← Κύπρος

ΤΡΑΠΕΖΗΣ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ ν. Αγάπιου Καμένου κ.α., Αρ. Αγωγής: 3383/10, 24.2.2011

ΤΡΑΠΕΖΗΣ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ ν. Αγάπιου Καμένου κ.α., Αρ. Αγωγής: 3383/10, 24.2.2011 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2011:A70 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Παπαμιχαήλ, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 3383/10 Μεταξύ: ΤΡΑΠΕΖΗΣ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ Εναγόντων και

  1. Αγάπιου Καμένου, Καϊμακλί
  2. Δάφνης Καμένου, Καϊμακλί Εναγομένων ----- Αίτηση για συνοπτική απόφαση ημερομηνίας 4.8.2010 ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 24.2.2011 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για τους Αιτητές: κα Ναθαναήλ Για την Καθ΄ ης η Αίτηση: κ. Χατζηδημητρίου ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Στις 5.12.2007 οι ενάγοντες παραχώρησαν δάνειο στον εναγόμενο 1 με την εγγύηση της εναγομένης 2 ύψους €137.
  3. Στις 26.11.2007 είχε καταρτιστεί μεταξύ των συμβαλλομένων σύμβαση η οποία υπεγράφη από αμφότερους τους εναγομένους. Οι εναγόμενοι παραχώρησαν επίσης διάφορες εξασφαλίσεις προς αποπληρωμή του δανείου. Στις 8.2.2010 το οφειλόμενο υπόλοιπο του δανείου, σύμφωνα με την έκθεση απαίτησης της αγωγής που καταχωρήθηκε στις 22.4.2010, ήταν €136.729,31σ με τόκο 10% από 8.2.2010 επί €136.029,33σ μέχρι εξοφλήσεως. Οι ενάγοντες ειδοποίησαν τους εναγομένους με επιστολές τους ημερ. 19.10.2009 όπως εξοφλήσουν τις καθυστερημένες δόσεις του δανείου εντός 21 ημερών και στις 8.2.2010 ετερμάτισαν τη συμφωνία δανείου και κάλεσαν αμφότερους να εξοφλήσουν το οφειλόμενο υπόλοιπο. Η παράλειψη των εναγομένων να ανταποκριθούν οδήγησε στην έγερση της παρούσας αγωγής στις 22.4.2010 και στη συνέχεια στην καταχώριση αίτησης εκ μέρους των εναγόντων, και αφού οι εναγόμενοι καταχώρισαν εμφάνιση, ημερ. 4.8.2010 για την έκδοση συνοπτικής απόφασης εναντίον των εναγομένων 1 και 2 καθότι, ως ισχυρίζονται οι ενάγοντες αυτοί στερούνται υπεράσπισης. Η αίτηση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση του κ. Χριστόδουλου Παπαλαμπριανού, υπαλλήλου των εναγόντων-αιτητών ο οποίος σύμφωνα με αυτή έχει θετική γνώση των γεγονότων που αφορούν την υπόθεση και είναι δεόντως εξουσιοδοτημένος να προβεί στην ένορκη αυτή δήλωση. Επιβεβαιώνει στην ένορκη του δήλωση ότι ο εναγόμενος αληθώς οφείλει προς τους ενάγοντες το ποσό των €136.729,31σ πλέον τόκους προς 10% από 8.2.2010 επί ποσού €136.029,33σ μέχρι εξοφλήσεως με δικαίωμα κεφαλαιοποίησης των τόκων δύο φορές το χρόνο στις 30.
  4. και 31.
  5. όπως προνοείται στο Νόμο 160(Ι)/99 δυνάμει της συμφωνίας δανείου ημερ. 26.11.2007 και αιτείται την έκδοση απόφασης ως η απαίτηση και διάταγμα για την πώληση του ενυπόθηκου κτήματος ισχυριζόμενος ότι αμφότεροι οι εναγόμενοι δεν έχουν οποιαδήποτε υπεράσπιση και η μόνη επιδίωξη τους είναι η καθυστέρηση στη διαδικασία. Επισυνάπτει στην αίτηση του ως τεκμήρια αντίγραφα της σχετικής συμφωνίας, του υποθηκευτηρίου εγγράφου και τις επιστολές των εναγόντων προς τους εναγόμενους ημερ. 19.10.2009 και 8.2.2010 ως επίσης και κατάσταση στην οποία εμφανιζόταν το υπόλοιπο του λογαριασμού. Περαιτέρω ο ενόρκως δηλών ισχυρίζεται ότι οι εναγόμενοι ελάμβαναν μηνιαίως κατάσταση του λογαριασμού του επίδικου δανείου. Στην ένσταση τους οι εναγόμενοι καθ΄ ων η αίτηση 1 και 2 η οποία συνοδεύεται από ένορκη δήλωση του εναγομένου 1 προβάλλουν 6 λόγους ένστασης οι οποίοι εξειδικεύονται όπως έχω ήδη αναφέρει με την ένορκη δήλωση του εναγομένου
  6. Παραθέτω αυτούσιους τους λόγους ένστασης που επικαλούνται οι εναγόμενοι και είναι οι ακόλουθοι: (α) Το περιεχόμενο της αιτήσεως και της ένορκης δήλωσης που τη συνοδεύει δεν θεμελιώνουν τις προϋποθέσεις και δεν δικαιολογούν την έκδοση συνοπτικής απόφασης. (β) Οι εναγόμενοι δεν είχαν ποτέ και πρέπει να τους δοθεί η ευκαιρία να πληροφορηθούν με λεπτομέρειες την κατάσταση κίνησης του λογαριασμού της συμφωνίας στεγαστικού δανείου γεγονός που τους οδηγεί στη θέση ότι τα αξιούμενα ποσά δεν είναι πραγματικά. (γ) Οι εναγόμενοι δεν οφείλουν το αξιούμενο από τους ενάγοντες ποσό. (δ) Οι ενάγοντες δεν δικαιούνται στο αξιούμενο ποσό που αφορά παράνομες χρεώσεις τόκων και άλλες μη νόμιμες και αυθαίρετες χρεώσεις. (ε) Οι εναγόμενοι δεν έτυχαν καμιάς ενημέρωσης από τους ενάγοντες για το ύψος τωνεπιτοκίων με τα οποία αυτοί χρέωναν το λογαριασμό του εναγομένου 1 η δε εφαρμογή των προνοιών του Νόμου 160

(1)/1999 είναι παράνομη και αντισυμβατική. (στ) Οι ενάγοντες δεν έχουν επιβεβαιώσει ούτε επαληθεύσει την αξίωση τους στο Δικαστήριο ούτε τις επικαλούμενες χρεωπιστώσεις στον επίδικο λογαριασμό. Η Δ.18 θ.1 απαριθμεί τρεις προϋποθέσεις στις οποίες θα πρέπει να υπάρχει συμμόρφωση του ενάγοντα-αιτητή για να μετατεθεί το βάρος της απόδειξης της ύπαρξης καλής υπεράσπισης στους ώμους του εναγόμενου-καθ΄ ου η αίτηση. (α) Ο ενάγων πρέπει να εγείρει την αγωγή του σε κλητήριο ένταλμα ειδικώς οπισθογραφημένο (Δ.2 θ.6). (β) Ο εναγόμενος να έχει καταχωρήσει σημείωμα εμφάνισης. (γ) Η αίτηση πρέπει να συνοδεύεται από ένορκη δήλωση του ενάγοντα ή από οποιοδήποτε πρόσωπο το οποίο μπορεί να ορκιστεί θετικά ως προς τα γεγονότα, η οποία να επιβεβαιώνει την αιτία της αγωγής και το ποσό που απαιτείται, αν υπάρχει, και ο ενόρκως δηλών επίσης θα πρέπει να δηλώνει ότι απ΄ ότι πιστεύει δεν υπάρχει υπεράσπιση στην αγωγή. Είναι πάγια αρχή της νομολογίας ότι εάν ο ενάγων καταφέρει να αποδείξει τη συνύπαρξη των τριών πιο πάνω προϋποθέσεων τότε ο εναγόμενος φέρει το βάρος για να αποδείξει ότι έχει εύλογη συζητήσιμη καλή, εκ πρώτης όψεως, υπεράσπιση έτσι ώστε να δικαιολογείται η άσκηση της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου να παραχωρήσει σ΄ αυτόν άδεια για καταχώρηση υπεράσπισης. (βλ. CYEMS Co Ltd v. The Central Cooperative Industries Co Ltd
(1982)1 A.A.Δ. 897, Ανδρέας Σωκράτους ν. Παναγιώτης Ανδρέου κ.α.
(1997)1 Α.Α.Δ. 41). Έχω ικανοποιηθεί ότι οι ενάγοντες έχουν καταχωρήσει την αγωγή σε ειδικά οπισθογραφημένο κλητήριο (Δ.2 θ.6), ότι η εναγόμενη καταχώρησε εμφάνιση και ότι ο κ. Χριστόδουλος Παπαλαμπριανού είναι πρόσωπο που μπορεί να ορκιστεί θετικά και να επιβεβαιώσει την οφειλή από το περιεχόμενο της παραγράφου 1 της ενόρκου δηλώσεως του. Κατά συνέπεια το βάρος της απόδειξης της ύπαρξης καλής υπεράσπισης μετατίθεται στους ώμους της εναγομένης. Οι ισχυρισμοί των εναγομένων στην ένσταση τους είναι γεγονός ότι προβάλλονται γενικά, αόριστα και κανένα στοιχείο δεν προσκομίζεται το οποίο θα ήταν δυνατόν να τους στηρίξει. Οι ουσιαστικοί λόγοι ένστασης αφορούν στο γεγονός, σύμφωνα με τους ισχυρισμούς του εναγόμενου 1, ότι η αγωγή δεν αφορά εκκαθαρισμένη οφειλή ή υπόλοιπο αναγνωρισμένου λογαριασμού, ότι στα υπόλοιπα υπάρχουν ανατοκισμοί και χρεώσεις που ποτέ δεν είχαν συμφωνηθεί, υπήρξε ελλειπής ενημέρωση από τους ενάγοντες αναφορικά με το ύψος του επιτοκίου (το οποίο οι εναγόμενοι στην αγόρευση του συνηγόρου τους θεωρούν ότι ανέρχεται στο 17,75%) και τον τρόπο υπολογισμού του, τον χρόνο χρέωσης του και τη χρέωση εξόδων όπως επίσης και το ότι οι εναγόμενοι δεν ενημερώνοντο, με μηνιαίες καταστάσεις του λογαριασμού τους, δεν έλαβαν τις επιστολές που επικαλούνται οι ενάγοντες και τέλος ότι ο ομνύων στην ένορκη δήλωση των εναγόντων δεν είναι πρόσωπο που μπορεί να ορκιστεί θετικά και να επιβεβαιώσει την οφειλή με την κατάθεση μόνο μιας κατάστασης λογαριασμού του τελευταίου έτους. Κατά συνέπεια οι εναγόμενοι ισχυρίζονται ότι δεν μπορούν να γνωρίζουν αν οι χρεωθέντες τόκοι είναι ορθοί εφόσον οι ενάγοντες δεν απέστελλαν προς τους ίδιους καταστάσεις λογαριασμών και ότι η λέξη «ορθό» που χρησιμοποιείται από τον Χριστόδουλο Παπαλαμπριανού για να επιβεβαιώσει το οφειλόμενο υπόλοιπο συνιστά μια αόριστη δήλωση. Όλα τα ανωτέρω είναι σαφές ότι αποτελούν εκ των υστέρων σκέψεις των εναγομένων. Προβάλλονται γενικοί, αόριστοι και ατεκμηρίωτοι εκ μέρους τους ισχυρισμοί οι οποίοι δεν εδράζονται σε κανένα αποδεικτικό στοιχείο. Οι εναγόμενοι δεν είναι σε θέση να αντιτείνουν οτιδήποτε συγκεκριμένο στις χρεώσεις των τόκων, στην ενημέρωση τους, στην παραλαβή των επιστολών που απεστάλησαν στη δοθείσα διεύθυνση τους όπου επιδόθηκε η αγωγή, ούτε να αποκαλύψουν στο Δικαστήριο μια καλόπιστη υπεράσπιση και το μόνο που τους ώθησε να καταχωρίσουν ένσταση ήταν όπως οι ίδιοι αποκαλύπτουν για να πληροφορηθούν το πώς εξακριβώνεται το οφειλόμενο υπόλοιπο και πώς εχρεώθηκαν οι τόκοι, κάτι που μπορούσαν βέβαια να πληροφορηθούν με την αντεξέταση του κ. Παπαλαμπριανού, πρακτική που όμως δεν υιοθέτησαν. Στην υπόθεση Χριστάκη Αυγουστή ν. Γεώργιου Πύριλλου
(1997)1 (Α) Α.Α.Δ. 5, αναφέρεται ότι η επίκληση γενικών και ασαφών ισχυρισμών δεν συνάδει με καλόπιστη υπεράσπιση. Ουσιαστικά οι εναγόμενοι ισχυρίζονται ότι ο Χριστόδουλος Παπαλαμπριανού δεν είναι πρόσωπο που μπορεί να ορκιστεί θετικά σε σχέση με τα γεγονότα της υπόθεσης και να επιβεβαιώσει την οφειλή. Ο Χριστόδουλος Παπαλαμπριανού είναι υπάλληλος των εναγόντων, έχει θετική γνώση των γεγονότων και όπως αποκαλύπτει ο ίδιος είναι δεόντως εξουσιοδοτημένος να προβεί στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση και να επιβεβαιώσει την οφειλή, υποστηρίζοντας ότι δεν έχουν καμιά απολύτως υπεράσπιση οι εναγόμενοι. Σχετικές είναι οι υποθέσεις Αθηνούλλα Δημητρίου ν. Τράπεζας Κύπρου Λτδ
(1997)1(Β) Α.Α.Δ. 782 και Ευάγγελου Παύλου ν. Οργανισμού Χρηματοδοτήσεως Τραπέζης Κύπρου
(2001)1(Β) Α.Α.Δ. 1051,στις οποίες γίνεται διαχωρισμός στις περιπτώσεις προσώπων που μπορούν να ορκιστούν θετικά για τα γεγονότα όπως π.χ. υπάλληλοι νομικών προσώπων όπως στην παρούσα περίπτωση που έχουν πρόσβαση στα αρχεία και στον ηλεκτρονικό υπολογιστή, με την περίπτωση προσώπων που καταθέτουν με βάση τα όσα πληροφορούνται και πιστεύουν. Δεν διαπιστώνω κενό στην κίνηση του λογαριασμού στη μαρτυρία που έχει τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου. Το αντίθετο, με την ένορκη δήλωση του κ. Χριστόδουλου Παπαλαμπριανού επαληθεύεται το ποσό και ότι το πρόσωπο αυτό είχε πρόσβαση στους ηλεκτρονικούς υπολογιστές από τους οποίους αναπαράγαγε την τελευταία κατάσταση λογαριασμού με την οφειλή που καταδεικνύει ότι τουλάχιστον τον τελευταίο χρόνο οι εναγόμενοι δεν κατέβαλαν οποιαδήποτε δόση. Εφόσον οι εναγόμενοι επέλεξαν να μην αντεξετάσουν τον ομνύοντα Χριστόδουλο Παπαλαμπριανού επί του περιεχομένου της ένορκης δήλωσης του για να έχουν περαιτέρω λεπτομέρειες του λογαριασμού τους δεν μπορούν να επικαλεστούν έλλειψη στοιχείων όσον αφορά το λογαριασμό τους και άγνοια της προς τους ενάγοντες οφειλή τους. Βλ. Χριστάκης Αυγουστή κ.α.
(1993)1 Α.Α.Δ. 409. Το βάρος της απόδειξης της καλόπιστης υπεράσπισης από τη στιγμή που οι ενάγοντες ικανοποιούν τις προϋποθέσεις της Δ.18 των περί Πολιτικής Δικονομίας Διατάξεων και Θεσμών μετατοπίζεται στους ώμους των εναγομένων για να παρέχουν τέτοιες λεπτομέρειες που να τεκμηριώνουν τους ισχυρισμούς τους για την ύπαρξη καλόπιστης υπεράσπισης. Γενικοί και αόριστοι ισχυρισμοί όπως έχουν προβληθεί στην παρούσα περίπτωση δεν είναι από μόνοι τους αποδεκτοί. Παραπέμπω στις υποθέσεις Hermes Insurance Co Ltd n. Julios Theodorides
(1983)1 A.A.Δ. 33, Transmiddle East Trading Ltd v. Abdul Aziz Tlais
(1991)1 A.A.Δ 239 και Vidisava Subotic v. Δήμου Στυλιανίδη
(1998)1 (Α) Α.Α.Δ. 22 όπου καθιερώθηκε ότι η ένορκη δήλωση που συνοδεύει την ένσταση ενός εναγομένου και εφόσον το βάρος μετατοπιστεί στους ώμους του εναγομένου πρέπει να περιέχει τέτοιες λεπτομέρειες που να τεκμηριώνουν τους ισχυρισμούς του για την ύπαρξη υπεράσπισης και ότι γενικοί και αόριστοι ισχυρισμοί δεν είναι από μόνοι τους αρκετοί. Όπως αναφέρθηκε στην υπόθεση Hermes (ανωτέρω) οεναγόμενος θα πρέπει να ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι έχει καλή υπεράσπιση στην αγωγή επί της ουσίας ή ότι αποκαλύπτει γεγονότα τα οποία θεωρούνται ικανοποιητικά για να του δίδουν το δικαίωμα να υπερασπιστεί. Η ίδια αρχήεπιβεβαιώθηκε και πρόσφατα στην υπόθεση Sigma Radio T.V. Ltd ν. Αρχή Ραδιοτηλεόρασης Κύπρου
(2005)1 (Α) Α.Α.Δ. 408. Ο εναγόμενος πρέπει να δείξει την ύπαρξη δικάσιμου θέματος, κριτήριο που δεν ικανοποιείται χωρίς την παροχή λεπτομερειών σε λογική έκταση διαφορετικά θα ήταν εύκολο σε κάθε σχεδόν περίπτωση να εξασφαλίζεται άδεια με γενικούς και αόριστους ισχυρισμούς με αποτέλεσμα την αχρήστευση του. Επιπλέον η υποχρέωση των εναγόντων-αιτητών σύμφωνα με τη Δ.18 θ.1 δεν ήταν να προσκομίσουν και να επισυνάψουν έγγραφα ή αποδεικτικά στοιχεία στην ένορκο δήλωση για να αποδείξουν την απαίτηση τους. Παρ΄ όλα αυτά τα έγγραφα που επισυνάφθηκαν προφανώς ενδυναμώνουν την αίτηση τους. Ο ομνύων έπρεπε μόνο να επιβεβαιώσει την αξίωση των εναγόντων και τα γεγονότα που αναφέρονται στην αξίωση και όχι να παραθέσει πρωτογενή μαρτυρία ενώπιον του Δικαστηρίου για την απόδειξη τους. Βλ. Παναγιώτης Νεάρχου ν. Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος (Κύπρου)
(2005)1(Β) Α.Α.Δ. 818. Η αίτηση γίνεται δεκτή. Εκδίδεται απόφαση προς όφελος των αιτητών ως η απαίτηση τους με έξοδα της αγωγής και της αίτησης προς όφελος των αιτητών-εναγόντων όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) .............. Μ. Παπαμιχαήλ, Α.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΦΚ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.