← Κύπρος

ENGEL VOLKERS MARKEN GMBH CO KG κ.α. ν. MATSAS THEOFANOUS ESTATES LTD, Αγωγή Αρ. 7015/09, 18 Φεβρουαρίου, 2011

ENGEL VOLKERS MARKEN GMBH CO KG κ.α. ν. MATSAS THEOFANOUS ESTATES LTD, Αγωγή Αρ. 7015/09, 18 Φεβρουαρίου, 2011 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2011:A65 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Μ. Χριστοδούλου, Π.Ε.Δ. Αγωγή Αρ. 7015/09 Μεταξύ:

  1. ENGEL & VÖLKERS MARKEN GMBH & CO KG
  2. ENGEL & VÖLKERS INTERNATIONAL GMBH
  3. GRUND GENUG VERLAG UND WERBE GMBH Ενάγουσες - και - MATSAS & THEOFANOUS ESTATES LTD Εναγόμενες Αίτηση εναγουσών ημερ. 18.5.2010 για αποκλεισμό της Ανταπαίτησης Ημερομηνία: 18 Φεβρουαρίου, 2011 Εμφανίσεις: Για ενάγουσες/αιτήτριες: κ. Α. Γεωργιάδης για Δρ. Κ. Χρυσοστομίδη & Σια Για εναγόμενη/καθ΄ ης η αίτηση: κ. Μ. Κυριακίδης ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Οι αιτήτριες, μέλη του γερμανικού κτηματομεσιτικού ομίλου εταιρειών ENGEL & VÖLKERS, επιδιώκουν τον αποκλεισμό ή αναστολή και/ή απόρριψη της ανταπαίτησης της καθ΄ ης η αίτηση βάσει της Δ.21 θ.10 και των άρθρων 21 και 29 του περί Δικαστηρίων Νόμου 14/1960, αιτήματα που θα γίνουν πιο κατανοητά με τη σκιαγράφηση του ιστορικού της διαφοράς και των εκατέρωθεν αξιώσεων. Η συνεργασία των διαδίκων σηματοδοτήθηκε με τη σύναψη συμφωνίας ημερ. 27.9.05, δυνάμει της οποίας η ενάγουσα 2 παραχώρησε στην καθ΄ ης η αίτηση άδεια χρήσης Κοινοτικών και Διεθνών Εμπορικών Σημάτων των αιτητριών. Η πιο πάνω συμφωνία παρέμεινε σε ισχύ μέχρι 12.12.07 οπόταν αντικαταστάθηκε με νέα (στο εξής η Συμφωνία), σύμφωνα με την οποία η άδεια που είχε χορηγηθεί στην καθ΄ ης η αίτηση για χρήση των Εμπορικών Σημάτων τέθηκε σε νέα βάση. Όμως, ό,τι εδώ ενδιαφέρει δεν είναι η αναφορά στους πλήρης όρους της Συμφωνίας, αλλά ο τερματισμός της και τα δικαστικά μέτρα που ακολούθησαν. Ο τερματισμός έγινε με επιστολή της ενάγουσας 2 ημερ. 11.9.09 κατ΄ επίκληση παραβίασης από την καθ΄ ης η αίτηση συγκεκριμένων όρων της Συμφωνίας και δύο μήνες περίπου μετά, στις 24.11.09, οι αιτήτριες καταχώρισαν και αγωγή επί γενικώς οπισθογραφημένου κλητηρίου εντάλματος με αξίωση την έκδοση δύο διαταγμάτων και απόφασης για αποζημιώσεις. Συγκεκριμένα, αξιώνουν την έκδοση:- Α. Διατάγματος με το οποίο να απαγορεύεται στην καθ΄ ης η αίτηση να ασκεί κτηματομεσιτικές εργασίες ή άλλες συναφείς εργασίες, χρησιμοποιώντας το όνομα ENGEL & VÖLKERS ή οποιαδήποτε παρόμοια ή παραπλήσια ονόματα τα οποία παραβιάζουν τα εμπορικά τους σήματα, Β. Διατάγματος με το οποίο να διατάσσεται η καθ΄ ης η αίτηση όπως μέσα σε τρεις

(3)εργάσιμες μέρες από την επίδοση του προβεί σε ένορκη δήλωση αναφορικά με τον κύκλο εργασιών που πραγματοποίησε και τα κέρδη που αποκόμισε από τις 11.9.09 μέχρι σήμερα χρησιμοποιώντας τα εμπορικά τους σήματα και Γ. Απόφασης για αποζημιώσεις λόγω παραβίασης των εμπορικών τους σημάτων και/ή αντιποίηση εμπορευμάτων ή αθέμιτο ανταγωνισμό. Πέραν της καταχώρησης της πιο πάνω αγωγής - και ταυτόχρονα με αυτή - οι αιτήτριες κατέθεσαν και μονομερή αίτηση για προσωρινό διάταγμα παρόμοιου περιεχομένου με το πρώτο διάταγμα που αξιώνεται με την αγωγή, το οποίο τους χορηγήθηκε αυθημερόν και το οποίο οριστικοποιήθηκε εκ συμφώνου στις 2.12.09. Ακολούθησε η κατάθεση στις 12.2.2010 της έκθεσης απαίτησης και στη συνέχεια η κατάθεση από την καθ΄ ης η αίτηση έκθεσης υπεράσπισης και ανταπαίτησης, η οποία προκάλεσε και την υπό κρίση αίτηση για αποκλεισμό ή αναστολή και/ή απόρριψη της. Με το δικόγραφο της η καθ΄ ης η αίτηση διατείνεται ότι με τη λήψη της επιστολής τερματισμού έπαυσε αμέσως να χρησιμοποιεί τα εμπορικά σήματα που αναφέρονται στη Συμφωνία και, περαιτέρω, ότι ο τερματισμός ήταν αδικαιολόγητος και/ή παράνομος και στη βάση αυτή εγείρει ανταπαίτηση για την οικονομική ζημία ύψους €996.738 που όπως ισχυρίζεται υπέστη, πλέον γενικές αποζημιώσεις για παράβαση και/ή παράνομο τερματισμό της Συμφωνίας. Η πιο πάνω σκιαγράφηση του ιστορικού της υπόθεσης και των εκατέρωθεν αξιώσεων αποτελεί κατά την άποψή μου ικανοποιητικό υλικό για να γίνουν κατανοητοί οι λόγοι που προβάλλουν οι αιτήτριες στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση για αποκλεισμό της ανταπαίτησης και τι σχετικά αντιτείνει η καθ΄ ης η αίτηση στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την ένσταση για απόρριψη της αίτησης. Ουσιαστικά οι αιτήτριες επικαλούνται ως λόγο αποκλεισμού τη ρήτρα δικαιοδοσίας που περιέχεται στον όρο 24
(1)στη Συμφωνία σύμφωνα με τον οποίο η Συμφωνία διέπεται αποκλειστικά από τους Νόμους της Ομόσπονδης Δημοκρατίας της Γερμανίας και αρμόδια δικαστήρια για εκδίκαση των θεμάτων που εγείρονται σ΄ αυτή είναι τα Δικαστήρια του Αμβούργου. Με την αγωγή τους, προβάλλουν, δεν εγείρονται θέματα που άπτονται της ουσίας της Συμφωνίας και για τα οποία αρμόδια δικαστήρια είναι τα δικαστήρια του Αμβούργου, αλλά την υποχρέωση της καθ΄ ης η αίτηση να παύσει να επεμβαίνει στα εμπορικά τους σήματα ως αποτέλεσμα του τερματισμού της Συμφωνίας. Όμως, με την ανταπαίτηση εγείρονται ζητήματα που άπτονται της ουσίας της Συμφωνίας, η οποία καταρτίσθηκε μεταξύ ενάγουσας 2 και καθ΄ ης η αίτηση και κατά συνέπεια «. η συνεκδίκαση της Ανταπαίτησης με την Αγωγή, όχι μόνο δεν είναι πρόσφορος ή θα προκαλέσει δυσχέρεια στην διεκδίκηση των δικαιωμάτων των εναγουσών, αλλά είναι και ανεπίτρεπτη.». Συναφώς, προβάλλεται ότι η εξέταση των ζητημάτων που εγείρονται με την ανταπαίτηση «.απαιτεί την προσκόμιση εξειδικευμένης μαρτυρίας, καθώς επίσης και εξέταση σημαντικών και περίπλοκων θεμάτων, όπως είναι το εφαρμοστέο δίκαιο (γερμανικό δίκαιο) και η δικαιοδοσία του Δικαστηρίου». Κατά συνέπεια «.. Η συνεκδίκαση της Ανταπαίτησης με την Αγωγή θα οδηγήσει σε μεγάλη καθυστέρηση στην εκδίκαση της Αγωγής, στα πλαίσια της οποίας σύμφωνα με το περιεχόμενο της Έκθεσης Απαίτησης και της Υπεράσπισης δεν θα πρέπει να αναμένεται η καταχώρηση πολύπλοκης ή εξειδικευμένης μαρτυρίας, ενώ είναι αχρείαστη και η εξέταση της ουσίας καθώς και η ερμηνεία των όρων της Συμφωνίας» και επί του προκειμένου επισύρεται η προσοχή του δικαστηρίου στο ότι η αγωγή εγείρεται και από τις τρεις ενάγουσες, ενώ η ανταπαίτηση αφορά αποκλειστικά την καθ΄ ης η αίτηση και την ενάγουσα 2. Με την έντασή της η καθ΄ ης η αίτηση προβάλλει οκτώ
(8)λόγους για απόρριψη της αίτησης, αλλά ουσιαστικά τα ζητήματα που εγείρει είναι δύο. Το πρώτο ότι με την καταχώρηση της αγωγής στην Κύπρο εγκαταλείφθηκε η ρήτρα αλλοδαπής δικαιοδοσίας και, το δεύτερο, ότι η διάρρηξη της Συμφωνίας έγινε στην Κύπρο και το κυπριακό δικαστήριο είναι το πλέον κατάλληλο για εκδίκαση της υπόθεσης. Όπως σχετικά υποστηρίζεται στη συνοδευτική ένορκη δήλωση:-
  1. Ναι μεν η Συμφωνία περιέχει ρήτρα αλλοδαπής δικαιοδοσίας, αλλά με τον τερματισμό της οι αιτήτριες επέλεξαν να καταχωρίσουν αγωγή στην Κύπρο, με την οποία ζητούν και αποζημιώσεις για παραβίαση των εμπορικών τους σημάτων και για αθέμιτο ανταγωνισμό και επομένως εγκατέλειψαν την εν λόγω ρήτρα. Περαιτέρω οι ενάγουσες 1 και 3 δεν είναι συμβαλλόμενα μέρη στη Συμφωνία και σ΄ ότι τις αφορά δεν μπορούν να επικαλούνται τη ρήτρα για να αποκλείσουν την εκδίκαση της ανταπαίτησης στην Κύπρο.
  2. Ο τόπος διάρρηξης της Συμφωνίας είναι η Κύπρος, όπου ευρίσκονται όλα τα πρόσωπα που θα δώσουν μαρτυρία. Επισημαίνεται συναφώς ότι αν απαιτούνται για την υπόθεση μάρτυρες των αιτητριών από τη Γερμανία, αυτοί ούτως ή άλλως θα έλθουν για απόδειξη της υπόθεσης τους και επομένως καμία δυσχέρεια ή καθυστέρηση στην αγωγή δεν θα επέλθει. Τέλος, προβάλλεται ότι τόσο το δικονομικό σύστημα δικαίου της Κύπρου όσο και το ουσιαστικό που ρυθμίζει τα επίδικα θέματα της αγωγής και της ανταπαίτησης δεν διαφέρουν εκείνων της Γερμανικής Ομοσπονδίας και επομένως από απόψεως ουσιαστικής δικαιοσύνης δεν θα προκύψουν τα προβλήματα που επικαλούνται οι αιτήτριες. Οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των διαδίκων προώθησαν τις θέσεις των πελατών τους με εμπεριστατωμένες γραπτές αγορεύσεις, τις οποίες έχω διεξέλθει με προσοχή και ειδική αναφορά στις εκατέρωθεν εισηγήσεις θα γίνει - στο βαθμό που κριθεί αναγκαίο - αφού πρώτα παραθέσω αυτούσιο το πιο κάτω απόσπασμα από την υπόθεση G.D.L. Trading (Famagusta) Ltd v. Α. Φαρκονάς, Πολ. Έφεση 47/08 ημερ. 26.1.2010, το οποίο επαναλαμβάνει τις νομικές αρχές που διέπουν τον αποκλεισμό μιας ανταπαίτησης βάσει της Δ.21 θ.10 και οι οποίες αναλύθηκαν στην υπόθεση Σιακόλας v. Federal Bank of Lebanon (SAL)
(1992)1 Λ.Λ.Α. 711: "Προκύπτει από το κείμενο της Δ.21 θ. 10 ότι παρέχεται διακριτική ευχέρεια στο δικαστήριο να αποκλείσει τη συνεκδίκαση της ανταπαίτησης με την αγωγή εφόσον τούτο κρίνεται πρέπον. Η υπό εξέταση δικονομική διάταξη δεν καθορίζει τα κριτήρια τα οποία διέπουν την άσκηση της διακριτικής εξουσίας του δικαστηρίου. Εξυπακούεται από τη φύση του κανόνα και του σκοπού που αποβλέπει να εξυπηρετήσει ότι η εξουσία του δικαστηρίου είναι συνυφασμένη με την καλή απονομή της δικαιοσύνης που στην προκείμενη περίπτωση συναρτάται άμεσα με την απρόσκοπτη κατά το δυνατό διεκπεραίωση της δίκης. Η αγγλική νομολογία, ερμηνευτική των αντίστοιχων αγγλικών δικονομικών προνοιών στις οποίες η Δ.21 θ. 10 είναι προσαρμοσμένη, αναγνωρίζει ευρεία διακριτική ευχέρεια στο δικαστήριο να αποκλείσει ανταπαίτηση οποτεδήποτε κρίνεται ότι η συνεκδίκαση της με την αγωγή δεν είναι πρόσφορος (expedient) ή θα προκαλέσει δυσχέρεια (inconvenience) στη διεκδίκηση των δικαιωμάτων του ενάγοντος. Ενδεχόμενο πρόκλησης σημαντικής καθυστέρησης στην εκδίκαση της αγωγής συνιστά δυσχέρεια που παρέχει έρεισμα για τον αποκλεισμό της ανταπαίτησης. (Gray η. Webb
(1882)21 Ch.D., 802). Ανάλογες θέσεις υιοθετήθηκαν και από το Ανώτατο Δικαστήριο αναφορικά με την ερμηνεία και εφαρμογή της Δ.21 θ. 10 στη Said Galip v. Umit Suleyman
(1963)2 C.L.R., 129. Στην υπόθεση εκείνη το Ανώτατο Δικαστήριο διέταξε τον αποκλεισμό της ανταπαίτησης σε αγωγή για την οφειλή χρέους βάσει ομολόγου παρά την συγγενικότητα του θέματος της ανταπαίτησης με την απαίτηση, που επίσης συνίστατο στη διεκδίκηση οφειλής βάσει ομολόγου για ισάξιο ποσό, ενόψει της καθυστέρησης στην εκδίκαση της αγωγής που θα επροκαλείτο από τον χρόνο που θα απαιτείτο για την επίλυση νομικών θεμάτων που εγείρονταν από την ανταπαίτηση. (Συνταγματικότητα νόμου και ενδεχόμενο παραπομπής του θέματος στο Ανώτατο Συνταγματικό Δικαστήριο για επίλυση βάσει του άρθρου 144). Διαφαίνεται από την απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου ότι κατά την άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας συνεκτιμούνται όλα τα σχετικά γεγονότα τα οποία τείνουν να διαμορφώσουν και προδιαγράφουν το πλαίσιο της δίκης σε συνάρτηση με τα χρονικά όρια για την επίλυση τους." Η αγωγή, εισηγήθηκαν οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των αιτητών, δεν στηρίζεται σε παραβίαση της Συμφωνίας ούτε διεκδικούνται δυνάμει αυτής αποζημιώσεις, αλλά σε πράξεις που έγιναν μετά τον τερματισμό. Αντίθετα η ανταπαίτηση προϋποθέτει την εξέταση ζητημάτων που άπτονται του περιεχομένου της Συμφωνίας, για τα οποία όμως υπάρχει ρήτρα αλλοδαπής δικαιοδοσίας και παρέπεμψαν σχετικά στις πρόνοιες των άρθρων 96(α), 97
(1), 97
(5)και 98
(2)του Κοινοτικού Κανονισμού Ε.Ε. 207/2009 για τα Κοινοτικά Σήματα καθώς και στο άρθρο 23 του Κοινοτικού Κανονισμού 44/01. Και αυτό για να εισηγηθούν ότι το Ε.Δ. Λευκωσίας στερείται δικαιοδοσίας να εκδικάσει την ανταπαίτηση και στην περίπτωση συνεκδίκασης της αγωγής με την ανταπαίτηση θα δημιουργηθούν τα προβλήματα που προβάλλονται στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση. Οι απαιτήσεις των αιτητριών, αντέτεινε ο ευπαίδευτος συνήγορος της καθ΄ ης η αίτηση, δεν θα είχαν έρεισμα αν δεν προηγείτο ο τερματισμός και οι ισχυρισμοί τους ότι η αγωγή δεν βασίζεται σε παραβίαση της Συμφωνίας δεν ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα. Από τη στιγμή δε που παρά τη ρήτρα αλλοδαπής δικαιοδοσίας οι αιτήτριες καταχώρισαν αγωγή σε κυπριακό δικαστήριο εμποδίζονται να την επικαλούνται και εν πάση περιπτώσει δεν μπορούν να επικαλούνται την εν λόγω ρήτρα οι ενάγουσες 1 και 3 που δεν είναι συμβαλλόμενες στη Συμφωνία. Υιοθετώντας βασικά τις εισηγήσεις των ευπαιδεύτων συνηγόρων των αιτητριών παρατηρώ τα ακόλουθα:- Η αγωγή δεν βασίζεται σε ισχυριζόμενη παραβίαση της Συμφωνίας εκ μέρους της καθ΄ ης η αίτηση, αλλά σε πράξεις που της καταλογίζονται μετά τον τερματισμό και η ουσιαστική υπεράσπιση που προβάλλεται από την καθ΄ ης η αίτηση έναντι των πράξεων αυτών είναι ότι αμέσως μετά τη λήψη της επιστολής τερματισμού έπαυσε να χρησιμοποιεί τα εμπορικά σήματα που αναφέρονται στη Συμφωνία (παρ. 14 της Έκθεσης Υπεράσπισης). Δεν αμφισβητεί επομένως ότι επήλθε τερματισμός της Συμφωνίας και ότι ως αποτέλεσμα του τερματισμού είχε υποχρέωση να παύσει να χρησιμοποιεί τα αναφερθέντα εμπορικά σήματα. Στη βάση της επισήμανσης αυτής το μόνο επίδικο θέμα που εγείρεται με την αγωγή είναι ο ισχυρισμός των αιτητριών ότι η καθ΄ ης η αίτηση δεν έπαυσε μετά τον τερματισμό να χρησιμοποιεί τα εμπορικά σήματα και όπως είναι αυτονόητο για την εκδίκαση του απλού αυτού θέματος η μαρτυρία που θα χρειασθεί να προσκομίσουν οι αιτήτριες θα περιστραφεί γύρω από αυτό και μόνο το θέμα. Ωστόσο η επίλυση αυτού του θέματος δεν θα επιφέρει και το τέλος της διαφοράς αφού θα παραμείνει η ανταπαίτηση, η οποία θα κριθεί στη βάση των όσων διατείνεται η καθ΄ ης η αίτηση και επομένως θα προκληθεί αφενός μεν καθυστέρηση στη διεκδίκηση των δικαιωμάτων των αιτητριών και αφετέρου οι δυσχέρειες και τα προβλήματα που επεσήμαναν. Το πιο σημαντικό όμως είναι ότι σε σχέση με την ανταπαίτηση υπάρχει η ρήτρα της αλλοδαπής δικαιοδοσίας και δεν συμφωνώ ότι η καταχώριση της αγωγής ισοδυναμεί και με παραίτηση των αιτητριών να την επικαλεσθούν. Κι αυτό γιατί παρά την συγγενικότητα του θέματος της ανταπαίτησης με την απαίτηση, η βάση της απαίτησης είναι διαφορετική από τη βάση της ανταπαίτησης. Επί του προκειμένου, σ΄ ότι αφορά την απαίτηση εφαρμόζεται το άρθρο 97 του Κοινοτικού Κανονισμού 207/2009 που προνοεί ότι αγωγές για επέμβαση στα κοινοτικά εμπορικά σήματα - όπως είναι η υπόθεση των αιτητριών - καταχωρούνται στα δικαστήρια του κράτους μέλους όπου κατοικεί ο εναγόμενος, ενώ δεν συμβαίνει πάντοτε το ίδιο όταν πρόκειται για παραβίαση συμφωνίας. Σε τέτοιες περιπτώσεις, όπως ρητά προνοείται από το εν λόγω άρθρο, εφαρμόζονται οι πρόνοιες του άρθρου 23 του Κοινοτικού Κανονισμού 44/01, ο οποίος δημοσιεύθηκε στην Επίσημη Εφημερίδα των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων στις 16.1.01 και αποβλέπει στη ρύθμιση θεμάτων που σχετίζονται με τη δικαιοδοσία και την αναγνώριση και εκτέλεση αποφάσεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις. Σχετική επί του θέματος είναι η απόφαση του δικαστηρίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων (ΔΕΚ) στην υπόθεση C-386/05, Color Drack GmbH v. Lexx International Vertriebs GmbH ημερ. 3.5.07 η οποία, επικαλούμενη τη δεύτερη και ενδέκατη αιτιολογική σκέψη του Κανονισμού, επεσήμανε «. ότι ο σκοπός του Κανονισμού είναι η ενοποίηση των κανόνων συγκρούσεως των δικαιοδοσιών στις αστικές και εμπορικές υποθέσεις μέσων κανόνων δικαιοδοσίας που παρουσιάζουν υψηλό βαθμό προβλεψιμότητας» και «Στο πλαίσιο αυτό, ο εν λόγω Κανονισμός αποσκοπεί στην ενίσχυση της δικαστικής προστασίας των προσώπων που είναι εγκατεστημένα στο έδαφος της Κοινότητας και παρέχει ταυτόχρονα τη δυνατότητα στον ενάγοντα να προσδιορίζει με ευκολία το δικαστήριο στο οποίο μπορεί να προσφύγει και στον εναγόμενο να προβλέπει ευλόγως το δικαστήριο ενώπιον του οποίου μπορεί να εναχθεί». Ο Κανονισμός 44/01 δεν έχει εισαχθεί στο νομικό σύστημα της Κύπρου με ειδικό νόμο, όπως έγινε σε κάποιες άλλες χώρες μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Ωστόσο βάσει του άρθρου 249 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης είναι δεσμευτικός και για τη χώρα μας ως άμεσα εφαρμοστέου (directly applicable) και η νομική του ισχύς αναγνωρίσθηκε με τον περί τής Πέμπτης Τροποποίησης του Συντάγματος Νόμο του 2006 (Ν.127
(1)/2006) και όπως γίνεται αντιληπτό οι πρόνοιες του υπερισχύουν κάθε αντίθετης διάταξης του εσωτερικού μας δικαίου. Βάσει λοιπόν των προνοιών του άρθρου 23 του εν λόγω Κανονισμού:- «1. Αν τα μέρη, από τα οποία ένα τουλάχιστον έχει την κατοικία του στο έδαφος κράτους μέλους συμφώνησαν ότι ένα δικαστήριο ή τα δικαστήρια κράτους μέλους θα δικάζουν τις διαφορές που έχουν προκύψει ή που θα προκύψουν από συγκεκριμένη έννομη σχέση, το δικαστήριο αυτό ή τα δικαστήρια του κράτους αυτού έχουν διεθνή δικαιοδοσία. Αυτή η δικαιοδοσία είναι αποκλειστική εκτός αν τα μέρη συμφώνησαν άλλως. Μια τέτοια συμφωνία διεθνούς δικαιοδοσίας πρέπει να καταρτισθεί: (α) είτε γραπτά είτε προφορικά με γραπτή επιβεβαίωση· (β) ............ (γ) ...........» Υπό τα περιστατικά της υπόθεσης αμφότεροι οι συμβαλλόμενοι στη Συμφωνία έχουν την κατοικία τους στο έδαφος κράτους μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης και από τη στιγμή που συμφώνησαν γραπτώς ότι οι διαφορές που θα προέκυπταν από τη μεταξύ τους Συμφωνία θα εκδικάζονταν από τα Δικαστήρια του Αμβούργου σύμφωνα με το Γερμανικό Δίκαιο, προσέδωσαν στα εν λόγω Δικαστήρια διεθνή και αποκλειστική δικαιοδοσία. Κατά συνέπεια το Κυπριακό Δικαστήριο στερείται δικαιοδοσίας να εκδικάσει την ανταπαίτηση της καθ΄ ης η αίτηση, η οποία βασίζεται σε ισχυριζόμενη παραβίαση της εν λόγω Συμφωνίας. Κάτι τέτοιο όμως, όπως ήδη έχει επισημανθεί, δεν συμβαίνει με την απαίτηση των αιτητριών και ενόψει τούτου κρίνω ότι η αίτηση τους επιτυγχάνει. Για όλα τα πιο πάνω και παρά τη συγγενικότητα του θέματος της ανταπαίτησης με το θέμα της απαίτησης, εκδίδεται διάταγμα αποκλεισμού της ανταπαίτησης με έξοδα σε βάρος της καθ΄ ης η αίτηση. Τα έξοδα να υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή αλλά θα είναι πληρωτέα στο τέλος της δίκης. (Υπ.) Μ. Χριστοδούλου, Π.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο, Πρωτοκολλητής /κβπ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.