση. Το ερώτημα που προκύπτει είναι κατά πόσο δικαστήριο το οποίο ακυρώνει προσωρινό διάταγμα που εκδόθηκε μονομερώς, λόγω παράλειψης αποκάλυψης ουσιωδών γεγονότων, νομιμοποιείται στην έκδοση νέου διατάγματος. Απάντηση δίδεται στην υπόθεση AK International UK Limited v. Του Πλοίου «ΝΑΙΜΕ S» Σημαίας Comoros Islands (Αρ.2),
(2004)1 ΑΑΔ
- Ήταν η κατάληξη του Δικαστηρίου, στη σελ. 1471, μετά από εκτενή ανάλυση της επί του θέματος νομολογίας, ότι: «Ό,τι συνεπάγεται από τις πιο πάνω αποφάσεις, αποσπάσματα των οποίων παρέθεσα, είναι ότι, εκεί που το Δικαστήριο καταλήγει να ακυρώσει ένα προσωρινό διάταγμα που εκδόθηκε μονομερώς, λόγω παράλειψης αποκάλυψης ουσιωδών γεγονότων, δε στερείται εξουσίας να το συνεχίσει, ή ακόμη και να εκδώσει δεύτερο, όταν τα γεγονότα, συμπεριλαμβανομένων και εκείνων που δεν είχαν αποκαλυφθεί, τεθούν ενώπιον του και νοουμένου ότι καταλήγει για το αθώο της μη αποκάλυψης και την ύπαρξη δυνατότητας έκδοσής του, εάν αποκαλύπτονταν τα σχετικά γεγονότα.» Συνεπώς, προηγούμενη ακύρωση ενδιάμεσου διατάγματος, λόγω μη αποκάλυψης ουσιωδών γεγονότων, δεν αποτελεί αξεπέραστο εμπόδιο για την έκδοση νέου. Στην προκείμενη περίπτωση, η Αίτηση εκ μέρους των Αιτητών, υπεβλήθη, ως ήταν ορθό, διά κλήσεως και ενώπιον του Δικαστηρίου τέθηκε το σύνολο των γεγονότων, συμπεριλαμβανομένων και όσων δεν είχαν αποκαλυφθεί. Απασχόλησε το Δικαστήριο το ζήτημα του αθώου της μη αποκάλυψης. Οι Αιτητές, μέσα από την ένορκο δήλωση, η οποία υποστηρίζει την Αίτησή τους, παραθέτουν τους λόγους για τους οποίους παρέλειψαν να θέσουν ενώπιον του Δικαστηρίου το σύνολο των ουσιαστικών γεγονότων κατά την εξέταση, μονομερώς, της πρώτης αίτησής τους. Είναι η βασική τους γραμμή ότι η μη αποκάλυψη ήταν αποτέλεσμα της εντύπωσης που είχαν ότι δεν συνιστούσε ουσιαστικό γεγονός η υπογραφή του εγγράφου κάλυψης και εγγύησης από πληρεξούσιο αντιπρόσωπο του εναγόμενου 2, αφού ο εν λόγω εναγόμενος ουδέποτε αμφισβήτησε μέχρι την καταχώρηση της αγωγής την εγγύηση και κάλυψη που είχε υπογραφεί εκ μέρους του. Ούτε και ήγειρε ποτέ θέμα στη βάση ότι η υπογραφή αυτή δεν τον δεσμεύει ή ότι ο πληρεξούσιος αντιπρόσωπός του ενήργησε εκτός των πλαισίων της εξουσιοδότησης που του έδωσε. Η πλευρά του Καθ΄ ου η Αίτηση, μέσα από τη δική της ένορκο δήλωση, δεν αμφισβήτησε τις πιο πάνω εξηγήσεις, ούτε προέβαλε ισχυρισμό περί ηθελημένης ή ένοχης παράλειψης. Εν τέλει όμως, η κατάληξη του Δικαστηρίου επί του θέματος, δεν συναρτάται από την αμφισβήτηση ή μη των εξηγήσεων από την πλευρά του Καθ΄ ου η Αίτηση. Είναι ζήτημα εξέτασής τους από το Δικαστήριο υπό το πρίσμα της υφής της απόκρυψης και των δεδομένων της υπόθεσης. Με αυτά ως οδηγό, και έχοντας κατά νου την αδιαμφισβήτητη ύπαρξη πληρεξουσίου, το οποίο έδιδε, μεταξύ άλλων, και δικαίωμα υπογραφής εκ μέρους του εναγομένου 2, συμφωνιών εγγύησης, καθώς επίσης και τη μη αμφισβήτηση από τον εναγόμενο 2 σε οποιοδήποτε προηγούμενο στάδιο των υποχρεώσεων που απορρέουν από την επίδικη υπογραφή της συμφωνίας κάλυψης και εγγύησης, είναι κατάληξη του Δικαστηρίου ότι τεκμηριώνεται πως η μη αποκάλυψη του πληρεξουσίου εγγράφου στην αρχική αίτηση ήταν αθώα. Παρέχεται έτσι η δυνατότητα στο Δικαστήριο να εξετάσει και εκδώσει δεύτερο διάταγμα, παρόμοιο με το πρώτο. Η πιο πάνω κατάληξη οδηγεί στην εξέταση της ουσίας της Αίτησης. Τελεί υπό αμφισβήτηση κατά πόσο συντρέχουν οι προϋποθέσεις έκδοσης διαταγμάτων, όπως αυτές εμπεριέχονται στο ουσιαστικό δίκαιο του άρθρου 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου, Ν.14/
- Το άρθρο 32 προσδιορίζει το γενικό πλαίσιο της δικαιοδοσίας των Δικαστηρίων στην έκδοση παρεμπιπτόντων διαταγμάτων. Συνεπώς η έκδοση οποιουδήποτε προσωρινού διατάγματος θα πρέπει να διέπεται από τις πρόνοιες του άρθρου αυτού. Το δε Δικαστήριο, κατά την εξέταση αίτησης για έκδοση προσωρινού διατάγματος, επιβάλλεται να ικανοποιηθεί για τη συνύπαρξη και των τριών προϋποθέσεων που θέτει το άρθρο 32, χωρίς οποιαδήποτε εξαίρεση (Αντωνία Παναγίδου κ.ά. v. Μαρία Παναγίδου κ.ά.
(2001)1 ΑΑΔ 396, 402-3). Τα κριτήρια του άρθρου 32 του Νόμου 14/60, των οποίων η σωρευτική ικανοποίηση θα πρέπει να καλυφθεί προτού εξεταστεί και το ισοζύγιο της ευχέρειας, με τη συνεκτίμηση όλων των σχετικών παραγόντων, έχουν διατυπωθεί σε σειρά αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου, με προεξέχουσα την κλασσική επί του θέματος Α. Οδυσσέως v. Α. Pieris Estates Ltd κ.ά.
(1982)1 ΑΑΔ
- Η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος για εκδίκαση ικανοποιείται με την αποκάλυψη μιας συζητήσιμης υπόθεσης. Ο δε εντοπισμός πιθανότητας επιτυχίας στην αγωγή, περιστρέφεται γύρω από την αποδεικτική δύναμη της υπόθεσης και σχετίζεται με την ένδειξη ή παρουσίαση ορατής πιθανότητας επιτυχίας. Στο στάδιο της έκδοσης διατάγματος είναι αρκετό να καταδειχθεί κάτι πέραν της απλής πιθανολόγησης, αλλά λιγότερο από το ισοζύγιο πιθανοτήτων, προκειμένου να ικανοποιηθεί το κριτήριο της πιθανότητας επιτυχίας στην αγωγή. Το τρίτο κριτήριο του άρθρου 32 είναι η κατάδειξη δυσκολίας ή αδυναμίας να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο, χωρίς την έκδοση του διατάγματος. Σε σχέση με τη συνδρομή των δύο πρώτων προϋποθέσεων του άρθρου 32, ο ευπαίδευτος συνήγορος του Καθ΄ ου η Αίτηση ενέπλεξε τις προσεγγίσεις του με μία σειρά από θέσεις, όπως η έκταση του πληρεξουσίου με βάση το οποίο δεσμεύτηκε ο εναγόμενος 2, η κάλυψη που το δικόγραφο, η έκθεση απαίτησης, προσφέρει και η ακυρότητα της εγγύησης, κατ΄ ακολουθία του Νόμου 197(Ι)/
- Η ύπαρξη δανείου, η υπογραφή της συμφωνίας εγγύησης και κάλυψης με τη χρήση πληρεξουσίου και η άρνηση του Καθ΄ ου η Αίτηση, για τους λόγους που προβάλλει, να ανταποκριθεί στην εξόφληση των οφειλομένων, δεν τελούν υπό αμφισβήτηση. Οι προαναφερθείσες θέσεις του Καθ΄ ου η Αίτηση συνιστούν μέρος της υπεράσπισής του. Αντικριζόμενες δε υπό το πρίσμα των γεγονότων που τις καλύπτουν και των εκατέρωθεν θέσεων, όπως αυτές προβάλλουν μέσα από τις ένορκες δηλώσεις των δύο πλευρών, επιβεβαιώνουν ακόμη πιο έντονα την ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση. Η πιθανότητα επιτυχίας στην αγωγή, στα όρια που το άρθρο 32 προϋποθέτει, έχει επίσης καταδειχθεί με βάση το ενώπιον του Δικαστηρίου τεθέν υλικό. Η μεταξύ των μερών συμφωνία δανείου συνιστά κοινό έδαφος. Η συμφωνία αυτή και η συμφωνία κάλυψης και εγγύησης έχουν κατατεθεί. Ο εναγόμενος 2 φέρεται να υπέγραψε ως εγγυητής, μέσω πληρεξουσίου αντιπροσώπου του, ο οποίος παρουσίασε για το σκοπό αυτό γενικό πληρεξούσιο έγγραφο, που επίσης τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου. Ο όρος 25 του πληρεξουσίου αυτού, προβλέπει για παροχή εγγύησης εκ μέρους του αντιπροσωπευομένου για οποιαδήποτε δάνεια «οποιουδήποτε νομικού προσώπου στο οποίο είμαι μέτοχος ή διοικητικός σύμβουλος». Δεν αμφισβητείται επίσης ο τερματισμός της επίδικης συμφωνίας δανείου και η ύπαρξη οφειλόμενου ποσού. Τα πιο πάνω δεδομένα είναι αρκετά για να καλύψουν τις δύο πρώτες προϋποθέσεις του άρθρου
- Οι προσεγγίσεις του ευπαίδευτου συνήγορου για τον Καθ΄ ου η Αίτηση, οι οποίες τέθηκαν προκειμένου να αμφισβητήσει την ύπαρξη των εξεταζόμενων προϋποθέσεων, εκφεύγουν των πλαισίων που καλύπτουν τα όρια της υπό κρίση Αίτησης. Θέτουν σοβαρά και πολύπλοκα θέματα, νόμου και γεγονότων, που άπτονται της ουσίας της μεταξύ των μερών διαφοράς. Καταγράφω, συνοπτικά, προς επίρρωση της θέσης αυτής του Δικαστηρίου, ότι η αναφορά στην έκθεση απαίτησης περί υπογραφής του εναγόμενου 2, ως εγγυητή, χωρίς να παραπέμπει στην υπογραφή μέσω πληρεξουσίου εγγράφου, συνιστά επαρκή ισχυρισμό, με βάση τους κανόνες δικογράφησης, και θέτει το ουσιαστικό γεγονός της υπογραφής εγγυητηρίου εγγράφου εκ μέρους του εναγόμενου 2-εγγυητή. Η ουσία του ζητήματος δεν μεταβάλλεται από το ότι η εγγύηση δόθηκε με τη χρήση πληρεξουσίου εγγράφου. Περαιτέρω, η έκταση της πληρεξουσιότητας και η ερμηνεία των όρων του πληρεξουσίου εγγράφου, είναι ζητήματα που θα απασχολήσουν και θα κριθούν στα πλαίσια της κυρίως διαδικασίας και όχι στο πρόωρο στάδιο της ενδιάμεσης αυτής διαδικασίας. Ταυτόσημα, η προβληθείσα ακυρότητα της σύμβασης εγγύησης, με βάση το άρθρο 4 του Ν.197(Ι)/2003, επίσης δεν είναι ένα απλό και ξεκάθαρο νομικό ζήτημα, το οποίο θα μπορούσε και θα έπρεπε να απασχολήσει το Δικαστήριο στο παρόν στάδιο. Καθότι, προκύπτουν επίσης πολύπλοκα νομικά ερωτήματα προς απάντηση, όπως η έκταση εφαρμογής του συγκεκριμένου νόμου, σε συνάρτηση με την εξέταση ταυτόχρονης εφαρμογής του περί Συμβάσεων Νόμου ή κατάργησης των προνοιών του μέρους ΧΙΙΙ του Κεφ. 149, που προβλέπει για το διορισμό και την πληρεξουσιότητα αντιπροσώπων και τις συνέπειες που απορρέουν σε σχέση με συμβάσεις με τρίτα πρόσωπα. Το όλο ζήτημα της ακυρότητας και μη εκτελεστότητας, με βάση το προαναφερθέν άρθρο 4 του Ν. 197(Ι)/2003, γίνεται ακόμη πιο πολύπλοκο, δεδομένης της μεταξύ του εναγόμενου 2 και εναγόντων συμφωνίας η οποία δεν είναι μόνο συμφωνία εγγύησης, αλλά και κάλυψης, όπως σειρά όρων της διαλαμβάνει. Τέλος, το σημαντικό ποσό της μεταξύ των μερών διαφοράς και η έλλειψη οποιουδήποτε στοιχείου ως προς τις πραγματικές οικονομικές δυνατότητες του εναγόμενου 2, σε συνάρτηση με τη μαρτυρία που δίδεται από τους Αιτητές ως προς τα οικονομικά του δεδομένα επιμαρτυρούν αφ εαυτών τη δυσκολία ή αδυναμία απονομής πλήρους δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο στάδιο, στην απουσία έκδοσης του αιτούμενου διατάγματος και οριοθετούν το εύρος εφαρμογής και του τρίτου κριτηρίου του άρθρου
- Προσθέτω μόνο ότι στους τεκμηριωμένους ισχυρισμούς των Αιτητών, οι οποίοι με σχετικές εκθέσεις εκτιμητών παρέχουν στοιχεία για την αξία της ακίνητης ιδιοκτησίας, η οποία προσφέρθηκε για εξασφάλιση του δανείου, και, με συγκεκριμένη μαρτυρία, δίνουν λεπτομέρειες γύρω από τον κίνδυνο αποξένωσης του ακίνητου που αφορά η παρούσα Αίτηση, η πλευρά του Καθ΄ ου η Αίτηση παραθέτει αόριστες και αστήρικτες τοποθετήσεις. Εν πάση περιπτώσει, όσον αφορά το ζήτημα προσαγωγής μαρτυρίας για κατάδειξη ότι υπάρχει πράγματι πρόθεση αποξένωσης ή επιβάρυνσης περιουσιακών στοιχείων, ό,τι έχει σημασία για σκοπούς έκδοσης διατάγματος, δεν είναι η ανάγκη τεκμηρίωσης τέτοιας πρόθεσης, αλλά η συνεκτίμηση της πιθανής επίδρασης που θα έχει η αποξένωση ή η επιβάρυνση των οποιωνδήποτε περιουσιακών στοιχείων στην ικανοποίηση της απόφασης που ενδεχομένως θα εκδοθεί. Ο κίνδυνος, σε τελική ανάλυση, να μην ικανοποιηθεί μια τέτοια απόφαση αν μεταβιβαστεί ή επιβαρυνθεί η περιουσία (C. Phasarias (Automotive Centre) Ltd v. Σκυροποιία «Λεωνίκ» Λτδ
(2001)1 ΑΑΔ 785, 789-90). Έχοντας ικανοποιηθεί ότι η αιτήτρια απέδειξε την συνύπαρξη και των τριών προϋποθέσεων έκδοσης προσωρινού διατάγματος, καταλήγω με την εξέταση του ισοζυγίου της ευχέρειας. Παρεμβάλλω ότι η ίδια φράση "balance of convenience" αφήνει ανοικτό το πεδίο κρίσης ως προς την ορθότητά της. Είναι μια πρακτική συντομογραφία, αλλά, όπως εντοπίσθηκε από τον May L.J. στην υπόθεση Cayne v. Global Natural Resources plc
(1984)1 All E.R. 225 at 237h: "Τhe balance that one is seeking to make is more fundamental, more weighty, than mere 'convenience'. I think it is quite clear . that, although the phrase may well be substantially less elegant, the 'balance of the risk of doing an injustice' better describes the process involved" Ο όρος "balance of convenience" χαρακτηρίστηκε από τον Sir John Donaldson MR στην υπόθεση Francome v. Mirror Group Newspapers Ltd [1984] 1 WLR 892, ως ατυχής έκφραση. Tέθηκε δε ως πιο αρμόζουσα η φράση "balance of justice" δεδομένου ότι το Δικαστήριο ασχολείται με την δικαιοσύνη και όχι με την ευχέρεια των διαδίκων. Το ισοζύγιο λοιπόν δικαιοσύνης υποδηλώνει το ενδιαφέρον του Δικαστηρίου να ισοζυγίσει τον κίνδυνο αδικίας η οποία θα προκύψει αν διαφανεί ότι η απόφασή του που εκδόθηκε στο ενδιάμεσο στάδιο ήταν εσφαλμένη, υπό την έννοια ότι έχει χορηγήσει διάταγμα σε διάδικο ο οποίος αποτυγχάνει να αποδείξει τα δικαιώματα του κατά τη δίκη ή, διαζευκτικά, με το να παραλείψει να χορηγήσει διάταγμα σε διάδικο που επιτυγχάνει. Συνεπώς, αποτελεί θεμελιώδη αρχή ότι το Δικαστήριο πρέπει να υιοθετήσει εκείνη την πορεία η οποία φαίνεται να ενέχει τους λιγότερους κινδύνους αδικίας, εάν ήθελε φανεί ότι η απόφαση του ήταν «λανθασμένη» [Bacardi & Co Ltd v. Vinco Ltd [1996] 1(B) AAΔ.788, 795]. Ένας από τους παράγοντες που επηρεάζουν το ζήτημα του ισοζυγίου αυτού είναι η διατήρηση του status quo ή, ορθότερα, όπως είναι ο πλήρης όρος του, status quo ante bellum. Της κατάστασης δηλαδή πραγμάτων η οποία υφίστατο αμέσως πριν από την πράξη που αποτελεί την αιτία πολέμου (casus belli). Με καθοδήγηση τις αρχές αυτές, εν όψει των όσων έχουν ήδη αναλυθεί, ισοζυγίζοντας όλο το φάσμα των ενώπιον του Δικαστηρίου δεδομένων, συμπεριλαμβανομένων της ίδιας της φύσης και περιεχομένου του αιτούμενου διατάγματος και της αποδοχής ότι οι Αιτητές ικανοποίησαν τα σχετικά κριτήρια της νομολογίας και του Νόμου, είναι κατάληξη του Δικαστηρίου ότι το ισοζύγιο κλίνει σαφώς υπέρ των Αιτητών. Υπό το φως όλων των πιο πάνω, η Αίτηση επιτυγχάνει. Εκδίδεται διάταγμα ως η παράγραφος (α) με έξοδα υπέρ των Αιτητών, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. [Υπ.] ........... Α. Ρ. Λιάτσος, Π.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /Χ.Θ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο