PANASOFT AE ν. XENOS TRAVEL LTD, Αρ. Αγ. 4828/05, 28 Φεβρουαρίου 2011 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2011:A75 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Στ. Ν.Σταύρου, Ε. Δ. Αρ. Αγ. 4828/05 Μεταξύ: PANASOFT A.E, εξ Ελλάδος Ενάγουσα και XENOS TRAVEL LTD Εναγόμενη ............ 28 Φεβρουαρίου 2011 Εμφανίσεις: Για την ενάγουσα: κ. Αν.Μυλωνάς. Για την εναγόμενη: κ. Λ. Διομήδους για Καλλής & Καλλής Δ.Ε.Π.Ε. Α Π Ο Φ Α Σ Η Με την παρούσα αγωγή η ενάγουσα, η οποία είναι ελληνική εταιρεία που ασχολείται με την πώληση και εγκατάσταση συστημάτων πληροφορικής και τεχνολογίας διεκδικεί από την εναγόμενη ποσό £22.
- Οι Έγγραφες Προτάσεις. Συγκεκριμένα κατά τους διαλαμβανόμενους στην Έκθεση Απαιτήσεως ισχυρισμούς, δυνάμει Συμφωνίας ημερ. 23.1.2002, η εναγόμενη συμφώνησε να αγοράσει και η ενάγουσα συμφώνησε να της πωλήσει, το πρόγραμμα πληροφορικής για την διαχείριση ταξιδιωτικών γραφείων γνωστό με την επωνυμία TRAVEL FORCE
- Η συμφωνημένη τιμή του εν λόγω προγράμματος ήταν £30.000 πλέον ΦΠΑ. Το 25% της τιμής θα καταβάλλετο με την υπογραφή της Συμφωνίας, 25% με την εγκατάσταση του προγράμματος και 50% μετά παρέλευση 6 μηνών από την υλοποίηση της εγκατάστασης. Συμμορφούμενη με τις υποχρεώσεις της βάσει της πιο πάνω Συμφωνίας, η ενάγουσα εγκατέστησε το ρηθέν πρόγραμμα και προσέφερε και την κατάλληλη εκπαίδευση στο προσωπικό της εναγόμενης. Παρόλα ταύτα η εναγόμενη έναντι της συμφωνημένης τιμής, κατέβαλε μόνο £7.500 στις 12.3.2002 ενώ το υπόλοιπο ποσό των £22.500, παρά τις επανειλημμένες οχλήσεις, παραμένει απλήρωτο. Από πλευράς της η εναγόμενη στην Έκθεση Υπεράσπισης που καταχώρησε, δέχεται ότι συνομολογήθηκε μεταξύ των διαδίκων συμφωνία υπό τους όρους που εκτίθενται στην Έκθεση Απαιτήσεως, αλλά αρνείται ότι η ενάγουσα συμμορφώθηκε με τις υποχρεώσεις της βάσει της εν λόγω Συμφωνίας. Συγκεκριμένα ενώ παραδέχεται την εγκατάσταση του προγράμματος, αρνείται ότι η ενάγουσα προσέφερε την κατάλληλη εκπαίδευση στο προσωπικό της. Ομοίως ενώ παραδέχεται την από μέρους της καταβολή ποσού £7.500, αρνείται ότι οφείλει οποιοδήποτε άλλο ποσό καθ' ότι η ενάγουσα απέτυχε, ως υποχρεούτο δυνάμει ουσιώδους όρου της Συμφωνίας, να δημιουργήσει πρόγραμμα επικοινωνίας (INTERFACE) μεταξύ του εγκατασταθέντος προγράμματος TRAVEL FORCE 2000 και του υφιστάμενου λογισμικού προγράμματος της εναγομένης, υπό την ονομασία LK. Η αποτυχία δημιουργίας του προαναφερθέντος προγράμματος επικοινωνίας είχε ως αποτέλεσμα το εγκατασταθέν πρόγραμμα TRAVEL FORCE 2000 να παραμείνει χωρίς αξία ή χρησιμότητα. Η ενάγουσα κάλεσε επανειλημμένως την εναγόμενη να διορθώσει το πρόγραμμα, αλλά παρά τις υποσχέσεις της, ουδέποτε το έπραξε. Συνεπώς είτε λόγω παράβασης ουσιώδους όρου της συμφωνίας είτε λόγω πλήρους αποτυχίας ανταλλάγματος, η εναγόμενη δεν οφείλει κανένα επιπλέον ποσό στην ενάγουσα. Στην Απάντηση της η ενάγουσα εμμένει στους αρχικούς της ισχυρισμούς, προσθέτοντας ότι ήταν συμβατική υποχρέωση της εναγόμενης να εξασφαλίσει τη δομή για τη λειτουργία προγράμματος επικοινωνίας μεταξύ του TRAVEL FORCE 2000 και του LK. Παρά το γεγονός ότι η εναγόμενη παρέλειψε να συμμορφωθεί με την εν λόγω υποχρέωση της, η ενάγουσα με δικά της έξοδα ανακάλυψε από μόνη της τη δομή του λογιστικού αρχείου του προγράμματος LK και πέτυχε τη δημιουργία και λειτουργία του INTERFACE. Διαζευκτικά, εάν ήθελε αποδειχθεί αποτυχία επικοινωνίας του TRAVEL FORCE 2000 με το LK, τούτο οφείλετο αποκλειστικά στην εναγόμενη. Τέλος η ενάγουσα ισχυρίζεται ότι εκπλήρωσε όλες τις συμβατικές της υποχρεώσεις, ότι η εναγόμενη επωφελήθηκε πλήρως την αξία του εγκατασταθέντος προγράμματος και δικαιούται έτσι στην είσπραξη του εναπομείναντος οφειλομένου ποσού. Η ακροαματική διαδικασία. Με βάση τις προαναφερθείσες δικογραφημένες θέσεις, η υπόθεση προχώρησε σε ακρόαση. Διαρκούσης της ακρόασης, κατάθεσαν τέσσερις συνολικά μάρτυρες, ο Αντώνης Σακελλαρόπουλος (Μ.Ε.1) - πρόεδρος και διευθύνων σύμβουλος της ενάγουσας εταιρείας, η Έλση Χόπσον (Μ.Ε.2)- πρώην υπάλληλος της ενάγουσας (εκπαιδεύτρια προσωπικού), ο Κυριάκος Κοντός (Μ.Υ.1)- υπεύθυνος μηχανογράφησης της εναγόμενης εταιρείας και ο Λουκάς Λουκά (Μ.Υ.2) - γενικός διευθυντής της εναγόμενης κατά τον ουσιώδη χρόνο. Από πλευράς γραπτής μαρτυρίας κατατέθηκαν τα εξής έγγραφα ως τεκμήρια: Τεκμήριο 1- Πιστοποιητικό ύπαρξης της ενάγουσας εταιρείας. Τεκμήριο 2- Η επίδικη Συμφωνία ημερ.23.1.
- Τεκμήριο 3- Δέσμη δελτίων εκπαίδευσης προσωπικού. Τεκμήριο 4- Επιστολή δικηγόρου ενάγουσας ημερ. 3.3.
- Τεκμήριο 5- Απαντητική επιστολή ενάγουσας ημερ.8.4.
- Τεκμήριο 6-Ηλεκτρονικό μήνυμα Μ.Ε.1 ημερ. 16.10.
- Δεν θα καταπιαστώ με το αχρείαστο και ενίοτε αντιπαραγωγικό εγχείρημα της εκτενούς καταγραφής της μαρτυρίας ενός εκάστου των μαρτύρων. Νοείται βέβαια ότι η δοθείσα προφορική μαρτυρία σε όλη της την έκταση, τα ως άνω κατατεθέντα τεκμήρια και φυσικά η επιχειρηματολογία των ευπαιδεύτων συνηγόρων, ως αυτή αναπτύχθηκε μέσα από τις εμπεριστατωμένες αγορεύσεις τους, εξετάσθηκαν ενδελεχώς και διεξοδικά από το Δικαστήριο και αποτελούν το υπόβαθρο της ετυμηγορίας που θα ακολουθήσει (βλ. Al Watani κ.α. v. Παπαδόπουλου
(2000)1(Γ) Α.Α.Δ. 1924, 1937). Αυτού λεχθέντος σχετικές αναφορές, σχόλια και παρατηρήσεις θα γίνουν σε κατοπινό στάδιο όπου τούτο κριθεί αναγκαίο προς επίλυση των επιδίκων θεμάτων. Αξιολόγηση της μαρτυρίας. Έρχομαι στην αξιολόγηση της μαρτυρίας. Ως θα διαφανεί στη συνέχεια, η μαρτυρία όλων των μαρτύρων της παρούσας υπόθεσης έχει κάποια ιδιαιτερότητα, υπό την έννοια ότι κανενός η μαρτυρία εμπίπτει στην "κλασσική κατηγορία", όπου είτε γίνεται δεκτή στο σύνολο της είτε απορρίπτεται στο σύνολο της. Θα προσπαθήσω στη συνέχεια να εξηγήσω τι εννοώ για κάθε ένα μάρτυρα ξεχωριστά. Ξεκινώ από τον Μ.Ε.1. Ο μάρτυρας αυτός σε γενικές γραμμές μου προξένησε καλή εντύπωση αφού ήταν σταθερός, ετοιμόλογος και πειστικός. Πιστεύω ότι επί των πλείστων σημαντικών θεμάτων της υπόθεσης, οι τοποθετήσεις του ήσαν ειλικρινείς και αυθεντικές. Υπάρχει όμως ένα μελανό σημείο στη μαρτυρία του. Αφορά τον ισχυρισμό, ότι, λειτούργησε το πρόγραμμα επικοινωνίας (INTERFACE) μεταξύ του προγράμματος TRAVEL FORCE 2000 και LK. Ο ισχυρισμός αυτός αναφέρεται στην Απάντηση της ενάγουσας και επαναλήφθηκε κατά την κυρίως εξέταση από τον Μ.Ε.1 με ιδιαίτερη επίταση. Ο μάρτυρας εξήγησε ότι η εναγόμενη παρέλειψε να συμμορφωθεί με τη συμβατική της υποχρέωση και να εξασφαλίσει η ίδια τη δομή του λογιστικού αρχείου του προγράμματος LK σε ASCII μορφή για να επιτευχθεί η επικοινωνία. Παρόλα ταύτα, συνέχισε, η ενάγουσα ανακάλυψε μόνη της τη δομή του λογιστικού αρχείου και μόνη της πέτυχε τη δημιουργία και λειτουργία του INTERFACE. Ενώ λοιπόν η τοποθέτηση του μάρτυρα ήταν τόσο σαφής και κάθετη, περιέργως, όταν του υποβλήθηκε κατά την αντεξέταση, ότι, η εναγόμενη στην πραγματικότητα προσέφερε όλη την αναγκαία βοήθεια για τη δημιουργία και λειτουργία του INTERFACE, ο μάρτυρας όχι απλώς δεν αρνήθηκε την υποβολή, αλλά έδειξε να τη δέχεται, αναιρώντας με τον τρόπο αυτό τον προηγούμενο του ισχυρισμό. Περαιτέρω ο μάρτυρας παρέλειψε να συγκεκριμενοποιήσει πότε (χρονικά) και υπό ποιες περιστάσεις επιτεύχθηκε η υποτιθέμενη λειτουργία του προγράμματος επικοινωνίας. Ομοίως δεν έδωσε καμία λεπτομέρεια για τον τρόπο της υποτιθέμενης λειτουργίας. Αντίθετα, επιμελώς, επέλεξε να προσπεράσει το σημαντικό αυτό γεγονός και να επικεντρωθεί γενικά στις δυνατότητες και τη λειτουργία του κυρίως προγράμματος (TRAVEL FORCE 2000). Για τους πιο πάνω λόγους, δεν δέχομαι ότι ο μάρτυρας είπε την αλήθεια επί του προκειμένου ζητήματος. Καθ' ότι όμως υπήρξε ειλικρινής σε γενικές γραμμές, κρίνω ότι είναι αξιόπιστος μάρτυρας. Επομένως περιθωριοποιώ και απορρίπτω αυτό το μέρος της μαρτυρίας του, αλλά κρατώ και δέχομαι το υπόλοιπο μέρος, το οποίο εν πάση περιπτώσει, αποτελεί τη συντριπτική πλειοψηφία των λεγομένων του (βλ. Georghiades v. The Police
(1985)2 C.L.R. 56, Kades v. Nicolaou and another
(1986)1 C.L.R. 212, Agapiou v. Panagiotou
(1988)1 C.L.R. 257, Μιχαήλ v. Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 168, Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας v. Μανώλη
(1995)2 Α.Α.Δ. 207, Καρεκλά v. Κλεάνθους
(1997)1(Β) Α.Α.Δ. 1199, Ιωάννου v. Koυννίδη
(1998)1(Γ) Α.Α.Δ. 1215 και Χρίστου v. Khoreva
(2002)1(Α) Α.Α.Δ. 454). Παρόμοια είναι τα σχόλια μου σε σχέση με τη Μ.Ε.
- Σε γενικές γραμμές το πέρασμα της από το εδώλιο του μάρτυρος μου άφησε θετική εντύπωση, ιδιαίτερα στα όσα ανέφερε για την παροχή εκπαίδευσης στο προσωπικό της εναγόμενης, τα οποία θα πρέπει να λεχθεί, πλαισιώνονται από τη δέσμη των σχετικών δελτίων (τεκμήριο 3). Η επ' αυτού μαρτυρία της καταρρίπτει τη δικογραφημένη θέση της εναγόμενης ότι δεν προσφέρθηκε ικανοποιητική εκπαίδευση. Η θέση αυτή έτσι και αλλιώς, ατόνησε έως και εγκαταλείφθηκε κατά τη διάρκεια της ακρόασης. Ενώ λοιπόν υπήρξε θετική και ειλικρινής η μάρτυρας, ισχυρίστηκε και αυτή, αναρμοδίως σε μεγάλο βαθμό, ότι, λειτούργησε το πρόγραμμα επικοινωνίας INTERFACE. Αναγνώρισε βέβαια ότι είναι η εναγόμενη που εξασφάλισε τη δομή για τη δημιουργία του προγράμματος επικοινωνίας (αντιφάσκοντας επί τούτου με τον Μ.Ε.1), αλλά επέμενε ότι το πρόγραμμα λειτούργησε. Δεν ήταν όμως αρκούντως πειστική επί του προκειμένου. Όπως και ο Μ.Ε.1, δεν έδωσε στοιχεία για το πότε και πως λειτούργησε. Ούτε και αναφέρθηκε σε επιμέρους λεπτομέρειες της υποτιθέμενης λειτουργίας, αφήνοντας το ζήτημα να αιωρείται σε πλαίσιο γενικό και αόριστο. Επέμενε απλώς ότι ενόσω η ίδια ήταν παρούσα, λειτούργησε. Την ίδια ώρα όμως δεν απέρριψε υποβολές, ότι, στην πραγματικότητα υπήρξαν προβλήματα στην επικοινωνία των δύο προγραμμάτων. Ως εκ των ανωτέρω και με την ίδια αιτιολογία που ισχύει για τον Μ.Ε.1, απορρίπτω τον εν λόγω ισχυρισμό της Μ.Ε.2 αλλά αποδέχομαι το υπόλοιπο μέρος της μαρτυρίας της. Ο Μ.Υ.1 κρίνεται ειλικρινής και αξιόπιστος. Ωστόσο μόνο επιμέρους αποδεικτική αξία και βαρύτητα θα προσδώσω στη μαρτυρία του, αφού σε μεγάλο βαθμό βασίζεται σε πληροφορίες (απρόσωπες και απροσδιόριστες) που έλαβε από τρίτους. Ο ίδιος, ως ανέφερε, αποχώρησε από την εναγόμενη εταιρεία τον 3/
- Εξ ιδίας γνώσεως, ανέφερε ότι πριν αποχωρήσει, το επίδικο πρόγραμμα TRAVEL FORCE 2000 είχε εγκατασταθεί, αλλά, παρά την εξασφάλιση της δομής από την εναγόμενη, το πρόγραμμα επικοινωνίας (INTERFACE) δεν λειτούργησε. Επ' αυτού τον πιστεύω και δέχομαι τη μαρτυρία του. Ο μάρτυρας στη συνέχεια πρόσθεσε, ότι επέστρεψε πίσω στην εναγόμενη μετά από δύο χρόνια και διαπίστωσε ότι το πιο πάνω πρόγραμμα δεν λειτουργούσε. Επ' αυτού επίσης τον πιστεύω και δέχομαι τη μαρτυρία του. Για τα υπόλοιπα όμως που αφορούσαν το μεσοδιάστημα ήταν αναρμόδιος να αναφέρει οτιδήποτε και επομένως έχοντας κατά νου τις πρόνοιες του άρθρου 27 του Περί Αποδείξεως Νόμου Κεφ.9 δεν θα τα λάβω καθόλου υπόψη. Με αυτές τις επισημάνσεις αποδέχομαι τη μαρτυρία του Μ.Υ.
- Ο τελευταίος μάρτυρας της υπόθεσης Μ.Υ.2 επίσης μου προξένησε καλή εντύπωση. Με τρόπο πηγαίο και αυθόρμητο απάντησε με ευκολία και σαφήνεια σε όλες τις ερωτήσεις που του τέθηκαν, χωρίς υπεκφυγές και χωρίς να υποπέσει σε καμία αντίφαση ουσίας. Ο μάρτυρας αυτός αρμοδίως και από πρώτο χέρι επιβεβαίωσε την αποτυχία λειτουργίας του προγράμματος επικοινωνίας (INTERFACE) εξ υπαιτιότητος της ενάγουσας. Ωστόσο ο μάρτυρας δεν περιορίστηκε σ' αυτό. Εισήγαγε στη συζήτηση, για πρώτη φορά και θέμα διαδικτύου. Συγκεκριμένα ισχυρίστηκε ότι ο σκοπός που εγκαταστάθηκε το πρόγραμμα της ενάγουσας ήταν για να μπορέσει η εναγόμενη να προσφέρει τις υπηρεσίες της μέσω διαδικτύου (online booking). Ως πολύ σωστά επισήμανε ο ευπαίδευτος συνήγορος της ενάγουσας κ.Μυλωνάς, τέτοια θέση δεν προκύπτει ούτε από τη Συμφωνία (τεκμήριο 2) ούτε βεβαίως από την Έκθεση Υπεράσπισης. Πρόκειται για θέση όψιμη και νεοφανή που εμφιλοχώρησε στη δίκη εκτός δικογράφων και επομένως δεν μπορεί παρά να αγνοηθεί. Ομοίως θα αγνοηθεί κάθε παρεπόμενη αναφορά που σχετιζόταν με τον ισχυρισμό αυτό (ενδεικτικά και όχι εξαντλητικά αναφέρω τις παραγράφους 6, 7, 9, 10 (μέρος), 11, 12, 15 (μέρος) και 22 της γραπτής του δήλωσης-έγγραφο 2). Συνεπώς με εξαίρεση τις εκτός δικογράφων αναφορές και τις αναφορές του μάρτυρος όπου αναρμοδίως εξέφραζε γνώμη για τα όποια δικαιώματα της εναγόμενης, αποδέχομαι τη μαρτυρία του Μ.Υ.
- Συμπεράσματα. Με βάση την πιο πάνω αξιολόγηση τα συμπεράσματα μου σε σχέση με τα επίδικα και ουσιώδη γεγονότα αυτής της υπόθεσης είναι τα εξής: Δυνάμει γραπτής Συμφωνίας ημερ. 23.1.2002 (τεκμήριο 2), η εναγόμενη εταιρεία συμφώνησε να αγοράσει και η ενάγουσα εταιρεία συμφώνησε να της πωλήσει, το πρόγραμμα πληροφορικής για τη διαχείριση ταξιδιωτικών γραφείων γνωστό με την επωνυμία TRAVEL FORCE
- Η συμφωνημένη τιμή του εν λόγω προγράμματος ήταν £30.000 πλέον ΦΠΑ. Το 25% του τιμήματος θα καταβάλλετο με την υπογραφή της συμφωνίας, 25% με την εγκατάσταση του προγράμματος και 50% μετά παρέλευση 6 μηνών από την υλοποίηση της εγκατάστασης. Στη βάση των πιο πάνω η ενάγουσα αμέσως μετά την υπογραφή της Συμφωνίας, εγκατέστησε το ρηθέν πρόγραμμα και σταδιακά προσέφερε και την κατάλληλη εκπαίδευση στο προσωπικό της εναγόμενης (βλ. δέσμη δελτίων εκπαίδευσης-τεκμήριο 3). Δυνάμει του όρου 14 της συνομολογηθείσας Συμφωνίας, η ενάγουσα όφειλε να δημιουργήσει πρόγραμμα επικοινωνίας (INTERFACE) του εγκατασταθέντος προγράμματος TRAVEL FORCE 2000 και του υφιστάμενου λογισμικού προγράμματος της εναγομένης, με την ονομασία LK, νοουμένου ότι η τελευταία θα εξασφάλιζε τη δομή του λογιστικού αρχείου του προγράμματος σε ASCII μορφή, πράγμα το οποίο έπραξε. Παρά τις προσπάθειες που καταβλήθηκαν, η εναγόμενη δεν κατάφερε να δημιουργήσει και να εγκαταστήσει το προαναφερθέν πρόγραμμα επικοινωνίας. Δυνάμει του όρου 3 της συμφωνίας, η εναγόμενη εντός 9 μηνών από την εγκατάσταση του προγράμματος (δηλαδή μέχρι 1.11.2002), είχε το δικαίωμα να το επιστρέψει στην ενάγουσα και να της επιστραφεί η αξία του (πλην των εξόδων εκπαίδευσης και εγκατάστασης). Παρόλα ταύτα η εναγόμενη ουδέποτε επέστρεψε το πρόγραμμα. Ομοίως ουδέποτε τερμάτισε ρητά τη συνομολογηθείσα Συμφωνία. Ούτε και προέβη σε οποιαδήποτε πράξη ή ενέργεια που να άφηνε να νοηθεί ότι θεωρούσε τη συμφωνία τερματισθείσα. Αντίθετα για πολλούς μήνες μετά τη συνομολόγηση της Συμφωνίας, διαβουλευόταν με την εναγόμενη, με σκοπό την εξεύρεση τρόπων πλήρους λειτουργίας του αγορασθέντος προγράμματος TRAVEL FORCE 2000 (βλ. ηλεκτρονικό μήνυμα ημερ. 16.10.2003 -τεκμήριο 6). Έναντι του συμφωνημένου τιμήματος, η εναγόμενη κατέβαλε £7.500 στις 12.3.2002, αλλά το υπόλοιπο ποσό των £22.500, παρά τις οχλήσεις της ενάγουσας (βλ. ενδεικτικά επιστολή-τεκμήριο 4), παραμένει μέχρι σήμερα απλήρωτο. Νομικές Αρχές/Κατάληξη Με βάση τα πιο πάνω συμπεράσματα προκύπτει πως η ενάγουσα αφενός παραβίασε όρο της Συμφωνίας και η εναγόμενη αφετέρου δεν κατέβαλε το πλήρες τίμημα της Συμφωνίας. Υπάρχουν δύο ειδών όροι σε μια συμφωνία. Οι ουσιώδεις όροι (conditions) και οι μη ουσιώδεις (ή επουσιώδεις) όροι (warranties). Ουσιώδης όρος είναι πρόνοια που αφορά την ουσία της συμφωνίας και παράβαση του ανασκάπτει το ίδιο το θεμέλιο της συμφωνίας και ουσιαστικά αναιρεί τη βάση επί της οποίας συνομολογήθηκε (βλ. Bauer v. Διογένη Ηροδότου & Υιοί Λτδ
(1994)1 Α.Α.Δ. 325). Στην υπόθεση Heyworth v. Hutchinson [1867] 2 QB 447, η οποία μνημονεύεται στο σύγγραμμα Indian Contract and Relief Acts, (9η έκδοση) των Polluck & Mulla, σελίδα 539, αναφέρθηκαν τα εξής: "A condition is a clause going to the essence of the contract and a warranty is a clause only collateral to the contract" Σε ελεύθερη μετάφραση "Ο ουσιώδης όρος είναι πρόνοια που άπτεται της ουσίας της σύμβασης και ο επουσιώδης όρος είναι πρόνοια μόνο δευτερευούσης σημασίας για τη σύμβαση". Η παράβαση ουσιώδους όρου παρέχει το δικαίωμα στο αναίτιο μέρος πέραν της διεκδίκησης αποζημιώσεων, να απαλλαγεί από τις συμβατικές του υποχρεώσεις, τερματίζοντας τη σύμβαση. Από την άλλη η παράβαση επουσιώδους όρου παρέχει στο αναίτιο μέρος μόνο το δικαίωμα διεκδίκησης αποζημιώσεων. Στο σύγγραμμα Chitty on Contracts (General Principles) (27η έκδοση), παράγραφος 12-024 αναφέρονται τα εξής: ".......................In the modern law, the reason why a breach of a condition entitles the innocent party to treat himself as discharged has been said to be that conditions "go so directly to the substance of the contract or, in other words, are so essential to its very nature that their non-performance may fairly be considered by the other as a substantial failure to perform the contract at all." Σε ελεύθερη μετάφραση "..........................στο σύγχρονο δίκαιο, ο λόγος που η παράβαση ουσιώδους όρου, επιτρέπει στο αναίτιο μέρος να θεωρήσει τον εαυτό του απαλλαγμένο, έχει λεχθεί, ότι, είναι διότι οι ουσιώδεις όροι "πηγαίνουν απευθείας στην ουσία της σύμβασης, ή, με άλλα λόγια είναι τόσο σημαντικοί για την φύση της που η μη εκπλήρωση τους μπορεί δικαίως να θεωρηθεί από τον άλλο ως ουσιαστική αποτυχία στην εκπλήρωση της σύμβασης καθόλου." Δεν υπάρχει καμία αμφιβολία πως η δημιουργία και εγκατάσταση του προγράμματος επικοινωνίας (INTERFACE) μεταξύ του παλαιού λογιστικού προγράμματος LK και του καινούργιου εγκατασταθέντος προγράμματος TRAVEL FORCE 2000, ήταν τέτοιας σημασίας και σπουδαιότητας για τη γόνιμη εκμετάλλευση και πλήρη χρήση του ίδιου του TRAVEL FORCE 2000 που καθιστούσε τον επ' αυτού όρο 14, ουσιώδη όρο της Συμφωνίας. Η παράβαση όμως του εν λόγω όρου δεν εξουδετέρωσε αφ εαυτού τη Συμφωνία (βλ. Photo Production Ltd v. Securicor Transport Ltd [1980] A.C 827). Παρείχε απλώς το δικαίωμα στην εναγόμενη (το αναίτιο μέρος) να τερματίσει τη Συμφωνία, να διεκδικήσει αποζημίωση και βεβαίως να απαλλαγεί από τις υποχρεώσεις της βάσει της Συμφωνίας. Αυτό το δικαίωμα όμως ουδέποτε το άσκησε η εναγόμενη. Ούτε και προέβη σε οποιαδήποτε πράξη ή ενέργεια που να άφηνε να νοηθεί ότι θεωρούσε τη Συμφωνία τερματισθείσα. Αντίθετα για πολλούς μήνες μετά τη συνομολόγηση της Συμφωνίας, διαβουλευόταν με την εναγόμενη, με σκοπό την εξεύρεση τρόπων πλήρους λειτουργίας του αγορασθέντος προγράμματος TRAVEL FORCE
- Συνεπώς η Συμφωνία παρέμεινε ζωντανή και εφαρμόσιμη και η ενάγουσα δεσμεύεται από τους λοιπούς της όρους, μεταξύ των οποίων και η υποχρέωση της για καταβολή του συνολικού τιμήματος. Επ' αυτού υπενθυμίζω ότι και η ίδια η Συμφωνία, για μεγάλη χρονική περίοδο (9 μήνες), παρείχε αυτοβούλως το δικαίωμα στην εναγόμενη να επιστρέψει το πρόγραμμα, θέτοντας με τον τρόπο αυτό, εμπράκτως τέλος στη Συμφωνία. Επιστροφή όμως ή έστω πρόθεση επιστροφής του προγράμματος, με βάση την υπάρχουσα μαρτυρία, ουδέποτε εκδηλώθηκε. Στην αγόρευση του, ο ευπαίδευτος συνήγορος αναφέρθηκε και σε θεμελιώδη παράβαση της Συμφωνίας (fundamental breach). Η θεμελιώδης παράβαση διακρίνεται από την παράβαση ουσιώδους όρου, αφού καθιστά την ίδια την εκτέλεση της συμφωνίας εντελώς διαφορετική απ' εκείνη που αρχικά προβλέπετο (βλ. Bauer (ανωτέρω) και Suisse Atlantique Societe D'armement Maritime SA v. N V Rotterdamsche Kolen Centrale [1966] 2 All.E.R. 61). Η αρχική συμφωνία εκριζώνεται και στη θέση της εμφανίζεται κάτι εντελώς διαφορετικό. Δεν νομίζω η παράβαση στην προκειμένη περίπτωση να προσλαμβάνει μια τέτοια μορφή. Εν πάση περιπτώσει και έτσι να ήταν τα πράγματα, η κατάσταση δεν αλλάζει αφού και πάλι η συμφωνία δεν αυτοαναιρείται, απλά παρέχεται το δικαίωμα στο αναίτιο μέρος να την τερματίσει (βλ.Bauer ανωτέρω). Τέλος, διαζευκτικά έγινε λόγος για έλλειψη αντιπαροχής (failure of consideration). Όταν υπάρχει έλλειψη ή αποτυχία αντιπαροχής η συμφωνία είναι εξ υπαρχής άκυρη - void abinitio (βλ.Rover International Ltd and others v. Cannon Film Sales Ltd (No.3) [1989] 3 All E.R
- Η αποτυχία πρέπει να είναι πλήρης διότι η αντιπαροχή είναι "ενιαία και αδιαίρετη" (βλ. Chitty on Contracts (General Principles) (29η έκδοση), παράγραφος 29-054 και Halsbury's Laws of England (4η έκδοση), Τόμος 9, παρ.667-669.) Στην προκειμένη περίπτωση είναι προφανές πως δεν υπήρξε πλήρης αποτυχία αντιπαροχής. Η αντιπαροχή ήταν το πρόγραμμα TRAVEL FORCE 2000, το οποίο παραδόθηκε και εγκαταστάθηκε κανονικά. Το πρόβλημα είναι στην πορεία που προέκυψε και αφορούσε ουσιώδη μεν, επιμέρους δε, όρο της Συμφωνίας. Πλήρης αποτυχία αντιπαροχής θα υπήρχε αν δεν παραδιδόταν καν το πρόγραμμα TRAVEL FORCE 2000 ή αν αυτό δεν λειτουργούσε. Στη βάση όλων των πιο πάνω κρίνω ότι η ενάγουσα δικαιούται σε απόφαση. Εκδίδεται λοιπόν απόφαση υπέρ της ενάγουσας και εναντίον της εναγομένης για το ποσό των €38.443,50 σεντ (που αντιστοιχεί σε £22.500,00 σεντ) πλέον νόμιμο τόκο πλέον έξοδα όπως θα υπολογιστούν από τον πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ......... Στ. Ν. Σταύρου, Ε. Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο