Αναφορικά με την Star Reefers Pool Inc ν. Αναφορικά με την Kalistad Ltd, Αρ. Αίτησης: 1182/10, 14 Φεβρουαρίου, 2011 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2011:A51 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Α. Ρ. Λιάτσου, Π.Ε.Δ. Αρ. Αίτησης: 1182/10 Αναφορικά με την Star Reefers Pool Inc Αιτητών και Αναφορικά με την Kalistad Ltd Καθ' ων η Αίτηση και Αναφορικά με τη διεθνή διαιτησία που άρχισε στο Λονδίνο με αίτημα των αιτητών εναντίον των καθ' ών η αίτηση δυνάμει συμφωνίας διαιτησίας που περιέχεται σε συμφωνία ναύλωσης πλοίου ημερ. 4/4/2008 πλοίου Almeda Star και Αναφορικά με τη διεθνή διαιτησία που άρχισε στο Λονδίνο με αίτημα των αιτητών εναντίον των καθ' ών η αίτηση δυνάμει συμφωνίας διαιτησίας που περιέχεται σε συμφωνία ναύλωσης πλοίου ημερ. 4/4/2008 του πλοίου Avelona Star και Αναφορικά με τη διεθνή διαιτησία που άρχισε στο Λονδίνο με αίτημα των αιτητών εναντίον των καθ' ών η αίτηση δυνάμει συμφωνίας διαιτησίας που περιέχεται σε συμφωνία ναύλωσης πλοίου ημερ. 15/7/2008 του πλοίου Cape Town Star Αίτηση για Παραμερισμό ημερ. 22.11.2010 14 Φεβρουαρίου,
- Για τους Αιτητές: κα Λαμάρη μαζί με κα Πιτσιλλίδου Για τους Καθ΄ ων η Αίτηση: κ. Α. Χαβιαράς ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Μεταξύ των διαδίκων προέκυψαν διαφορές οικονομικής φύσης ως αποτέλεσμα διαφόρων τιμολογίων ναύλου τα οποία εκδόθηκαν στα πλαίσια ναυλοσυμφώνων τριών πλοίων. Τα ναυλοσύμφωνα αυτά περιείχαν ρητό όρο διαιτησίας, τον όρο 59, σύμφωνα με τον οποίο οι οποιεσδήποτε διαφορές προέκυπταν θα αποστέλλοντο για διαιτησία στο Λονδίνο. Πράγματι, άρχισε διεθνής διαιτησία στο Λονδίνο, με αίτημα των Αιτητών, οι οποίοι, προς υποστήριξή της, καταχώρησαν στην Κύπρο την παρούσα διαδικασία, στα πλαίσια της οποίας εξασφάλισαν, δυνάμει του άρθρου 9 του περί Διεθνούς Διαιτησίας Νόμου, Ν.101/1987, μονομερώς, στις 14.10.2010, διάφορα διατάγματα. Τα διατάγματα αυτά ορίστηκαν επιστρεπτέα λίγες μέρες αργότερα, στις 21.10.
- Την ημερομηνία αυτή κατέστησαν οριστικά, λόγω παράλειψης εμφάνισης των Καθ΄ ων η Αίτηση. Ένα μήνα αργότερα, συγκεκριμένα στις 22.11.2010, οι Καθ΄ ων η Αίτηση στην κυρίως διαδικασία καταχώρησαν την υπό κρίση Αίτηση. Αξιώνουν: «Διάταγμα με το οποίο να ακυρώνεται και/ή να παραμερίζεται (set aside) το διάταγμα ημερομηνίας 14.10.10 το οποίο εκδόθηκε από το Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας στην αίτηση με το πιο πάνω αριθμό και τίτλο προς όφελος των Αιτητών στις 14.10.10 και το οποίο έγινε απόλυτο στις 21.10.10 λόγω μη εμφάνισης από τους Καθ΄ ων η Αίτηση και με το οποίο να επιτρέπεται στους Καθ΄ ων η Αίτηση να εμφανιστούν και ενστούν στην αίτηση με το πιο πάνω αριθμό και τίτλο.» Νομικά η Αίτηση εδράζεται στις Δ.5 θ.7, Δ.17, Δ.48 θθ.1-4 και 9, Δ.51, θθ.1-3 των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών, στα άρθρα 4-9 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 6, στο άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου, Ν.14/60, στα άρθρα 2, 8 και 9 του περί Διεθνούς Διαιτησίας Νόμου, Ν. 101/1987, στις συμφυείς εξουσίες και πρακτική του Δικαστηρίου. Την υποστηρικτική ένορκο δήλωση ορκίζεται ένας εκ των διευθυντών των Αιτητών. Είναι η βασική του θέση ότι για πρώτη φορά ενημερώθηκε για την καταχώρηση αίτησης και την έκδοση διαταγμάτων την 1.11.
- Ως προς τους λόγους της καθυστέρησης παραπέμπει στα γεγονότα ένορκης δήλωσης δικηγόρου των Αιτητών, την οποία ένορκο δήλωση επισυνάπτει στη δική του. Σύμφωνα με τα όσα επικαλείται η δικηγόρος, αργά το απόγευμα της 18.10.2010, παρουσιάστηκε στο δικηγορικό γραφείο που εργοδοτείται και το οποίο είναι και εγγεγραμμένο γραφείο των Καθ΄ ων η Αίτηση δικαστικός επιδότης, ο οποίος επέδωσε τα επίδικα έγγραφα σε υπάλληλο του γραφείου, κάποια Νατάσα Χ"Ρούσου. Η εν λόγω υπάλληλος, είναι Ρωσικής καταγωγής, δεν γνωρίζει Ελληνικά, και δεν ανέφερε σε κανένα, λόγω άγνοιας, ότι πρόκειτο περί δικαστικών εγγράφων. Τα τοποθέτησε στο γραφείο της ενόρκως δηλούσας, η οποία απουσίαζε, και, λόγω άλλων ειλημμένων υποχρεώσεών της, αντιλήφθηκε την ύπαρξή τους και το επείγον της υπόθεσης μόλις την 1.11.2010, οπόταν ειδοποίησε σχετικά τους Καθ΄ ων η Αίτηση. Οι Καθ΄ ων η Αίτηση ενίστανται, στηριζόμενοι σε ταυτόσημο νομικό υπόβαθρο, προσθέτοντας, ουσιαστικά, μόνο το άρθρο 372 του περί Εταιρειών Νόμου, Κεφ.
- Θέτουν αριθμό λόγων ένστασης, με προεξάρχουσα τη θέση ότι στην ένορκο δήλωση του εκ των διευθυντών των Αιτητών, η οποία συνοδεύει την Αίτηση, δεν προβάλλεται ουσιαστικός λόγος ακύρωσης ή παραμερισμού των εκδοθέντων διαταγμάτων. Τα γεγονότα επί των οποίων εδράζεται η ένσταση εκτίθενται στις ένορκες δηλώσεις μιας δικηγόρου στο γραφείο των συνηγόρων για τους Καθ΄ ων και του δικαστικού επιδότη ο οποίος ενεπλάκη στην επίδοση των υπό συζήτηση εγγράφων. Σύμφωνα με την πρώτη, δόθηκαν οδηγίες στο δικαστικό επιδότη να επιδώσει τα έγγραφα, αρχικά στο εγγεγραμμένο γραφείο της εταιρείας. Επειδή σε δύο επισκέψεις του το βρήκε κλειστό, του δόθηκαν περαιτέρω οδηγίες να τα επιδώσει σε δύο εκ των διευθυντών της εταιρείας, τους οποίους και κατονομάζει. Εντοπίστηκε ότι τα δύο αυτά πρόσωπα εργάζονται στο συγκεκριμένο γραφείο, στο οποίο αναφέρθηκε ότι εργάζεται και η ενόρκως δηλούσα για τους Αιτητές. Επισκέφθηκε το χώρο, όπου του επιβεβαιώθηκε ότι οι εν λόγω διευθυντές βρίσκονταν εκεί, αλλά δεν μπορούσαν να διακόψουν συνεδρία στην οποία μετείχαν για να τον δεχθούν. Του ζητήθηκε να αφήσει τα έγγραφα στη Νατάσα X"Ρούσου για να τους τα παραδώσει μόλις τελείωναν τη συνεδρία. Τα γεγονότα αυτά επιβεβαιώνει στη δική του ένορκο δήλωση ο δικαστικός επιδότης. Εμφαντικά δε τονίζει ότι όταν μετέβηκε στον υπό αναφορά χώρο: «.. ζήτησα τους εν λόγω διευθυντές, μου επιβεβαιώθηκε ότι οι εν λόγω διευθύντριες εργάζονταν στο εν λόγω γραφείο και ότι δεν μπορούσαν να διακόψουν την συνεδρία στην οποία συμμετείχαν για να με δεχθούν μου ζητήθηκε δε να αφήσω τα έγγραφα στην κυρία Νατάσα Χ"Ρούσου για να τους τα παραδώσει μόλις τελείωναν την συνεδρία πράγμα που έγινε και φαίνεται και στην ένορκη δήλωση επίδοσης που έχω καταθέσει.» Η ευπαίδευτη συνήγορος για τους Αιτητές εισηγήθηκε ότι οι Καθ΄ ων η Αίτηση απέτυχαν να επιδώσουν τα έγγραφα στο εγγεγραμμένο γραφείο των πελατών τους και τα άφησαν σε άτομο το οποίο δεν σχετίζεται με οποιοδήποτε τρόπο με αυτούς. Επικαλούμενη δε την απόφαση Ιερά Μητρόπολη Λεμεσού v. Chr. P. Michaelides (Estates) Limited, 2002 1 AAΔ.43, έθεσε ότι η επίδοση υπό τις συνθήκες δεν μπορεί να θεωρηθεί ως καλή. Ήταν περαιτέρω ισχυρισμός της πως οι Καθ΄ ων η Αίτηση όφειλαν να επιδώσουν τα έγγραφα τουλάχιστον τέσσερις μέρες πριν από την ημερομηνία εμφάνισης στο Δικαστήριο και το αναντίλεκτο γεγονός ότι το έπραξαν τρεις μέρες πριν καθιστά τρωτή την επίδοση. Ο ευπαίδευτος συνήγορος για τους Καθ΄ ων η Αίτηση εισηγήθηκε ότι η παραδεκτή επίδοση σε χρόνο λιγότερο των τεσσάρων ημερών δεν την καθιστά άκυρη, αλλά έχει ως μόνη συνέπεια την απαλλαγή του αντιδίκου από την επιτακτική εφαρμογή των προνοιών του θ. 4 της Δ.48, που σχετίζονται με την καταχώρηση ένστασης, το αργότερο δύο μέρες πριν από την ακρόαση. Αναλύοντας δε το πεδίο εφαρμογής της απόφασης Ιερά Μητρόπολη Λεμεσού (ανωτέρω), έθεσε ότι δεν καλύπτει την υπό κρίση περίπτωση λόγω διαφορετικών γεγονότων, ότι τα επίμαχα σημεία της είναι obiter dictum και ότι εν πάση περιπτώσει η εμβέλειά της έχει υπερκερασθεί, ως αποτέλεσμα του νομικού πλαισίου που διαμορφώθηκε μετά την είσοδο της χώρας μας στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Προκύπτει ως πρώτο ζήτημα για εξέταση το δικονομικό ή και άλλο πλαίσιο μέσα στο οποίο θα ήταν δυνατό να ελεγχθεί η απόφαση ημερ. 21.10.2010, με την οποία τα προσωρινά διατάγματα κατέστησαν απόλυτα. Στην υπόθεση Στέλιος Μιχαηλίδης κ.ά. v. Μιχαήλ Σκορδή
(2002)1 ΑΑΔ 1417, η έφεση στεφόταν εναντίον της πρωτόδικης απόφασης με την οποία απορρίφθηκε αίτημα των εφεσειόντων για παραμερισμό διατάγματος φυλάκισης που εκδόθηκε εναντίον τους για παράλειψη πληρωμής μηνιαίων δόσεων. Οι εφεσείοντες υποστήριξαν ότι το διάταγμα εκδόθηκε στην απουσία τους, κατά παράβαση του Άρθρου 30 του Συντάγματος. Αμφισβήτησαν επίσης τη δικαιοδοτική δυνατότητα έκδοσής του. Το Ανώτατο Δικαστήριο επεσήμανε ότι στην αίτηση για παραμερισμό μόνοι σχετικοί, από δικονομικής άποψης, ήταν ο Καν. 5 της Δ.33 και ο Καν. 14 της Δ.26. Σημείωσε όμως ότι ο μεν πρώτος αφορά τη δυνατότητα παραμερισμού τελικής απόφασης επί της αγωγής, ο δε δεύτερος απόφαση που εκδίδεται λόγω παράλειψης (default) είτε κατάθεσης εγγράφων προτάσεων είτε άλλης για την οποία οι Κανονισμοί περιέχουν ρύθμιση. Προχώρησε δε αναφέροντας ότι «η περίπτωση αίτησης παραμερισμού διατάγματος που εκδίδεται μετά από αίτηση διά κλήσεως που υποβάλλεται δυνάμει της Δ.48, δεν καλύπτεται δικονομικά». Σημαντικό δεδομένο της υπόθεσης ήταν η κατάληξη του Ανωτάτου Δικαστηρίου στη διαπίστωση πως η εκδίκαση, πρωτόδικα, των εναντίον των εφεσειόντων αιτήσεων στην απουσία τους οφειλόταν σε δική τους παράλειψη, αφού τους είχε δοθεί κάθε δυνατότητα να παρουσιαστούν και να ακουστούν. Στο μέρος αυτό της απόφασης Μιχαηλίδη θα επανέλθω σε μεταγενέστερο στάδιο, δεδομένης της άμεσης σύνδεσής του με τα γεγονότα της παρούσας αίτησης και της κορυφαίας σημασίας του. Στην υπόθεση Εφορεία Ελληνικών Εκπαιδευτηρίων Λευκωσίας v. Sazen Fast Food Ltd
(2003)1 ΑΑΔ 1283, μεταγενέστερης δηλαδή της υπόθεσης Μιχαηλίδης (ανωτέρω), εξετάστηκε παρόμοιο με το εγερθέν στην υπό κρίση υπόθεση ζήτημα. Τα γεγονότα της, σε συντομία, είχαν ως εξής: Στις 23.5.2001 εκδόθηκαν μονομερώς προσωρινά διατάγματα εναντίον όλων των εναγομένων στην αγωγή. Ορίστηκαν επιστρεπτέα στις 28.5.
- Ακολούθως, ορίστηκαν για ακρόαση στις 15.6.2001 με οδηγίες να καταχωρηθούν ενστάσεις. Παρά το γεγονός ότι οι εναγόμενοι 4 - εφεσείοντες καταχώρησαν, εκπρόθεσμα, την ένστασή τους, κατά την ημερομηνία ακρόασης ο συνήγορός τους δεν εμφανίστηκε ενώπιον του Δικαστηρίου. Συνακόλουθα, το προσωρινό διάταγμα κατέστη απόλυτο, μετά από σχετικό αίτημα του συνήγορου της άλλης πλευράς. Αναφορικά με τους υπόλοιπους εναγόμενους η υπόθεση προχώρησε σε ακρόαση και λίγο αργότερα, τον Ιούλιο του 2001, διατάχθηκε η ακύρωση των εκδοθέντων εναντίον τους μονομερώς διαταγμάτων. Οι εναγόμενοι 4, τέσσερις περίπου μήνες αργότερα, τον Οκτώβριο του 2001, καταχώρησαν αίτηση με την οποία ζητούσαν την ακύρωση και/ή τον παραμερισμό του διατάγματος ημερ. 15.6.2001, με το οποίο το προσωρινό διάταγμα κατέστη απόλυτο. Το πρωτόδικο Δικαστήριο αποφάνθηκε πως το αίτημα μπορεί να στηριχθεί δικονομικά στη Δ.26, θ.14, η οποία προνοεί ότι: «Any judgment by default, whether under this Order or under any other of these Rules, may in a proper case be set aside by the Court upon such terms as to costs or otherwise as the Court may think fit.» Το πρωτόδικο Δικαστήριο στη συνέχεια ανέλυσε τις αρχές με βάση τις οποίες παραμερίζεται εκδοθείσα απόφαση. Παρά το γεγονός ότι έκρινε πως οι εφεσείοντες είχαν εκ πρώτης όψεως αποδείξει καλή υπόθεση, κατέληξε ότι δεν ικανοποιούνταν οι δύο άλλες προϋποθέσεις: η ικανοποιητική δηλαδή δικαιολόγηση της μη εμφάνισης των εφεσειόντων στο Δικαστήριο κατά την ημέρα της ακρόασης και η επαρκής επίσης αιτιολόγηση του χρόνου που διέρρευσε από την ημερομηνία της απόφασης μέχρι της καταχώρησης της αίτησης για παραμερισμό. Ως αποτέλεσμα, απέρριψε την αίτηση. Κατ΄ έφεση αμφισβητήθηκε η πρωτόδικη απόφαση, στην έκταση που αυτή αφορούσε τους λόγους που οδήγησαν στην απόρριψη της αίτησης. Δεν τέθηκε ζήτημα εξέτασης της εξουσίας του πρωτόδικου Δικαστηρίου να επιληφθεί της αίτησης δυνάμει της Δ.26, θ.
- Αντιθέτως, το Ανώτατο Δικαστήριο, με αναφορά στις αποφάσεις Evagorou v. Christodoulou and another
(1982)1 CLR 771 και Toumbouros Estates Ltd v. Χαριτίνης Ιωαννίδου κ.ά.
(1997)1 ΑΑΔ 1512, δεν αμφισβήτησε τη δυνατότητα αυτή του πρωτόδικου Δικαστηρίου. Ο Δικαστής Πικής ερμηνεύοντας τον όρο «judgment», όπως αυτός τίθεται στη Δ.26, θ.14, αναφέρει στην απόφαση Evagorou (ανωτέρω), σελ. 774: «Judgment is any order finally disposing of the matter whether on the merits or on any other ground». Στην, επίσης μεταγενέστερη της Μιχαηλίδης, υπόθεση Θεμιστοκλής Χαραλαμπίδης v. Ιάκωβου Πέτρου κ.ά.
(2002)1 ΑΑΔ 2071, το πρωτόδικο Δικαστήριο απέρριψε την αγωγή του εφεσείοντα λόγω αδυναμίας του να προχωρήσει κατά την ημέρα ακρόασης σε απόδειξη της υπόθεσής του. Οι εφεσίβλητοι αμφισβήτησαν το παραδεκτό της έφεσης, υποστηρίζοντας ότι δεν χωρεί έφεση κατά απόφασης απορριπτικής αγωγής λόγω παράλειψης του ενάγοντα να προβεί στην απόδειξή της. Εισηγήθηκαν δε ότι μόνη προσφερόμενη οδός για επαναφορά της υπόθεσης είναι μέσω του ιδίου Δικαστηρίου που την απέρριψε με την υποβολή αιτήματος προς τούτο. Στήριξαν τις θέσεις τους αυτές, μεταξύ άλλων, στη Δ.26, θ.
- Το Ανώτατο Δικαστήριο υιοθέτησε την πιο πάνω προσέγγιση του συνηγόρου των εφεσίβλητων. Ως προς την ερμηνεία δε του Δ.26, θ.14, ανάφερε, στη σελ. 2074: «Έχει καθολικό χαρακτήρα διέπουσα τα της επαναφοράς υπόθεσης η οποία απορρίπτεται λόγω παράλειψης (default) διαδίκου να ενεργήσει κατά τα δέοντα και όχι επί της ουσίας». Πρόσθεσε, ακολούθως: «Κατανοητή είναι η διάκριση η οποία γίνεται από τους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας πρώτον, μεταξύ αποφάσεων που δεν προκύπτουν από την εξέταση της ουσίας του αντικειμένου της δίκης και δεύτερον, εκείνων που αποτελούν το απαύγασμα της δίκης. Θέμα επαναφοράς μπορεί να εγερθεί μόνο στην πρώτη περίπτωση όχι στη δεύτερη, όπου εξαντλούνται τα όρια της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου. ..Εξυπακούεται ότι απόφαση απορριπτική αιτήματος για επαναφορά απορριφθείσας αγωγής μπορεί να αποτελέσει το αντικείμενο έφεσης.» Δεν μου διαφεύγει πως οι αιτητές δεν κάνουν ρητή αναφορά στην πιο πάνω Δ.26, θ.
- Το γεγονός αυτό δεν είναι μοιραίο, ούτε και αποτρέπει το Δικαστήριο από του να εξετάσει το αίτημά τους. Όπως εντοπίστηκε στην απόφαση Ζήνων Χριστοδούλου & Zendia Machinery Ltd Πολ. Έφ. 400/06, ημερ. 4.4.2008: «Τα δικαιώματα των διαδίκων κρίνονται επί της ουσίας τους όταν αυτά διατυπώνονται με σαφήνεια. .... Οι κανόνες Πολιτικής Δικονομίας υιοθετούνται για να διευκολύνεται η δικαστική διαδικασία, η οποία ρυθμίζεται από αυτούς ώστε να προχωρεί απρόσκοπτα. Δεν ερμηνεύονται, ή η νομολογία μας εφαρμόζεται, με τέτοιο τρόπο που να καταστρατηγούνται τα δικαιώματα των διαδίκων, οι οποίοι δικαιούνται σε πρόσβαση στο Δικαστήριο. Η αρχή πως στην αίτηση πρέπει να διατυπώνεται με σαφήνεια η θεραπεία και η νομική της βάση ισχύει. Σκοπός της είναι να γνωρίζει το Δικαστήριο, αλλά και η άλλη πλευρά, το περιεχόμενο της αίτησης για να μπορεί να τοποθετηθεί.» Στην υπό κρίση περίπτωση η αιτούμενη θεραπεία είναι ξεκάθαρη, διατυπωμένη με ακρίβεια και με τρόπο που δεν αφήνει περιθώρια για παρερμηνείες. Ανεξάρτητα από την πιο πάνω βάση στήριξης της δυνατότητας του Δικαστηρίου να επιληφθεί της αίτησης, υπάρχουν και επιπρόσθετοι λόγοι οι οποίοι από μόνοι τους συνιστούν θεμέλιο της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου να επιληφθεί του ενώπιόν του αιτήματος. Έχουν ως βάση τη διασφάλιση Συνταγματικά κατοχυρωμένων δικαιωμάτων. Στην υπόθεση Μιχαηλίδης (ανωτέρω) το Ανώτατο Δικαστήριο, αφού επεσήμανε την ανυπαρξία δικονομικού ή και άλλου πλαισίου μέσα στο οποίο θα ήταν δυνατό να ελεγχθεί από την άποψη της ορθότητάς της ή της νομιμότητάς της, απόφαση Επαρχιακού Δικαστηρίου, από μέλος του, τόνισε ότι αυτό «δεν επάγεται αδυναμία παραμερισμού για λόγους που άπτονται των κανόνων της φυσικής δικαιοσύνης, ειδικά του δικαιώματος να έχει ο διάδικος την ευκαιρία να ακουστεί». Κατέληξε δε, αναλύοντας τα λεχθέντα στην υπόθεση Χριστάκης Μιχαήλ κ.ά. v. Αδελφοί Πούλλου Λτδ
(2001)1 ΑΑΔ 684, με την αναγνώριση πως παράπονα τα οποία άπτονται των κανόνων της φυσικής δικαιοσύνης εμπίπτουν στα πλαίσια αρμοδιότητας του πρωτόδικου Δικαστηρίου. Ήταν, συνεπώς, η απουσία τέτοιων παραπόνων που διαφοροποιούσε τα δεδομένα της υπόθεσης Μιχαηλίδης από αυτά της Μιχαήλ, με αποτέλεσμα να κριθεί από το Ανώτατο Δικαστήριο ότι μόνο στα πλαίσια έφεσης θα μπορούσαν να είχαν εγερθεί τα όσα επικαλούνταν οι εφεσείοντες στην υπόθεση Μιχαηλίδης. Θα καταδειχθεί στη συνέχεια της απόφασης, κατά την εξέταση του ζητήματος της επίδοσης των προσωρινών διαταγμάτων, ότι το ουσιαστικό παράπονο των Αιτητών άπτεται κανόνων φυσικής δικαιοσύνης, του δικαιώματός τους συγκεκριμένα να γνωρίζουν για την εναντίον τους υπόθεση και της στέρησής τους της ευκαιρίας να ακουστούν. Προχωρώ στην εξέταση της ουσίας της Αίτησης. Το θέμα παραμερισμού απόφασης που εκδόθηκε στην απουσία της άλλης πλευράς, εμπίπτει στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου. Οι αρχές που διέπουν το ζήτημα αποτέλεσαν αντικείμενο πολλών αποφάσεων, τόσο Κυπριακών όσο και Αγγλικών. Είναι σταθερή η γραμμή της νομολογίας ότι για να επιτύχει τον παραμερισμό μιας απόφασης ο αιτητής θα πρέπει να πείσει πως έχει μια εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση στην απαίτηση που προβάλλεται εναντίον του. Θα πρέπει επίσης να δείξει ότι υπήρξε σοβαρός λόγος για τη μη εμφάνισή του στη διαδικασία ή την καθυστέρησή του να αποταθεί στο Δικαστήριο λαμβάνοντας έγκαιρα μέτρα για την ακύρωση της απόφασης. Το Δικαστήριο, ασκώντας τη διακριτική του εξουσία, ισοζυγίζει από τη μια την ανάγκη διασφάλισης του δικαιώματος του κάθε διαδίκου να ακουστεί και από την άλλη την ανάγκη για ταχεία απονομή της δικαιοσύνης και διεκπεραίωση, τελεσίδικα, των δικαστικών διαδικασιών. Προτού εξεταστούν τα γεγονότα της υπό κρίση υπόθεσης, υπό το φως των πιο πάνω αρχών, παρεμβάλλω ότι το Δικαστήριο είναι υποχρεωμένο, αυτοδίκαια, ή όπως εκφράζεται διαφορετικά ex debito justitiae, να παραμερίσει απόφαση εφόσον η επίδοση είναι κακή. Σε τέτοια περίπτωση δεν υπεισέρχεται θέμα άσκησης διακριτικής ευχέρειας. Είναι βασικό ανθρώπινο δικαίωμα να πληροφορείται κάποιος για τα δικαστικά εναντίον του μέτρα και τους λόγους για τους οποίους καλείται να εμφανιστεί ενώπιον Δικαστηρίου ούτως ώστε, ανάλογα, να είναι σε θέση να προβάλει τους δικούς του ισχυρισμούς. Όπως τέθηκε από το Νικήτα, Δ. στην υπόθεση Ιερά Μητρόπολη Λεμεσού, ανωτέρω, στη σελ. 49: «Πρόκειται για δικαίωμα που έχει αναχθεί σε θεμελιώδες ατομικό δικαίωμα. Το άρθρο 30.3(α) και (β) περιλαμβάνεται στο χάρτη των ΄θεμελιωδών δικαιωμάτων και ελευθεριών΄ του Συντάγματος.» Οι Αιτητές προέβαλαν ότι δεν έλαβαν γνώση της έκδοσης εναντίον τους προσωρινών διαταγμάτων, για τους λόγους που επικαλούνται, και ως εκ τούτου αξιώνουν, ως θέμα δικαιώματος, όπως η ακολουθείσασα απόφαση του Δικαστηρίου για οριστικοποίηση του διατάγματος ακυρωθεί. Το ζήτημα ορθής επίδοσης εγγράφων σε νομικό πρόσωπο, ρυθμίζεται από το άρθρο 372 του περί Εταιρειών Νόμου, Κεφ. 113, όπου καθορίζεται ότι: «Έγγραφο δύναται να επιδοθεί σε εταιρεία με την άφεσή του ή με την αποστολή του ταχυδρομικώς στο εγγεγραμμένο γραφείο της εταιρείας». Σχετική είναι επίσης η Δ.5 θ.7 των Περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών: «
- In the absence of any statutory provision regulating service of process upon a corporate body, service of an office copy of a writ of summons or other process on the president or other head officer, or on the treasurer or secretary of such body, or delivery of such copy at the office of such body, shall be deemed good service; and in the case of any company no formed in Cyprus, the copy may be left at its place of business in Cyprus, or if there is no such place, with any person in Cyprus who appears to be authorized to transact business for the company in Cyprus, and such leaving of the copy shall be deemed good service, unless the Court or a Judge otherwise orders. And where by any law provision is made for the service of any writ of summons or other process on any corporate body or any society or fellowship or any body or number of persons, corporate, or unincorporate, the service of the office copy of a writ may be effected accordingly.» Η καλή επίδοση συνδέεται με τη δυνατότητα του ενδιαφερομένου να γνωρίζει τους λόγους για τους οποίους εγκαλείται στο Δικαστήριο. Έτσι, έχει και την προοπτική να υπερασπιστεί. Η εμβέλεια εφαρμογής του άρθρου 372 εξετάστηκε σε συνάρτηση με τις πρόνοιες του Άρθρου 30.3 (α) του Συντάγματος, στην υπόθεση Ιερά Μητρόπολη Λεμεσού. Ό,τι έχει σημασία για σκοπούς της παρούσας υπόθεσης, ήταν η αποδοχή πως οι κανόνες που ρυθμίζουν την επίδοση δικαστικών εγγράφων, ιδιαίτερα οι προϋφιστάμενοι του Συντάγματος, πρέπει να εφαρμόζονται κατά τρόπο που να συνάδει με το πιο πάνω Άρθρο και την αποτελεσματική προστασία του δικαιώματος που κατοχυρώνει. Η δε επίδοση σε αξιωματούχο της εταιρείας και όχι στο εγγεγραμμένο γραφείο της, δυνάμει της Δ.5 θ.7, καλύπτει τα εχέγγυα ορθής και έγκυρης επίδοσης. Με τα πιο πάνω ως δεδομένα, η επίδοση σε αξιωματούχους εταιρειών, αντί στα εγγεγραμμένα γραφεία τους, δεν καλύπτεται από οποιαδήποτε μειονεξία. Έχει ήδη εκτεθεί σε προηγούμενο στάδιο η μαρτυρία που προσκομίστηκε από τις δύο πλευρές σε σχέση με την επίδοση ή όχι της Αίτησης και των διαταγμάτων. Στην υπόθεση Ιερά Μητρόπολη Λεμεσού συνιστούσε ουσιαστικό υπόβαθρο των γεγονότων η αναφορά στο αποδεικτικό της επίδοσης ότι το κλητήριο ένταλμα της αγωγής «αφέθη στο εγγεγραμμένο γραφείον». Με αυτό ως δεδομένο, το Ανώτατο Δικαστήριο έκρινε ότι: «Οι περιστάσεις της κρινόμενης υπόθεσης, αλλά και η αχλύς που περιβάλλει την επίδοση - δεν είναι καν γνωστό το πρόσωπο στο οποίο αφέθηκε το κλητήριο και η ιδιότητά του - δεν μας αφήνουν αμφιβολία για το παράτυπο της επίδοσης, με βάση την οποία λήφθηκε η ακυρωθείσα απόφαση. Αυτή ήταν και η αιτία, που η εφεσίβλητη δεν έλαβε γνώση της έγερσης της αγωγής για να αμυνθεί, όπως ήταν και η πρόθεσή της». Στην υπό κρίση περίπτωση, συνιστά αναντίλεκτο γεγονός, παρά την αρχική τοποθέτηση των Αιτητών, ότι η επίδοση δεν έγινε στο εγγεγραμμένο γραφείο τους. Είναι ξεκάθαρο, με βάση τις σχετικές βεβαιώσεις του γραφείου του Εφόρου Εταιρειών, που επισυνάπτονται στην ένσταση, ότι το εγγεγραμμένο γραφείο της υπό αναφορά εταιρείας βρίσκεται σε άλλη διεύθυνση από αυτή που τελικά έλαβε χώρα η επίδοση. Συνεπώς, τα γεγονότα που καλύπτουν την παρούσα σχετικά με το κρίσιμο θέμα της επίδοσης, διαφοροποιούνται από αυτά της υπόθεσης Ιερά Μητρόπολη Λεμεσού. Το έγκυρο της επίδοσης θα κριθεί τελικά με βάση τη μόνη μαρτυρία που τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου, αυτή των Καθ΄ ων η Αίτηση. Καθότι τα όσα οι ενόρκως δηλούντες της πλευράς αυτής έθεσαν, δεν αντικρούστηκαν. Παρέμεινε ως αναντίλεκτο γεγονός ενώπιον του Δικαστηρίου ότι, στην αδυναμία επίδοσης στο εγγεγραμμένο γραφείο των Αιτητών, επιλέγηκε από τους Καθ΄ ων η Αίτηση, ως ασφαλέστερος τρόπος για να πληροφορηθούν οι αντίδικοί τους την εναντίον τους διαδικασία, η επίδοση σε διευθυντές τους. Προκύπτει λοιπόν από τη μόνη σχετική ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρία, ότι δύο εκ των διευθυντών των Αιτητών εντοπίστηκαν στο προαναφερθέν δικηγορικό γραφείο, αλλά δεν τους επιδόθηκαν προσωπικά τα επίδικα έγγραφα, αφού βρίσκονταν σε σύσκεψη τη χρονική αυτή στιγμή. Ως αποτέλεσμα, αναφέρθηκε στο δικαστικό επιδότη να τα αφήσει στην Νατάσα Χ"Ρούσου, υπάλληλο στο συγκεκριμένο γραφείο, για να τους τα παραδώσει μετά το πέρας της σύσκεψης. Προσεκτική ανάλυση των θέσεων επί των οποίων στηρίζουν οι Αιτητές το εξεταζόμενο αίτημα, καταδεικνύει ότι δεν εντοπίζεται αμφισβήτηση ή άρνηση της λήψης των επίδικων εγγράφων από τους προαναφερόμενους δύο διευθυντές τους. Πιο συγκεκριμένα, δεν γίνεται καμία αναφορά στο ζήτημα αυτό, αφού δεν παρουσιάζεται σχετική μαρτυρία, ούτε από το πρόσωπο που παρέλαβε τα έγγραφα, τη Νατάσα Χ"Ρούσου, ούτε, ακόμη πιο σημαντικό, από τους δύο αυτούς διευθυντές. Ό,τι προσφέρεται ως μαρτυρία είναι η θέση τρίτου διευθυντή, του ενόρκως δηλούντα για τους Αιτητές, σύμφωνα με την οποία ο ίδιος πληροφορήθηκε την ύπαρξη της διαδικασίας μέρες μετά την έκδοση της απόφασης με την οποία οριστικοποιήθηκαν τα ενδιάμεσα διατάγματα. Με βάση τα πιο πάνω, είναι η κατάληξη του Δικαστηρίου ότι η υπό αναφορά επίδοση είναι, κάτω από το πρίσμα των γεγονότων που την καλύπτουν, καθόλα έγκυρη. Στοιχειοθετήθηκε μέσα από τη μαρτυρία των Καθ΄ ων η Αίτηση ότι δύο εκ των διευθυντών των Αιτητών έλαβαν γνώση της ύπαρξης της εναντίον της εταιρείας τους διαδικασίας μέσω κανονικής επίδοσης, ήτοι επίδοσης που παρείχε τη δυνατότητα να πληροφορηθούν τους λόγους για τους οποίους θα έπρεπε να παρουσιαστούν στο Δικαστήριο. Έτσι είχαν και την ευκαιρία να υπερασπιστούν. Αποτελεί κοινή συνισταμένη των θέσεων των δύο πλευρών, ότι η επίδοση έγινε σε χρόνο λιγότερο των τεσσάρων ημερών από την ημέρα που τα διατάγματα ορίστηκαν ως επιστρεπτέα. Αυτό όμως δεν καθιστά άκυρη την επίδοση και δεν επιφέρει τα αποτελέσματα που η ευπαίδευτη συνήγορος των Αιτητών εισηγήθηκε, επικαλούμενη το θ.3 της Δ.
- Ο θεσμός αυτός θέτει ως επιτακτική προθεσμία επίδοσης χρονικό διάστημα τεσσάρων τουλάχιστον ημερών πριν από την ακρόαση Αίτησης. Παραβίαση όμως του χρονικού αυτού ορίου, δεν απαλλάσσει τον Καθ΄ ου η Αίτηση από την υποχρέωση που έχει να παρουσιαστεί στο Δικαστήριο και να αμυνθεί. Αυτό το οποίο μπορεί να εγερθεί, δικαιολογημένα, είναι αίτημα επέκτασης του χρόνου καταχώρησης της ένστασης, η οποία, υπό διαφορετικές συνθήκες, εάν δηλαδή η επίδοση γινόταν εμπρόθεσμα, θα έπρεπε να καταχωρηθεί, δυνάμει του θ.4
(1)της Δ.48, δύο τουλάχιστον μέρες πριν από την ακρόαση. Τονίζω, εκ του περισσού ότι δεν τέθηκε από τους Αιτητές ζήτημα οποιασδήποτε αδυναμίας ή ανυπέρβλητου προβλήματος εμφάνισής τους, ως αποτέλεσμα της παραβίασης του χρόνου των τεσσάρων ημερών, κατά τη συγκεκριμένη μέρα που ήταν ορισμένα ως επιστρεπτέα τα διατάγματα. Προσθέτω, προς ολοκλήρωση, ότι οι Αιτητές δεν προβάλλουν σε καμία περίπτωση τη θέση ότι δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις έκδοσης των επίδικων διαταγμάτων, ούτε και αρνούνται την ύπαρξη των γεγονότων επί των οποίων στηρίχθηκαν οι αντίδικοί τους και τα οποία επικαλέστηκαν προκειμένου να πετύχουν την έκδοση των επίδικων διαταγμάτων. Εν ολίγοις, δεν τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου ίχνος στοιχείου περί ύπαρξης, έστω και εκ πρώτης όψεως, σοβαρών θέσεων αμφισβήτησης των θεραπειών που αξιώνουν οι Αιτητές στην κυρίως Αίτηση. Καταληκτικά, η Αίτηση απορρίπτεται με έξοδα εναντίον των Αιτητών, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. [Υπ.] .......... Α. Ρ. Λιάτσος, Π.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /Χ.Θ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο