Σε Πτώχευση: Χριστάκης Γεωργίου Θεοδώρου, Αρ. Αιτ. 599/09, 25 Φεβρουαρίου 2011 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2011:A73 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Μ. Χριστοδούλου, Π.Ε.Δ. Αρ. Αιτ. 599/09 Σε Πτώχευση: Χριστάκης Γεωργίου Θεοδώρου, από Λευκωσία Αίτηση υπό ALPHA BANK CYPRUS LTD Αίτηση 4.11.09 για παραμερισμό διατάγματος παραλαβής Ημερομηνία: 25 Φεβρουαρίου 2011 Εμφανίσεις: Για αιτητή: κ. Μαθηκολώνης Για καθ΄ ης η αίτηση: κα. Ζαχαριάδη ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Τα γεγονότα βάσει των οποίων θα κριθεί το αίτημα του αιτητή (στο εξής ο Χρεώστης) για παραμερισμό του διατάγματος παραλαβής ημερ. 2.11.09 ουσιαστικά δεν αμφισβητούνται και σε συντομία έχουν ως ακολούθως: Ο Xρεώστης ήταν εναγόμενος στην αγωγή 3964/01 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακας, το οποίο τον καταδίκασε στις 19.12.06 να καταβάλει στην καθ' ης η αίτηση (στο εξής η Τράπεζα) το ποσό των £317.820,04 (€543.027,026) πλέον τόκους και έξοδα. Η Τράπεζα, ασκώντας τη δυνατότητα που είχε βάσει του άρθρου 14 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, προχώρησε σε εγγραφή της απόφασης σε δύο κτήματα του Χρεώστη, αλλά σε κανένα διάβημα για πώληση τους δεν προέβη. Αντ' αυτού επέλεξε την πτωχευτική διαδικασία, επιδίδοντας στον Χρεώστη σε πρώτο στάδιο ειδοποίηση πτώχευσης και σε δεύτερο αίτηση πτώχευσης. Η αίτηση πτώχευσης προσέκρουσε σε ένσταση και τελικά ορίσθηκε για ακρόαση στις 2.11.09 και ώρα 10.00π.μ. Ωστόσο μέχρι τις 10.45 ούτε ο Xρεώστης ούτε ο δικηγόρος του εμφανίσθηκαν, με αποτέλεσμα η διαδικασία να προχωρήσει στην απουσία τους και να εκδοθεί αυθημερόν διάταγμα παραλαβής. Ό,τι εδώ ενδιαφέρει είναι ότι για έκδοση του διατάγματος το Δικαστήριο συνεκτίμησε και τον ισχυρισμό της Τράπεζας ότι δεν ήταν εξασφαλισμένος πιστωτής. Επί του προκειμένου στην αίτηση δηλώνεται ρητά ότι καμιά εξασφάλιση δεν είχε επί της περιουσίας του Xρεώστη, ενώ με την μαρτυρία της υπαλλήλου της πρόβαλε ότι ναι μεν είχε καταθέσει τα Μέμο ΕΒ302/07 και ΕΒ1036/07, αλλά αυτά δεν της παρείχαν ουσιαστικά οποιαδήποτε εξασφάλιση λόγω του ότι τα δύο κτήματα του Xρεώστη επί των οποίων γράφτηκε η δικαστική απόφαση ήταν επιβαρυμένα με Μέμο και υποθήκες που προηγούνταν κατά πολύ της οφειλής. Το θέμα της εξασφάλισης επασχόλησε τους διαδίκους και στο πλαίσιο της παρούσας διαδικασίας και σχετικά ή υπάλληλος της Τράπεζας παρουσίασε πιστοποιητικά έρευνας του Κτηματολογίου και για τα δύο Μέμο (Τεκμ. Μ1 και Μ2). Σύμφωνα με το τεκμ. Μ1 το πρώτο Μέμο κατατέθηκε στις 8.3.07 και με αυτό επιβαρύνθηκε το ½ μερίδιο του Χρεώστη στο κτήμα αρ. εγγραφής 3/561 του Δήμου Λάρνακας, το οποίο ήδη ήταν επιβαρυμένο με υποθήκη από το 1995 για το ποσό των €15.377,41 πλέον τόκο προς 9%, ενώ το δεύτερο Μέμο κατατέθηκε στις 19.4.07 και με αυτό επιβαρύνθηκε ολόκληρο το κτήμα του Χρεώστη αρ. εγγρ. 05010 του Καλού Χωριού Λεμεσού, το οποίο ήδη ήταν επιβαρυμένο με υποθήκη από το 1995 για το ποσό €10.251 πλέον τόκο προς 8.5%. Επανερχόμενος στο διάταγμα παραλαβής σημειώνεται ότι η έκδοση του δεν άφησε αδιάφορο τον Xρεώστη. Η αντίδραση του εκδηλώθηκε δύο μέρες μετά, στις 4.11.09, με δύο αιτήσεις. Μια δια κλήσεως-την παρούσα-και μια εξ' πάρτε βάσει της οποίας εκδόθηκε προσωρινό διάταγμα αναστολής του διατάγματος, το οποίο όμως ακυρώθηκε στη συνέχεια μετά από ακροαματική διαδικασία. Παρέμεινε επομένως για εκδίκαση η παρούσα αίτηση, που βασίζεται στις Δ.33Θ.5 και Δ.48Θ.11 των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών, στους Καν. 71, 187 και 188 των Πτωχευτικών Κανονισμών και στα άρθρα 2,3,4,5
(1)
(2),6
(1)-
(4),88,93,97 και 108 του περί Πτωχεύσεως Νόμου και υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση του Χρεώστη, με την οποία αφενός μεν δικαιολογεί τη μη εμφάνιση του στο Δικαστήριο και αφετέρου επικαλείται λόγους βάσει των οποίων το διάταγμα πρέπει να ακυρωθεί. Συγκεκριμένα:- Σ' ότι αφορά το πρώτο θέμα, επικαλείται λάθος του δικηγόρου που εμφανίσθηκε στις 22.10.09 για λήψη της ημερομηνίας ακρόασης της αίτησης. Ο εν λόγω δικηγόρος, διατείνεται, ανάφερε στους δικηγόρους του ότι η υπόθεση ορίστηκε στις 11.00 και σχετικά παραπέμπει σε ένορκη δήλωση του δικηγόρου (τεκμ. Β) με την οποία αναγνωρίζει το λάθος που έκαμε. Αυτός, ισχυρίζεται, ήταν ο λόγος που εμφανίσθηκε στο Δικαστήριο γύρω στις 11.00 και όχι γιατί δεν επέδειξε το αναγκαίο ενδιαφέρον για αντίκρουση της αίτησης. Σ' ότι αφορά το δεύτερο θέμα, ισχυρίσθηκε ότι η Τράπεζα είναι εξασφαλισμένος πιστωτής και το γεγονός αυτό το απέκρυψε τόσο στην αίτηση της όσο και με τη μαρτυρία που προσκόμισε στο Δικαστήριο. Σχετικά προέβαλε ότι το πρώτο κτήμα είναι αξίας άνω του €1.000.000 και το δεύτερο άνω των €500.000, και αυτό για να επισημάνει ότι έχει καλή υπεράσπιση έναντι της αίτησης, την οποία είναι ορθό και δίκαιο να του δοθεί η δυνατότητα να προβάλει. Η αίτηση, προβάλλεται στην ένσταση, είναι (α) νομικά και ουσιαστικά αβάσιμη, λανθασμένη και καταχρηστική, (β) δεν πληρεί τις προϋποθέσεις έκδοσης διατάγματος παραμερισμού και (γ) δεν αποκαλύπτει όλα τα γεγονότα που σχετίζονται με την υπόθεση και κατά συνέπεια πρέπει να απορριφθεί. Αυτοί ουσιαστικά είναι οι λόγοι ένστασης και για υποστήριξη τους διατυπώνονται στη συνοδευτική ένορκη δήλωση δύο βασικοί ισχυρισμοί. Ο πρώτος, ότι μέχρι τις 11.10π.μ ο Χρεώστης και ο δικηγόρος του δεν έδωσαν σημεία εμφάνισης στο Δικαστήριο και, ο δεύτερος, ότι με όσα ο Χρεώστης διατείνεται στην ένορκη δήλωση του δεν τεκμηριώνεται ότι έχει υπεράσπιση στην αίτηση πτώχευσης. Αναλυτικά:- Η διαδικασία στις 2.11.09, διατείνεται η υπάλληλος της Τράπεζας, ολοκληρώθηκε μετά τις 11.00π.μ και όπως πληροφορήθηκε από την δικηγόρο της στις 11.10 την πήρε τηλέφωνο ο δικηγόρος του Χρεώστη για να την πληροφορήσει ότι θα έφθανε στο Δικαστήριο εντός ολίγου. Επομένως μέχρι τότε δεν εμφανίστηκαν στο Δικαστήριο και εν πάση περιπτώσει το ισχυριζόμενο από τον Χρεώστη λάθος στην ώρα δεν αποτελεί λόγο για παραμερισμό του διατάγματος παραλαβής. Σ' ότι δε αφορά τις εξασφαλίσεις της Τράπεζας, αυτές είναι χωρίς οποιαδήποτε ουσιαστική αξία λόγω του ότι τα δύο κτήματα του Χρεώστη είναι βεβαρημένα με προηγούμενα Μέμο και υποθήκες και ο Χρεώστης δεν έχει οποιαδήποτε υπεράσπιση στην αίτηση. Εν πάση περιπτώσει, η αφερεγγυότητα του Χρεώστη αποδεικνύεται και από το γεγονός ότι μέχρι σήμερα ουδέν ποσό κατέβαλε έναντι του εκ δικαστικής αποφάσεως χρέους του και με όσα διατείνεται στην ένορκη δήλωση του δεν πληρεί τις προϋποθέσεις για παραμερισμό του διατάγματος παραλαβής. Αν όμως το Δικαστήριο αποφασίσει διαφορετικά θα πρέπει να επιβληθούν στο Χρεώστη όροι εξασφάλισης της οφειλής του ή όροι ως προς τα έξοδα που έχουν δημιουργηθεί. Ο ευπαίδευτος συνήγορος του Χρεώστη δεν προώθησε τις θέσεις του πελάτη του στηριζόμενος μόνο στις εκατέρωθεν ένορκες δηλώσεις. Ζήτησε και του δόθηκε άδεια αντεξέτασης της υπαλλήλου της Τράπεζας, και αυτό για να καταρριφθεί η θέση της ότι δεν είναι εξασφαλισμένος πιστωτής. Ό,τι εδώ χρειάζεται να σημειωθεί είναι ότι στο πλαίσιο της αντεξέτασης αναφέρθηκε από τη μάρτυρα ότι σύμφωνα με εκτιμήσεις που έγιναν για την Τράπεζα η αγοραία αξία των δύο κτημάτων που επιβαρύνθηκαν με Μέμο ανέρχεται στις €408.500 και η αναγκαστική τους αξία στις €310.000 και δεν είναι της τάξεως του €1.500.000, όπως της υποβλήθηκε. Οι ευπαίδευτοι συνήγοροι προώθησαν τις θέσεις των πελατών τους με εμπεριστατωμένες γραπτές και προφορικές αγορεύσεις. Ο συνήγορος του Χρεώστη ουσιαστικά βάσισε τη δυνατότητα παραμερισμού του διατάγματος παραλαβής στις Δ.33Θ.5 και Δ.48 Θ.11 των περί Πολιτικής Δικονομίας Κανονισμών σε συνδυασμό με τον Καν.188 των Πτωχευτικών Κανονισμών και σχετικά παρέπεμψε στην υπόθεση Μαρκίδης ν Ελληνική Τράπεζα (Χρηματοδοτήσεις) Λτδ
(2001)1 Α.Α.Δ. 898. Υπό τα περιστατικά της υπόθεσης, εισηγήθηκε, ο Χρεώστης δικαιολόγησε επαρκώς τη μη εμφάνιση του στο Δικαστήριο κατά την ορισθείσα ώρα και λαμβανομένου υπόψη ότι κατέδειξε ότι έχει εκ πρώτης όψεως καλή υπεράσπιση και ότι έλαβε έγκαιρα μέτρα για παραμερισμό του διατάγματος παραλαβής, η αίτηση του πρέπει να γίνει αποδεκτή ώστε να του δοθεί η δυνατότητα αντίκρουσης της αίτησης πτώχευσης. Οι Δ.33Θ.5 και Δ.48 Θ.11, εισηγήθηκε η κα Ζαχαρίου, δεν παρέχουν στο Δικαστήριο δυνατότητα παραμερισμού διατάγματος παραλαβής λόγω του χαρακτήρα και του σκοπού της πτωχευτικής διαδικασίας. Παρέπεμψε σχετικά στις υποθέσεις Πετράκης ν Κίμωνος
(2006)1 Α.Α.Δ.1311 και Λοϊζου ν ΣΠΕ Δερύνειας, Πολ. Εφέσεις 246, 247 και 248/08 ημερ. 20.3.09. Ούτε, συνέχισε, παρέχουν τέτοια δυνατότητα οι πρόνοιες των άρθρων του περί Πτωχεύσεως Νόμου επί των οποίων βασίζεται η αίτηση και επεσήμανε ότι το μόνο άρθρο βάσει του οποίου μπορεί να ακυρωθεί διάταγμα πτώχευσης-όχι παραλαβής όπως είναι η υπό κρίση περίπτωση-είναι το άρθρο 31, αλλά ούτε και αυτό εφαρμόζεται λόγω του ότι ο Χρεώστης δεν έχει κηρυχθεί ακόμη σε πτώχευση. Όμως, αν το Δικαστήριο κρίνει ότι έχει εξουσία να παραμερίσει το διάταγμα δεν θα πρέπει να το πράξει, και αυτό γιατί ο παραμερισμός διατάγματος παραλαβής μόνο σε εξαιρετικές περιπτώσεις μπορεί να γίνει και η απουσία του Χρεώστη και του δικηγόρου του την ημέρα της δίκης δεν αποτελούν εξαιρετικές περιστάσεις. (Papanicola v Humpreys and others
(2005)Times, 28 April). Εν πάση όμως περιπτώσει, στο λάθος που επικαλέσθηκε ο Χρεώστης για να δικαιολογήσει την μη εμφάνιση του στο Δικαστήριο δεν πρέπει να δοθεί βαρύτητα και παρέπεμψε στην υπόθεση Ibrahim v Pillar Enterprises Ltd κ.α
(2000)1 Α.Α.Δ 1243, όπου αποφασίσθηκε ότι η αμέλεια ή η παράλειψη δικηγόρου να συμμορφωθεί με τα θέσμια δεν πρέπει εύκολα να αφεθεί να οδηγήσει στη χαλάρωση τους ή να συναρτηθεί προς τη στέρηση του δικαιώματος σε δίκαιη δίκη. Τέλος, σ' ότι αφορά τις ισχυριζόμενες εξασφαλίσεις της Τράπεζας, υποστήριξε ότι καλόπιστα δεν αναφέρθηκαν στην αίτηση πτώχευσης λόγω του ότι αυτές δεν παρείχαν στην Τράπεζα ουσιαστική εξασφάλιση και επέσυρε την προσοχή του Δικαστηρίου στο ότι κατά τη διαδικασία έκδοσης του διατάγματος παραλαβής αναφέρθηκαν τα δύο Μέμο και σύμφωνα με την υπόθεση Παπαδόπουλος ν Οργανισμός Χρηματοδοτήσεων Παγκυπριακής Λτδ
(2004)1 Α.Α.Δ 1726, το Δικαστήριο είχε εξουσία να εκδώσει το επίδικο διάταγμα ή ακόμη και να διατάξει την τροποποίηση της αίτησης μετά την έκδοση του. Έχω εξετάσει τις εκατέρωθεν εισηγήσεις και το πρώτο θέμα που προβάλλει προς εξέταση είναι κατά πόσον το Δικαστήριο έχει εξουσία να παραμερίσει διάταγμα παραλαβής, ώστε να δοθεί σε χρεώστη η δυνατότητα αντίκρουσης της αίτησης πτώχευσης. Οι Πτωχευτικοί Κανονισμοί δεν προνοούν ειδικά τέτοια δυνατότητα και το ερώτημα που εγείρεται είναι αν τυγχάνει εφαρμογής ο Καν. 188, ο οποίος προνοεί ότι οποτεδήποτε δεν υπάρχει πρόνοια στους Κανονισμούς αυτούς για θέμα που εγείρεται στη πτωχευτική διαδικασία θα εφαρμόζονται οι Θεσμοί Πολιτικής Δικονομίας εφόσον δεν είναι ασυμβίβαστοι με τους Πτωχευτικούς Κανονισμούς. Η απάντηση στο ερώτημα κατά την άποψη μου είναι σαφώς θετική και δεν με βρίσκει σύμφωνο η εισήγηση ότι η φύση και ο σκοπός της πτωχευτικής διαδικασίας δεν παρέχουν στο Δικαστήριο δυνατότητα παραμερισμού διατάγματος παραλαβής. Αντίθετα, λόγω της φύσης και του σκοπού της πτωχευτικής διαδικασίας - οιωνεί ποινικού χαρακτήρα που αποβλέπει πρώτιστα στην προστασία της περιουσίας του χρεώστη προς όφελος βεβαίως των πιστωτών του (Λοϊζου, ανωτέρω)-, αλλά και των σοβαρών συνεπειών της τόσο στο πρόσωπο όσο και στη περιουσία του χρεώστη, μου φαίνεται αδιανόητο το Δικαστήριο να στερείται τέτοιας δυνατότητας. Το ότι έχει τέτοια δυνατότητα προκύπτει και από τις υποθέσεις Μαρκίδης και Λοϊζου (ανωτέρω) και άμεσα από την υπόθεση Blue Arrow General Trading Co Ltd v Μικρού
(2000)1 Α.Α.Δ 1427, όπου ρητά αναφέρεται ότι το Δικαστήριο έχει διακριτική εξουσία να ακυρώσει ή όχι ένα διάταγμα παραλαβής που εξέδωσε. Σύμφωνα λοιπόν με τη Νομολογία το Δικαστήριο έχει διακριτική ευχέρεια να παραμερίσει διάταγμα παραλαβής και έχω την άποψη ότι το ζήτημα πρέπει να προσεγγισθεί βάσει των προνοιών της Δ.48Θ.11 που παρέχει στο Δικαστήριο γενική εξουσία να παραμερίσει ή διαφοροποιήσει οποιουδήποτε διατάγματος έκδωσε και ειδικά βάσει της Δ.33Θ.5, η οποία έχει ως ακολούθως:- «5. Οποιαδήποτε απόφαση που πάρθηκε όταν ένας διάδικος δεν εμφανίσθηκε κατά την ακρόαση μπορεί, ανάλογα με την υπόθεση, να παραμερισθεί από το Δικαστήριο με τέτοιους όρους που θα κριθούν κατάλληλοι, κατόπιν αιτήσεως που θα γίνει εντός 15 ημερών μετά την ακρόαση». Όπως προκύπτει από τις πρόνοιες της πιο πάνω διάταξης ο παραμερισμός απόφασης που πάρθηκε ερήμην ανάγεται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου, η άσκηση της οποίας έχει αναλυθεί με σαφήνεια σε σωρεία αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου (βλ. ενδεικτικά Γεωργίου και άλλων ν Επάρχου Λεμεσού
(2000)1 ΑΑΔ 79, Imbrahim v Pillar Enterprises Ltd
(2000)1 AAΔ 1243, Kourbatova v V.G. Roussos Leisure Industries Ltd
(2001)1 AAΔ 345, «Βοθροτέξ» Λτδ ν Φαντάκη
(2001)1 ΑΑΔ 339, Kean Soft Drinks Ltd v Safm Lines Ν.V κ.α
(2001)ΑΑΔ 1784, Kings Head Development Co. Ltd ν Χριστοδούλου κ.α
(2001)1 ΑΑΔ 533 Πατούρης ν Hellenic Bank Ltd
(2001)1AAΔ 2118, Παπανικολάου ν Κότσαπα
(2004)1 ΑΑΔ 1800). Συνοπτικά, οι προϋποθέσεις για επιτυχία της αίτησης είναι δύο. Αφ' ενός μεν θα πρέπει ο αιτητής να ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι έχει εκ πρώτης όψεως καλή υπεράσπιση και, αφ' ετέρου, να προβάλει σοβαρή και εύλογη αιτιολόγηση για την απουσία του κατά την ημέρα της δίκης. Σε σχέση δε με τη δεύτερη προϋπόθεση παραθέτω αυτούσιο το πιο κάτω απόσπασμα από την υπόθεση Παπανικολάου (ανωτέρω):- «Όπως έχει επανειλημμένα τονισθεί, πρέπει να διασφαλίζονται από τη μια το δικαίωμα ακρόασης του διαδίκου και από την άλλη η ανάγκη ταχείας διεκπεραίωσης των δικαστικών υποθέσεων. Η άνευ φειδούς επανάνοιξη υπόθεσης δημιουργεί αβεβαιότητα στην τελεσιδικία και γι' αυτό, αν η συμπεριφορά διαδίκου είναι τέτοια που πλήττει τα θεμέλια της απονομής της δικαιοσύνης και καταδεικνύει καταφρόνηση της δικαστικής διαδικασίας, το Δικαστήριο μπορεί να αρνηθεί το αίτημα του διαδίκου". Υπό τα περιστατικά της κρινόμενης περίπτωσης η υπεράσπιση του Χρεώστη έναντι της αίτησης πτώχευσης συσχετίσθηκε με τις εξασφαλίσεις της Τράπεζας, η ύπαρξη των οποίων δεν αμφισβητείται. Σε τέτοιες περιπτώσεις εφαρμόζονται οι πρόνοιες του άρθρου 5
(2)του περί Πτωχεύσεως Νόμου, σύμφωνα με τις οποίες η Τράπεζα όφειλε να δηλώσει στην αίτηση της είτε ότι προτίθεται να παραιτηθεί από την ασφάλεια της προς όφελος των πιστωτών σε περίπτωση που ο Χρεώστης κηρυχθεί σε πτώχευση, είτε να δώσει εκτίμηση της ασφάλειας της προκειμένου να προσδιορισθεί η έκταση του υπολοίπου του λαβείν της που δεν είναι εξασφαλισμένο ώστε σε σχέση με αυτό να αντιμετωπισθεί ως μη εξασφαλισμένος πιστωτής. Ούτε το ένα έκανε ούτε το άλλο. Αντ' αυτού στην μεν αίτηση δήλωσε ρητά ότι καμιά εξασφάλιση δεν είχε επί της περιουσίας του Χρεώστη, στη δε μαρτυρία που προσκόμισε κατά τη διαδικασία έκδοσης του διατάγματος παραλαβής ναι μεν αναφέρθηκε στα δύο Μέμο, αλλά πρόβαλε ότι ουσιαστικά δεν είχε οποιαδήποτε εξασφάλιση λόγω του ότι τα κτήματα του Χρεώστη επί των οποίων κατάθεσε τα Μέμο ήταν επιβαρυμένα με προηγούμενα Μέμο και υποθήκες και ακριβώς για το λόγο αυτό καλόπιστα δεν τα ανέφερε. Η θέση αυτή επαναλήφθηκε και στο πλαίσιο της παρούσας διαδικασίας, με την κα Ζαχαρίου να εισηγείται κατ' επίκληση της υπόθεσης Παπαδόπουλος (ανωτέρω) ότι η παράλειψη της Τράπεζας να συμμορφωθεί στις ρητές πρόνοιες του άρθρου 5
(2)μπορεί να θεραπευτεί ακόμη και τώρα με την έκδοση διατάγματος τροποποίησης της αίτησης πτώχευσης. Πράγματι υπάρχει τέτοια δυνατότητα, αλλά κατά την άποψη μου τα περιστατικά της υπόθεσης δεν την δικαιολογούν. Κι' αυτό γιατί ως αποτέλεσμα της αντεξέτασης της υπαλλήλου της Τράπεζας προέκυψαν δύο στοιχεία, τα οποία δεν συνάδουν ούτε με τη ρητή δήλωση στην αίτηση ότι η Τράπεζα δεν είχε οποιαδήποτε εξασφάλιση αλλά ούτε και με την μαρτυρία που έδωσε στο πλαίσιο της διαδικασίας έκδοσης του διατάγματος παραλαβής. Συγκεκριμένα, βάσει των Τεκμ. Μ1 και Μ2 αφενός μεν το κάθε ένα από τα δύο κτήματα του Χρεώστη ήταν βεβαρημένο μόνο με μια υποθήκη πριν την επιβάρυνση τους από τα Μέμο της Τράπεζας, και όχι γενικά με Μέμο και υποθήκες όπως κατατέθηκε στη διαδικασία έκδοσης του διατάγματος παραλαβής και, αφετέρου, η αξία των προηγούμενων επιβαρύνσεων (€25.628,11 πλέον τόκους) ήταν πολύ μικρή σε σχέση με την αξία των δύο κτημάτων, η οποία σύμφωνα με την υπάλληλο της Τράπεζας δεν υπολείπεται των €310.000, στοιχείο που αποκαλύπτει ουσιαστική εξασφάλιση της Τράπεζας όταν καταχώρισε την αίτηση πτώχευσης και όχι αμελητέα, όπως άφησε να εννοηθεί με τη μαρτυρία που προσκόμισε κατά τη διαδικασία έκδοσης του διατάγματος παραλαβής. Ενόψει των επισημάνσεων αυτών κρίνω ότι ο Χρεώστης έχει καταδείξει εκ πρώτης όψεως καλήν υπεράσπιση έναντι της αίτησης πτώχευσης, η οποία σχετίζεται με την αξία των εξασφαλίσεων και την οποία, αν παραμερισθεί το διάταγμα παραλαβής, μπορεί να προβάλει στο πλαίσιο εκδίκασης της αίτησης πτώχευσης. Παρέμεινε προς εξέταση η δικαιολογία της μη εμφάνισης του ενώπιον του Δικαστηρίου κατά την ορισθείσα ώρα. Και το ερώτημα που εγείρεται είναι αν το λάθος του δικηγόρου που επικαλέσθηκε μπορεί να κριθεί ως σοβαρή και εύλογη αιτιολόγηση της ισχυρισθείσας αργοπορίας. Ανάλογο ερώτημα τέθηκε και στην υπόθεση ΔΗ.ΜΑ.ΡΩ ΛΤΔ ν ΚS SOCRATOUS LTD
(2007)1 A.A.Δ 1387, στην οποία η απουσία της Εναγομένης την ημέρα της δίκης αποδόθηκε σε λάθος της ιδιαιτέρας του δικηγόρου να σημειώσει την ορθή ημερομηνία - εδώ την ώρα - στο ημερολόγιο του. Πρωτόδικα ο λόγος που προβλήθηκε κρίθηκε ως μη ικανοποιητικός, αλλά κατ' έφεση επισημάνθηκε ότι ναι μεν η νομολογία χαράσσει επί του θέματος αυστηρή γραμμή, αλλά τα περιστατικά της υπόθεσης αποκάλυπταν ότι επρόκειτο για αθώο λάθος. Υιοθετώ την ίδια προσέγγιση και στα περιστατικά της παρούσας, εκφράζοντας την άποψη ότι το λάθος η απροσεξία του δικηγόρου που εμφανίσθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου στις 22.10.09 για λήψη της ημερομηνίας και ώρας ακρόασης της αίτησης δεν πρέπει να αφεθεί να λειτουργήσει προς την κατεύθυνση αποστέρησης του δικαιώματος του Χρεώστη να προβάλει την υπεράσπιση που έχει έναντι της αίτησης πτώχευσης. Για όλα τα πιο πάνω, ασκώντας τη διακριτική ευχέρεια που έχει το Δικαστήριο, θα εγκρίνω την αίτηση με όρους όμως σε σχέση με τα έξοδα. Το διάταγμα παραλαβής που εκδόθηκε στις 2.11.09 παραμερίζεται υπό τον όρο ότι ο Χρεώστης θα καταβάλει όλα τα μέχρι τώρα συσσωρευθέντα έξοδα, συμπεριλαμβανομένων και των εξόδων της παρούσας αίτησης. Τα έξοδα να υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και θα είναι πληρωτέα εντός 10 ημερών από την κοινοποίηση της σχετικής βεβαίωσης προς τους δικηγόρους του Χρεώστη, διαφορετικά το διάταγμα να μη συνταχθεί. Τέλος, έχοντας υπόψη ότι οι αιτήσεις πτώχευσης πρέπει να εκδικάζονται το συντομότερο, η αίτηση πτώχευσης ορίζεται για ακρόαση στις 24.3.11 και ώρα 10.00π.μ και στη βάση του τι αποφασίσθηκε στην υπόθεση Παπαδόπουλος (ανωτέρω) εκδίδεται διάταγμα με το οποίο δίδεται η δυνατότητα στη Τράπεζα να τροποποιήσει μέσα σε 15 μέρες από σήμερα την αίτηση πτώχευσης και, αν το πράξει, ο Χρεώστης να καταχωρίσει την ένσταση του στη τροποποιημένη αίτηση μέσα σε 7 μέρες στην συνέχεια. (Υπ.) Μ. Χριστοδούλου, Π.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΑΙ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο