Ziemann Ludwigsburg GmbH ν. Vosnicos Limited, Αρ. Αίτησης: 1067/08, 21 Φεβρουαρίου, 2011 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2011:A66 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Α. Ρ. Λιάτσου, Π.Ε.Δ. Αρ. Αίτησης: 1067/08 Μεταξύ: Ziemann Ludwigsburg GmbH Αιτητών και Vosnicos Limited Καθ΄ ων η Αίτηση -------------------- Αίτηση για Λεπτομέρειες ημερ. 12 Οκτωβρίου 2010 21 Φεβρουαρίου,
- Για Αιτητές: κα Θ. Ραφτοπούλου για Αλ. Ευαγγέλου & Σία Για Καθ΄ ων η Αίτηση-ενδιαφερόμενο μέρος Botural Enterprises Ltd: κ. Γ. Μούντης μαζί με κα Β. Παπαγιάννη ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Οι Αιτητές είναι εξ αποφάσεως πιστωτές της εταιρείας Vosnicos Limited με βάση τελεσίδικη διαιτητική απόφαση διεθνούς διαιτητικού δικαστηρίου. Η διαιτητική αυτή απόφαση αναγνωρίστηκε και εγγράφηκε στην Κύπρο, δυνάμει διατάγματος Δικαστηρίου, το οποίο εκδόθηκε στις 13.3.
- Ακολούθησε η καταχώρηση Αίτησης ημερ. 13.10.2009 (η οποία θα αναφέρεται στη συνέχεια ως η κυρίως Αίτηση), με την οποία οι Αιτητές εξαιτούνται σειρά διαταγμάτων, τα οποία εδράζουν, κυρίως, στον περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμο, Κεφ.
- Αξιώνουν βασικά, διατάγματα σχετικά με την οικονομική κατάσταση της Vosnicos, την ικανότητά της να εξοφλήσει το εξ αποφάσεως χρέος και την ακύρωση ως καταδολιευτικής της οποιασδήποτε δωρεάς και/ή μεταβίβασης των περιουσιακών της στοιχείων. Επιπρόσθετα αξιώνουν και διατάγματα απευθείας εναντίον των Καθ΄ ων η Αίτηση για ακύρωση της μεταβίβασης και επανεγγραφή συγκεκριμένων περιουσιακών στοιχείων στο όνομα της Vosnicos και, περαιτέρω, για παρεμπόδισή τους να μεταβιβάσουν και/ή επιβαρύνουν περαιτέρω τα περιουσιακά αυτά στοιχεία. Με οδηγίες του Δικαστηρίου η κυρίως Αίτηση επιδόθηκε στους Καθ΄ ων η Αίτηση ως ενδιαφερόμενο μέρος, οι οποίοι και καταχώρησαν ένσταση. Την ένορκο δήλωση που τη συνοδεύει ορκίζεται η νομική τους σύμβουλος Elena Vaschuk. Οι Αιτητές, με επιστολή τους ημερ. 22.9.2010, ζήτησαν από τους δικηγόρους των Καθ΄ ων η Αίτηση περαιτέρω και καλύτερες λεπτομέρειες σχετικά με τις παραγράφους 8 και 9 της προαναφερθείσας ένορκης δήλωσης. Η παράλειψη ανταπόκρισης στο πιο πάνω αίτημα οδήγησε στην καταχώρηση της υπό εξέταση Αίτησης, αντικείμενο της οποίας είναι η αξίωση διατάγματος για παροχή περαιτέρω και καλύτερων λεπτομερειών αναφορικά με τους ισχυρισμούς που προβάλλονται στις πιο πάνω παραγράφους. Παρά την εκτεταμένη νομική βάση επί της οποίας εδράζεται το αίτημα για παροχή λεπτομερειών, βασικό νομικό υπόβαθρο συνιστά η Δ.19, θ.6 των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών. Είναι η θέση των Αιτητών ότι οι λεπτομέρειες που ζητούνται αφορούν ουσιώδεις ισχυρισμούς που καλύπτουν οι προρηθείσες παραγράφοι της ενόρκου δηλώσεως και είναι απαραίτητες προκειμένου να γνωρίζουν τη θέση που προβάλλουν οι Καθ΄ ων η Αίτηση, ούτως ώστε να μην βρεθούν προ εκπλήξεως κατά την ακρόαση της κυρίως Αίτησης. Οι Καθ΄ ων η Αίτηση καταγράφουν ως συγκεκριμένους λόγους ένστασης την έλλειψη δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου να εκδώσει το αιτούμενο διάταγμα, το ανυπόστατο και/ή αβάσιμο της Αίτησης και, άνευ επηρεασμού των πιο πάνω, το αδικαιολόγητο, υπό τις περιστάσεις και τα γεγονότα της συγκεκριμένης υπόθεσης, του αιτήματος. Η ένσταση συνοδεύεται από ένορκο δήλωση την οποία ορκίζεται δικηγόρος. Προβάλλει ως βασική θέση ότι οι Αιτητές δεν νομιμοποιούνται στην αναζήτηση λεπτομερειών, λαμβανομένης υπόψη της φύσης της διαδικασίας. Προσθέτει, διαζευκτικά, ότι οι αξιούμενες λεπτομέρειες συνιστούν μαρτυρία και εκφεύγουν των πλαισίων που νομολογιακά καθορίζονται για να επιτύχει το αίτημα. Καταλήγοντας δε θέτει ότι οι αιτούμενες λεπτομέρειες δεν είναι ουσιώδεις, δεν σχετίζονται με τα επίδικα θέματα και δεν είναι αναγκαία η παροχή τους, προκειμένου να προετοιμάσουν την υπόθεσή τους οι Αιτητές. Οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των διαδίκων, μέσα από τις εμπεριστατωμένες αγορεύσεις τους, υποστήριξαν τις θέσεις τους. Είναι αχρείαστη η επανάληψη των εισηγήσεών τους. Όπου είναι απαραίτητο αυτό θα γίνει κατά την εξέταση των επί μέρους ζητημάτων. Λιτή αναφορά στα γεγονότα που καλύπτουν την υπόθεση είναι απαραίτητη, προκειμένου να γίνει κατανοητό το αίτημα για παροχή λεπτομερειών και ευκολότερη η παρακολούθηση της απόφασης του Δικαστηρίου: Προβάλλεται μέσα από τα γεγονότα που υποστηρίζουν την κυρίως Αίτηση, όπως αυτά αποτυπώνονται στην ένορκο δήλωση που τη συνοδεύει, ότι η Vosnicos και η Botural προχώρησαν, σε χρόνο και κάτω από περιστάσεις που δείχνουν ότι σκοπός τους ήταν να παρεμποδιστούν οι Αιτητές να εισπράξουν από τη Vosnicos το εξ αποφάσεως οφειλόμενο χρέος, στην κατάρτιση εικονικής συμφωνίας για πώληση περιουσιακών στοιχείων με αντίτιμο €45.780.
- Είναι η θέση των Αιτητών ότι το εν λόγω ποσό ουδέποτε καταβλήθηκε από την Botural και ότι η συμφωνία αυτή μόνο σκοπό είχε να τους αποτρέψει και/ή εμποδίσει από την είσπραξη των οφειλομένων σε αυτούς ποσών. Οι επίδικες παραγράφοι 8 και 9 της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την ένσταση των Καθ΄ ων η Αίτηση στην κυρίως Αίτηση, έχουν ως ακολούθως:
- «In due performance of the terms of the SPA, and "APPENDIX 2" the payment for the purchase of the equipment in question was effected by the Company COBREW NV, from Leuven,which belongs to the same group of companies with Botural and which transferred the amount of EUR 41.697.200,00 to Vosnicos on its behalf thereof in full settlement of the agreed amount. A copy of the wire transfer for the amount of EUR 41.697.200,00, as well as, of the Payment details in relation thereto, are attached herewith as Exhibits "EV3" and "EV.4».
- «As is clearly stated in Exhibit E.V3, the payment of the total amount of EUR 41.697.200,00 was made by Cobrew NV: "on behalf of Botural acquisition of Botural assets and related leasing rights, irrevovably wired [...] to the benefit of Vosnicos Ltd, named in the payment details as the Beneficiary of the amount in question.» Είναι η θέση των Αιτητών ότι όλες οι επιζητούμενες λεπτομέρειες εστιάζονται, αφενός στον ισχυρισμό που προβάλλεται από την ενόρκως δηλούσα ότι η Καθ΄ ης η Αίτηση κατέβαλε στην εταιρεία Vosnicos το αναφερόμενο ποσό ως αντάλλαγμα για την αγορά του συγκεκριμένου εξοπλισμού δυνάμει της μεταξύ τους συμφωνίας και, αφετέρου, στην εμπλοκή στην πληρωμή της εταιρείας COBREW NV. Εξειδικεύονται δε οι αιτούμενες λεπτομέρειες στα ακόλουθα ερωτήματα:
- Ποια είναι η δομική υπόσταση της εταιρείας COBREW NV, ήτοι ποιοι είναι οι μέτοχοι, οι διευθυντές, ο γραμματέας και το εγγεγραμμένο γραφείο της προαναφερόμενης εταιρείας.
- Με ποιο τρόπο η COBREW NV ανήκει στον ίδιο όμιλο εταιρειών με την Botural Enterprises Ltd.
- Με ποιο έγγραφο και/ή με ποια έγγραφα και/ή με ποιο μέσο η εταιρεία Botural Enterprises Ltd εξουσιοδότησε την COBREW NV να ενεργεί εκ μέρους της για να προχωρήσει στη μεταφορά των ΕΥΡΩ 41.697.200,00 προς τη Vosnico Ltd.
- Γιατί το ποσό των ΕΥΡΩ 41.697.200,00 μεταφέρθηκε στο συγκεκριμένο λογαριασμό της ZENIT BANK.
- Από ποιο/ποια πρόσωπο/α δόθηκε οδηγίες στην COBREW NV να μεταφέρει το ποσό των ΕΥΡΩ 41.697.200,00 στο συγκεκριμένο λογαριασμό της ΖΕΝΙΤ ΒΑΝΚ, όπως αυτός φαίνεται στα Τεκμήρια 3 και 4 της ένορκης δήλωσης. Προκύπτει ως πρώτο ζήτημα για εξέταση ο λόγος ένστασης που κινείται γύρω από τη θέση ότι η υπό κρίση Αίτηση είναι νομικά αβάσιμη και ανυπόστατη. Η προσέγγιση αυτή των Καθ΄ ων η Αίτηση, όπως αναπτύχθηκε από τον ευπαίδευτο συνήγορό τους, έχει ως λόγο τη θέση ότι η παροχή λεπτομερειών, με βάση τη Δ.19, θ.6, είναι επιτρεπτή μόνο σε αναφορά με δικόγραφο, ειδοποίηση ή γραπτή διαδικασία. Συνεπώς, δεν καλύπτει ένορκες δηλώσεις αφού αυτές δεν εμπίπτουν σε καμιά από τις προαναφερόμενες κατηγορίες. Η αντίθετη εισήγηση της ευπαίδευτης συνηγόρου για τους Αιτητές είναι ότι η κυρίως Αίτηση αποτελεί αυτόνομη διαδικασία, έχει το χαρακτήρα εναρκτήριας κλήσης και, λόγω της φύσης της, το μόνο έγγραφο που μπορούσαν να καταχωρήσουν οι Καθ΄ ων η Αίτηση για να ενστούν ήταν η ειδοποίηση για πρόθεση ένστασης, συνοδευόμενη από ένορκη δήλωση στην οποία εκτίθενται οι ισχυρισμοί τους. Συνακόλουθα, ήταν η προέκταση της θέσης της συνηγόρου, η ένορκη δήλωση συνιστά μέρος της δικογραφίας, θεμέλιο της δίκης και το μέσο για τον προσδιορισμό των επίδικων θεμάτων κατά την ακρόαση της κυρίως Αίτησης. Είναι γεγονός ότι η κυρίως Αίτηση εδράζεται, μεταξύ άλλων, σε σειρά διατάξεων του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ.
- Είναι δε νομολογημένο ότι αιτήσεις οι οποίες στηρίζονται στις πρόνοιες του πιο πάνω νόμου είναι αυτοτελείς και όχι ενδιάμεσες. (Άντρη Ιωακείμ κ.ά. v. Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας Λτδ (Αρ.1)
(2003)1 ΑΑΔ 198, 203-4). To κρίσιμο όμως ερώτημα είναι εάν η ένορκη δήλωση εμπίπτει στην κατηγορία των εγγράφων που καλύπτονται από το θ.6 της Δ.19, ούτως ώστε να δικαιολογείται και η υποβολή αιτήματος για παροχή λεπτομερειών. Η συλλογιστική της ευπαίδευτης συνήγορου για τους Αιτητές που οδήγησε στην καταληκτική της θέση ότι εξαιτίας του είδους της κυρίως Αίτησης ως εναρκτήριας κλήσης η δικογραφία δεν μπορεί παρά να επεκτείνεται και να περιλαμβάνει την ένορκη δήλωση, δεν βρίσκει σύμφωνο το Δικαστήριο. Η ένορκη δήλωση, από την ίδια τη φύση της, δεν εμπίπτει στην κατηγορία του δικογράφου ή της ειδοποίησης ή της γραπτής διαδικασίας. Συνιστά μαρτυρία η οποία λαμβάνει τη μορφή γραπτής δήλωσης. Είναι, σε τελική ανάλυση, τα γεγονότα τα οποία παρουσιάζει ο διάδικος στο Δικαστήριο και επί των οποίων στηρίζεται στην προσπάθειά του να στοιχειοθετήσει την προβαλλόμενη θέση του προς επιτυχία, είτε του αιτήματος, είτε της ένστασής του. Είναι λοιπόν η μαρτυρία που προσκομίζει προς απόδειξη των προβαλλόμενων ισχυρισμών του. Αυτό το γεγονός και μόνο, η υφή δηλαδή της ενόρκου δηλώσεως, αντικριζόμενο σε συνάρτηση με το σκοπό για τον οποίο δίδονται λεπτομέρειες, καταδεικνύει και το άτοπο των εξεταζόμενων θέσεων των Αιτητών. Καθότι είναι βασική αρχή ότι οι λεπτομέρειες δίδονται προκειμένου ο αντίδικος να γνωρίζει ποια υπόθεση μπορεί να αναμένει να παρουσιάσει κατά την ακρόαση η άλλη πλευρά. Με την καταχώρηση όμως της μαρτυρίας, υπό τύπο ενόρκου δηλώσεως, λαμβάνει την τελική της μορφή η πορεία της υπόθεσης που παρουσιάζεται από το συγκεκριμένο μέρος στο Δικαστήριο. Ως εκ τούτου, δεν υφίσταται πλέον το στοιχείο της αναμονής και του αιφνιδιασμού που πιθανό να επέφερε η δικογραφημένη καταγραφή ουσιωδών γεγονότων για τα οποία θα δικαιολογείτο η παροχή λεπτομερειών προκειμένου να σχηματιστεί σαφής και πλήρης εικόνα για τη φύση της υπόθεσης. Η πιο πάνω κατάληξη του Δικαστηρίου θα ήταν αρκετή για να ιχνηλατήσει και την τελική του κρίση ως προς το εξεταζόμενο θέμα του ανυπόστατου και νομικά αβάσιμου της Αίτησης. Παρά ταύτα, προσθέτω ότι ο θ.6 της Δ.19 προβαίνει σε ρητή αναφορά των κατηγοριών για τις οποίες προνοεί τη δυνατότητα παροχής λεπτομερειών. Η σαφής δε εξειδίκευση και παραπομπή σε έκθεση απαίτησης ή υπεράσπισης, δεν αφήνει αμφιβολίες ότι αυτά είναι και τα έγγραφα που περιλαμβάνονται στον ορισμό της λέξης «δικόγραφο». Όπως άλλωστε διαλαμβάνεται και στο Annual Practice 1958, Τόμος 1, σελ. 463: «"Pleading" this word includes all "statements in writing of the claim, or demand of any plaintiff, and of the defence of any defendant thereto, and of the reply of the plaintiff to any counterclaim of a defendant"». Ξεκάθαρα οι ένορκες δηλώσεις δεν καλύπτονται από τον πιο πάνω ορισμό και, συνεπώς, δεν εμπίπτουν στα πλαίσια του όρου «δικόγραφο» σε ό,τι αφορά την παρούσα διαδικασία. Έγινε αναφορά και από τους δύο συνήγορους στη δυνατότητα - όπως σχετικά εντοπίζεται στο πιο πάνω σύγγραμμα, στη σελ. 460 - παροχής λεπτομερειών σε σχέση με ισχυρισμούς που περιλαμβάνονται σε ένορκο δήλωση, υπό τον όρο ότι διατάχθηκε από το Δικαστήριο η συγκεκριμένη ένορκος δήλωση να έχει υπόσταση δικογράφου (to stand as a pleading). Προεκτείνοντας, ο κ. Μούντης εισηγήθηκε ότι τέτοιο διάταγμα δεν εκδόθηκε, η δε κα Ραφτοπούλου έθεσε ότι υπάρχει το περιθώριο να εκδοθεί. Με όλο το σεβασμό στις πιο πάνω προσεγγίσεις, διαφεύγει των ευπαίδευτων συνήγορων ότι στην Αγγλία η εξουσία του Δικαστηρίου για έκδοση διαταγής, με βάση την οποία ένορκος δήλωσης εκλαμβάνεται ως δικόγραφο, πηγάζει από τις πρόνοιες της Αγγλικής Δ.18 θ.12
(3)(Re Ace Fruit Ltd, The Times 27 March 1989), η οποία έχει ως εξής: «The court may order a party to serve on any other party particulars of any claim, defence of other matter stated in his pleading, or in any affidavit of his ordered to stand as a pleading, or a statement of the nature of the case on which he relies, and the order may be made on such terms as the court thinks just." Παρόμοια πρόνοια δεν υπάρχει στους δικούς μας περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικούς Κανονισμούς, συνεπώς στερείται και το Δικαστήριο εξουσίας έκδοσης του προαναφερθέντος διατάγματος. Αξίζει όμως να σημειωθεί, προς επίρρωση της θέσης του Δικαστηρίου ότι η ένορκη δήλωση δεν περιλαμβάνεται στον ορισμό που καλύπτει τα δικόγραφα, η διάκριση που γίνεται στον πιο πάνω θεσμό μεταξύ δικογράφων και ενόρκου δηλώσεως. Με βάση λοιπόν όλα τα πιο πάνω, είναι κατάληξη του Δικαστηρίου ότι η υπό κρίση Αίτηση είναι δικονομικά αβάσιμη. Παρά την κρίση αυτή του Δικαστηρίου, για σκοπούς πληρότητας, κρίνεται σκόπιμο να εξεταστεί και η ουσία της Αίτησης. Η Δ.19 Θ.4 θέτει τα γενικά πλαίσια του περιεχομένου των δικογράφων, τα οποία, συνοπτικά, θα πρέπει να περιλαμβάνουν τις απαραίτητες, αναγκαίες, λεπτομέρειες ώστε να μπορεί η άλλη πλευρά να σχηματίζει σαφή και πλήρη εικόνα για τη φύση της υπόθεσης. Και αυτό βεβαίως για να μη βρεθεί προ εκπλήξεως και τετελεσμένων γεγονότων. Όπως είναι γνωστό, αυτό που επιβάλλεται είναι η καταγραφή των γεγονότων τα οποία είναι ουσιώδη και αυτά σε συντομία. Προβάλλει ως βασική αρχή της νομολογίας ότι περαιτέρω και καλύτερες λεπτομέρειες, δυνάμει του θ.6 της Δ.19, μπορούν να δοθούν μόνο αναφορικά με ουσιώδη γεγονότα επί των οποίων στηρίζεται το δικόγραφο και όχι αναφορικά με μαρτυρία που θα προσκομισθεί προς απόδειξη τους. Σε τελική ανάλυση οι λεπτομέρειες δίδονται ούτως ώστε ο αντίδικος να γνωρίζει ποια υπόθεση μπορεί να αναμένει να παρουσιάσει κατά την ακρόαση η άλλη πλευρά. Κι έτσι βεβαίως να μην καταληφθεί εξ απίνης. Οι λεπτομέρειες έχουν ως ουσιαστικό στόχο να διευκρινίσουν και να εξειδικεύσουν τα ισχυριζόμενα ουσιαστικά γεγονότα. Χωρίς αμφιβολία θα συνιστούσε εκτροπή η παροχή λεπτομερειών για επουσιώδη θέματα στα οποία γίνεται αναφορά σε δικόγραφα, όπως επίσης θα ήταν ανεπίτρεπτη η προσπάθεια αποκάλυψης ή εκμαίευσης μαρτυρίας. (Ευδόκιος Σάββα ν. Κυπριακών Αερογραμμών Λτδ (Αρ.2)
(1992)1(Β) ΑΑΔ 1146, Χριστόδουλος Θεμιστοκλέους ν. Χρ. Γεωργιάδης Λτδ
(2000)1(Α) ΑΑΔ, 157). Συνεπώς το πώς αποδεικνύεται ένα γεγονός το οποίο πρέπει να εξειδικευθεί δεν εμπίπτει στο πλαίσιο των λεπτομερειών. Αναφέρονται, με τη σαφήνεια που η απλότητα εμπεριέχει, τα ακόλουθα στο σύγγραμμα Odgers' Principles of Pleadings and Practice, 21η Έκδ., σελ. 432: «Particulars will be ordered whenever the master is satisfied that without them the applicant cannot tell what is going to be proved against him at the trial. But how his opponent will prove it is a matter of evidence of which particulars will not be ordered». Σημαντικό για τα υπό εξέταση ζητήματα είναι επίσης το ακόλουθο απόσπασμα από την υπόθεση Williams v. Wilcox 8 A & E331 (per Lord Denman C.J.): «It is an elementary rule in pleading that, when a state of facts is relied on, it is enough to allege it simply without setting out the subordinate facts which are the means of proving it, or the evidence sustaining the allegations». Προβάλλει, επίσης ως γενική αρχή, ότι η αίτηση λεπτομερειών δεν μπορεί να απομονωθεί από το ουσιαστικό δικαίωμα και τη θεραπεία που επιζητείται με την αγωγή, η οποία και πρέπει να είναι υπόψη του Δικαστηρίου για να αποφασίσει τον τρόπο άσκησης της διακριτικής του ευχέρειας. Η πλήρης και σαφής εικόνα για τη φύση και έκταση της υπόθεσης που θα αντιμετωπιστεί κατά την ακρόαση βρίσκεται στο επίκεντρο μιας αίτησης για λεπτομέρειες (Κυπριακές Αερογραμμές Λτδ v. Credit Libanais S.A.L.
(1991)1 AAΔ 649, 652). Υπό το φως των πιο πάνω αρχών, και τονίζοντας τη φύση της διαδικασίας που καλύπτει η κυρίως Αίτηση, το αίτημα για παροχή λεπτομερειών είναι αβάσιμο και αδικαιολόγητο. Οι Καθ΄ ων η Αίτηση έθεσαν, μέσα από την υπό αναφορά ένορκο δήλωση, κάθε τι αναγκαίο, ουσιώδες και απαραίτητο γεγονός και ισχυρισμό επί των οποίων στηρίζουν την ένστασή τους. Ως αποτέλεσμα, οι Αιτητές πληροφορήθηκαν και γνωρίζουν επακριβώς και ξεκάθαρα τα επίδικα θέματα, με προεξέχουσα τη θέση των Καθ΄ ων η Αίτηση ότι ενήργησαν ως καλόπιστοι αγοραστές, καταβάλλοντας ικανή αντιπαροχή για αγορά του συγκεκριμένου εξοπλισμού. Τα υπόλοιπα εμπίπτουν στα πλαίσια της προσκόμισης περαιτέρω μαρτυρίας, αλλά και συναρτώνται και με το βάρος απόδειξης που η κάθε πλευρά φέρει σε αιτήσεις αυτής της μορφής. Ως αποτέλεσμα, η Αίτηση απορρίπτεται με έξοδα εναντίον των Αιτητών, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. [Υπ.] .......... Α. Ρ. Λιάτσος, Π.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /Χ.Θ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο