← Κύπρος

Ashot Egiazaryan κ.α. ν. Denoro Investments Limited κ.α., Αγωγή Αρ. 7862/2010, 15 Φεβρουαρίου, 2011

Ashot Egiazaryan κ.α. ν. Denoro Investments Limited κ.α., Αγωγή Αρ. 7862/2010, 15 Φεβρουαρίου, 2011 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2011:A54 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Μ. Χριστοδούλου, Π.Ε.Δ. Αγωγή Αρ. 7862/2010 Μεταξύ:

  1. Ashot Egiazaryan
  2. Artem Egiazaryan
  3. Dmitry Fitisov
  4. Vitaly Gogokhiya
  5. Blidensol Trading and Investment Limited
  6. Longlake Holdings Limited
  7. Hackham Invest & Trade Inc. Εναγόντων - και -
  8. Denoro Investments Limited
  9. Monora Limited
  10. Lansgrade Holdings Limited
  11. Suleyman Kerimov
  12. The Government of the City of Moscow
  13. Yuri Luzhkov
  14. Arkadiy (Arkady) Rotenberg
  15. Konstantin Goloschapov
  16. Iraya Gilmutdinova
  17. Konk Select Partners Inc.
  18. OJSC DecMos
  19. CJSC Decorum
  20. OJSC OEK-Finance
  21. Sparklon Holdings Limited
  22. Kamenz Trading Inc.
  23. Tribalin Trading Limited
  24. Elena Baturina Eναγομένων Αίτηση ημερ. 15.9.2010 για προσωρινό διάταγμα Ημερομηνία: 15 Φεβρουαρίου, 2011 Εμφανίσεις: Για ενάγοντες/αιτητές: κ. Α. Χαβιαράς με κ. Φιλίππου Για εναγόμενους 1, 2, 3, 15 και 16/καθ΄ ων: κ. Γ. Τριανταφυλλίδης Για εναγόμενο 4/καθ΄ ου η αίτηση: κ. Π. Πολυβίου με κ. Στ. Πολυβίου Για εναγόμενους 5 και 13/καθ΄ ων: κ. Χ¨Χάννας Για εναγόμενο 6, 10, 12 και 17/καθ΄ ων η αίτηση: Καμία εμφάνιση Για εναγόμενους 7, 8, 9 και 14/καθ΄ ων : κ. Σ. Πίττας με κ. Φλουρέντζο και κα Φιλιππίδου και για κ. Αναστασιάδη Για εναγόμενους 11/καθ΄ ων: κ. Α. Ταλιαδώρος με κ. Μούντη ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Η αντιδικία των διαδίκων έχει στο επίκεντρο της τα συμφέροντα που είχαν αποκτήσει οι ενάγοντες - ουσιαστικά ο ενάγοντας 1 - στην επανοικοδόμηση του ιστορικού ξενοδοχείου MOSKVA (στο εξής το Ξενοδοχείο), το οποίο κτίσθηκε αρχές της δεκαετίας του 1920 από την τότε νεοσύστατη Σοβιετική Ένωση δίπλα από την Κόκκινη Πλατεία της Μόσχας. Μέσα στο 2000 η Κυβέρνηση της Πόλης της Μόσχας (η εναγόμενη 5, στο εξής η Πόλη), ιδιοκτήτρια του Ξενοδοχείου μέσω της εταιρείας ΟJSC Hotel Moskva, προκήρυξε διαγωνισμό για την κατεδάφιση και επανοικοδόμηση του Ξενοδοχείου (στο εξής το Σχέδιο) από στρατηγικό επενδυτή τον οποίο κέρδισε η αμερικάνικη εταιρεία Decorum Corp. Στη συνέχεια όμως, τα δικαιώματα που είχε αποκτήσει η εν λόγω εταιρεία από το διαγωνισμό μεταβιβάσθηκαν στη ρωσική εταιρεία CJSC Decorum (εναγόμενη 12, στο εξής η Decorum), ουσιαστικοί μέτοχοι της οποίας ήταν κατά 50% ο ενάγοντας 1 και κατά 50% οι εναγόμενοι 7 και
  25. Τα δικαιώματα που απέκτησε η Decorum εγκρίθηκαν με Διάταγμα της Πόλης ημερ. 29.4.03 και στη συνέχεια συμφωνήθηκε ότι το Σχέδιο θα το υλοποιούσε η από κοινού συσταθείσα εταιρεία OJSC DecMos (εναγόμενη 11, στο εξής η DecMos), η οποία κατέστη και ιδιοκτήτρια του Ξενοδοχείου με μετόχους κατά 51% τη Decorum και κατά 49% την Πόλη. Συνεπώς το συμφέρον του ενάγοντα στο Σχέδιο ήταν 25.5%, ενώ το υπόλοιπο ανήκε κατά 25.5% στους εναγόμενους 7 και 8 (ή 9) και κατά 49% στην Πόλη. Ό,τι δε απέμεινε για την υλοποίηση του Σχεδίου ήταν η εξεύρεση χρηματοδότησης από τη Decorum, η οποία ήταν και ο στρατηγικός επενδυτής. Είναι ισχυρισμός των εναγόντων (στο εξής οι αιτητές) ότι κατά την περίοδο 2003 - 2008 ο ενάγοντας 1 επένδυσε στο Σχέδιο πέραν των 253 εκατομμυρίων δολαρίων Αμερικής, κι αυτό παρά τα εμπόδια και τις δολοπλοκίες που σχεδιάστηκαν και χρησιμοποιήθηκαν εναντίον του από τους εναγόμενους 4 έως 9 και 17 για απομάκρυνση του από το έργο. Τελικά όμως, στις 29.6.09, με τη διαπλοκή στο παράνομο σχέδιο όλων των εναγομένων (στο εξής οι καθ΄ ων η αίτηση), πέτυχαν το σκοπό τους, χρησιμοποιώντας αρχικά ως μέσο την οικονομική καταπίεση και στη συνέχεια απειλές ωμής βίας τόσο εναντίον της ελευθερίας και της ζωής του ιδίου όσο και εναντίον της οικογένειας του. Στη βάση λοιπόν αυτή, πέραν των διαιτησιών που άρχισαν στο Λονδίνο στις 13.9.2010 εναντίον κάποιων από τους καθ΄ ων η αίτηση, καταχώρισαν στις 15.9.2010 και την παρούσα αγωγή αποβλέποντας, όπως προβάλλουν, στην εξυπηρέτηση δύο σκοπών. Ο πρώτος, για προώθηση των αξιώσεων τους εναντίον και όσων εναγομένων δεν είναι διάδικοι στις διαιτησίες και, ο δεύτερος, για να χρησιμοποιηθεί η αγωγή ως το απαραίτητο δικονομικό όχημα για έκδοση προσωρινού διατάγματος για υποβοήθηση των διαιτησιών. Πράγματι, ταυτόχρονα με την καταχώριση της αγωγής, οι αιτητές κατάθεσαν και μονομερή αίτηση βάσει του άρθρου 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου 14/1960, των άρθρων 4-9 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου Κεφ. 6, των άρθρων 2, 3, 4, 5 και 9 του Νόμου περί Επιβαρυντικών Διαταγμάτων Επί Μετοχών (Ν.31

(1)/92) και των άρθρων 2, 4 και 8 του περί Διεθνούς Διαιτησίας Νόμου αρ. 101/87 για προσωρινό διάταγμα. Η αίτηση τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου αυθημερόν και αφού μελετήθηκε το περιεχόμενο της 47σέλιδης συνοδευτικής ένορκης δήλωσης του ενάγοντα αρ. 2 - στην οποία επισυνάφθηκαν πλήθος εγγράφων ως τεκμ. 1-46 - εκδόθηκε πολυδιάστατο προσωρινό διάταγμα, με το οποίο δεσμεύτηκε περιουσία 500 εκατομμυρίων δολαρίων Αμερικής - αντί των δύο
(2)δισεκατομμυρίων που ζητούνταν - των εναγομένων 1, 2, 3, 4, 7, 9, 11, 14 και
  1. Συγκεκριμένα με το εκδοθέν διάταγμα απαγορεύτηκε:- Α. Στην κυπριακή εταιρεία Denoro Investments Ltd (εναγόμενη 1) να:
  2. Εκχωρήσει, εισπράξει ή διευθετήσει τα χρεωστικά ομόλογα που έκδωσε η DecMos προς την Strabag AG και τα οποία η Bridensol Trading and Investment Ltd, ως δικαιούχος κομιστής, της τα είχε εκχωρήσει και παραδώσει ως οι μεταξύ τους συμφωνίες ημερ. 26.12.07, 1.2.08 και 29.6.
  3. Εκχωρήσει, εισπράξει ή διευθετήσει τα χρεωστικά ομόλογα που έκδωσε η DecMos προς την Strabag AG και τα οποία η Hackham Invest & Trade Inc, ως δικαιούχος κομιστής, της τα έχει εκχωρήσει και παραδώσει ως οι μεταξύ τους συμφωνίες ημερ. 12.12.07, 22.5.08, 20.8.08, 2.10.08 και 29.6.09 και
  4. Πωλήσει, υποθηκεύσει ή άλλως πως επιβαρύνει την περιουσία της, συμπεριλαμβανομένων και των μετοχών στην Limerick Business Holdings SA από τις Βρετανικές Παρθένους Νήσους (BVI). Β. Στην κυπριακή εταιρεία Monora Ltd (εναγόμενη 2) να:-
  5. Εκχωρήσει, εισπράξει ή διευθετήσει τα δάνεια και χρέη που της έχει εκχωρήσει η Bridensol στις 28.1.2010,
  6. Πωλήσει, αποξενώσει, μεταβιβάσει, ενεχυριάσει ή επιβαρύνει με οποιοδήποτε τρόπο την περιουσία της, συμπεριλαμβανομένων και των μετοχών που κατέχει στην κυπριακή εταιρεία Falmiro Trading Ltd και
  7. Εκτελέσει ή εκχωρήσει την υποθήκη ημερ. 15.2.2010 που είναι εγγεγραμμένη επί του Ξενοδοχείου ως εξασφάλιση για ποσό USD 100 εκατομμυρίων. Γ. Στην κυπριακή εταιρεία Lansgrade Holdings Ltd (εναγόμενη 3) να πωλήσει, αποξενώσει, μεταβιβάσει, ενεχυριάσει ή με οποιοδήποτε τρόπο επιβαρύνει την περιουσία της, συμπεριλαμβανομένων και των μετοχών που κατέχει στην DecMos, Δ. Στο Ρώσο μεγαλοεπιχειρηματία και μέλος του Συμβουλίου της Ρωσικής Ομοσπονδίας (Γερουσίας) Suleyman Kerimov (εναγόμενο 4) να:-
  8. Ψηφίσει ή προκαλέσει ή επιτρέψει την ψήφιση οποιωνδήποτε εταιρικών αποφάσεων της κυπριακής εταιρείας Kaliha Finance Ltd και/ή της Εrmel Services Ltd από BVI, με τις οποίες θα αποφασίζεται ή θα τελειούται η πώληση, αποξένωση, ενεχυρίαση ή άλλη επιβάρυνση των μετοχών που κατέχονται από την κυπριακή εταιρεία Kaliha Finance Ltd στη ρωσική εταιρεία OJSC Uralkali,
  9. Πωλήσει, αποξενώσει, μεταβιβάσει, ενεχυριάσει ή με οποιονδήποτε τρόπο επιβαρύνει τις μετοχές που κατέχει ως εγγεγραμμένος ή ουσιαστικός δικαιούχος των πιο πάνω εταιρειών Kaliha και/ή Emel, καθώς επίσης και τις μετοχές που κατέχει ως εγγεγραμμένος ή ουσιαστικός δικαιούχος των κυπριακών εταιρειών Wandle Holdings Ltd, Brainpendia Holdings Ltd ως και της εταιρείας White Star LP από τις νήσους Cayman.
  10. Ψηφίσει ή προκαλέσει ή επιτρέψει την ψήφιση οποιωνδήποτε εταιρικών αποφάσεων των πιο πάνω εταιρειών Wandle, Brainpedia και White Star, με τις οποίες θα αποφασίζεται ή θα τελειούται η πώληση, αποξένωση, ενεχυρίαση ή άλλη επιβάρυνση των μετοχών που κατέχονται από την Wandle στη ρωσική εταιρεία OJSC Polyus Gold.
  11. Πωλήσει, αποξενώσει, μεταβιβάσει, ενεχυριάσει ή με οποιοδήποτε τρόπο επιβαρύνει τις μετοχές που έχει ή των οποίων είναι ουσιαστικός δικαιούχος στις κυπριακές εταιρείες Denoro (εναγόμενη 1), Μonora (εναγόμενη 2), Mebraco Investments Ltd, Νafta Moskva (Cyprus) Ltd, Αniketa Investments Ltd και στην αλλοδαπή εταιρεία Kamenz Trading Inc (εναγόμενη 15) και
  12. Ψηφίσει ή προκαλέσει ή επιτρέψει την ψήφιση οποιωνδήποτε εταιρικών αποφάσεων των πιο πάνω κυπριακών εταιρειών Nafta, Αniketa και Denoro, με τις οποίες θα αποφασίζεται η πώληση, αποξένωση, ενεχυρίαση ή άλλη επιβάρυνση των μετοχών που κατέχει η Nafta στη ρωσική εταιρεία OJSC Polyus Gold E. Στο Ρώσο Αlkadiy Rotenberg (εναγόμενο 7) να πωλήσει, αποξενώσει, μεταβιβάσει, ενεχυριάσει ή επιβαρύνει με οποιονδήποτε τρόπο τις μετοχές που κατέχει στις κυπριακές εταιρείες Lansgrade (εναγόμενη 3), Οlpon Investments Ltd και Sparklon (εναγόμενη 14), ως και στην αλλοδαπή εταιρεία Limerick Business Holdings S.A., στη δε Iraya Gilmutdinova (εναγόμενη 9) η ίδια απαγόρευση σ΄ ότι αφορά τις μετοχές που κατέχει στην εναγόμενη 3, ΣΤ. Στην OJSC DecMos να πωλήσει, υποθηκεύσει ή άλλως πως επιβαρύνει το Ξενοδοχείο, Ζ. Στην κυπριακή εταιρεία Sparklon Holdings Ltd (εναγόμενη 14) να πωλήσει, αποξενώσει, μεταβιβάσει, ενεχυριάσει ή με οποιονδήποτε τρόπο επιβαρύνει την περιουσία της, συμπεριλαμβανομένων και των μετοχών που κατέχει στις εταιρείες Konk Select Partners Inc (εναγόμενη 10) και Falmiro Trading Ltd και Η. Στην αλλοδαπή εταιρεία Kamenz Trading Inc (εναγόμενη 15) να εκχωρήσει, εισπράξει ή διευθετήσει τα χρέη που της έχει εκχωρήσει η Longlake Holdings Ltd στις 17.11.
  13. Η κοινοποίηση των πιο πάνω διαταγμάτων στους επηρεαζόμενους πυροδότησε καταιγισμό αιτήσεων, αλλά αυτό που εδώ ενδιαφέρει είναι η σύνοψη, στο μέτρο του δυνατού, των ουσιωδών ισχυρισμών που πρόβαλε ο ενάγοντας 2 για έκδοσή τους και, στη συνέχεια, τι αντέτειναν οι καθ΄ ων η αίτηση για ακύρωσή τους. Η ΕΝΟΡΚΗ ΔΗΛΩΣΗ ΤΟΥ ΕΝΑΓΟΝΤΑ 2 Στην ένορκη δήλωση για τους αιτητές (α) δίδονται στοιχεία για τους διαδίκους, (β) γίνεται αναφορά στη διαιτησία που άρχισε στο Λονδίνο, (γ) προσδιορίζεται επιγραμματικά η φύση της καταγγελίας των αιτητών, (δ) παρατίθενται οι λόγοι βάσει των οποίων το κυπριακό Δικαστήριο έχει δικαιοδοσία να εκδικάσει την υπόθεση - θέμα το οποίο θα εξετασθεί στο πλαίσιο άλλης διαδικασίας που εκκρεμεί - (ε) προβάλλονται ισχυρισμοί για τα γεγονότα που συνθέτουν την υπόθεση, (στ) προσδιορίζονται περιουσιακά στοιχεία κάποιων από τους καθ΄ ων η αίτηση στην Κύπρο και (ζ) διατυπώνονται λόγοι για την ανάγκη λήψης κατεπειγόντως ασφαλιστικών μέτρων στην Κύπρο προς εξυπηρέτηση των αναφερθέντων δύο σκοπών της αγωγής. Οι διάδικοι σύμφωνα με την ένορκη δήλωση του ενάγοντα
  14. Μεταξύ 1994-1996 ο ενάγοντας 1 διετέλεσε πρόεδρος της Εθνικής Τράπεζας της Μόσχας και από το 1999 είναι μέλος της Κρατικής Δούμας της Ρωσικής Ομοσπονδίας. Έκτοτε ενεπλάκη σε επιχειρηματικές δραστηριότητες και για το σκοπό αυτό σύστησε διάφορες εταιρείες - όπως τις ενάγουσες 6 και 7 - τις μετοχές των οποίων κατείχαν για λογαριασμό του ως ονομαστικοί μέτοχοι (nominees) οι ενάγοντες 2, 3 και
  15. Οι εναγόμενες 1, 2, 3, 14 και 16 είναι κυπριακές εταιρείες και απ΄ αυτές:- Oι εναγόμενες 1 και 2 έχουν ως μόνη εγγεγραμμένη μέτοχο την εταιρεία Balbour Group Ltd από το νησί Nevis, αλλά από τα γεγονότα που συνθέτουν την υπόθεση και τα έγγραφα που κυκλοφόρησαν αργότερα οι αιτητές εύλογα πιστεύουν ότι ο πραγματικός ιδιοκτήτης των δύο αυτών εταιρειών είναι ο εναγόμενος
  16. Η εναγόμενη 3 έχει ως μόνη εγγεγραμμένη μέτοχο την κυπριακή εταιρεία Μebraco Investments Ltd, οι μετοχές της οποίας ανήκουν στον εναγόμενο 7 και στη σύζυγο του εναγόμενου 8, εναγόμενη
  17. Η εναγόμενη 14 έχει ως μόνη εγγεγραμμένη μέτοχο την κυπριακή εταιρεία Olpon Investments Ltd, εγγεγραμμένος μέτοχος της οποίας είναι ο εναγόμενος 7 και Η εναγόμενη 16, εγγεγραμμένη μέτοχος της Decorum και κατά 99.9% θυγατρική της Limerick, κατά το χρόνο των γεγονότων ανήκε κατά 50% στον ενάγοντα 1, τις μετοχές του οποίου κατείχαν ονομαστικά οι ενάγοντες 2 και
  18. Ο εναγόμενος 4 είναι από τους μεγαλύτερους επιχειρηματίες της Ρωσίας και, μεταξύ άλλων, έχει αποκτήσει πλειοψηφικά πακέτα (controlling interests) σε σημαντικά συγκροτήματα στη Ρωσία, όπως στη "Nafta Moskva" και στις εισηγμένες στο Χρηματιστήριο του Λονδίνου ρωσικές εταιρείες ΟJSC Uralkali και OJSC Polyus Gold. Αυτός, διατείνεται ο ενόρκως δηλών των αιτητών, ήταν ο εγκέφαλος πίσω από τις επιλήψιμες μεθοδεύσεις που είχαν ως αποτέλεσμα να στερηθεί ο ενάγοντας 1 περιουσία αξίας πέραν των 2 δισεκατομμυρίων δολαρίων Η.Π.Α. Η εναγόμενη 5 είναι η κυβέρνηση της Πόλης της Μόσχας και η εναγόμενη 13 είναι μια εταιρεία που της ανήκει εξ ολοκλήρου. Δήμαρχος της Πόλης ήταν και εξακολουθεί να είναι ο εναγόμενος 6, σύζυγος της εναγόμενης 17 η οποία είναι η πλουσιότερη γυναίκα της Ρωσίας. Οι εναγόμενοι 7 και 8 έχουν επιρροή στο ρωσικό πολιτικό κόσμο και, μεταξύ άλλων, κατά τον ουσιώδη χρόνο ήταν «κοντινοί γνωστοί» (close acquaintances) του εκπροσώπου του Προέδρου της Ρωσικής Ομοσπονδίας για την Κεντρική Ομοσπονδιακή Περιφέρεια Georgiy Poltavchenco, ο οποίος ασκούσε κυρίαρχο έλεγχο στις εκτελεστικές εξουσίες της Πόλης. Τα δύο αυτά πρόσωπα, ισχυρίζεται ο ενάγοντας 2, ενεργούσαν κάθε στιγμή σε κοινοπραξία εναντίον του ενάγοντα 1, και αυτό κατόπιν οδηγιών της Πόλης, του δημάρχου της εναγόμενου 6 και του εναγόμενου
  19. Η εναγόμενη 10 είναι εταιρεία εγγεγραμμένη στα BVI και αρχικά ανήκε ουσιαστικά κατά 50% στον ενάγοντα 1 και κατά 50% στη θυγατρική εταιρεία της Πόλης εναγόμενης 13, αλλά όπως διεφάνη στη συνέχεια η σύσταση της ήταν τέχνασμα της Πόλης και του εναγόμενου 4 για να θέσουν υπό τον έλεγχο τους την DecMos, την ιδιοκτήτρια δηλαδή του Ξενοδοχείου. Τέλος, προβάλλεται, ότι η Decorum αρχικά ήταν εξ ολοκλήρου ουσιαστική ιδιοκτησία του ενάγοντα 1, αλλά στη συνέχεια το 50% κατέστη ουσιαστική ιδιοκτησία των εναγομένων 7 και 8 και σ΄ ότι αφορά την εναγόμενη 15, αυτή είναι εταιρεία με έδρα τα BVI. H Διαιτησία στο Λονδίνο Για ορισμένα από τα γεγονότα που διαμορφώνουν το πραγματικό υπόστρωμα της αντιδικίας, διατείνεται ο ενάγοντας 2, υπάρχουν συμφωνίες μεταξύ των εμπλεκομένων για παραπομπή της οποιασδήποτε διαφοράς σε διαιτησία στο Λονδίνο. Ωστόσο, κάποιοι από τους εναγόμενους δεν είναι συμβαλλόμενοι στις εν λόγω συμφωνίες και, στο βαθμό που το αντικείμενο της αγωγής καλύπτεται από τις συμφωνίες διαιτησίας, η αγωγή αποβλέπει σε ενίσχυση όσων διαιτητικών διαδικασιών έχουν ήδη αρχίσει. Εναντίον ποίων εναγομένων στρέφεται η διαιτησία δεν αναφέρεται, όμως γίνεται παραπομπή στο σχετικό παρακλητικό (τεκμ. 1) ημερ. 13.9.2010, το οποίο διασαφηνίζει το θέμα. Η φύση της καταγγελίας και οι ισχυρισμοί που προβλήθηκαν από τους αιτητές για τεκμηρίωση της. Σχετικά προβάλλεται ότι οι καθ΄ ων η αίτηση, ενεργώντας ως συνωμότες υπό την ηγεσία του εναγόμενου 4, κατάφεραν με επιλήψιμα μέσα να στερήσουν από τους ενάγοντες 1 έως 4 τη συμμετοχή τους στο Σχέδιο και, περαιτέρω, να τους αποστερήσουν οικόπεδα αξίας άνω των $253 εκατομμυρίων δολαρίων ΗΠΑ πλέον τόκους. Για τεκμηρίωση της καταγγελίας διατυπώθηκαν οι ακόλουθοι ισχυρισμοί: Σύμφωνα με τους όρους του διαγωνισμού (τεκμ.2) ο ανάδοχος του έργου θα αποκτούσε την πλειοψηφία των μετοχών στο Ξενοδοχείο, θα μπορούσε να χρηματοδοτήσει το έργο μέσω δανείων, τα οποία μεταξύ άλλων θα εξασφαλίζονταν με μια υποθήκη πάνω στο Ξενοδοχείο και μετά την ολοκλήρωση του έργου θα είχε προτεραιότητα 80:20 στο δικαίωμα μερίσματος για να ανακτήσει πλήρως την επένδυση του. Με την έκδοση του διατάγματος της Πόλης ημερ. 29.4.03 και τη σύσταση στη συνέχεια της DecMos ο ενάγοντας 1 παράσχε τα πρώτα 50 εκατομμύρια δολάρια για κατεδάφιση του Ξενοδοχείου και κατά την πρώτη συνεδρίαση των μετόχων της DecMos, η οποία έγινε τον Ιούνιο του 2003 (τεκμ.3), αποφασίσθηκε ότι η Πόλη θα συναινούσε στην υποθήκευση των περιουσιακών στοιχείων της DecMos για χρηματοδότηση του έργου. Μερικούς δε μήνες μετά, στις 2.10.03, καταρτίσθηκε συμφωνία μεταξύ της Πόλης, της DecMos και της Decorum (τεκμ. 4, στο εξής η Συμφωνία) βάσει της οποίας η Decorum - και ως εκ τούτου ο ενάγοντας 1 που είχε το 50% των μετοχών της και μέσω αυτής το 25.5% του Σχεδίου - ανάλαβε την ευθύνη για χρηματοδότηση του έργου είτε με άμεσες επενδύσεις δικών της κεφαλαίων είτε μέσω δανείων. Η επανοικοδόμηση του Ξενοδοχείου ανατέθηκε στην αυστριακή εταιρεία "Strabag" και κατά την περίοδο 2003 - 2008 ο ενάγοντας 1 δαπάνησε πέραν των 253 εκατομμυρίων δολαρίων για να κτισθούν οι υπόγειοι χώροι στάθμευσης ως και άλλες εργασίες, κι αυτό παρά τα εμπόδια και δολοπλοκίες που σχεδιάστηκαν και χρησιμοποιήθηκαν εναντίον του από τους εναγόμενους 4 έως 9 και 17 για να τον απομακρύνουν από το Σχέδιο, λόγω του ότι στο μεταξύ οι τιμές των ακινήτων στη Μόσχα εκτινάχθηκαν στα ύψη και το έργο έγινε πιο πολύτιμο. Στα ύψη όμως εκτινάχθηκε και το κόστος υλοποίησης του Σχεδίου, το οποίο από τα 300 εκατομμύρια δολάρια που εκτιμήθηκε αρχικά ανέβηκε σε πάνω από 500 εκατομμύρια. Τα ισχυριζόμενα εμπόδια και δολοπλοκίες που σχεδιάστηκαν και χρησιμοποιήθηκαν εναντίον του ενάγοντα 1 εκδηλώθηκαν αρχικά με τη ματαίωση δανείου ύψους 525 εκατομμυρίων δολαρίων, το οποίο διευθέτησε τον Ιούλιο του 2006 να χορηγηθεί στην DecMos από τη μεγάλη ρωσική τράπεζα Sherbank. Το δάνειο αυτό, προβάλλεται, εγκρίθηκε ομόφωνα εξ αρχής από το Δ.Σ. της DecMos, στο οποίο συμμετείχαν και εκπρόσωποι της Πόλης (τεκμ.5), αλλά η λήψη του ματαιώθηκε λόγω του ότι η Πόλη κατά παράβαση των όρων του διαγωνισμού, των αποφάσεων της πρώτης συνέλευσης των μετόχων της DecMos και της Συμφωνίας παρέλειψε να το εγκρίνει και για τη λήψη του να υποθηκεύσει το Ξενοδοχείο όπως της ζητήθηκε και με επιστολές (τεκμ.6 και 7). Κι αυτό λόγω του δημάρχου της Πόλης (του εναγόμενου 6), ο οποίος όπως διεφάνη εκ των υστέρων ήταν αποφασισμένος να βρει τρόπο για απομάκρυνση του ενάγοντα 1 από το Σχέδιο. Ωστόσο ο ενάγοντας 1, αντί της αντιπαράθεσης, επέλεξε να βρει άλλους τρόπους να παραμείνει στο Σχέδιο και για το σκοπό αυτό προσέγγισε την Deutche Bank (DB), η οποία τον Δεκέμβριο του 2006 χορήγησε στην ενάγουσα 5 δάνειο (το "Blidenson Δάνειο") ύψους 100 εκατομμυρίων δολαρίων ΗΠΑ, με ενέχυρο τα συμφέροντα του στην εταιρεία Europark Shopping Mall. Από το δάνειο δε αυτό 90 εκατομμύρια χρησιμοποίησε η ενάγουσα 5 για την αγορά γραμματίων που είχε εκδώσει η DecMos στην κατασκευάστρια του έργου εταιρεία "Strabag", με αποτέλεσμα η DecMos να καταστεί οφειλέτης της ενάγουσας 5 για αντίστοιχο ποσό. Το επόμενο επιλήψιμο εμπόδιο που χρησιμοποίησε η Πόλη για ανατροπή των όρων συμμετοχής του ενάγοντα 1 στο Σχέδιο εκδηλώθηκε με την άσκηση εναντίον του οικονομικών πιέσεων. Συγκεκριμένα:- Τον Ιούλιο του 2007 ο ενάγοντας 1 εξασφάλισε δάνειο από την DB αφού τόσο ο ίδιος όσο και οι εναγόμενοι 7 και 8 μεταβίβασαν τις μετοχές που κατείχαν στη Decorum στην εναγόμενη 16, η οποία ανήκε κατά 99.9% στην εταιρεία "Limerick". Με τη μεταβίβαση αυτή, που ήταν όρος της Τράπεζας, η DB συμφώνησε να παραχωρήσει:- (α) Στην κυπριακή εταιρεία Falmiro Trading Ltd - η οποία ανήκε κατά 50% στον ενάγοντα 1, κατά 25% στον αδελφό του εναγόμενου 7 Βoris και κατά 25% στην Elena Parlyuchenko που ενεργούσε για λογαριασμό του εναγόμενου 8 - πιστωτικό όριο ύψους 392 εκατομμυρίων δολαρίων (το "Falmiro Δάνειο") και ως εγγύηση, μεταξύ άλλων, συμφωνήθηκε η ενεχυρίαση των μετοχών που κατείχαν οι εταιρείες Decorum, Tribalin και Limerick στις εταιρείες DecMos, Decorum και Tribalin αντίστοιχα και (β) Δεύτερο πιστωτικό όριο ύψους 792 εκατομμυρίων δολαρίων προς την DecMos (το "DecMos Δάνειο"), με σκοπό την αναχρηματοδότηση του "Falmiro Δάνειο" και άλλων χρεών που είχαν συσσωρευθεί, το δε υπόλοιπο να χρησιμοποιηθεί για την κατασκευή του Ξενοδοχείου. Και αυτό, μεταξύ άλλων, με την άμεση υποθήκευση του Ξενοδοχείου. Από το πρώτο λοιπόν δάνειο (το Falmiro) έγινε ανάληψη 75 περίπου εκατομμυρίων δολαρίων και με το ποσό αυτό η εταιρεία Falmiro αγόρασε γραμμάτια που εξέδωσε η DecMos στην Strabag, με αποτέλεσμα η DecMos να γίνει οφειλέτρια της Falmiro για αντίστοιχο ποσό. Μεταγενέστερα όμως, η DB επέβαλε ως όρο την έγκριση των δανείων από τους μετόχους της DecMos εντός 1 έτους από 6.7.07, κάτι που εκμεταλλεύθηκε η Πόλη για να επιχειρήσει ανατροπή των όρων συμμετοχής του ενάγοντα 1 στο Σχέδιο. Έτσι, τον Δεκέμβριο του 2007, ισχυρίσθηκε ότι το "DecMos Δάνειο" ήταν «αντίθετο προς τα συμφέροντα της Πόλης» και ζήτησε από την Decorum να υπογράψει διευκρινιστική δήλωση ότι βάσει της Συμφωνίας είχε αναλάβει τη χρηματοδότηση του έργου χωρίς τραπεζικά δάνεια (gratis) και, περαιτέρω, ότι θα έπρεπε να τερματίσει άμεσα όλες τις συμβάσεις δανείων που είχε συνάψει με την DecMos (τεκμ.8). Μεταγενέστερα, ωστόσο, η Πόλη παραιτήθηκε της απαίτησης της για διευκρινιστική δήλωση ή συμφωνία, αφού στο μεταξύ ο ενάγοντας 1 κανόνισε να εκδοθεί από τη DB γραπτή βεβαίωση ότι το 49% που κατείχε η Πόλη στην DecMos δεν θα αποτελούσε μέρος της εγγύησης για τα δάνεια. Παρά όμως την απόσυρση της απαίτησης για διευκρινιστική δήλωση, η ένσταση της Πόλης για τη συμμετοχή του ενάγοντα 1 στο Σχέδιο μεγάλωνε. Έτσι στις 14.5.08 απέστειλε επιστολή στη Decorum (τεκμ.9), απειλώντας την για τερματισμό της Συμφωνίας με το αιτιολογικό ότι βάσει του όρου 3.1.1 το Ξενοδοχείο θα έπρεπε να τεθεί σε λειτουργία όχι αργότερα από το τέλος του 2006, τη στιγμή που με διάταγμα της Πόλης ημερ. 26.6.07 (τεκμ.10) η προθεσμία για την έναρξη της λειτουργίας του Ξενοδοχείου παρατάθηκε μέχρι την 31.12.
  20. Ο προφανής σκοπός της εν λόγω επιστολής, διατείνεται ο ενόρκως δηλών των αιτητών, ήταν ο εξαναγκασμός του ενάγοντα 1 να αποσυρθεί από το Σχέδιο - στο οποίο μέχρι τότε είχε επενδύσει πάνω από 253 εκατομμύρια δολάρια - και μόνο όταν εκδήλωσε την πρόθεση του να λάβει νομικά μέτρα εγκαταλείφθηκε η απειλή για τερματισμό της Συμφωνίας. Η γραπτή βεβαίωση της DB ότι το 49% της Πόλης στην DecMos δεν θα αποτελούσε μέρος της εγγύησης των δανείων δεν επέφερε και την έγκριση τους από τους μετόχους, κι αυτό λόγω του ότι ο εναγόμενος 6 παρεμπόδισε εσκεμμένα τους εκπροσώπους της Πόλης να παραστούν στη συνάντηση που ορίσθηκε γι αυτό το σκοπό. Έτσι παρήλθε η προθεσμία που έθεσε η DB για έγκριση των δανείων από τους μετόχους της DecMos και σε συνάντηση ημερ. 19.9.08 η εκπρόσωπος των εναγομένων 7 και 8 στο Δ.Σ. της DecMos ανακοίνωσε στην DB, χωρίς οποιαδήποτε προσυνεννόηση με τον εκπρόσωπο του ενάγοντα 1 στο Δ.Σ. της Falmiro, ότι η Falmiro ήταν σε αδυναμία να εκπληρώσει τις υποχρεώσεις της. Η ανακοίνωση αυτή, προβάλλεται από τον ενόρκως δηλούντα των αιτητών, έγινε σκόπιμα, με αποτέλεσμα στις 6.10.08 να αποσταλεί από την DB ειδοποίηση (τεκμ. 11) ότι αν το «Falmiro Δάνειο» δεν εγκρινόταν από τους μετόχους της DecMos μέχρι 21.10.08 θα ζητούσε την άμεση πληρωμή των 75 εκατομμυρίων δολαρίων που είχαν εκταμιευθεί, κάτι που θα επέφερε και την κατάσχεση των μετοχών της Tribalin (εναγόμενης 16). Με τη λήψη της ειδοποίησης η DecMos ζήτησε από την Πόλη (τεκμ. 12) να υποβάλει αίτημα στην DB για έξι μήνες παράταση, αλλά η Πόλη δεν ανταποκρίθηκε με το αιτιολογικό ότι "δεν είχε λόγους" να το πράξει (τεκμ. 13). Ωστόσο, ο ενάγοντας διέθετε μια ξεχωριστή συμφωνία με την DB βάσει της οποίας σε περίπτωση αθέτησης του «Falmiro Δάνειο» θα μπορούσε να το εξαγοράσει εντός δύο εβδομάδων περίπου. Στη βάση λοιπόν του προνομιακού αυτού δικαιώματος προσπάθησε στις 6.10.08 να οργανώσει την εξαγορά του δανείου από κοινού με τους εναγόμενους 7 και 8 και παρόλο που αρχικά ο εναγόμενος 7 δήλωσε ότι θα συμμετείχε, τελικά δεν έκανε τίποτα και πλέον οι αιτητές κατάλαβαν ότι οι εναγόμενοι 7 και 8 είχαν ήδη εμπλακεί σε συνομιλίες με την Πόλη και ο εναγόμενος 4 στόχευε στην απομάκρυνση του ενάγοντα 1 από το Σχέδιο. Το σχέδιο απομάκρυνσης του ενάγοντα 1 τεκμηριώνεται και από επιστολή του εναγόμενου 6 ημερ. 29.8.08 (τεκμ.14) προς τον αντιδήμαρχο της Πόλης, η οποία περιέχει ένα σχέδιο επιθετικής εξαγοράς του έργου και το γεγονός ότι η Πόλη βρισκόταν σε διαπραγματεύσεις για εξαγορά του «Falmiro Δάνειο» επιβεβαιώθηκε στον ενάγοντα 1 από τον διευθύνοντα σύμβουλο της DΒ στη Ρωσία, ο οποίος του ανάφερε ότι αν μέχρι 20.11.08 δεν έβρισκε τα χρήματα για την εξαγορά του δανείου αυτό θα επωλείτο στην Πόλη. Δηλαδή, εξηγείται από τον ενάγοντα 2, από τη μια η Πόλη προσπαθούσε να σχεδιάσει περιστατικό αθέτησης του «Falmiro Δάνειο» και από την άλλη να το εξαγοράσει, κάτι που θα την καθιστούσε δανειστή του έργου και δικαιούχο του ενεχύρου των μετοχών της Tribalin (εναγόμενης 16) και κατά συνέπεια με τον τρόπο αυτό θα αποκτούσε όλα τα συμφέροντα του ενάγοντα 1 στο Σχέδιο. Κατ΄ ακολουθία των πιο πάνω ο ενάγοντας 1 βρέθηκε χωρίς χρηματοδότηση και επομένως σε ευάλωτη θέση, στην οποία σκοπίμως τον οδήγησε η Πόλη. Βρισκόμενος λοιπόν σ΄ αυτή την κατάσταση αναγκάσθηκε να δεχθεί πρόταση της Πόλης για εξαγορά των δανείων της DB μέσω ενός κοινού φορέα, του Konk Select Partners Inc (εναγόμενου 10), τον οποίο θα χρηματοδοτούσε η Πόλη. Έτσι στις 13.11.08 καταρτίσθηκε η Συμφωνία Μετόχων (τεκμ. 15, στο εξής η Συναλλαγή Κonk) μεταξύ αφενός μεν του φορέα και αφετέρου του ενάγοντα 4, ονομαστικού μετόχου του ενάγοντα 1 και της θυγατρικής εταιρείας του φορέα OJSC OEK-Finance (εναγόμενης 13), με αποτέλεσμα η Πόλη να αποκτήσει το δικαίωμα να διορίζει δύο διευθυντές στην "Konk" μέχρι να εξοφληθεί το δάνειο. Η Συναλλαγή Konk, όπως συνειδητοποίησαν αργότερα οι αιτητές, ήταν προϊόν επιλήψιμων παρασκηνιακών μεθοδεύσεων του εναγόμενου 4 για απομάκρυνση του ενάγοντα 1 από το Σχέδιο, κάτι που προκύπτει και από τα ακόλουθα γεγονότα:-
(1)Στις 31.12.08 ο αντιδήμαρχος της Πόλης έστειλε επιστολή στον εναγόμενο 6 (τεκμ. 16), αναφέροντας του ότι διεξάγονταν διαπραγματεύσεις σχετικά με τους όρους απόκτησης των ενεχύρων επί της Tribalin και των μετοχών της Konk από την ΟΕΚ-Finance από "δομές φιλικές προς την Πόλη".
(2)Τον Ιανουάριο του 2009 ο ενάγοντας 1 είχε συνάντηση με τον εναγόμενο 4, ο οποίος του ανέφερε ότι η Συναλλαγή Konk διοργανώθηκε υπέρ του και ότι θα αποκτούσε το μερίδιο της Πόλης.
(3)Tην ίδια περίοδο ο Ignor Yusufov, πρώην Υπουργός Ενέργειας και πληρεξούσιος του Ρώσου Προέδρου για τα διεθνή ενεργειακά θέματα, ανάφερε στον ενάγοντα 1 ότι τον Οκτώβριο του 2008 ο εναγόμενος 4 τον απέτρεψε να του υποβάλει προσφορά για εξαγορά του "Falmiro Δάνειο" για να αποφευχθεί αθέτηση του συμβολαίου και
(4)Η Πόλη αγνόησε επιστολές του ενάγοντα 1 ημερ. 23.1, 24.2 και 16.4.09 (τεκμ. 17, 18 και 19), με τις οποίες εξέφραζε ετοιμότητα να αγοράσει τις μετοχές της Πόλης στην Konk στην περίπτωση που η Πόλη θα αποφάσιζε να τις πωλήσει. Επισημαίνεται συναφώς ότι, χωρίς την συγκατάθεση του ενάγοντα 1, η Πόλη εμποδιζόταν νομικά να πωλήσει τις εν λόγω μετοχές σε τρίτο πρόσωπο και ενόψει τούτου η Πόλη και ο εναγόμενος 4 στράφηκαν σε φανερά παράνομες μεθόδους. Ο εναγόμενος 4 εμφανίσθηκε τελικά στο προσκήνιο μέσα Ιανουαρίου του 2009, όταν ο ενάγοντας 1 κλήθηκε σε συνάντηση εργασίας στα γραφεία της DLΑ Piper σχετικά με την κατάσχεση των μετοχών της Tribalin. Κατά τη συνάντηση αυτή, και προς έκπληξη του ενάγοντα 1, παραβρέθηκαν και δύο δικηγόροι του εναγόμενου 4 μαζί με τους συμβούλους του και κατ΄ αυτή ο εκπρόσωπος της Πόλης Ignatov τον πληροφόρησε ότι παρέδιδαν το μερίδιο της στον εναγόμενο 4 και ότι ήδη του είχαν μεταβιβασθεί όλα τα σχετικά έγγραφα. Σε διαμαρτυρία δε του ενάγοντα 1 ότι αυτό αποτελούσε παραβίαση των όρων της Συναλλαγής Konk, η απάντηση του Ignatov ήταν:- «Δεν υπάρχει τίποτα που μπορώ να κάνω, αυτές είναι οι οδηγίες του Luzhkov (εναγόμενου 6) και της Baturina (συζύγου του εναγόμενου 6)». Έκτοτε ο εναγόμενος 4 έπαυσε να ενεργεί παρασκηνιακά και:-
(1)Στις 23.1.09 κάλεσε τον ενάγοντα 1 σε συνάντηση, στην οποία εν αγνοία του παραβρέθηκαν και οι εναγόμενοι 7 και 8 ως και ο Ignatov. Κατ΄ αυτή, αφού τον πληροφόρησαν ότι είχαν πάψει τον εκπρόσωπο του από διευθυντή της DecMos, δέχθηκε και απειλές από τους Ignatov και εναγόμενο 8. Συγκεκριμένα ο μεν Ignatov τον προειδοποίησε να παραιτηθεί του δικαιώματος προτίμησης που είχε για την αγορά των μετοχών της Πόλης στην Konk και να μην εμποδίσει τη μεταφορά τους στον εναγόμενο 4, ο δε εναγόμενος 8 τον προειδοποίησε ότι αν δεν συμμορφωθεί με τους όρους του εναγόμενου 4 τότε οι εναγόμενοι 4 και 6 θα κινήσουν εναντίον του ποινικές αγωγές. Περαιτέρω, ο εναγόμενος 8 του παραδέχθηκε ότι υπόγραψε ψεύτικα πρακτικά του Δ.Σ. της DecMos για παύση του αντιπροσώπου του από το Δ.Σ., λέγοντας του ότι το έκανε αυτό για να αποτρέψει την Πόλη και τον εναγόμενο 4 "να τον ρίξουν στη φυλακή".
(2)To Φεβρουάριο του 2009 κάλεσε ξανά τον ενάγοντα 1 στο γραφείο του, όπου από κοινού με τον Yusufov - τον αναφερθέντα πρώην Υπουργό Ενέργειας - του ζήτησαν να υπογράψει ένα προσχέδιο «συμφωνίας», διαφορετικά θα είχε να αντιμετωπίσει ποινική δίωξη. Ο ενάγοντας 1 δεν είχε αμφιβολία ότι επρόκειτο για σοβαρή απειλή και υπό το βάρος αυτής υπόγραψε τη «συμφωνία» (τεκμ.20), βάσει της οποίας συμφώνησε (
  1. i)να παραιτηθεί από το δικαίωμα προτίμησης να αγοράσει τις μετοχές της OEK-Finance στη Συναλλαγή Konk, (
  2. ii)να μεταφέρει το 25,5% της συμμετοχής του στην DecMos στους εναγόμενο 4 και Yusufov και (iii) να μεταφέρει στην Konk τα δάνεια ύψους 253 περίπου εκατομμυρίων δολαρίων, τα οποία οι εταιρείες του είχαν κάνει στην DecMos και Decorum. Κι αυτό, επ΄ ανταλλάγματι μιας ανασφάλιστης πιθανότητας να λάβει πίσω το μερίδιο του στην DecMos σε κάποια μεταγενέστερη απροσδιόριστη ημερομηνία και εν γνώσει του ότι το μέρος αυτό της «συμφωνίας» δεν θα το τηρούσε ο εναγόμενος 4. Παρά την υπογραφή όμως της εν λόγω συμφωνίας, ο ενάγοντας 1 προσπάθησε να υπερασπίσει τα δικαιώματα του στο Σχέδιο με την αγωγή του Ε.Δ. Λευκωσίας 1119/09, στο πλαίσιο της οποίας εξασφάλισε και προσωρινό διάταγμα με το οποίο εμποδιζόταν η απομάκρυνση του Δημητριάδη από διευθυντή της Konk. Η διαδικασία όμως αυτή, όπως και η διαιτησία στο Λονδίνο που ξεκίνησε εναντίον του για αντιπερισπασμό η εναγόμενη 13, διακόπηκε τελικά λόγω του ότι στο μεταξύ ο ενάγοντας 1 δέχθηκε νέο κύμα επίθεσης για απομάκρυνση του από το Σχέδιο. Το νέο κύμα επίθεσης άρχισε με αγωγή που κίνησε η Πόλη το Μάιο του 2009 με στόχο να αναλάβει το μερίδιο της Decorum στο Σχέδιο, προβάλλοντας ότι ο ενάγοντας 1 είχε παραβιάσει τη Συμφωνία αφενός μεν γιατί δεν είχε ολοκληρώσει το Ξενοδοχείο το 2006 και αφετέρου ότι η Decorum είχε δανειοδοτήσει το έργο μέσω δανείων. Οι ισχυρισμοί αυτοί ήταν προσχηματικοί και το γεγονός ότι το συμφέρον του ενάγοντα 1 στο Σχέδιο ήταν υπό επίθεση σε στυλ επιδρομής, η οποία είχε ενορχηστρωθεί από τους αξιωματούχους της Πόλης και την εταιρεία Nafta Moskva, καταγγέλθηκε στον Πρόεδρο της Ανακριτικής Επιτροπής της Ρωσίας με επιστολή ημερ. 20.5.09 (τεκμ.22). Μεταγενέστερα δε το δικαστήριο, στις 20.11.09 (τεκμ. 21), απέρριψε την αγωγή της Πόλης, με τη διαπίστωση ότι ο ενάγοντας 1 ενεργούσε σύμφωνα με και εκτελούσε τις συμβατικές του υποχρεώσεις. Στο μεταξύ ωστόσο έλαβαν χώρα και τα ακόλουθα γεγονότα:- Τέλη Μαΐου του 2009 ο ενάγοντας προκάλεσε συνέλευση των μετόχων της DecMos για τις 3.6.09 προκειμένου να αντικατασταθούν οι τρεις διευθυντές που δεν αντιπροσώπευαν την Πόλη, μεταξύ των οποίων και του υπαλλήλου του εναγόμενου 4 ο οποίος είχε διορισθεί παράνομα τον Ιανουάριο. Δύο ημέρες όμως πριν τη συνέλευση, στις 1.6.09, ασκήθηκαν εναντίον του επιπόλαιες και επινοημένες ποινικές διώξεις (τεκμ. 23), με τον ισχυρισμό ότι τα ασφαλιστικά μέτρα που του χορηγήθηκαν στο πλαίσιο της αγωγής 1119/09 συνιστούσαν απόπειρα εξαπάτησης της Πόλης από την επένδυση των 87 εκατομμυρίων δολαρίων που έκανε στη Συναλλαγή Konk. Η κατηγορία αυτή, ισχυρίζεται ο ενάγοντας 2, αποτελούσε υλοποίηση της απειλής του εναγόμενου 4 και αντιπροσώπευε την χειραγώγηση του ρωσικού συστήματος ποινικής έρευνας από τον εναγόμενο 6 προς εξυπηρέτηση των συμφερόντων του εναγόμενου 4. Ωστόσο η συνέλευση των μετόχων της DecMos πραγματοποιήθηκε και οι τρεις διευθυντές αντικαταστάθηκαν, γεγονός που προκάλεσε την αντίδραση της Πόλης η οποία κινήθηκε δικαστικά, εξασφαλίζοντας ασφαλιστικό διάταγμα για αναστολή του διορισμού των (νέων) τριών διευθυντών εν αναμονή της εκδίκασης επί της ουσίας. Τελικά, ποια ήταν η έκβαση επί της ουσίας δεν είναι σε γνώση των αιτητών αφού τέλος Ιουνίου του 2009 ο ενάγοντας 1 εξαναγκάσθηκε να υποκύψει στους εκβιασμούς του εναγόμενου 4 και να του παραχωρήσει το συμφέρον του στο Σχέδιο ως και το χρέος των 253 εκατομμυρίων δολαρίων που του οφείλεται. Και αυτό κατόπιν εκφοβισμού, επίδειξης πολιτικής επιρροής και άσκησης ωμής βίας μέσω των ειδικών δυνάμεων της αστυνομίας, οι οποίες μεταξύ 16-23.6.09 διενήργησαν εκτεταμένης κλίμακας ένοπλες επιδρομές σε γραφεία και υποστατικά των αιτητών και συνεργατών τους - ερευνήθηκαν τα σπίτια των εναγομένων 2, 3 και 4, τα γραφεία των νομικών συμβούλων των αιτητών «White & Case», «Lovells» και DLA Piper, ως και τα γραφεία των Decorum, DecMos και ενάγοντα 3 τα οποία στεγάζονται σε 9όροφο κτήριο γραφείων ουσιαστικής ιδιοκτησίας του ενάγοντα 1, οι περισσότεροι ενοικιαστές των οποίων ανακρίθηκαν - στο πλαίσιο των οποίων έγινε κατάσχεση ακόμη και των αρχείων των νομικών τους συμβούλων, συμπεριλαμβανομένων και των διακομιστών ηλεκτρονικού υπολογιστή που περιείχαν αρχεία πελατών τους. Ο εκβιασμός, τέλος, ολοκληρώθηκε και με επιστολή του εναγόμενου 6 προς τον Γενικό Εισαγγελέα της Ρωσίας ημερ. 24.6.09 (τεκμ.24), με την οποία ζητούσε την άρση της βουλευτικής ασυλίας του ενάγοντα 1 για έναρξη εναντίον του ποινικής δίωξης. Οι πιο πάνω εκβιασμοί, ισχυρίζεται ο ενάγοντας 2, έκαμψαν τις αντιστάσεις του ενάγοντα 1, ο οποίος αναγκάσθηκε στις 26 και 27.6.09 να συναντηθεί με τον εναγόμενο 4 και να του παραδώσει τα έγγραφα των εταιρειών Tribalin και Limerick. Ο εναγόμενος 4 όμως επέμενε να του παραχωρηθούν και όλα τα χρέη των Decorum και DecMos που οφείλονταν σε εταιρείες του ενάγοντα 1 και όταν ο ενάγοντας 1 πρόταξε ότι αυτά ανέρχονταν σε 253 εκατομμύρια δολάρια, ο εναγόμενος 4 αντί άλλης απαντήσεως του μονογράφησε χειρόγραφη απόδειξη ότι θα τον αποζημίωνε γι αυτό το ποσό με γραμμάτια από δικές του εταιρείες «την επόμενη Τρίτη» (τεκμ. 25). Κάτω απ΄ αυτές τις συνθήκες ο ενάγοντας 1 αναγκάσθηκε να υποκύψει και έστειλε τη σύζυγο του στην Ιταλία για να φέρει γραμμάτια που είχε εκδώσει η DecMos προς όφελος εταιρειών του και στη συνέχεια τους αντιπροσώπους του, τους ενάγοντες 2, 3 και 4, στην Κύπρο για οριστικοποίηση του ζητήματος, ταξίδια που πραγματοποιήθηκαν με το ιδιωτικό τζετ που παραχώρησε η σύζυγος του εναγόμενου 6. Οι αντιπρόσωποι του ενάγοντα 1, τους οποίους συνόδευαν εκπρόσωποι του εναγόμενου 4, δύο δικηγόροι της Nafta Moskva και ο διευθυντής της εναγόμενης 13, έφτασαν στην Κύπρο αργά το βράδυ της 28.6.09 και όπως είχε κανονίσει ο εναγόμενος 4 διανυκτέρευσαν στο ξενοδοχείο Hilton, απ΄ όπου το επόμενο πρωί τους οδήγησαν στο δικηγορικό γραφείο του Δημήτρη Δημητριάδη. Εκεί τους παρουσίασαν για υπογραφή μια σειρά από νομικά έγγραφα, που όπως τους είπαν είχαν συνταχθεί από τους δικηγόρους του εναγόμενου 4, τα οποία και υπόγραψαν σύμφωνα με τις οδηγίες που πήραν. Με τα έγγραφα αυτά ο ενάγοντας 1: 1. Μετέφερε το 25.5% του συμφέροντος του στο Σχέδιο, μεταβιβάζοντας το 50% που είχε στη Limerick (στο εξής η Συναλλαγή Limerick) προς την εικονική εταιρεία του εναγόμενου 4 Denoro (εναγόμενη 1) αντί του ποσού των €5.000 (τεκμ.26), το οποίο δεν κατεβλήθηκε παρόλο που οι ενάγοντες 2 και 3 υποχρεώθηκαν να υπογράψουν δήλωση ότι το είσπραξαν. 2. Μετέφερε το υπόλοιπο 50% του συμφέροντος του από τη Συναλλαγή Κοnk στην εικονική εταιρεία του εναγόμενου 7 Sparklon (εναγόμενη 14), με την υπογραφή σχετικού συμβολαίου (τεκμ. 27) αντί του ποσού των $2, το οποίο επίσης δεν κατεβλήθηκε και 3. Εκχώρησε κατ΄ ουσία στον εναγόμενο 4 όλα τα δάνεια ύψους 253 εκατομμυρίων δολαρίων που του οφείλονταν από την Decorum και DecMos μέσω μιας σειράς συμφωνιών μεταξύ των εναγουσών 5 και 7 και εναγόμενης 1 (τεκμ. 28), επ΄ ανταλλάγματι μιας υπόσχεσης του εναγόμενου 4 ότι άλλη εικονική του εταιρεία, η Kamenz (εναγόμενη 15) που δεν είχε περιουσιακά στοιχεία, θα εξέδιδε σε ένα απροσδιόριστο μέλλον ακάλυπτα γραμμάτια μακροπρόθεσμης λήξης τα οποία ούτε «το χαρτί δεν άξιζαν». Όπως προκύπτει από τα πιο πάνω, εξηγεί ο ομνύοντας των αιτητών, το επιλήψιμο σχέδιο της Πόλης και του εναγόμενου 4 σε βάρος του ενάγοντα 1 υλοποιήθηκε με τη συνεργεία των εναγομένων 7, 8 και άλλων σε τρεις φάσεις. Η πρώτη, όταν η Πόλη προκάλεσε την αποτυχία της χρηματοδότησης της DB, η οποία ανάγκασε τον ενάγοντα 1 να εισέλθει στη Συναλλαγή Κοnk, η δεύτερη, όταν η Konk χρησιμοποίησε την επιρροή της για να εισαγάγει τον εναγόμενο 4 στο Σχέδιο και, η τρίτη, με την προσφυγή σε πλαστά εταιρικά πρακτικά, ένοπλες επιδρομές και κατασκευασμένες ποινικές διαδικασίες, με τελική κατάληξη να αναγκασθεί ο ενάγοντας 1 να παραδώσει τα πάντα για το τίποτα στον εναγόμενο 4. Παρόμοιες μεθοδεύσεις, προβάλλεται, εφαρμόσθηκαν και εναντίον της Stragad AG, δηλαδή της κατασκευάστριας εταιρείας, σε μια προσπάθεια του εναγόμενου 4 να αποφύγει να της καταβάλει τις οφειλές που προέκυψαν από τα έργα, κάτι που ανάγκασε την Stragad να προβεί στις 6.11.09 σε επίσημη καταγγελία στον Πρωθυπουργό της Ρωσίας Βλ. Πoύτιν (τεκμ. 29). Οι «συμφωνίες» ημερ. 29.6.09, συνεχίζει ο ενάγοντας 2, δεν σηματοδότησαν και την απαλλαγή του ενάγοντα 1 από την σύναψη περαιτέρω συμφωνιών ή την παύση των εναντίον του απειλών. Σε σχέση λοιπόν με το πρώτο θέμα, το Νοέμβριο του 2009 και Ιανουάριο του 2010 οι δικηγόροι του εναγόμενου 4 ανακάλυψαν ότι μέσα στη βιασύνη υπογραφής των «συμφωνιών» ημερ. 29.6.09 είχαν κάνει λάθος στην εταιρεία που εκχώρησε το ποσό των $155 εκατομμυρίων που οφείλονταν στον ενάγοντα 1 και ότι τους διέφυγε ένα επιπλέον χρέος $23 εκατομμυρίων που επίσης οφείλονταν στον ενάγοντα 1 και για διόρθωση των λαθών αυτών ο εναγόμενος 4 απαίτησε και πέτυχε όπως υπογραφούν σχετικές συμφωνίες (τεκμ. 30 και 33 αντίστοιχα). Σ΄ ότι δε αφορά το δεύτερο θέμα, τον Ιανουάριο του 2010 ο ενάγοντας 1 έγινε δέκτης ανώνυμων απειλών ότι αν δεν έμενε μακριά από το Σχέδιο θα μεταφερόταν στη Τσετσενία απ΄ όπου δεν θα επέστρεφε, τις οποίες πήρε πολύ σοβαρά γιατί όπως πιστεύει πίσω απ΄ αυτές ήταν οι εναγόμενοι 4 και 7 και σε σχέση με αυτές ζήτησε από την αστυνομία τη διεξαγωγή εγκληματικής έρευνας η οποία ξεκίνησε στις 9.2.2010 (τεκμ.32). Τέλος, για περαιτέρω τεκμηρίωση των ισχυρισμών των αιτητών ότι η απομάκρυνση του ενάγοντα 1 από το Σχέδιο επετεύχθη στη βάση επιλήψιμου σχεδίου των καθ΄ ων η αίτηση, γίνεται αναφορά και σε γεγονότα που έλαβαν χώρα μεταξύ Δεκεμβρίου του 2009 και Αυγούστου του 2010, τα οποία αφενός μεν αποκαλύπτουν την αξία του συμφέροντος που είχε ο ενάγοντας 1 στην Decorum και αφετέρου τη διαμορφωθείσα σχέση των καθ΄ ων η αίτηση στο Σχέδιο. Σχετικά προβάλλεται ότι:- 1. Στις 18.12.09 ο εναγόμενος 8 προέβη σε επίσημη προσφορά εκ μέρους της Decorum για πώληση των μετοχών που είχε στην DecMos στο Γραφείο του Προέδρου της Ρωσικής Ομοσπονδίας για περίπου 2-2,5 δισεκατομμύρια δολάρια (τεκμ. 31), προσφορά αποκαλυπτική της αξίας του συμφέροντος του ενάγοντα 1 στην Decorum. 2. Από έρευνα που διενήργησαν οι αιτητές στο Κτηματολόγιο διαπιστώθηκε ότι στις 15.2.2010 η DecMos είχε εγκρίνει την υποθήκευση του Ξενοδοχείου προς όφελος της εναγόμενης 2 (της Monora), ενώ την είχε απορρίψει όταν συνέταιρος στο Σχέδιο ήταν ο ενάγοντας 1. 3. Στις 13.5.2010 η Ρωσική Αντιμονοπωλιακή Υπηρεσία ανακοίνωσε ότι είχε εγκρίνει την προταθείσα πώληση του 51% του μεριδίου της Decorum στην DecMos προς την εναγόμενη 3 (τεκμ. 34), ουσιαστικής ιδιοκτησίας των εναγομένων 4, 7 και 9, πράξη αποκαλυπτική της υλοποίησης του σχεδίου σε βάρος του ενάγοντα 1 και 4. Τέλος Αυγούστου του 2010 η Πόλη ενημέρωσε τους δικηγόρους των αιτητών ότι είχε μεταφέρει το 49% του μεριδίου της που είχε στην DecMos στην εταιρεία OJSC Hotel Comany, το 51% της οποίας όπως αντιλαμβάνονται οι αιτητές ελέγχεται από τον εναγόμενο 4 σε συνεργασία με την Πόλη, πράξη που επίσης αποκαλύπτει την υλοποίηση του σχεδίου σε βάρος του ενάγοντα 1. Όπως δε υπέπεσε στην αντίληψη των αιτητών μετά από έρευνα στο ρωσικό μητρώο εταιρειών, η πώληση των μετοχών της DecMos - η οποία σύμφωνα με δημοσίευμα ημερ. 17.8.2010 (τεκμ. 45) άρχισε να ενοικιάζει ιδιοκτησία στο Ξενοδοχείο - έχει ήδη ή επίκειται να ολοκληρωθεί, ενώ τέλη Ιουνίου 2010 η Decorum τέθηκε σε εκκαθάριση εθελούσιου αυτοελέγχου και, στην περίπτωση που εκκαθαριστεί, η Limerick θα καταστεί άχρηστη. Περιουσιακά στοιχεία καθ΄ ων η αίτηση στην Κύπρο Σχετικά προβάλλεται ότι περιουσιακά στοιχεία στην Κύπρο έχουν μέσω εταιρειών οι εναγόμενοι 4, 7 και 9 ως ακολούθως:- 1. Ο εναγόμενος 4 είναι και ο ουσιαστικός ιδιοκτήτης των κυπριακών εταιρειών Kaliha Finance Ltd, Wandle Holdings Ltd και Nafta Moskva (Cyprus) Ltd, όπως επεξηγείται στα διαγράμματα που επισυνάπτονται στη συνοδευτική ένορκη δήλωση (τεκμ. 46) και επιβεβαιώνεται από ηλεκτρονικές ανακοινώσεις ή δημοσιεύματα προσιτά στους ενδιαφερόμενους. Συγκεκριμένα, το γεγονός ότι:- (α) Η Kaliha ανήκει κατά πλήρη κυριότητα στον εναγόμενο 4 ανακοινώθηκε στις 14.6.2010 σε μια ιστοσελίδα στο Χρηματιστήριο του Λονδίνου (τεκμ. 36) σε σχέση με τη ρωσική εταιρεία OJSC Uralkali, η οποία είναι εισηγμένη τόσο στα χρηματιστήρια της Ρωσίας όσο και του Λονδίνου με βασικό μέτοχο σε ποσοστό 25% την Kaliha. Επί του προκειμένου, διατυπώνεται ο ισχυρισμός ότι ανάλογα με την τρέχουσα τιμή των μετοχών της Uralkali στο Χρηματιστήριο του Λονδίνου οι μετοχές της Kaliha, οι οποίες σύμφωνα με το τεκμ. 35 έχουν ενεχυριασθεί στις 16.6.2010 για 3,4 δισεκατομμύρια δολάρια προς όφελος της τράπεζας VTB Capital Plc, είναι αξίας περίπου 2,5 δισεκατομμύρια δολάρια. (β) Η Wandle ελέγχεται ουσιαστικά από τον εναγόμενο 4 μέσω της κυπριακής εταιρείας Braindepia Holdings και της εταιρείας των Νήσων Καϋμάν White Star LP (τεκμ. 37 και 38), το παραδέχθηκε ο ίδιος με το ενημερωτικό δελτίο που έκδωσε η εταιρεία Kazakh Gold στις 2.7.2010 (τεκμ. 39) όπου αποδέχεται ότι είναι δικαιούχος της εν λόγω εταιρείας μέσω της Wandle. Με την εταιρική λοιπόν αυτή δομή ο εναγόμενος 4 κατέχει το 36% του μετοχικού κεφαλαίου της ρωσικής εταιρείας OJSC Polyus Gold, η οποία είναι εισηγμένη τόσο στα Χρηματιστήρια της Ρωσίας όσο και του Λονδίνου. Σύμφωνα δε με την τρέχουσα τιμή των μετοχών της Polyus Gold στο Χρηματιστήριο του Λονδίνου, οι μετοχές της που κατέχονται από τον εναγόμενο 4 είναι αξίας 3,3 δισεκατομμύρια δολάρια και όλες έχουν ενεχυριασθεί στις 16.6.2010 με το τεκμ. 37 προς όφελος της VTB Capital Plc για 3,4 δισεκατομμύρια δολάρια και (γ) Ο εναγόμενος 4 είναι κάτοχος 2500 μετοχών στο κεφάλαιο της Nafta Moskva (Cyprus) Ltd ενώ οι υπόλοιπες 2500 κρατούνται από άλλη κυπριακή εταιρεία, την Aniketa Investments Ltd η οποία του ανήκει 100%, επιβεβαιώνεται από ηλεκτρονική έρευνα στα αρχεία του Εφόρου Εταιρειών (τεκμ. 40 και 41). Σύμφωνα δε με το αναφερθέν ενημερωτικό δελτίο τεκμ. 39, η Nafta Moskva (Cyprus) Ltd - και επομένως ο εναγόμενος 4 - φαίνεται να κατέχει μετοχές της OJSC Polyus Gold, αλλά ο αριθμός των μετοχών που κατέχονται δεν είναι σε γνώση των αιτητών. 2. Οι εναγόμενοι 7 και 9 κατέχουν από 125 μετοχές έκαστος - επί συνόλου 1000 - στην εναγόμενη 3 (τεκμ. 42), η οποία, στη βάση της ανακοίνωσης της Ρωσικής Αντιμονοπωλιακής Υπηρεσίας ημερ. 13.5.2010 (τεκμ. 34) και της ενημέρωσης που έτυχαν οι δικηγόροι των αιτητών από την Πόλη τέλος Αυγούστου του 2010, φαίνεται να έγινε ιδιοκτήτης του 51% του Ξενοδοχείου και 3. Ο εναγόμενος 7 κατέχει ολόκληρο το μετοχικό κεφάλαιο της κυπριακής εταιρείας Olpon Investments Ltd (τεκμ. 43) και μέσω αυτής την 100% θυγατρική της εταιρεία εναγόμενη 14 (τεκμ. 44), η οποία είναι το όχημα που χρησιμοποιείται από τους εναγόμενους για την απόκτηση του μεριδίου του ενάγοντα 1 στη Συναλλαγή Κοnk. Το κατεπείγον του αιτήματος Για ικανοποίηση του στοιχείου του κατεπείγοντος προβλήθηκαν ουσιαστικά οι ακόλουθοι τρεις λόγοι:- 1. Με τη ρευστοποίηση της Decorum τέλος Ιουνίου του 2010, τη μεταφορά των μετοχών της DecMos στην εναγόμενη 3 και με την υποθήκευση του Ξενοδοχείου προς όφελος της εναγόμενης 2, οι καθ΄ ων η αίτηση προσπαθούν να αποσυνδέσουν τους αιτητές από το Ξενοδοχείο και τα 253 εκατομμύρια της επένδυσης τους. Ευτυχώς όμως έχουν χρησιμοποιήσει κυπριακές εταιρείες, τις μετοχές των οποίων όμως μπορούν να μεταβιβάσουν και χωρίς τα ασφαλιστικά μέτρα οι αιτητές θα χάσουν κάθε πιθανότητα ανάκαμψης στην περίπτωση που πετύχουν στις αξιώσεις τους. 2. Λόγω των πολυάριθμων μηχανορραφιών των καθ΄ ων η αίτηση και της πολιτικής τους επιρροής στο εσωτερικό της Ρωσίας, υπάρχει πραγματικός και ουσιαστικός κίνδυνος τα οποιαδήποτε ευνοϊκά για τους αιτητές αποτελέσματα στην αγωγή και στις διαιτησίες να μην υλοποιηθούν στη Ρωσία και το μόνο που θα τους μείνει είναι μια απαίτηση για αποκατάσταση της ζημίας που έχουν υποστεί. Κατά συνέπεια ό,τι απέμεινε στους αιτητές είναι τα ασφαλιστικά μέτρα για πρόληψη της εξαφάνισης των αναγνωρίσιμων περιουσιακών στοιχείων που κάποιοι από τους καθ΄ ων η αίτηση - κυρίως ο εναγόμενος 4 - έχουν στα όρια της δικαιοδοσίας του παρόντος δικαστηρίου, ώστε στην περίπτωση που επιτύχουν στις αξιώσεις τους να έχουν τουλάχιστο κάποια εξασφάλιση για αποκατάσταση της ζημίας που έχουν υποστεί. 3. Από τις κινήσεις που έγιναν τον Ιούνιο του 2010 για μετακίνηση από την υπάρχουσα δομή στο Σχέδιο, υπάρχει σοβαρός κίνδυνος οι αιτητές να χάσουν κάθε πιθανότητα ανάκτησης της θέσης τους. Έτσι, παρά το γεγονός ότι από τον Ιούνιο του 2009 οι αιτητές βρίσκονται υπό καθεστώς συνεχών απειλών, η ανάγκη προστασίας των συμφερόντων τους μέσω προσωρινών διαταγμάτων είναι άμεση. Για το λόγο δε αυτό αποφάσισαν να εγκατασταθούν προσωρινά σε άλλη χώρα ώστε να είναι σε θέση να διεξαγάγουν την παρούσα δικαστική διαδικασία και σχετικά ζητούν τη βοήθεια του δικαστηρίου. Τέλος, ο ενόρκως δηλών των αιτητών δεν παρέλειψε να αναφερθεί και στο ισοζύγιο της ευχέρειας, προβάλλοντας ότι αυτό είναι σαφώς υπέρ των αιτητών και ότι η χορήγηση των ασφαλιστικών μέτρων δεν θα προκαλούσε οποιαδήποτε ζημιά ή ενόχληση στους καθ΄ ων η αίτηση, ενώ σε αντίθετη περίπτωση οι αιτητές θα κινδυνεύουν να υποστούν ανεπανόρθωτη ζημία, περιλαμβανομένης και της απώλειας κάθε πιθανότητας να αποζημιωθούν στην περίπτωση που επιτύχουν στην αγωγή τους. ΟΙ ΕΝΣΤΑΣΕΙΣ Κατατέθηκαν πέντε ενστάσεις εκ μέρους (α) των εναγομένων 1, 2, 3, 15 και 16 (β) του εναγόμενου 4 (γ) των εναγομένων 5 και 13 (δ) των εναγομένων 7, 8, 9 και 14 και (ε) του εναγόμενου 11, με τις οποίες ουσιαστικά εγείρονται οι ακόλουθοι λόγοι ένστασης:- 1. Το δικαστήριο στερείται δικαιοδοσίας για εκδίκαση της υπόθεσης, θέμα για το οποίο οι συνήγοροι των διαδίκων επεφυλάχθηκαν να επιχειρηματολογήσουν στο πλαίσιο άλλης διαδικασίας που εκκρεμεί. 2. Η διαδικασία που ακολούθησαν οι αιτητές για εξασφάλιση του προσωρινού διατάγματος προς ενίσχυση της διαιτητικής διαδικασίας στο Λονδίνο δεν είναι η ορθή. 3. Οι αιτητές απέτυχαν να καταδείξουν το στοιχείο του κατεπείγοντος, δεν αποκάλυψαν στο δικαστήριο ουσιώδη γεγονότα και απέτυχαν να ικανοποιήσουν τις προϋποθέσεις του άρθρου 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου 14/1960. 4. Το εκδοθέν διάταγμα είναι ασαφώς διατυπωμένο, στοιχείο που επιφέρει στους καθ΄ ων η αίτηση τεράστια ταλαιπωρία, ενόχληση και ανεπανόρθωτη ζημία και 6. Οι καθ΄ ων η αίτηση είναι φερέγγυοι και μπορούν να αντιμετωπίσουν οποιαδήποτε δικαστική απόφαση εναντίον τους. Κάθε ένσταση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση, αλλά ουσιαστικά οι λόγοι ένστασης αναπτύσσονται στις ενόρκους δηλώσεις των Chr. Loucas (για τους εναγόμενους 1, 2, 3, 15 και 16, Α. Zhabko (για τους εναγόμενους 5 και 13) και Α. Sidorov (για τους εναγόμενους 7,8, 9 και 14) αφού οι ενόρκως δηλούντες των εναγομένων 4 και 11 επέλεξαν να υιοθετήσουν την ένορκη δήλωση της Loucas. ΟΙ ΕΝΟΡΚΕΣ ΔΗΛΩΣΕΙΣ ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΚΑΘ΄ ΩΝ Η ΑΙΤΗΣΗ Βασικός ισχυρισμός των ενόρκως δηλούντων των καθ΄ ων η αίτηση είναι ότι οι συμφωνίες της 29.6.09 δεν ήταν προϊόν οικονομικής καταπίεσης ή επιλήψιμων μεθοδεύσεων όπως ισχυρίζεται ο ενόρκως δηλών των αιτητών, αδελφός του ενάγοντα 1, αλλά ελεύθερων διαπραγματεύσεων με την εμπλοκή και των νομικών συμβούλων των μερών. Συναφώς καταλογίζουν στον ενόρκως δηλούντα των αιτητών μια σειρά από σοβαρές αποκρύψεις και διαστρεβλώσεις ουσιωδών γεγονότων, αποτέλεσμα των οποίων ήταν η παραπλάνηση του δικαστηρίου για τη χορήγηση των προσβαλλόμενων διαταγμάτων. Περιστρέφονται γύρω από (α) τις υποχρεώσεις που ανέλαβε η Decorum για υλοποίηση του Σχεδίου, (β) την αδυναμία της να ανταποκριθεί στους όρους του Falmiro Δάνειο και τη σωτήρια γι΄ αυτή, όπως προβάλλεται, Συναλλαγή Konk, (γ) την προσέγγιση του εναγόμενου 4 και την ανάμειξη του στο Σχέδιο (δ) τις συνθήκες υπό τις οποίες ετοιμάσθηκε το προσχέδιο συμφωνίας ημερ. 17.2.09 (τεκμ. 20) και καταρτίσθηκαν οι συμφωνίες ημερ. 29.6.09 (τεκμ. 26, 27 και 28) με την εμπλοκή και των νομικών τους συμβούλων και (ε) το πραγματικό αντάλλαγμα για το οποίο οι αιτητές υπόγραψαν τις συμφωνίες ημερ. 29.6.09. Πέραν τούτων, διατυπώνονται ισχυρισμοί ότι στη βάση του περιεχομένου της ένορκης δήλωσης του ενάγοντα 2 οι αιτητές δεν πέτυχαν να ικανοποιήσουν το στοιχείο του κατεπείγοντος και τις τρεις προϋποθέσεις του άρθρου 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου, καθώς και να καταδείξουν ότι το ισοζύγιο της ευχέρειας κλίνει προς το μέρος τους. Αναλυτικά:- Οι υποχρεώσεις της Decorum Ο ισχυρισμός των αιτητών, διατείνεται η Zavkov, ότι σύμφωνα με τους όρους του διαγωνισμού, των αποφάσεων της πρώτης γενικής συνέλευσης των μετόχων της DecMos και τους όρους της Συμφωνίας ημερ. 2.10.03, η Decorum είχε αποκτήσει δικαίωμα μιας υποθήκης στο Ξενοδοχείο για εξασφάλιση χρηματοδότησης του έργου συνιστά διαστρέβλωση της αλήθειας, στη βάση της οποίας παραπλανήθηκε το δικαστήριο για τη χορήγηση των προσβαλλόμενων προσωρινών διαταγμάτων. Αντέτεινε σχετικά ότι σύμφωνα με την προσφορά της Decorum Inc ημερ. 26.9.00 (τεκμ. ΑΖ4), η οποία πέτυχε στο διαγωνισμό και στη συνέχεια τα δικαιώματα της μεταφέρθηκαν στην Decorum, ο Επενδυτής - δηλαδή η ίδια - θα μπορούσε να εξασφαλίσει χρηματοδότηση για υλοποίηση του Σχεδίου μέσω δανείων με την ενεχυρίαση μόνο των μισών μετοχών που θα αποκτούσε στην Κοινοπραξία με την Πόλη, ενώ οι άλλες μισές μόνο με την έγκριση της Πόλης θα μπορούσαν να ενεχυριασθούν. Κατά συνέπεια οι όροι του διαγωνισμού δεν της έδιδαν δικαίωμα υποθήκευσης του Ξενοδοχείου, θέμα για το οποίο δεν έγινε πρόβλεψη ούτε στο Διάταγμα της Πόλης ημερ. 29.4.03 (τεκμ. ΑΖ5), ενώ η Συμφωνία ημερ. 2.10.03 ήταν ξεκάθαρη:- Με βάση αυτή η Decorum απέκτησε συμφέρον 51% στο Ξενοδοχείο, αναλαμβάνοντας την πλήρη ευθύνη για τη χρηματοδότηση και ολοκλήρωση του έργου μέχρι το τέλος του 2006 είτε με δικά της κεφάλαια είτε μέσω δανείων τα οποία δεν θα βάρυναν την DecMos. Στη βάση των πιο πάνω, τονίζεται, το μόνο στοιχείο που ενδεχομένως θα μπορούσε να επικαλεσθεί η Decorum για στήριξη του ισχυρισμού της ότι η Πόλη είχε υποχρέωση να συναινέσει σε υποθήκευση του Ξενοδοχείου ήταν οι αποφάσεις της πρώτης συνεδρίασης των μετόχων της DecMos, τις οποίες οι αιτητές με πρόθεση παραπλάνησης του Δικαστηρίου διαστρεβλώνουν αφενός γιατί οι εν λόγω αποφάσεις δεν ήταν και απόφαση της Πόλης και αφετέρου γιατί με αυτές οι αντιπρόσωποι της Πόλης ενέκριναν συγκεκριμένη συναλλαγή που προσδιορίζεται στα πρακτικά, η οποία σε καμιά περίπτωση δεν θα μπορούσε να εκληφθεί ως γενική συγκατάθεση της Πόλης για υποθήκευση περιουσιακών στοιχείων της DecMos για λήψη μελλοντικής χρηματοδότησης. Μάλιστα η Πόλη είχε ξεκαθαρίσει τη θέση της επί του ζητήματος με επιστολές προς την Decorum από τον Νοέμβριο του 2005 και μεταγενέστερα (τεκμ. ΑΖ6) και είναι γι αυτό το λόγο που δεν συναίνεσε στην έγκριση του δανείου από την Sherbank, όρος για τη χορήγηση του οποίου ήταν και η υποθήκευση του Ξενοδοχείου. Όλα αυτά τα θέματα, επισημαίνεται, οι αιτητές είχαν καθήκον να τα θέσουν υπόψη του δικαστηρίου και να επισύρουν σχετικά την προσοχή του. Αντ΄ αυτού όμως πρόβαλαν ότι η Πόλη αδιαμφισβήτητα είχε υποχρέωση να συναινέσει σε υποθήκευση του Ξενοδοχείου, κάτι που συνιστά μια ουσιώδη και σοβαρή μη αποκάλυψη. Το Falmiro Δάνειο και η Συναλλαγή Konk Η ουσία των ισχυρισμών των ενόρκως δηλούντων των καθ΄ ων η αίτηση σε σχέση με το δάνειο αυτό μπορεί κατά την άποψή μου να συνοψισθεί ως ακολούθως:- Στην προσπάθεια της Decorum να εξεύρει χρηματοδότηση του έργου ήλθε σε επαφή με την DB, η οποία στις 6.7.07 συμφώνησε να παραχωρήσει δάνειο ύψους 792 εκατομμυρίων προς την DecMos (το DecMos Δάνειο), υπό τους όρους που ισχυρίζονται και οι αιτητές. Ένας δε από τους σκοπούς του δανείου αυτού ήταν και η επαναχρηματοδότηση του Falmiro Δάνειο ύψους 392 εκατομμυρίων δολαρίων, το οποίο παραχωρήθηκε την ίδια ημέρα στην εταιρεία Falmiro Trading Ltd και για εξασφάλιση του οποίου η Decorum είχε ενεχυριάσει το 51% των μετοχών που είχε στην DecMos. Βασική προϋπόθεση του Falmiro Δάνειο ήταν και η έγκριση του DecMos Δανείου από τους μετόχους της DecMos - δηλαδή την Decorum και την Πόλη - το αργότερο μέχρι 5.7.08, έγκριση που η Πόλη όπως είχε κάθε δικαίωμα βάσει της Συμφωνίας ημερ. 3.10.03 δεν έδωσε, γιατί κάτι τέτοιο θα ισοδυναμούσε με επιβάρυνση της DecMos με δάνεια και υποθήκευση του Ξενοδοχείου. Ενόψει τούτου η Τράπεζα (η DB) απέστειλε στις 6.10.08 την ειδοποίηση που αναφέρουν οι αιτητές, κατ΄ ακολουθία της οποίας οι αιτητές και οι εναγόμενοι 7 και 8, όπως είχαν δικαίωμα, προσπάθησαν να εξαγοράσουν το δάνειο. Παρά τις προσπάθειες τους όμως δεν τα κατάφεραν και το γεγονός ότι και οι εναγόμενοι 7 και 8 (Μέτοχοι του 50% της Decorum) είχαν προσπαθήσει να εξεύρουν χρηματοδότηση για εξαγορά του εν λόγω δανείου επιβεβαιώνεται και από επιστολές ημερ. 13.10.08 που απέστειλαν στη ρωσική τράπεζα Vnesheconom bank (τεκμ. ΑS 18, 18A, 19, 19A στη Δήλωση Sidorov) με αίτημα τη χορήγηση δανείου, στοιχείο που διαψεύδει τον ισχυρισμό των αιτητών ότι είχαν εμπλακεί σε σχέδιο απομάκρυνσης του ενάγοντα 1 από το Σχέδιο. Σ΄ ότι δε αφορά τον ισχυρισμό των αιτητών ότι κατά τη συνεδρίαση της 19.9.08 η εκπρόσωπος των εναγομένων 7 και 8 στο Δ.Σ. της DecMos ανακοίνωσε στην DB ότι η Falmiro ήταν σε αδυναμία να εκπληρώσει τις υποχρεώσεις της, ο ισχυρισμός αυτός δεν αποδίδει την αλήθεια. Κατά τη συνεδρίαση αυτή, προβάλλεται από τον Sidorov, η εκπρόσωπος των εναγομένων 7 και 8 προσπάθησε όσο μπορούσε να πείσει την DB να παραχωρήσει παράταση, αλλά χωρίς επιτυχία. Η αποτυχία των αιτητών, τονίζεται, να εξαγοράσουν ή να επιτύχουν παράταση του χρόνου εξαγοράς του Falmiro Δάνειο οδήγησε στη Συναλλαγή Konk, η οποία γι αυτούς ήταν σωτήρια και δεσμευτική αφού διατήρησαν τις μετοχές τους στην DecMos. Το ότι ήταν σωτήρια, προκύπτει - σύμφωνα με τη Loucas - και από τρία στοιχεία τα οποία οι αιτητές απέκρυψαν από το δικαστήριο. Το πρώτο, από τιμολόγια που απέστειλαν οι δικηγόροι των αιτητών προς την Falmiro (τεκμ.2) από τα οποία αποκαλύπτεται ότι την είχαν συμβουλεύσει από τις 19.8.08 για τις συνέπειες της μη πληρωμής του Falmiro Δάνειο, το δεύτερο από επιστολή ημερ. 18.8.08 της DecMos προς τους μετόχους της Limerick (τεκμ.8) με την οποία ζητούσε την πληρωμή των τόκων του Falmiro Δάνειο από 13.3 μέχρι 13.9.08 και το τρίτο, ότι οι τόκοι ύψους 9,035 εκατομμύρια πληρώθηκαν δυνάμει συμφωνίας δανείου που υπέγραψαν οι Falmiro και DecMos στις 1.9.08 (τεκμ. 9). Περαιτέρω, το ότι οι αιτητές θεωρούσαν τη Συναλλαγή Konk έγκυρη και δεσμευτική προκύπτει και από τα τεκμ. 18 και 19 της ένορκης δήλωσης του ενάγοντα 2 και η παράλειψη τους να επισύρουν την προσοχή του δικαστηρίου και επ΄ αυτού του θέματος συνιστά απόκρυψη ουσιώδους γεγονότος. Παρά τα πιο πάνω, το Φεβρουάριο του 2009 ο ενάγοντας 4 καταχώρισε στο Ε.Δ. Λευκωσίας την αγωγή 1119/09 (τεκμ. 1 στη Δήλωση Sidorov) εναντίον των Δ. Δημητριάδη, ΟJSC OEK-Finance, Konk Select Partners Inc, Dadlaw Secretarial Ltd και Dadlaw Nominees Ltd, με την οποία αμφισβήτησε την εγκυρότητα και εκτελεστότητα της Συναλλαγής Konk. Συναφώς επισύρεται η προσοχή του δικαστηρίου ότι στο πλαίσιο της αγωγής αυτής ο ενάγοντας 4 πέτυχε μονομερώς σε προσωρινό διάταγμα για διατήρηση της υφιστάμενης τότε δομής του Δ.Σ. της εναγόμενης 10 (τεκμ. 3) στη βάση ένορκης δήλωσης (τεκμ. 2) του εκ των δικηγόρων των αιτητών της παρούσας διαδικασίας Μ. Φιλίππου, στην οποία κανένα ισχυρισμό για εξαναγκασμό οποιουδήποτε πρόβαλλε. Ό,τι πρόβαλε ήταν νομοτεχνικής φύσεως λόγους και οι ισχυρισμοί για δήθεν εξαναγκασμό του ενάγοντα 4 προβλήθηκαν για πρώτη φορά στο πλαίσιο της παρούσας διαδικασίας με αποκλειστικό στόχο την εξασφάλιση των προσβαλλόμενων διαταγμάτων, τα οποία συνιστούν μια πρωτοφανή και καταστροφική επιδρομή στα νόμιμα συμφέροντά των καθ΄ ων η αίτηση. Η πιο πάνω αγωγή, όπως είναι παραδεκτό, διακόπηκε στις 26.6.09 και κατά συνέπεια το προσωρινό διάταγμα που εκδόθηκε στο πλαίσιο της έπαυσε να ισχύει. Η ανάμειξη του εναγόμενου 4 στο Σχέδιο, τι οδήγησε στη σύναψη των συμφωνιών ημερ. 29.6.09 και ποιο το αντάλλαγμα τους Ο ισχυρισμός των αιτητών ότι ο εναγόμενος 4 είχε την πρόθεση να τους απομακρύνει από το Σχέδιο τουλάχιστο από τον Οκτώβριο του 2008, διατείνεται η Loucas, δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα. Η αλήθεια, αντέτεινε, είναι ότι από το 2007 ο ενάγοντας προσέγγισε σε αριθμό περιπτώσεων τον εναγόμενο 4 για πιθανή επένδυση στο Σχέδιο και μια τέτοια προσέγγιση έγινε και το Φθινόπωρο του 2008. Μάλιστα τότε έγινε και μελέτη για το Ξενοδοχειακό Έργο από την LLC Nafta Co καθώς και συνάντηση με τους δικηγόρους των αιτητών White & Case, οι οποίοι εφοδίασαν τους εκπροσώπους της LLC Nafta Cο με αντίγραφα των συμβατικών εγγράφων για το Έργο. Όμως (τότε) ο εναγόμενος 4 αρνήθηκε να επενδύσει στο Σχέδιο και για τεκμηρίωση των ισχυρισμών της η Loucas επικαλείται μέρος της σχετικής αλληλογραφίας με τους White & Case (τεκμ.7), αφενός μεν για διάψευση των ισχυρισμών των αιτητών και αφετέρου για να προβάλει ότι τα ζητήματα αυτά ήταν εξαιρετικά ουσιώδη και σε σχέση με αυτά οι αιτητές δεν εκπλήρωσαν το καθήκον αποκάλυψης τους στο δικαστήριο. Οι πιο πάνω ισχυρισμοί της Loucas επιβεβαιώνονται και από ισχυρισμούς που προβάλλονται στην ένορκη δήλωση του Sidorov. Όση πρόοδος έγινε στο Έργο, ισχυρίζεται, δεν πρέπει να πιστωθεί μόνο στον ενάγοντα 1, αλλά και στους εναγόμενους 7 και 8 οι οποίοι συνεργάστηκαν μαζί του καλόπιστα για ολοκλήρωση του Έργου. Μάλιστα ο εναγόμενος 8, ως Πρόεδρος του Δ.Σ. της Decorum, συμμετείχε ενεργά στις προσπάθειες για εξεύρεση χρηματοδότησης, θέμα στο οποίο η Decorum αντιμετώπιζε δυσκολίες. Ενόψει τούτου σε διάφορες περιπτώσεις τόσο ο ενάγοντας 1 όσο και οι εναγόμενοι 7 και 8 εξέτασαν το ενδεχόμενο να αποσυρθούν από το Σχέδιο και κατ΄ επανάληψη ο ενάγοντας 1 είχε προτείνει σε άλλους Ρώσους επιχειρηματίες να εισέλθουν στο Έργο, συμπεριλαμβανομένων των Suleiman Kerimov (εναγόμενο 4), Shalva Chigirisky και Mikhail Prokhorov. Σχετικά επιρρίπτει στον ενόρκως δηλούντα των αιτητών αποσιώπηση των γεγονότων αυτών και για περαιτέρω στήριξη των ισχυρισμών του επικαλείται και την επιστολή ημερ. 16.4.09 των δικηγόρων Lovells προς τον Δήμαρχο της Πόλης (τεκμ. 19 στη Δήλωση ενάγοντα 2) για αγορά από την Πόλη ή τις θυγατρικές της εταιρείες των μετοχών της Decorum στην DecMos αντί του ποσού που η Decorum διέθεσε για χρηματοδότηση του Έργου. Παρά την άρνηση του εναγόμενου 4 τον Οκτώβριο του 2008 να επενδύσει στο Σχέδιο, συνεχίζει η Loucas, το θέμα σ΄ ότι τον αφορούσε δεν έληξε. Έτσι αρχές Ιανουαρίου του 2009 η ΟΕΚ-Finance (εναγόμενη 13) άρχισε να συζητά μαζί του την πιθανότητα να του πωλήσει τις μετοχές της στη Συναλλαγή Konk, ενώ την ίδια περίοδο διεξάγονταν και συζητήσεις μεταξύ των αιτητών και του εναγόμενου 4 για να του πωλήσουν τις μετοχές τους στην DecMos και, περαιτέρω, να του εκχωρήσουν τα ποσά που τους όφειλαν η DecMos και άλλες συνδεδεμένες εταιρείες και τα οποία ανέρχονταν στα 253 εκατομμύρια. Στο πλαίσιο δε των συζητήσεων αυτών, ο ενάγοντας 1 ετοίμασε στις 10.2.09 χειρόγραφο μνημόνιο (τεκμ. 10), το οποίο περιείχε την πρόταση του για συμφωνία με τον εναγόμενο 4. Το μνημόνιο αυτό οι αιτητές εσκεμμένα το απέκρυψαν από το δικαστήριο, γιατί αυτό δείχνει ότι η «συμφωνία πλαίσιο» ημερ. 17.2.09 (τεκμ. 20 στη Δήλωση ενάγοντα 2) δεν ήταν μια «έτοιμη συμφωνία» την οποία αναγκάσθηκε ο ενάγοντας 1 να υπογράψει, αλλά απλώς ένα έγγραφο του τι τα μέρη συζητούσαν προκειμένου να καταλήξουν σε συμφωνία. Το ότι αυτή είναι η πραγματικότητα αποκαλύπτεται:- 1. Από το περιεχόμενο της ίδιας της «συμφωνίας πλαίσιο» που δείχνει ότι τα μέρη είχαν αποτύχει να καταλήξουν σε μια από τις βασικές πρόνοιες σε σχέση με τη χρηματοδότηση του Έργου. Επισημαίνεται συναφώς ότι κατά τη συνάντηση της 17.2.09 παρούσα ήταν και η δικηγόρος των αιτητών Μ. Ries των Lovells, η οποία σε σχέση με την πρόνοια αυτή κατέγραψε ιδιοχείρως στη «συμφωνία» ότι ήταν προς συζήτηση. Το στοιχείο αυτό ήταν εξαιρετικά ουσιώδες εφόσον καταδεικνύει ότι ο ενάγοντας 1 δεν εξαναγκάσθηκε να υπογράψει «τη συμφωνία», αλλά οι αιτητές και πάλιν το απέκρυψαν. 2. Από το γεγονός ότι τα μέρη δεν υπόγραψαν την «συμφωνία», όπως αναληθώς ισχυρίζεται στη Δήλωση του ο ενάγοντας 2, αλλά απλώς την είχαν μονογράψει, 3. Από το περιεχόμενο των επιστολών ημερ. 24.2 και 16.4.09 των δικηγόρων της Lovells προς την Πόλη, οι οποίες επισυνάπτονται στην ένορκη δήλωση του ενάγοντα 2 ως τεκμ. 18 και 19 αντίστοιχα. Επισημαίνεται συναφώς ότι (α) με το τεκμ. 18 οι Lovells - αφού εξέφραζαν τον μεγάλο σεβασμό και ευγνωμοσύνη των πελατών τους για τη συμβολή της Πόλης στην πραγματοποίηση του Σχεδίου και αφού σημείωσαν τις διαφωνίες που προέκυψαν μεταξύ των μετόχων της ΟΕΚ - Finance λόγω των δυσκολιών να προσδιοριστούν οι επόμενες πηγές χρηματοδότησης του έργου - κοινοποιούσαν στην Πόλη την ετοιμότητα των πελατών τους να εξαγοράσουν το ποσοστό της στη Συναλλαγή Κonk, ενώ αν οι αιτητές θεωρούσαν τη «συμφωνία πλαίσιο» οριστική και δεσμευτική τέτοια πρόταση προς την Πόλη δεν θα έκαμναν και (β) με το τεκμήριο 19 πρότειναν στην Πόλη να αγοράσει το 51% των μετοχών των πελατών τους στην DecMos, ενώ αν θεωρούσαν τη «συμφωνία πλαίσιο» οριστική και δεσμευτική τέτοια πρόταση δεν θα έκαμναν. Όλα τα πιο πάνω ζητήματα, τονίζει η Loucas, είναι εξαιρετικής σημασίας και όφειλαν οι αιτητές να τα θέσουν υπόψη του δικαστηρίου όταν απευθύνθηκαν μονομερώς για προσωρινό διάταγμα. Τα απέκρυψαν όμως, γιατί εκθεμελιώνουν τον ισχυρισμό των αιτητών ότι η «συμφωνία πλαίσιο» υπεγράφη από τον ενάγοντα 1 ενάντια στην ελεύθερη βούληση του και κατά συνέπεια το προσωρινό διάταγμα θα πρέπει να ακυρωθεί στην ολότητά του. Σοβαρές όμως αποκρύψεις, συνεχίζει η Loucas και οι άλλοι δύο ενόρκως δηλούντες των καθ΄ ων η αίτηση, εμφιλοχώρησαν και σε σχέση με τις συνθήκες υπογραφής των Συμφωνιών ημερ. 29.6.09. Συγκεκριμένα, οι αιτητές απέκρυψαν από το δικαστήριο ότι: 1. Οι Συμφωνίες υπογράφηκαν από τους αιτητές αφού έλαβαν νομική συμβουλή από τους δικηγόρους Χαβιαρά & Φιλίππου και εκτελέσθηκαν στην παρουσία συμβολαιογράφων. Μάλιστα ο δικηγόρος Χαβιαράς ήταν παρών κατά την εκτέλεση τους και το γεγονός αυτό επιβεβαιώνεται από την υπογραφή του στο τεκμήριο 28. Κατά συνέπεια οι ισχυρισμοί που προβάλλονται στην παρ. 69 της ένορκης δήλωσης του ενάγοντα 2 ότι στις 29.6 ".were taken to the law office of Demetrios Demetriades, where they were presented with a number of legal documents that they were required to sign. They were told that the documents had been drafted by Kerimov's lawyers. The documents were signed as directed", χωρίς να γίνεται καμιά αναφορά ότι έλαβαν νομική συμβουλή και μάλιστα ότι παρών κατά την εκτέλεση των Συμφωνιών ήταν και ο δικηγόρος τους, συνιστά μια επίσης σοβαρή απόκρυψη ουσιωδών γεγονότων. 2. Η πληρωμή του ανταλλάγματος υπογραφής των συμφωνιών των τεκμ. 26 και 27 επιβεβαιώνεται με τις υπογραφές των αιτητών στα τεκμ. 11 και 12. 3. Το αντάλλαγμα για υπογραφή της Συμφωνίας του τεκμ. 28 ήταν η έκδοση εγγυημένων γραμματίων, τα οποία εκδόθηκαν και κατ΄ επανάληψη προσφέρθηκαν στους αιτητές οι οποίοι επίμονα αρνήθηκαν να τα δεχθούν. Σχετικά προβάλλεται ότι κατά το χρόνο υπογραφής των Συμφωνιών το Ξενοδοχειακό Έργο εξακολουθούσε να ΄ναι ημιτελές και απαιτούσε σημαντική πρόσθετη χρηματοδότηση, την οποία οι αιτητές δεν μπορούσαν να παράσχουν. Συνεπώς το Ξενοδοχειακό Έργο δεν ήταν σε θέση να πληρώσει στους αιτητές το ποσό των 253 εκατομμυρίων που είχαν λαμβάνειν από δάνεια και για το λόγο αυτό συμφωνήθηκε όπως η εναγόμενη 15 τους εκδώσει γραμμάτια «εγγυημένα από χρηματοπιστωτικό ίδρυμα» (τεκμ. 6Β στην Ένορκη Δήλωση Loucas) και όχι γραμμάτια που ούτε το χαρτί δεν άξιζαν όπως ισχυρίζονται. Σε συμμόρφωση δε με τον όρο αυτό της Συμφωνίας η εναγόμενη 15 προχώρησε στην έκδοση των συμφωνηθένων γραμματίων, τα οποία είναι εγγυημένα από τη ρωσική τράπεζα Investbank και τα πρόσφερε στους αιτητές ως το τεκμ. 13, αλλά αυτοί αρνήθηκαν να τα παραλάβουν. Οι καθ΄ ων η αίτηση, επομένως, συμμορφώθηκαν με τους όρους της Συμφωνίας τεκμ. 28 και ο ισχυρισμός ότι το αντάλλαγμα ήταν μια υπόσχεση του εναγόμενου 4 ότι η εναγόμενη 15 - εικονική του εταιρεία που δεν είχε περιουσιακά στοιχεία - θα εξέδιδε σε ένα απροσδιόριστο μέλλον ακάλυπτα γραμμάτια συνιστά εξαιρετικής μορφής παραπλάνηση του δικαστηρίου και ταυτόχρονα εκθεμελίωση των ισχυρισμών των αιτητών ότι η εν λόγω συναλλαγή δεν ήταν γνήσια ή ότι ως αποτέλεσμα της δεν είχαν οποιοδήποτε όφελος. Οι καθ΄ ων η αίτηση δεν βασίζονται μόνο στην ισχυριζόμενη παραπλάνηση του δικαστηρίου για ακύρωση των προσβαλλόμενων διαταγμάτων. Με τις ενστάσεις τους εγείρουν και θέμα δικαιοδοσίας του κυπριακού δικαστηρίου να εκδικάσει την υπόθεση ως και άλλα συναφή θέματα - καταλληλότητα του δικαστηρίου, παράλειψη των αιτητών να ζητήσουν άδεια για σφράγιση και καταχώριση του κλητηρίου εντάλματος, ομοιότητα του αντικειμένου των διαιτητικών διαδικασιών με την παρούσα διαδικασία - τα οποία όπως ήδη έχει σημειωθεί θα εξετασθούν και αποφασισθούν στο πλαίσιο άλλων αιτήσεων που εκκρεμούν προς εκδίκαση. Κατά συνέπεια η αναφορά στους ισχυρισμούς αυτούς δεν θα εξυπηρετούσε κάποιο χρήσιμο σκοπό και ό,τι παρέμεινε είναι η παράθεση των ισχυρισμών που προβάλλουν για τεκμηρίωση της θέσης τους ότι οι αιτητές απέτυχαν να ικανοποιήσουν το στοιχείο του κατεπείγοντος και τις τρεις προϋποθέσεις του άρθρου 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου, καθώς επίσης ότι εν πάση περιπτώσει το διάταγμα θα πρέπει να ακυρωθεί στη βάση ότι το ισοζύγιο της ευχέρειας κλίνει σαφώς υπέρ τους. Το στοιχείο του κατεπείγοντος Σε σχέση με το θέμα αυτό επισύρεται η προσοχή του δικαστηρίου στην καθυστέρηση υποβολής της αίτησης για ενδιάμεση θεραπεία, την οποία οι αιτητές δεν αιτιολογούν επαρκώς και ενόψει τούτου τα διατάγματα που εξασφάλισαν μονομερώς θα πρέπει να ακυρωθούν άνευ ετέρου. Κι αυτό για δύο ανεξάρτητους μεταξύ τους λόγους. Ο πρώτος, ότι οι συμφωνίες που βρίσκονται στο στόχαστρο των αιτητών εκτελέσθηκαν στις 29.6.09 και οι αιτητές περίμεναν περισσότερους από 14 μήνες για να ζητήσουν το απαγορευτικό διάταγμα χωρίς να δίδουν οποιαδήποτε εξήγηση για τη μεγάλη αυτή καθυστέρηση και, ο δεύτερος, ότι ενώ δηλώνεται από τον ενάγοντα 2 ότι γνώριζαν πριν τον Ιούνιο του 2010 ότι έπρεπε να λάβουν μέτρα εναντίον των καθ΄ων η αίτηση εντούτοις δεν το έπραξαν πριν τις 15.9.2010. Σχετικά γίνεται επίκληση επιστολής των δικηγόρων των αιτητών στις διαιτησίες Gibson Dunn ημερ. 30.7.2010 (τεκμ.15 στη Δήλωση Loucas), με την οποία οι εν λόγω δικηγόροι ζητούσαν να μη ληφθούν μέτρα εκκαθάρισης της Decorum ή της DecMos καθότι οι επενδυτές που αντιπροσώπευαν δεν είχαν δώσει τη συγκατάθεση τους για πώληση των μετοχών που είχαν στο Σχέδιο. Επισημαίνεται συναφώς ότι οι αιτητές απέκρυψαν από το δικαστήριο και αυτή την επιστολή, η οποία αποτελεί ακόμη μια σοβαρή απόκρυψη στη βάση της οποίας το απαγορευτικό διάταγμα θα πρέπει να ακυρωθεί. Οι προϋποθέσεις του άρθρου 32 Τα ζητήματα που προσδιορίζονται πιο πάνω και τα οποία οι αιτητές παρέλειψαν να αποκαλύψουν στο δικαστήριο, διατείνονται οι ενόρκως δηλούντες των καθ΄ ων η αίτηση, τεκμηριώνουν ότι απέτυχαν να καταδείξουν ότι εγείρεται προς εκδίκαση σοβαρό ζήτημα ή ότι έχουν ορατή προοπτική ή πιθανότητα επιτυχίας στις αξιώσεις του. Σχετικά, επισύρουν την προσοχή του δικαστηρίου στο ότι:- 1. Οι καθ΄ ων η αίτηση δεν ήταν συμβαλλόμενο μέρος στη Συναλλαγή Konk Νοεμβρίου του 2008 και ο ισχυρισμός των αιτητών ότι αναμίχθηκαν με κάποιο ακαθόριστο τρόπο με την Πόλη στον καταρτισμό της δεν έχει νόημα. Τη στιγμή μάλιστα που η σύναψη της έγινε κατόπιν νομικής συμβουλής που πήραν από το διεθνή νομικό οίκο White & Case, αποτέλεσμα της οποίας ήταν η αποπληρωμή από θυγατρική εταιρεία της Πόλης του Falmiro Δάνειο και η διατήρηση των μετοχών που είχαν μέσω της Decorum στην DecMos. Επανατονίζεται συναφώς ότι οι αιτητές επιβεβαίωσαν στη συνέχεια τη Συναλλαγή αυτή, χωρίς καμιά νύξη σε σχέση με τα παράπονα τα οποία για πρώτη φορά σήμερα προβάλλουν. 2. Η «συμφωνία πλαίσιο» της 17.2.09 δεν ήταν τελική συμφωνία αφού όταν μονογραφήθηκε εκκρεμούσαν ακόμη σημαντικά ζητήματα προς συζήτηση και, περαιτέρω, αυτή συντάχθηκε ως αποτέλεσμα των προτάσεων του ενάγοντα 1 ημερ. 10.2.09 - τις οποίες οι αιτητές εσκεμμένα απέκρυψαν - και κατόπιν νομικής συμβουλής που πήρε ο ενάγοντας 1 από τους Lovells και 3. Η Συναλλαγή Limerick, όπως και οι άλλες δύο συμφωνίες ημερ. 29.6.09, καταρτίσθηκε με αντιπαροχή κατόπιν νομικής συμβουλής που πήραν οι αιτητές και στην παρουσία συμβολαιογράφων κατά τρόπο που οποιοσδήποτε ισχυρισμός για καταπίεση ή απειλές να είναι αβάσιμος. Τέτοιοι ισχυρισμοί, επαναλαμβάνεται, προβλήθηκαν για πρώτη φορά στο πλαίσιο της παρούσας διαδικασίας και αν πράγματι η σύναψη των εν λόγω συμφωνιών ήταν αποτέλεσμα των επιλήψιμων μεθοδεύσεων που αποδίδονται στους καθ΄ων η αίτηση τότε οι αιτητές όφειλαν μόλις απελευθερώθηκαν από την καταπίεση να κινηθούν δικαστικά για ακύρωση τους, κάτι που όχι μόνο δεν έπραξαν για 14 και πλέον μήνες αλλά και συνέχισαν να έχουν επαφές και επιχειρηματικές δοσοληψίες μαζί τους. Σχετικά προβάλλεται ο ισχυρισμός ότι μεταξύ Ιουλίου και Αυγούστου 2009 ο ενάγοντας 1 και η σύντροφός του πέρασαν αρκετές ημέρες στο σκάφος του εναγόμενου 4 (τεκμ.20) και στις 9.9.09 ο ενάγοντας 3 πρότεινε ανάμειξη εταιρείας του εναγόμενου 4 σε έργο που αφορούσε το εμπορικό κέντρο Euro Park στα προάστια της Μόσχας (τεκμ. 18), συμπεριφορές που δεν συνάδουν σε θύματα επονομαζόμενης επιδρομής. Πέραν των πιο πάνω διατυπώνονται ισχυρισμοί ότι ακόμη και στην απίθανη περίπτωση που οι αιτητές επιτύχουν στις αξιώσεις τους δεν θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο χωρίς την έκδοση των προσβαλλόμενων διαταγμάτων, κι αυτό ενόψει του γεγονότος ότι δεν υφίσταται κίνδυνος αποξένωσης από τους καθ΄ ων η αίτηση των περιουσιακών τους στοιχείων και, περαιτέρω, οι καθ΄ων η αίτηση μπορούν να αντιμετωπίσουν οποιαδήποτε απόφαση ήθελε εκδοθεί εναντίον τους. Επί του προκειμένου προβάλλεται ότι η οικονομία της Πόλης ανέρχεται στα 459 δισεκατομμύρια δολάρια και στη βάση και των ισχυρισμών των αιτητών οι υπόλοιποι καθ΄ ων η αίτηση έχουν τεράστιο οικονομικό εκτόπισμα, ενώ ο ενάγοντας 1 αφενός μεν δεν δίδει καμιά εκτίμηση της αξίας που συμφέροντος του στο Σχέδιο - το οποίο εν πάση περιπτώσει δεν υπερβαίνει το μισό των 253 εκατομμυρίων δολαρίων - και αφετέρου παραλείπει να προσδιορίσει και το δικό του οικονομικό εκτόπισμα. Αντί τούτων, επισημαίνεται, ο ενάγοντας 1 επικαλείται αόριστα μια προσφορά της Decorum για πώληση των μετοχών της στην DecMos για 2-2,5 δισεκατομμύρια ως αποδεικτικό στοιχείο της αξίας του συμφέροντος του στο Σχέδιο και, σ΄ ότι αφορά το οικονομικό του εκτόπισμα, γίνεται επίκληση ιστοσελίδας της (Ρωσικής) Κρατικής Δούμας βάσει της οποίας το 2009 ο ενάγοντας 1 δήλωσε ετήσιο εισόδημα 66.000 δολάρια και ως άλλη περιουσία ορισμένα ακίνητα και οχήματα (τεκμ. ΑS23 στη Δήλωση Sidorov). Ισοζύγιο της ευχέρειας Ο ισχυρισμός των αιτητών ότι το ισοζύγιο της ευχέρειας είναι σαφώς υπέρ τους και ότι το απαγορευτικό διάταγμα δεν θα προκαλούσε οποιαδήποτε βλάβη ή δυσχέρεια στους καθ΄ ων η αίτηση, διατείνονται οι ενόρκως δηλούντες γι΄ αυτούς, είναι ιδιαίτερα ανεπαρκής αλλά και αναληθής. Η βλάβη που επέφερε στους καθ΄ ων η αίτηση και στο Ξενοδοχείο, αντιτείνουν, είναι ιδιαίτερα εκτενής και ανεπανόρθωτη και για τεκμηρίωση του ισχυρισμού αυτού προβάλλουν τα ακόλουθα:- Με την ένορκη δήλωση του ενάγοντα 2 δεν δίδεται καμιά εξήγηση για το σημερινό καθεστώς του Ξενοδοχείου και αποσιωπάται το γεγονός ότι οι εργασίες αποπεράτωσης του συνεχίζονται. Αναφέρεται ωστόσο ότι οι συνολικές απαιτήσεις χρηματοδότησης του Έργου υπολογίστηκαν από τους αιτητές να ανέρχονται περίπου στα 800 εκατομμύρια δολάρια, αλλά δεν τονίζεται ότι με τις συμφωνίες ημερ. 29.6.09 το βάρος χρηματοδότησης το ανάλαβαν οι καθ΄ων η αίτηση. Όμως, ως αποτέλεσμα του απαγορευτικού διατάγματος, οι καθ΄ ων η αίτηση εμποδίζονται να εξασφαλίσουν πρόσθετη χρηματοδότηση και ενόψει τούτου οι εργασίες έχουν διακοπεί και η περαιτέρω συνέχιση της ισχύος του διατάγματος θα επιφέρει αφενός μεν καθυστέρηση στην αποπεράτωση του Ξενοδοχείου και αφετέρου αύξηση του κόστους. Πέραν τούτων, με το απαγορευτικό διάταγμα οι αιτητές παρεμποδίζονται να διαθέτουν στην αγορά τους χώρους διαμονής σε υποψήφιους ενοίκους με ανυπολόγιστη απώλεια εισοδήματος και όσοι ένοικοι (όπως π.χ. η Four Seasons) συμφώνησαν ήδη να πάρουν χώρο διαμονής ενδέχεται, λόγω της καθυστέρησης στην απόκτηση της κατοχής των χώρων αυτών, να εγείρουν σημαντικές απαιτήσεις. Οι πιο πάνω συνέπειες, τονίζεται, δεν είναι οι μόνες και σχετικά οι ενόρκως δηλούντες των καθ΄ ων η αίτηση επικαλούνται και άλλες λόγω του ότι με το απαγορευτικό διάταγμα παγοποιήθηκαν περιουσιακά στοιχεία αξίας περίπου 6 δισεκατομμυρίων δολαρίων. Κι αυτό αφενός μεν για τεκμηρίωση της θέσης ότι το ισοζύγιο της ευχέρειας κλίνει σαφώς υπέρ των καθ΄ ων η αίτηση και αφετέρου για προώθηση εισήγησης ότι αν τελικά το δικαστήριο δεν πεισθεί ν΄ ακυρώσει το διάταγμα τότε θα πρέπει να χορηγήσει στους αιτητές εναλλακτική θεραπεία. Τονίζεται επί του προκειμένου ότι ενώ το δικαστήριο έκρινε στην απουσία των καθ΄ ων η αίτηση ότι ήταν αρκετή παγοποίηση περιουσίας μέχρι 500 εκατομμύρια δολάρια εντούτοις χορήγησε διατάγματα όπως τα ζήτησαν οι αιτητές, οι οποίοι ως αποτέλεσμα του περιορισμού όφειλαν να διαφοροποιήσουν τις ενδιάμεσες θεραπείες που ζητούσαν. Σαν εναλλακτική δε θεραπεία προτάθηκε ο περιορισμός του διατάγματος ώστε με αυτό να παρεμποδίζεται μόνο η πώληση ή μεταβίβαση του προγενέστερου συμφέροντος των αιτητών (25.5%) στο Ξενοδοχειακό Έργο και το συνδεδεμένο με αυτό χρέος. Οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των διαδίκων προώθησαν τις θέσεις των πελατών τους με εμπεριστατωμένες γραπτές και προφορικές αγορεύσεις, τις οποίες έχω διεξέλθει με την επιβαλλόμενη προσοχή και ειδική αναφορά στις εκατέρωθεν εισηγήσεις - στο βαθμό που κριθεί αναγκαίο - θα γίνει στο κατάλληλο στάδιο. Επί του παρόντος όμως θα ΄ταν χρήσιμο να υπενθυμίσω σε συντομία τις καθιερωμένες από τη νομολογία αρχές που εφαρμόζονται στα ζητήματα που εγείρονται στην παρούσα, προβαίνοντας και σε κάποιες παρατηρήσεις σε νομικές εισηγήσεις που έγιναν. Αρχίζοντας από τη σημασία που ενέχει το στοιχείο του κατεπείγοντος σε αιτήσεις της εξεταζόμενης φύσεως υπενθυμίζονται τα ακόλουθα: Είναι νομολογημένο ότι το στοιχείο του κατεπείγοντος αποτελεί δικαιοδοτικό όρο και μόνο εφόσον καταδεικνύεται το κατεπείγον του αιτήματος δικαιολογείται, όλως εξαιρετικώς, η άσκηση δικαστικής εξουσίας στην απουσία της άλλης πλευράς (βλ. μεταξύ άλλων Χριστοδούλου ν. Vraets
(1999)1 Α.Α.Δ. 1475, Resola (Cyprus) Ltd v. Χρίστου
(1998)1 AAΔ 598). Το πώς προσεγγίζεται από το Δικαστήριο το στοιχείο του κατεπείγοντος σχετικά είναι τα πιο κάτω αποσπάσματα από την υπόθεση , Bacardi & Co Ltd ν. Vinco Ltd
(1996)1 A.A.Δ. 788:- « Σύµφωνα µε το "Passing off Law and Practice" των John Drysdale & Michael Silverleaf, 2α έκδοση, η καθυστέρηση αποτελεί ένα παράγοντα που λαμβάνεται υπόψη όταν εξετάζεται το ισοζύγιο της ευχέρειας («balance of convenience»). Παραπέµπουµε στην παρα. 6.16: «Το προσωρινό διάταγµα αποτελεί δυνητική θεραπεία. Ανεξήγητη καθυστέρηση από τους ενάγοντες πάντοτε αποτελούσε εµπόδιο για την χορήγηση τέτοιας θεραπείας. Αυτό αποτελεί εφαρμογή της αρχής της επιείκειας: vigilanribus, non dormientbus, jura subvenient. Μια πιο σύγχρονη προσέγγιση είναι ότι αυτό τούτο το γεγονός της καθυστέρησης καταδεικνύει ότι ο ενάγων δεν χρειάζεται την άµεση και εξαιρετική θεραπεία που προσφέρεται από το προσωρινό διάταγµα. Επιπλέον εάν µε την καθυστέρηση ο ενάγων εν γνώσει του επιτρέπει στον εναγόµενο να δηµιουργήσει την επιχείρηση του σε σχέση µε την επίδικη δραστηριότητα, θα ήταν άδικο να δοθεί θεραπεία στον ενάγοντα πριν αποδείξει πλήρως την υπόθεση του. Η έκταση της καθυστέρησης η οποία είναι αναγκαία για να αποτρέψει τη χορήγηση θεραπείας σε οποιαδήποτε συγκεκριµένη υπόθεση εξαρτάται πάνω στα ιδιαίτερα περιστατικά της κάθε υπόθεσης και δεν μπορούν να διατυπωθούν άκαμπτοι κανόνες. Το δικαστήριο δυνατόν να είναι πρόθυµο να αγνοήσει καθυστέρηση για την οποία δόθηκε ικανοποιητική εξήγηση έστω και αν κατά την διάρκεια εκείνης της περιόδου ο εναγόµενος είχε αυξήσει τις δραστηριότητες του αλλά μπορεί να κρίνει ότι το ισοζύγιο της ευχέρειας και/ή το status quo έχουν αλλάξει προς ζηµιά της υπόθεσης του ενάγοντα. ..................... Aναφορικά με το ισοζύγιο της ευχέρειας αυτό υποδηλώνει το ενδιαφέρον του δικαστηρίου να ισοζυγίσει τον κίνδυνο αδικίας η οποία θα προκύψει αν φανεί ότι η απόφαση του που δόθηκε στο ενδιάμεσο στάδιο ήταν εσφαλμένη. Όπως το έχει θέσει ο δικαστής Hoffman στην Films Rover International Limited v. Cannon Film Sales Limited [1987] 1 W.L.R. 670: "To κύριο δίλημμα σε σχέση με την έκδοση προσωρινών διαταγμάτων, είτε αυτά είναι απαγορευτικά ή επιτακτικά, είναι ότι υπάρχει εξ ορισμού ο κίνδυνος ότι το δικαστήριο μπορεί να πάρει εσφαλμένη απόφαση, με το νόημα ότι έχει χορηγήσει διάταγμα σε διάδικο ο οποίος αποτυγχάνει ν΄ αποδείξει τα δικαιώματα του κατά τη δίκη (ή θα αποτύγχανε αν υπήρχε δίκη) ή διαζευκτικά με το να παραλείψει να χορηγήσει διάταγμα σε διάδικο που επιτυγχάνει (ή θα πετύχει) στη δίκη. Αποτελεί επομένως θεμελιώδη αρχή ότι το δικαστήριο πρέπει να υιοθετήσει εκείνη την πορεία η οποία φαίνεται ότι ενέχει τους λιγότερους κινδύνους αδικίας εάν ήθελε φανεί ότι η απόφαση του ήταν 'εσφαλμένη' με το πιο πάνω νόημα. Οι κατευθυντήρες γραμμές για τη χορήγηση και των δυο ειδών προσωρινών διαταγμάτων πηγάζουν από αυτή την αρχή». Σ΄ ότι αφορά το θέμα της απόκρυψης, είναι καλώς γνωστό ότι βάσει διαχρονικής και απαρέκκλιτης νομολογίας ο διάδικος που προσφεύγει στο δικαστήριο μονομερώς έχει καθήκον όχι μόνο να αποκαλύπτει όλα τα ουσιώδη γεγονότα που μπορούν να επηρεάσουν την απόφαση του δικαστηρίου, αλλά και να τα παρουσιάζει δίκαια και χωρίς παραπλάνηση. Διαφορετικά το δικαστήριο πολύ πιθανό να θέσει τέρμα στην ισχύ του εκδοθέντος διατάγματος χωρίς να εξετάσει άλλα θέματα ουσίας. Παρατίθεται επί του προκειμένου το πιο κάτω απόσπασμα από την υπόθεση D. Rybolovlev v. E. Rybolovlena, Πολ. Έφ. 130/09 ημερ. 21.1.2010 που επαναλαμβάνει ό,τι προηγούμενες αποφάσεις καθιέρωσαν:- «Είναι πράγματι καλά καθιερωμένη η αρχή σύμφωνα με την οποία, εάν διαπιστωθεί ότι εισήγηση για μη πλήρη και ειλικρινή αποκάλυψη στο στάδιο της μονομερούς προσφυγής στο Δικαστήριο ευσταθεί, τότε το δικαστήριο, ή αργότερα το Εφετείο, πολύ πιθανόν να θέσει τέρμα στην ισχύ εκδοθέντος διατάγματος, χωρίς να εξετάσει άλλα θέματα ουσίας. Όπως εύστοχα τονίστηκε από το Εφετείο στην απόφασή του στην υπόθεση The Timberland Co of U.S.A. v. Evans & Sons Ltd κ.α.
(1998)1 (Β) ΑΑΔ 1179, η απόκρυψη ουσιωδών γεγονότων ανατρέπει τη βάση του διατάγματος το οποίο έχει εκδοθεί μετά από μονομερή αίτηση και το καθιστά ακυρωτέο. Σχετικά παραπέμπει στο πιο κάτω απόσπασμα από την εν λόγω απόφαση:- «.Στην απόφαση του, το Πρωτόδικο Δικαστήριο κάμνει εκτεταμένη αναφορά στην απόφαση μας της Ολομέλειας στην DEMSTAR LIMITED v. ZIM ISTRAEL NAVIGATION CO LIMITED κ.α. Αίτηση για Αναθεώρηση στην Αγωγή Ναυτοδικείου Αρ. 157/90, 30/5/96, στην οποία εξηγείται ότι η αποκάλυψη συναρτάται με την καλή πίστη, η οποία πρέπει να επιδεικνύεται σε κάθε εξαιρετική περίπτωση που επιζητείται θεραπεία στην απουσία αντιδίκου. Η απόκρυψη ουσιώδους γεγονότος επενεργεί καταλυτικά, διασαλεύει τη βάση του διατάγματος, ανεξάρτητα από την ύπαρξη πρόθεσης για εξαπάτηση του δικαστηρίου. Το κριτήριο είναι αντικειμενικό. Συναρτάται (η μη αποκάλυψη) με τις, εξ αντικειμένου, συνέπειες στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του δικαστηρίου, όπως επισημαίνεται στην DEMSTAR LIMITED v. ZIM ISRAEL NAVIGATION CO LIMITED κ.α. (ανωτέρω) (σελ.4). «Ό,τι ανατρέπει τη βάση του διατάγματος είναι η μη αποκάλυψη γεγονότων εξ αντικειμένου ουσιώδους σημασίας για την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου. Στην απουσία τους, η απόφαση του δικαστηρίου καθίσταται ακροσφαλής.» Στη Μ. & Ch. Mitsingas Trading Ltd κ.α. ν. ΤHE TIMBERLAND CO OF USA (ανωτέρω) αποφασίστηκε ότι το ουσιώδες ενός ζητήματος προσδιορίζεται στο πλαίσιο της αντιδικίας των μερών. Δεν αποτελεί υποχρέωση του αιτούντος η προβολή αντεκδικήσεων τρίτων προς τα δικαιώματα τους, τις οποίες αμφισβητεί. Ό,τι πρέπει να αποκαλυφθεί, τονίζεται, σε κάθε περίπτωση, είναι:- (σελ.7) «. γεγονότα γνωστά στον αιτητή ή γεγονότα τα οποία θα μπορούσε να ανακαλύψει με εύλογες προσπάθειες τα οποία σχετίζονται με: (α) το βάσιμο του δικαιώματος του όπως διαγράφεται στο δικόγραφό του, και (β) τη σοβαρότητα του ζητήματος το οποίο εγείρεται, καθ΄ ως και (γ) την πιθανότητα επιτυχίας.» Το στοιχείο της εξαπάτησης δεν αποτελεί προϋπόθεση για την ακύρωση εκδοθέντος διατάγματος, λόγω παράλειψης πλήρους αποκάλυψης ουσιωδών γεγονότων. Αρκεί η διαπίστωση ότι η μη αποκάλυψη συγκεκριμένων γεγονότων, συνιστούσε εξ αντικειμένου ουσιώδες στοιχείο για την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου. (Resola (Cyprus) Ltd v. Χρήστου
(1998)1 (Α) ΑΑΔ 598).» Έχοντας παραθέσει τις βασικές αρχές που διέπουν το καθήκον για πλήρη και ειλικρινή αποκάλυψη, είναι νομίζω το κατάλληλο στάδιο να γίνουν δύο παρατηρήσεις σε αντίστοιχες εισηγήσεις που έγιναν από τον κ. Χαβιαρά επί του θέματος. Η πρώτη αφορά το «παράπονο» του ότι το δικαστήριο δεν επέτρεψε στους αιτητές να αντικρούσουν ψευδείς ισχυρισμούς των καθ΄ ων η αίτηση με συμπληρωματική ένορκη δήλωση, «. παρά την πολύ πρόσφατη νομολογία επί του θέματος». Πράγματι αυτό έγινε, αλλά δεν νομίζω ότι η ενδιάμεση απόφαση Επαρχιακού Δικαστηρίου στην οποία παρέπεμψε αποτελεί νομολογία και ό,τι χρειάζεται να παρατηρηθεί είναι ότι οι λόγοι που δεν επετράπη η καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης εξηγούνται στις δύο ενδιάμεσες αποφάσεις του παρόντος δικαστηρίου, στις οποίες και παραπέμπω. Η δεύτερη αφορά και πάλιν εισήγηση του κ. Χαβιαρά ότι συχνά τα δικαστήρια διαπράττουν το λάθος να ακυρώνουν διατάγματα λόγω απόκρυψης χωρίς να εξετάζουν θέματα ουσίας, τη στιγμή που σύμφωνα με την απόφαση στην Aγωγή Ναυτοδικείου 34/04 AK International UK Ltd v. Του πλοίου "ΝΑΙΜΕ S"
(2004)1 Α.Α.Δ. 1456 το δικαστήριο δεν πρέπει να σταματά εδώ γιατί κάτι τέτοιο δημιουργεί αδικία. Δεν με βρίσκει σύμφωνο η εισήγηση, η οποία κατά την άποψή μου παρερμηνεύει την εν λόγω απόφαση. Με αυτή, αυτό που ουσιαστικά αποσαφηνίστηκε είναι ότι η ακύρωση προσωρινού διατάγματος που εκδόθηκε μονομερώς λόγω παράλειψης αποκάλυψης ουσιωδών γεγονότων δεν αποτελεί ανυπέρβλητο εμπόδιο επανεργοποίησης του ακυρωθέντος διατάγματος ή έκδοσης νέου. Αλλά, υπό την προϋπόθεση καταχώρισης νέας αίτησης στην οποία ο αιτητής πρέπει να αποκαλύψει και τα ουσιώδη γεγονότα που στην πρώτη αίτηση δεν αποκάλυψε και, περαιτέρω, να ικανοποιήσει το δικαστήριο για το αθώο της μη αποκάλυψης και ότι αν τα αποκάλυπτε υπήρχε δυνατότητα έκδοσης του διατάγματος. Είναι κατά την άποψή μου με την ικανοποίηση αυτών των προϋποθέσεων που όλως εξαιρετικώς το δικαστήριο έχει εξουσία να επανεργοποιήσει το ακυρωθέν διάταγμα ή να εκδώσει νέο και κατά συνέπεια η εισήγηση ότι είναι λάθος των δικαστηρίων να μην εξετάζουν στη συνέχεια θέματα ουσίας δεν ευσταθεί. Παραπέμπω σχετικά και στην υπόθεση Rybolevlev (ανωτέρω), με την επισήμανση ότι μου φαίνεται παράδοξο να γίνεται τέτοια εισήγηση όταν με την αγόρευση τους οι δικηγόροι των αιτητών απορρίπτουν τους ισχυρισμούς των καθ΄ ων η αίτηση για μη αποκάλυψη, τη στιγμή που η απόφαση που επικαλέστηκαν θέτει ως προϋπόθεση επανεργοποίησης ακυρωθέντος διατάγματος ή έκδοσης νέου διαπίστωση μη αποκάλυψης και στη συνέχεια ικανοποίηση του δικαστηρίου για το αθώο της παράλειψης. Σε σχέση με τις προϋποθέσεις του άρθρου 32 είναι αρκετό να σημειωθεί ότι έγιναν αντικείμενο εξέτασης από τη νομολογία κατ΄ επανάλειψη (βλ. Κarydas Taxi Co. v. Komodikis
(1975)1 CLR 321, Papastratis v. Pierides
(1979)1 CLR 231, Odysseos v. Pieris Estates and others
(1982)1 CLR 557 και άλλες) και προκειμένου να επιτύχει ο αιτητής θα πρέπει να καταδείξει ότι:-
  1. Εγείρεται σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση, κάτι που δεν περιλαμβάνει οτιδήποτε πέραν της κατάδειξης μιας συζητήσιμης υπόθεσης με βάση τα δικόγραφα.
  2. Έχει ορατή προοπτική ή πιθανότητα να δικαιούται σε θεραπεία στην αγωγή του, προϋπόθεση που αναφέρεται σε κάτι περισσότερο από απλή δυνατότητα αλλά πολύ λιγότερο από απόδειξη με βάση το ισοζύγιο των πιθανοτήτων και
  3. Θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο χωρίς την έκδοση του αιτουμένου διατάγματος, προϋπόθεση που φέρνει στο προσκήνιο το θέμα των αποζημιώσεων, δηλαδή αν η θεραπεία των αποζημιώσεων θα ήταν ικανοποιητική υπό τα περιστατικά της υπόθεσης. Τέλος, διευκρινίζεται ότι το δικαστήριο δεν είναι υποχρεωμένο να οριστικοποιήσει ένα ενδιάμεσο διάταγμα οποτεδήποτε ο αιτητής εκπληρώνει το καθήκον αποκάλυψης και ικανοποιεί το στοιχείο του κατεπείγοντος ως και τις τρεις προϋποθέσεις του άρθρου
  4. Σε τελευταία ανάλυση η οριστικοποίηση, ακύρωση ή διαφοροποίηση του ενδιάμεσου διατάγματος ανάγεται στη διακριτική ευχέρεια του δικαστηρίου, στο πλαίσιο της οποίας πρέπει να υιοθετείται εκείνη η πορεία η οποία φαίνεται να ενέχει τους λιγότερους κινδύνους αδικίας και τις όσο το δυνατό λιγότερες επιπτώσεις στα εκατέρωθεν δικαιώματα στη βάση του ισοζυγίου της ευχέρειας. Με την παράθεση των νομικών αρχών που εφαρμόζονται στα ζητήματα που εγείρονται στην παρούσα, είναι φανερό ότι προέχει η εξέταση του στοιχείου του κατεπείγοντος. Η καθυστέρηση στην προσφυγή στο δικαστήριο, εισηγήθηκαν οι συνήγοροί των αιτητών, κρίνεται από τα ιδιαίτερα περιστατικά της κάθε υπόθεσης και στην υπό εξέταση περίπτωση δεν μπορεί να λεχθεί ότι οι αιτητές επέδειξαν καθυστέρηση που να τους εμπόδιζε τη μονομερή πρόσβαση στο δικαστήριο. Επί του προκειμένου επέσυραν την προσοχή του δικαστηρίου στο ότι (α) ο κύκλος της απογύμνωσης των αιτητών έκλεισε με τα έγγραφα ημερ. 28.1.2010 (τεκμ. 33) και τότε δεν υπήρχαν όλα τα στοιχεία για λήψη δικαστικών μέτρων, (β) ο εναγόμενος 4 βγήκε στην επιφάνεια με τα τεκμ. 36 και 39 Ιουνίου και Ιουλίου του 2010 και μέχρι τότε ο ενάγοντας 1 και η οικογένεια του διέμεναν στη Ρωσία υπομένοντας την καταπίεση λόγω των απειλών εναντίον της ζωής τους, κατάσταση που διαφοροποιήθηκε με τη μετανάστευση τους ώστε να μπορέσει ο ενάγοντας 1 να επιδιώξει τα δίκαια του και (γ) η παρούσα υπόθεση είναι πολύπλοκη και η ανάγκη προσδιορισμού των μερών, των αιτούμενων θεραπειών, της δικαιοδοσίας και της λήψης καταθέσεων από πολλά πρόσωπα για ετοιμασία των δικογράφων απαιτούσε επίμονη εργασία των δικηγόρων τόσο στη Ρωσία όσο και στην Αγγλία. Το ισχυριζόμενο αγώγιμο δικαίωμα των αιτητών, αντέτειναν οι συνήγοροι των καθ΄ ων η αίτηση, προέκυψε στις 29.6.09 και αν οι αιτητές επιθυμούσαν να εξασφαλίσουν μονομερώς προσωρινά διατάγματα όφειλαν να ενεργήσουν γρήγορα και άμεσα. Αντ΄ αυτού επέλεξαν να περιμένουν για 15 μήνες και η μεγάλη αυτή καθυστέρηση δεν εξηγείται στην ένορκη δήλωση του ενάγοντα 2, όπως δεν εξηγείται γιατί καθόλη αυτή την περίοδο δεν ισχυρίσθηκαν με οποιονδήποτε τρόπο είτε άμεσα είτε μέσω των δικηγόρων τους εξαναγκασμό. Κατά συνέπεια απέτυχαν να αποδείξουν το στοιχείο του κατεπείγοντος, αποτυχία που είναι μοιραία για την τύχη της αίτησης. Εξέτασα με προσοχή τις εκατέρωθεν εισηγήσεις επί του θέματος και με την ίδια προσοχή επαναδιεξήλθα και τους ισχυρισμούς που πρόβαλαν οι αιτητές μέσω της ένορκης δήλωσης του ενάγοντα 2 για ικανοποίηση του στοιχείου του κατεπείγοντος. Το ότι το ισχυριζόμενο αγώγιμο δικαίωμα προέκυψε στις 29.6.09 δεν αμφισβητείται και λαμβανομένου υπόψη ότι ως αποτέλεσμα των εγγράφων ημερ. 29.6.09 διαμορφώθηκαν νέες συνθήκες σε σχέση με τα πρόσωπα που ανάλαβαν το βάρος χρηματοδότησης της συνέχισης των εργασιών αποπεράτωσης του Ξενοδοχειακού Έργου, η καθυστέρηση για 15 περίπου μήνες στη λήψη δικαστικών μέτρων είναι εκ πρώτης όψεως πολύ μεγάλη. Όμως, είναι νομολογημένο (βλ. Bacardi, ανωτέρω) ότι το δικαστήριο μπορεί να αγνοήσει καθυστέρηση για την οποία δόθηκε ικανοποιητική εξήγηση και επομένως η προσοχή του δικαστηρίου θα πρέπει να στραφεί προς αυτή την κατεύθυνση. Σχετικά ο ενόρκως δηλών των αιτητών δικαιολόγησε την καθυστέρηση επικαλούμενος ουσιαστικά τις κινήσεις που έγιναν από τους καθ΄ ων η αίτηση τον Ιούνιο του 2010 οι οποίες, όπως πρόβαλε, απέβλεπαν να αποσυνδέσουν τους αιτητές από το Ξενοδοχειακό Έργο και τα 253 εκατομμύρια δολάρια που είχαν επενδύσει σ΄ αυτό. Κι αυτό, με την απόφαση για ρευστοποίηση της Decorum, τη μεταφορά των μετοχών της DecMos στην εναγόμενη 3 και την υποθήκευση του Ξενοδοχείου προς όφελος της εναγόμενης 2, με αποτέλεσμα να υπάρχει για τους αιτητές σοβαρός κίνδυνος αφενός μεν να χάσουν κάθε πιθανότητα ανάκτησης της θέσης τους στο Σχέδιο και αφετέρου λόγω της πολιτικής επιρροής των καθ΄ ων η αίτηση στο εσωτερικό της Ρωσίας να μην υλοποιηθούν τα πιθανά ευνοϊκά αποτελέσματα της αγωγής και των διαιτησιών στη Ρωσία. Αυτή ήταν ουσιαστικά η εξήγηση που έδωσαν για την καθυστέρηση στη λήψη δικαστικών μέτρων, η οποία έχοντας ακούσει και την άλλη πλευρά κρίνεται ανεπαρκής. Ανεπαρκής γιατί η αποσύνδεση τους από το Ξενοδοχειακό Έργο - με εξαναγκασμό όπως είναι η θέση τους - συντελέσθη με τα έγγραφα ημερ. 29.6.09 και όφειλαν να πάρουν δικαστικά μέτρα για διασφάλιση των συμφερόντων τους από τότε, και όχι να περιμένουν τις κινήσεις που έγιναν ένα χρόνο μετά και αφού στο μεταξύ διαμορφώθηκαν νέες συνθήκες στη βάση των οποίων συνεχίσθηκαν οι εργασίες αποπεράτωσης του Ξενοδοχείου με τη χρηματοδότηση από νέους επενδυτές. Αντικειμενικά, επομένως, υπήρξε υπέρμετρη καθυστέρηση στη λήψη δικαστικών μέτρων και το ερώτημα που εγείρεται είναι αν οι τρεις λόγοι που επικαλέσθηκαν οι συνήγοροι των αιτητών στο στάδιο των αγορεύσεων είναι ικανοί για ανατροπή της αντικειμενικής αυτής διαπίστωσης. Η απάντηση κατά την άποψή μου είναι σαφώς αρνητική για τους πιο κάτω λόγους:
  5. Το ουσιώδες κατά την άποψή μου δεν είναι ότι μετά τα έγγραφα ημερ. 29.6.09 καταρτίσθηκαν τα (παρεπόμενα) έγγραφα ημερ. 17.11.09 και 28.1.2010 (τεκμ. 30 και 33) - με τα οποία όπως προβλήθηκε έκλεισε ο κύκλος απογύμνωσης των αιτητών - αλλά αυτά καθαυτά τα έγγραφα ημερ. 29.6.2011, με τα οποία όπως ισχυρίζεται ο ενάγοντας 2 στην ένορκη του δήλωση εξαναγκάσθηκε ο ενάγοντας 1 να παραδώσει τα πάντα για το τίποτα στον εναγόμενο
  6. Ο ισχυριζόμενος εξαναγκασμός, επομένως, είχε ολοκληρωθεί στις 29.6.2011 και ενόψει τούτου αδυνατώ να συμφωνήσω ότι τότε δεν υπήρχαν όλα τα στοιχεία για λήψη δικαστικών μέτρων.
  7. Η εισήγηση ότι ο εναγόμενος 4 «βγήκε στην επιφάνεια» τον Ιούνιο/Ιούλιο του 2010 αντιστρατεύεται ισχυρισμούς της ένορκης δήλωσης του ενάγοντα 2, σύμφωνα με τους οποίους ο εναγόμενος 4 «βγήκε στην επιφάνεια» τον Ιανουάριο του 2009 και έκτοτε ήταν ο πρωταγωνιστής των όσων επακολούθησαν για εξαναγκασμό του ενάγοντα 1 να συναινέσει στον καταρτισμό των εγγράφων ημερ. 29.6.09 και
  8. Ο ισχυρισμός ότι ο ενάγοντας 1 απελευθερώθηκε από την καταπίεση τον Ιούλιο του 2010 όταν αποφάσισε να μεταναστεύσει οικογενειακώς για να διεκδικήσει τα δίκαιά του δεν φαίνεται και τόσο πειστικός. Η καταπίεση εναντίον του όπως προβλήθηκε, συνεχίσθηκε και μετά την εκτέλεση των εγγράφων ημερ. 29.6.09 με απειλές εναντίον της ζωής του, πίσω από τις οποίες είχε κάθε λόγο να πιστεύει ότι ήταν οι εναγόμενοι 4 και
  9. Και όμως, παρά τον ισχυριζόμενο φόβο που βίωνε δεν δίστασε τον Ιανουάριο του 2010 να ζητήσει από την αστυνομία τη διεξαγωγή εγκληματικής έρευνας για τις ανώνυμες απειλές που εκτοξεύτηκαν τότε εναντίον του, και αυτό παρά το γεγονός ότι όπως προβλήθηκε οι εναγόμενοι 4 και 7 χειραγωγούσαν το ρωσικό σύστημα ποινικής έρευνας μέσω του εναγόμενου
  10. Δηλαδή, τον Ιανουάριο του 2010 ουσιαστικά ο ενάγοντας 1 κατάγγειλε στην αστυνομία τους εναγόμενους 4 και 7, ενέργεια που συνάδει με τον ισχυρισμό ότι τότε ο ενάγοντας 1 ζούσε υπό καθεστώς φόβου έναντι των εν λόγω εναγομένων. Ωστόσο την ίδια στιγμή προβάλλεται ότι υπέμενε την καταπίεση και για 15 μήνες όχι μόνο δεν προώθησε οποιοδήποτε μέτρο για διασφάλιση του ισχυριζόμενου συμφέροντος του στο Σχέδιο αξίας 2-2,5 δισεκατομμυρίων δολαρίων ή εν πάση περιπτώσει όχι λιγότερης των 253 εκατομμυρίων, αλλά ούτε καν ισχυρισμό για εξαναγκασμό διατύπωσε. Κάτω από αυτά τα δεδομένα κρίνω ότι η ισχυρισθείσα αδυναμία των αιτητών να λάβουν δικαστικά μέτρα καθόλη αυτή την περίοδο λόγω του ότι ο ενάγοντας 1 διέμενε στη Ρωσία και υπέμενε την καταπίεση δεν φαίνεται πειστική, όπως δεν φαίνεται πειστικό και το άλλο σκέλος της εισήγησης ότι πρόκειται για πολύπλοκη υπόθεση που επέβαλλε να εξετασθούν και αποφασισθούν τα διάφορα θέματα που επικαλέσθηκαν οι συνήγοροι τους και για τα οποία χρειάζονταν ανάλογο χρόνο. Η υπόθεση κατά την άποψή μου δεν είναι τόσο πολύπλοκη όσο εκ πρώτης όψεως φαίνεται. Και αυτό στη βάση των ισχυρισμών των αιτητών ότι το επιλήψιμο σχέδιο εναντίον του ενάγοντα 1 υλοποιήθηκε σε τρεις φάσεις, από τις οποίες η τρίτη πήρε τη μορφή απειλών και άσκησης ωμής βίας που έκαμψε τελικά τις αντιστάσεις του για να συναινέσει στην εκτέλεση των εγγράφων ημερ. 29.6.09 και, επομένως, όλα τα στοιχεία που θα μπορούσαν να θεμελιώσουν αγώγιμο δικαίωμα εξαναγκασμού ήταν από τότε σε γνώση των αιτητών και δεν χρειαζόταν τόσο μεγάλος χρόνος για να εξετασθούν και αποφασισθούν όλα τα θέματα που τώρα επικαλούνται. Για όλα τα πιο πάνω κρίνω ότι οι αιτητές απέτυχαν να αποδείξουν το στοιχείο του κατεπείγοντος του αιτήματος τους, κατάληξη που προδιαγράφει και την τύχη των ενδιάμεσων διαταγμάτων που χορηγήθηκαν μονομερώς. Παρά όμως την πιο πάνω κατάληξη κρίνω ότι δεν θα ΄ταν αχρείαστο να εξετασθούν και οι εκατέρωθεν εισηγήσεις σε σχέση με το εγερθέν ζήτημα της απόκρυψης ουσιωδών γεγονότων. Οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των αιτητών απέρριψαν ένα προς ένα όλους τους ισχυρισμούς των ενόρκως δηλούντων των καθ΄ ων η αίτηση, με τους οποίους καταλογίζεται στους αιτητές απόκρυψη ουσιωδών γεγονότων ή παραπλάνηση του δικαστηρίου στη χορήγηση των προσβαλλόμενων διαταγμάτων. Πρόκειται, αντέτειναν, για αβάσιμους ισχυρισμούς, οι οποίοι δεν είναι τίποτα άλλο παρά η τελευταία σανίδα σωτηρίας τους για να επιτύχουν την ακύρωση των διαταγμάτων. Προς τούτο επικαλέσθηκαν και την υπόθεση Congentra AG v. Sixteen Thirteen Marine SA The Nicholas M [2009] 1 All E.R.479, στην οποία εκφράζεται η απαρέσκεια για την τάση να προσβάλλονται ενδιάμεσα διατάγματα που χορηγήθηκαν μονομερώς λόγω μη αποκάλυψης στη βάση μάλλον πενιχρών λόγων, κάτι που ουσιαστικά αντιπροσωπεύει και τη μόνη τους σανίδα σωτηρίας (tabula in naufragio) των καθ΄ ων η αίτηση για ακύρωση των διαταγμάτων. Διαμετρικά αντίθετες βεβαίως ήταν οι εισηγήσεις των ευπαιδεύτων συνηγόρων των καθ΄ ων η αίτηση, οι οποίοι επέμεναν ότι με βάση τα στοιχεία που τέθηκαν ενώπιον του δικαστηρίου από τους ενόρκως δηλούντες των καθ΄ ων η αίτηση εμφιλοχώρησε σοβαρή απόκρυψη ουσιωδών γεγονότων, η οποία επηρέασε την απόφαση του δικαστηρίου για τη χορήγηση των προσβαλλόμενων διαταγμάτων. Εξέτασα με ιδιαίτερη προσοχή τις εκατέρωθεν εισηγήσεις και επ΄ αυτού του θέματος. Όπως παρατηρήθηκε στην υπόθεση Harvardskiy Prumyslovy Hold A.S. v. Daventree Resour. Ltd κ.α.
(2008)1 Α.Α.Δ. 801, «Σε μονομερείς αιτήσεις (ex parte applications) το Δικαστήριο πρέπει να βρίσκεται σε θέση να αξιολογεί όλα τα στοιχεία που μπορούν να επηρεάσουν τη λήψη μιας απόφασης και μέσα σε αυτά τα πλαίσια δεν έχει άλλη επιλογή παρά να βασίζεται στο περιεχόμενο των δηλώσεων του δικηγόρου και το περιεχόμενο των ενόρκων δηλώσεων του αιτητή. Έτσι προκύπτει η ανάγκη της πλήρους αποκάλυψης γεγονότων». Επαναλαμβάνω και για τους σκοπούς της παρούσας την επισήμανση αυτή του Ανωτάτου Δικαστηρίου, με την προσθήκη ότι το δικαστήριο σε αιτήσεις της εξεταζόμενης φύσεως όχι μόνο δεν έχει άλλη επιλογή, αλλά ούτε και την πολυτέλεια να διεξέλθει το περιεχόμενο των πολυάριθμων εγγράφων που συνήθως συνοδεύουν μια μονομερή αίτηση για ενδιάμεση θεραπεία και κατά συνέπεια σε τέτοιες περιπτώσεις θα πρέπει να επισύρεται η προσοχή του σε καθετί που περιέχεται στα έγγραφα αυτά και τα οποία δυνατό να επηρεάσουν τη λήψη της απόφασής του. Σχετικά, εκτός από την υπόθεση Harvardskiy, παραπέμπω και στις υποθέσεις Demstar Ltd v. Zim Israel Navigation Co Ltd κ.α.
(1996)1 Α.Α.Δ. 597 και Interparlemental Concern "Uralmetrom" v. Besumo Ltd
(2004)1 A.A.Δ. 557, από τις οποίες προκύπτει εμμέσως πλην σαφώς ότι η αναφορά σε ένα ουσιώδες θέμα πρέπει να γίνεται στην ένορκο δήλωση και όχι να απαντάται στα τεκμήρια που τη συνοδεύουν και τα οποία πολλές φορές - όπως και στην παρούσα περίπτωση - είναι ογκωδέστατα. Στην υπό εξέταση περίπτωση δεν μπορεί να καταλογισθεί στους αιτητές ότι δεν επεσύναψαν στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση τα έγγραφα που κατείχαν και που σχετίζονταν με την υπόθεση. Ωστόσο το καθήκον για πλήρη και ειλικρινή αποκάλυψη όλων των ουσιωδών γεγονότων δεν εκπληρώνεται με την επισύναψη στη συνοδευτική ένορκη δήλωση όλων των σχετικών με την υπόθεση εγγράφων, αλλά με αυτούς καθ΄εαυτούς τους ισχυρισμούς που προβάλλονται στη συνοδευτική ένορκη δήλωση και στην παρούσα έκδηλα τα γεγονότα παρουσιάσθηκαν με τέτοιο περίτεχνο τρόπο ώστε να περιορίσουν στο ελάχιστο την πιθανότητα να μην χορηγηθούν στους αιτητές τα προσβαλλόμενα διατάγματα. Η γενική αυτή παρατήρηση δεν αφορά κάποιο μεμονωμένο γεγονός που ενδεχομένως να μην επηρέαζε την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του δικαστηρίου επί του θέματος, αλλά καλύπτει και τις τρεις ισχυριζόμενες φάσεις του ισχυριζόμενου επιλήψιμου σχεδίου σε βάρος του ενάγοντα 1, σε βαθμό που η υπό κρίση περίπτωση να κατατάσσεται στις πιο σοβαρές του είδους της. Αναλυτικά:-
  1. Η πρώτη φάση του σχεδίου σε βάρος του ενάγοντα 1, προβλήθηκε, υλοποιήθηκε όταν η Πόλη προκάλεσε την αποτυχία της χρηματοδότησης της DB με το να αρνηθεί να εγκρίνει το δάνειο και να υποθηκεύσει το Ξενοδοχείο κατά παράβαση των όρων του διαγωνισμού (τεκμ. 2), των αποφάσεων της πρώτης συνέλευσης των μετόχων της DecMos (τεκμ.3) και των όρων της Συμφωνίας (τεκμ.3). Διεξήλθα με προσοχή τα έγγραφα αυτά και δεν εντόπισα οτιδήποτε στη βάση των οποίων τα τεκμ. 1 και 3 επέβαλλαν στην Πόλη τέτοια υποχρέωση. Η ίδια διαπίστωση ισχύει και για το Διάταγμα της Πόλης ημερ. 29.4.03 και το μόνο έρεισμα που θα μπορούσε να έχει η πιο πάνω κατηγορηματική θέση των αιτητών είναι η απόφαση των μετόχων της DecMos του Ιουνίου του
  2. Όμως με την εν λόγω απόφαση, όπως ορθά επεσήμανε ο δικηγόρος της Πόλης, οι αντιπρόσωποι της ενέκριναν συγκεκριμένη συναλλαγή η οποία σε καμιά περίπτωση δεν μπορούσε να εκληφθεί ως γενική συγκατάθεση της Πόλης για υποθήκευση περιουσιακών στοιχείων της DecMos για λήψη μελλοντικής χρηματοδότησης. Μάλιστα η Πόλη είχε ξεκαθαρίσει τη θέση της επί του ζητήματος με επιστολές προς την Decorum από το Νοέμβριο του 2005 (τεκμ. ΑΖ6), στις οποίες οι αιτητές δεν κάμνουν καμιά αναφορά. Επομένως υπήρχε από τότε εκπεφρασμένη θέση της Πόλης ότι δεν θα συναινούσε σε υποθήκευση του Ξενοδοχείου και το να παρουσιάζεται από τους αιτητές η εικόνα ότι αδιαμφισβήτητα η Πόλη είχε υποχρέωση να συναινέσει σε υποθήκευση του αποτελεί μια ουσιώδη διαστρέβλωση, η οποία ενδεχομένως να επηρέαζε την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του δικαστηρίου όταν επιλήφθηκε μονομερώς το αίτημα για χορήγηση των προσβαλλόμενων διαταγμάτων.
  3. Η δεύτερη φάση του σχεδίου σε βάρος του ενάγοντα 1, προβλήθηκε, ήταν ο εξαναγκασμός του να εισέλθει στη Συναλλαγή Konk, η εγκυρότητα της οποίας αμφισβητείται. Όμως από τα τεκμ. 17, 18 και 19 προκύπτει ότι οι αιτητές όχι μόνο θεωρούσαν έγκυρη την εν λόγω Συναλλαγή, αλλά εξέφραζαν και την ετοιμότητα τους να αγοράσουν τις μετοχές της Πόλης στην Konk στην περίπτωση που η Πόλη θα αποφάσιζε να τις πωλήσει. Όμως αυτό που κυρίως δεν έπραξαν με την ένορκη δήλωση του ενάγοντα 2 ήταν να επισύρουν την προσοχή του δικαστηρίου στο περιεχόμενο της επιστολής των δικηγόρων τους ημερ. 16.4.09 (τεκμ. 19), με την οποία εξέφραζαν το μεγάλο σεβασμό και την ευγνωμοσύνη τους προς την Πόλη για τη συμβολή της στην πραγμάτωση του Σχεδίου. Η παράλειψη αυτή κατά την άποψή μου ήταν ουσιώδης, γιατί ενώ από τη μια προβάλλονται ισχυρισμοί για δολοπλοκίες σε βάρος του ενάγοντα 1 για εξαναγκασμό του να εισέλθει σε μια συναλλαγή από την άλλη εκφράζεται ευγνωμοσύνη έναντι αυτών που δολοπλόκησαν εναντίον του. Κι αυτό κατά την άποψη μου ήταν στοιχείο που ενδεχομένως να επηρέαζε την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του δικαστηρίου όταν επιλήφθηκε μονομερώς το αίτημα για χορήγηση των προσβαλλόμενων διαταγμάτων.
  4. Οι πλέον όμως ουσιώδεις αποκρύψεις σχετίζονται με την ισχυριζόμενη τρίτη φάση υλοποίησης του επιλήψιμου σχεδίου σε βάρος του ενάγοντα
  5. Αποβλέποντας κατά την άποψή μου να εξαλείψουν κάθε πιθανότητα μη χορήγησης των προσβαλλόμενων διαταγμάτων, οι αιτητές απέκρυψαν:- (α) Ότι κατά τον ουσιώδη χρόνο αναζητούσαν αγοραστή του συμφέροντος τους στο Ξενοδοχείο, κάτι που προκύπτει και από την επιστολή των δικηγόρων τους ημερ. 16.4.09 προς την Πόλη (τεκμ. 19) με την οποία της πρότειταν να αγοράσει το 51% των μετοχών τους στην DecMos σε τιμή που να αντιστοιχούσε με την επένδυση τους στο Σχέδιο. (β) Ότι στο πλαίσιο αναζήτησης αγοραστή ο ενάγοντας 1 είχε στις 10.2.09 συνάντηση με τον εναγόμενο 4, στον οποίο παρέδωσε ιδιόχειρο σημείωμα (τεκμ. 10) με τις προτάσεις του για σύναψη σχετικής συμφωνίας. Όπως απέκρυψαν ότι ήταν συνέχεια αυτής της συνάντησης που ετοιμάσθηκε η «συμφωνία πλαίσιο» ημερ. 17.2.09 η οποία όπως προκύπτει από το περιεχόμενο της δεν είχε πάρει τη μορφή τελικής «συμφωνίας» που ο ενάγοντας 1 αναγκάσθηκε όπως προβλήθηκε να υπογράψει. Το ότι έτσι είχαν τα πράγματα προκύπτει και από την επιστολή τεκμ. 19 με την οποία οι αιτητές πρότειναν στην Πόλη να αγοράσει το μερίδιο τους στο Σχέδιο, ενώ αν ήδη είχαν δεσμευθεί με τη «συμφωνία» ημερ. 17.2.09 τέτοια πρόταση ασφαλώς δεν θα έκαμναν, (γ) Ότι το αντάλλαγμα για την εκτέλεση των εγγράφων ημερ. 29.6.09 δεν ήταν 5.002 δολάρια - που δεν πληρώθηκαν _ και ακάλυπτα γραμμάτια. Τα έγγραφα αυτά κατά την άποψή μου πρέπει να προσεγγισθούν ως πακέτο και το ουσιαστικό τους αντάλλαγμα δεν ήταν ακάλυπτα γραμμάτια αλλά εγγυημένα από χρηματοδοτικό ίδρυμα γραμμάτια ύψους 253 εκατομμυρίων δολαρίων τα οποία προσφέρθηκαν στους αιτητές ακόμη και στο στάδιο των αγορεύσεων και, τέλος (δ) Ότι τόσο στη συνάντηση για μονογραφή της «συμφωνίας» ημερ. 17.2.09 όσο και κατά την εκτέλεση των εγγράφων ημερ. 29.6.09 αντιπροσωπεύονταν από δικηγόρους, ο ρόλος των οποίων ασφαλώς δεν ήταν να παρακολουθούν παθητικά την απογύμνωση των περιουσιακών στοιχείων των πελατών τους εκατοντάδων εκατομμυρίων δολαρίων. Επί του προκειμένου υποβλήθηκε από τους συνηγόρους των αιτητών ότι οι πελάτες τους δεν απέκρυψαν από το δικαστήριο ότι αντιπροσωπεύονταν από δικηγόρους και σχετικά παρέπεμψαν στο ότι ο ενάγοντας 2 αναφέρει στην ένορκη του δήλωση ότι επιδρομές δέχτηκαν και οι πρώην και νυν δικηγόροι τους. Με όλο το σεβασμό, δεν συμφωνώ ότι ο ισχυρισμός αυτό αποκαλύπτει ταυτόχρονα και την αντιπροσώπευση των αιτητών από δικηγόρους στις δύο περιπτώσεις που αναφέρθηκαν. Αντίθετα, η εικόνα που μεταδίδεται μέσω της ένορκης δήλωσης του ενάγοντα 2 είναι ότι και στις δύο αυτές περιπτώσεις οι αιτητές αναγκάσθηκαν να υπογράψουν χωρίς να έχουν άλλη επιλογή, ενώ αν αποκάλυπταν και την παρουσία των δικηγόρων τους η εικόνα θα ήταν ασφαλώς διαφορετική. Στη βάση των πιο πάνω έχω την άποψη ότι οι αιτητές είναι ένοχοι σοβαρής απόκρυψης γεγονότων, τα οποία αν αποκάλυπταν θα μετέδιδαν στο δικαστήριο μια πολύ διαφορετική εικόνα απ΄ αυτή που μετέδωσαν όταν προσέφυγαν μονομερώς για τη χορήγηση των επίδικων διαταγμάτων και η οποία πολύ πιθανό να επηρέαζε την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του δικαστηρίου σ΄ ότι αφορά την χορήγηση ή όχι των προσβαλλόμενων διαταγμάτων. Για όλα τα πιο πάνω κρίνω ότι δεν χρειάζεται να εξετάσω τις περαιτέρω εισηγήσεις των ευπαιδεύτων συνηγόρων, κατά πόσο δηλαδή συντρέχουν ή όχι οι τρεις προϋποθέσεις του άρθρου 32 ή προς το πού κλίνει το ισοζύγιο της ευχέρειας. Η αίτηση απορρίπτεται και το προσωρινό διάταγμα που εκδόθηκε στις 15.9.2010 ακυρώνεται με έξοδα σε βάρος των αιτητών. Τα έξοδα να υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή. (Υπ.) Μ. Χριστοδούλου, Π.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο, Πρωτοκολλητής /κβπ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.