← Κύπρος

Παναγιώτη Πιερίδη κ.α. ν. LIBERTY LIFE INSURANCE LTD, Αρ. Αγωγής: 1248/09, 3 Μαρτίου, 2011

Παναγιώτη Πιερίδη κ.α. ν. LIBERTY LIFE INSURANCE LTD, Αρ. Αγωγής: 1248/09, 3 Μαρτίου, 2011 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2011:A79 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Στ. Ν. Σταύρου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 1248/09 Μεταξύ: 1.Παναγιώτη Πιερίδη 2.Μαργαρίτας Δανού Εναγόντων και LIBERTY LIFE INSURANCE LTD Εναγομένων ----------------------- Αίτηση ημερ. 25.6.2010 για αναθεώρηση καταλόγου εξόδων 3 Μαρτίου, 2011. Εμφανίσεις: Για τους Εναγόμενους - Αιτητές: κ. Παρπαρίνος για Αλ. Μαρκίδη. Για τους Καθ΄ ων η αίτηση (πρώην δικηγόρων των εναγομένων): κ. Χριστοφίδης για Λ. Παπαφιλίππου & Σία. ­­­­­­­­ Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η Με την παρούσα Αίτηση που υποβλήθηκε εκ μέρους των αιτητών από τον υφιστάμενο δικηγόρο τους (Αλέκο Μαρκίδη), ζητείται η αναθεώρηση του καταλόγου εξόδων (review of the taxation) που ψηφίστηκε στις 21.6.2010 από ανώτερο πρωτοκολλητή του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας προς όφελος των προηγούμενων δικηγόρων των αιτητών (Λ. Παπαφιλίππου & Σία). Η ζητηθείσα αναθεώρηση αφορά, (ι) τον επιβληθέντα τόκο. (ιι) ποσό €67,30 σεντ για αξία χαρτοσήμων (item 13 στον κατάλογο εξόδων) το οποίο έπρεπε να είχε καθοριστεί σε €58,60 σεντ. (ιιι) ποσό €5,00 (item 2 του καταλόγου εξόδων), το οποίο, όπως και όλο το ποσό του πιστοποιηθέντος καταλόγου εξόδων έπρεπε να θεωρηθεί εξοφλημένο. Η Αίτηση εδράζεται στους περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμούς Δ.59, Θ.18, Δ.29, Δ.48, Θ.1-9, 11, 12 και 13 και στον περί Δικαστηρίων Νόμο 14/1960 άρθρα 33 και 43 και στη νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Από πλευράς γεγονότων συνοδεύεται από ένορκη δήλωση της κας Έλενας Τιμοθέου, υπαλλήλου της αιτήτριας. Ως προκύπτει από την εν λόγω ένορκη δήλωση και την επιχειρηματολογία του ευπαιδεύτου συνηγόρου των αιτητών που ακολούθησε, οι λόγοι για τους οποίους ζητούν την αναθεώρηση είναι οι εξής: Σε σχέση με τον τόκο, ο πρωτοκολλητής δεν είχε δικαίωμα να επιβάλει τόκο επί των ψηφισθέντων εξόδων αφού με βάση το άρθρο 33

(2)του περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60, τόκοι επιβάλλονται μόνο επί εκδοθεισών αποφάσεων και εν πάση περιπτώσει η αμοιβή καθ΄ όσον αφορά τη σχέση πελάτη - δικηγόρου, καθορίζεται από το έντυπο διορισμού που υπογράφει ο πελάτης. Σε σχέση με το εγκριθέν ποσό χαρτοσήμων, αυτό έπρεπε να ήταν ανάλογο του τελικού ποσού των ψηφισθέντων εξόδων και όχι ανάλογο του διεκδικούμενου ποσού των εξόδων. Δηλαδή, έπρεπε το ποσό αυτό να καθοριστεί σε €58,60 σεντ και όχι σε €67,30. Τέλος σε ότι αφορά το θέμα της εξόφλησης, μεταξύ 25.1.08 και 5.5.10 πληρώθηκε στο δικηγορικό γραφείο Λ. Παπαφιλίππου και Σία ποσό €184.247,85 σεντ, με το οποίο εξοφλήθηκαν οι υποχρεώσεις των αιτητών σε σχέση με όλες τις υποθέσεις τους. Επ' αυτού στη διαδικασία ψήφισης των εξόδων, κατατέθηκε δέσμη επιταγών οι οποίες αποδεικνύουν την καταβολή του προαναφερθέντος ποσού. Οι καθ΄ ων η αίτηση υπέβαλαν Ένσταση στις 12.10.2010 η οποία συνοδεύεται από ένορκη δήλωση του δικηγόρου Χριστόφορου Θεοδώρου. Στην Ένσταση τους οι καθ' ων η αίτηση ουσιαστικά υπεραμύνονται και στηρίζουν σε όλα τα σημεία, την κατάληξη του πρωτοκολλητή. Κατά την ακροαματική διαδικασία της Αίτησης επιχειρηματολόγησαν απλώς οι συνήγοροι, υιοθετώντας και καταθέτοντας εμπεριστατωμένες γραπτές αγορεύσεις. Η Δ.59 Θ.17 η οποία είναι η σωστή διάταξη (υπήρξε αναρίθμηση το 1999), προβλέπει ότι, «οποιοσδήποτε διάδικος που δεν θα είναι ικανοποιημένος με το πιστοποιητικό του επί της ψηφίσεως υπαλλήλου ως προς οιονδήποτε κονδύλι στο οποίο έχει φέρει ένσταση, μπορεί εντός επτά ημερών από την ημερομηνία του πιστοποιητικού να αποταθεί για αναθεώρηση της ψηφίσεως ως προς το κονδύλι αυτό ή μέρος του και το δικαστήριο κατόπιν τούτου μπορεί να δώσει τέτοιο διάταγμα που θα ήθελε φανεί δίκαιο αλλά το πιστοποιητικό του επί της ψηφίσεως υπαλλήλου θα είναι τελειωτικό ως προς όλα τα ζητήματα στα οποία δεν έγινε ένσταση». Ως προκύπτει από το πιο πάνω λεκτικό, για να είναι εφικτή η αναθεώρηση ενός συγκεκριμένου ψηφισθέντος κονδυλίου, θα πρέπει απαραιτήτως να υποβλήθηκε ένσταση κατά τη διαδικασία της ψήφισης (βλ. Γεωργιάδης v. Υπουργικού Συμβουλίου της Κυπριακής Δημοκρατίας
(1999)3 Α.Α.Δ. 35). Κατά τη διαδικασία της ψήφισης, ο πρωτοκολλητής ασκεί οιονεί δικαστική λειτουργία (βλ. Evand Promotions Ltd v. Rutman
(1990)1 A.A.Δ. και P. Varellas Trading Co Ltd κ.α. v. Δημοκρατία
(2003)3 Α.Α.Δ. 398) και συνεπώς το Δικαστήριο επεμβαίνει μόνο όπου ο πρωτοκολλητής ενήργησε στη βάση κάποιας εσφαλμένης αρχής ή υπέπεσε σε κατάφορο σφάλμα (βλ. Brown v. Sewell [1880-1881] 16 Ch.D. 517, Gorfin v. Oldhams Press Ltd [1958] 1 WLR 314, Αρέστη v. Λαδόκονου
(1996)1 Α.Α.Δ. 646 και Βούρου κ.α. v. Τεγκεράκη
(2005)1 (Α) Α.Α.Δ. 779). Στην εδώ περίπτωση, προκύπτει από το πρακτικό της διαδικασίας ψήφισης εξόδων, ότι, υποβλήθηκαν ενστάσεις σε σχέση και με τα τρία ζητήματα και επομένως οι αιτητές νομιμοποιούντο να υποβάλουν την παρούσα Αίτηση για αναθεώρηση. Με αυτό το δεδομένο προχωρώ στην εξέταση της ζητηθείσας αναθεώρησης, προσεγγίζοντας τα εγερθέντα ζητήματα κάπως αντίστροφα. Ξεκινώ δηλαδή από τον ισχυρισμό για εξόφληση των εξόδων. Η αιτιολογία του πρωτοκολλητή απορρίπτοντας αυτό τον ισχυρισμό και προχωρώντας στη ψήφιση των εξόδων ήταν η εξής: «Άκουσα την ένσταση του κ. Τεουλίδη και την αγόρευση του κ. Θεοδώρου, έχω ενώπιόν μου το τεκμήριο Α, το οποίο δεν αναφέρεται σε συγκεκριμένες υποθέσεις που έχω ενώπιόν μου, πλην δύο υποθέσεων μόνο με τα ονόματα των διαδίκων χωρίς αριθμούς οι οποίοι δεν είναι για ψήφιση ενώπιόν μου σήμερα, ενώ υπάρχουν δεκάδες υποθέσεις προς ψήφιση. Στο τεκμήριο Α δεν αναφέρεται αριθμός υπόθεσης για να μπορώ να το λάβω υπόψη κατά τη διάρκεια της ψήφισης σε κάθε υπόθεση και μου είναι αδύνατο να αποφασίσω για το περιεχόμενο του, αφού δεν υπάρχουν αριθμοί υποθέσεων, παρόλο που είναι αποδεκτό από την πλευρά των αιτητών ότι το ποσό των €89.000,00 έχει πληρωθεί, θα προχωρήσω στη ψήφιση των καταλόγων και το παραδεκτό ποσό που έχει πληρωθεί να διακανονισθεί μεταξύ των δύο πλευρών». Η πιο πάνω προσέγγιση του πρωτοκολλητή με βρίσκει απόλυτα σύμφωνο. Όντως με τον γενικό τρόπο που τέθηκε το θέμα και με βάση τα στοιχεία που παρουσιάστηκαν, το ζήτημα της εξόφλησης παρέμεινε σε απροσδιόριστο πλαίσιο, χωρίς αναφορά στη συγκεκριμένη υπόθεση. Εν πάση περιπτώσει, ήταν καθήκον του πρωτοκολλητή να προχωρήσει στη ψήφιση των εξόδων. Δεν είχε αρμοδιότητα να εξετάσει ή να καταπιαστεί με αντικρουόμενες εκδοχές περί εξόφλησης ή μη των εξόδων. Σε σχέση τώρα με τα χαρτόσημα, η προσέγγιση του πρωτοκολλητή, συγκαταλέγοντας στον εγκριθέντα κατάλογο το αμφισβητούμενο ποσό των €67,30 ήταν η ακόλουθη: «Άκουσα την ένσταση του κ. Τεουλίδη, καθώς και την αγόρευση του κ. Χριστοφίδη εκ μέρους των αιτητών για τη ψήφιση του καταλόγου και παρατηρώ ότι το δικαστικό τέλος που είναι καθορισμένο για τη ψήφιση εξόδων, καθορίζεται από τον Διαδικαστικό Κανονισμό της 19ης Νοεμβρίου 2007, το οποίο τέλος αφού επικολληθεί εις το μητρώο ψήφισης των εξόδων, περιέρχεται στα κρατικά ταμεία υπό μορφή χαρτοσήμων, οπόταν βασικά ο αιτητής που επικολλά τα αναγκαία χαρτόσημα απλά του επιστρέφονται μαζί με τη ψήφιση του καταλόγου. Τούτο μπορούσε να μειωθεί αν φαίνεται ότι ο κατάλογος είναι υπερβολικά εξογκωμένος, οπόταν δεν θα ήταν σωστό ο καθ΄ ου ο κατάλογος να επιβαρυνθεί την πληρωμή των χαρτοσήμων. Κάτι τέτοιο δεν φαίνεται εις τους συγκεκριμένους καταλόγους που αφορούν την ίδια εταιρεία (Liberty Life Insurance Ltd). Εξάλλου είναι η πάγια τακτική που ακολουθείται, τα χαρτόσημα που επικολλώνται από τον αιτητή να του επιστρέφονται. Θα προχωρήσω στην ψήφιση του καταλόγου». Δεν θεωρώ ότι με την πιο πάνω κατάληξη, ο πρωτοκολλητής υπέπεσε σε κατάφορο σφάλμα ή ενήργησε στη βάση κάποιας εσφαλμένης αρχής. Καθηκόντως, άσκησε διακριτική ευχέρεια, όχι αυθαίρετα αλλά στη βάση συγκεκριμένης αιτιολογίας. Θεώρησε λοιπόν, και δεν έχω κανένα λόγο να διαφωνήσω μαζί του, ότι, από τη στιγμή που ο κατάλογος εξόδων δεν ήταν υπερβολικά διογκωμένος (και όντως δεν ήταν), θα έπρεπε να ανακτηθεί ολόκληρο το ποσό των χαρτοσήμων που καταβλήθηκε από μέρους των καθ΄ ων η αίτηση. Έρχομαι τώρα στο θέμα του τόκου. Επιβάλλοντας τόκο επί των ψηφισθέντων εξόδων, ο πρωτοκολλητής έδωσε την εξής αιτιολογία: «Αφού άκουσα την ένσταση του κ. Τεουλίδη ως και την αγόρευση του κ. Χριστοφίδη εκ μέρους των αιτητών, λαμβάνοντας υπόψη το άρθρο 33
(2)του περί Δικαστηρίων Νόμου που αναφέρεται στην επιβολή τόκου στις αποφάσεις των Δικαστηρίων, καθώς και όλους τους Θεσμούς της Δ.59, των Θεσμών περί Πολιτικής Δικονομίας που αναφέρεται στα έξοδα και κυρίως τη Δ.30 και όπως είναι νομολογημένο σε αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου ότι ο υπάλληλος επί τη ψηφίσεως (ο Πρωτοκολλητής) κατά τη διαδικασία ψήφισης εξόδων ή άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας, θεωρείται ως άσκηση οιονεί δικαστικής λειτουργίας, απορρίπτω την ένσταση του κ. Τεουλίδη και θα προχωρήσω στη ψήφιση του καταλόγου με επιβολή τόκο επί των εξόδων». Το άρθρο 33
(2)του Νόμου 14/60 προβλέπει τα εξής: «
(2)Εκάστη απόφασις περιλαμβανομένου του μέρους αυτής το οποίον αφορά εις τα δικηγορικά έξοδα, εκτός εάν άλλη πρόβλεψις εγένετο εν τη αποφάσει δυνάμει του εδαφίου
(1), θα φέρει, τηρουμένων των διατάξεων του εδαφίου
(4), τόκο προς 5,5% ετησίως (προηγουμένως ήταν 8%) από την ημερομηνία καταχώρησης της αγωγής ή εν σχέσει με εκκρεμούσες αγωγές από την ημερομηνία έναρξης της ισχύος του περί Δικαστηρίων (Τροποποιητικού) (Αρ. 2) Νόμου του 2008, μέχρι τελικής αποπληρωμής του χρέους». (Η υπογράμμιση και η πρώτη παρένθεση είναι δικές μου προσθήκες). Στην υπόθεση Varellas (ανωτέρω), επιβεβαιώθηκε ότι δυνάμει του πιο πάνω άρθρου, εμπίπτει στην αρμοδιότητα και την εξουσία του πρωτοκολλητή στα πλαίσια της διαδικασίας ψήφισης εξόδων, η προσθήκη τόκων επί των δικηγορικών εξόδων από την καταχώρηση της αγωγής. Εκεί βέβαια επρόκειτο για προσφυγές και αποφασίστηκε ότι οι προσφυγές δεν καλύπτονται από τον ορισμό της αγωγής που αναφέρεται στο άρθρο 33
(2), και άρα δεν εδικαιολογείτο υπό τις περιστάσεις, η επιδίκαση τόκων επί των δικηγορικών εξόδων. Σημαντικότατο στοιχείο της υπόθεσης Varellas, το οποίο κατά την κρίση μου, τη διαφοροποιεί από την παρούσα υπόθεση, είναι ότι εκεί, οι υποθέσεις (ασχέτως του ότι ήταν προσφυγές) είχαν εκδικαστεί και είχαν εκδοθεί αποφάσεις του Δικαστηρίου. Η επίμαχη ψήφιση των εξόδων ήταν ακριβώς συνακόλουθο των εκδοθεισών αποφάσεων. Είναι συνεπώς πρόδηλο πως τα σχόλια και οι επισημάνσεις του Δικαστηρίου, αφορούσαν και τυγχάνουν εφαρμογής σε διαδικασίες ψήφισης εξόδων μεταξύ επιτυχόντων και αποτυχόντων διαδίκων ως απόρροια δικαστικής απόφασης. Τούτο εξάλλου προκύπτει και από το λεκτικό του άρθρου 33
(2)του Ν.14/60 (το οποίο ερμηνεύτηκε στη Varellas), όπου ρητά και ξεκάθαρα γίνεται αναφορά σε "έκαστη απόφαση". Στην εδώ περίπτωση ούτε απόφαση του Δικαστηρίου εκδόθηκε ούτε υπάρχει ή εμπλέκεται επιτυχόν και αποτυχόν διάδικος. Απλά μεσούσης της δικαστικής διαδικασίας, προέκυψε διαφορά μεταξύ δικηγόρου και πελάτη και το ζήτημα των δικηγορικών εξόδων, με πρωτοβουλία του δικηγόρου, άχθη ενώπιον του πρωτοκολλητή για επίλυση δια της διαδικασίας της ψήφισης των εξόδων. Σ' αυτό το πλαίσιο φρονώ πως δεν εφαρμόζεται το άρθρο 33
(2)και συνακόλουθα ο πρωτοκολλητής δεν είχε κανένα δικαίωμα να επιβάλει τόκο επί των δικηγορικών εξόδων. Το θέμα των δικηγορικών εξόδων διέπεται από το έντυπο διορισμού δικηγόρου (retainer), το οποίο κατ' ουσία συνιστά σύμβαση επί του προκειμένου ζητήματος μεταξύ δικηγόρου και πελάτη. Όπως κάθε σύμβαση, αν δεν υπάρχει πρόνοια για επιβολή τόκου και αν δεν μεσολαβήσει δικαστική απόφαση, δεν μπορεί να ανακτηθεί τόκος είτε από την καταχώρηση της αγωγής είτε από οποιαδήποτε άλλη ημερομηνία. Κατά την κρίση μου, αντίθετη κατάληξη θα καθιστούσε τη σύμβαση ετεροβαρή και κατάφορα άδικη για τον πελάτη. Αυτή η άποψη φαίνεται να έχει απήχηση και σε άλλες χώρες που εφαρμόζουν το κοινοδίκαιο. Στην Αυστραλία για παράδειγμα, το όλο ζήτημα ρυθμίζεται νομοθετικά. Συγκεκριμένα το section 321 του LEGAL PROFESSION ACT 2004 υπό τον τίτλο "Interest on unpaid legal costs", προβλέπει τα εξής: "321 Interest on unpaid legal costs
(1)A law practice may charge interest on unpaid legal costs if the costs are unpaid 30 days or more after the practice has given a bill for the costs in accordance with this Part.
(2)A law practice may also charge interest on unpaid legal costs in accordance with a costs agreement.
(3)A law practice must not charge interest under subsection
(1)or
(2)on unpaid legal costs unless the bill for those costs contains a statement that interest is payable and of the rate of interest.
(4)A law practice may not charge interest under this section or under a costs agreement at a rate that exceeds the rate prescribed by the regulations.
(5)Subsection
(1)applies in relation to a bill of costs given in the form of a lump sum bill even if the client afterwards requests or is afterwards given an itemised bill." Από το πιο πάνω απόσπασμα προκύπτει ότι στην Αυστραλία οι ασφαλιστικές δικλείδες για τον πελάτη είναι πολύ περισσότερες, απ' ότι στην Κύπρο. Ελάχιστος όμως κοινός παρονομαστής για την επιβολή τόκου επί των δικηγορικών εξόδων, είναι να προηγήθηκε συμφωνία μεταξύ δικηγόρου και πελάτη. Διαφορετικά δεν μπορεί να ανακτηθεί τόκος. Δεν υπάρχουν στοιχεία ότι υπήρξε στην προκειμένη περίπτωση τέτοια συμφωνία και συνεπώς ο πρωτοκολλητής διέπραξε κατάφωρο σφάλμα επιβάλλοντας τόκο επί των εξόδων. Στη βάση όλων των πιο πάνω η Αίτηση σε ότι αφορά τα χαρτόσημα και την κατ' ισχυρισμό εξόφληση αποτυγχάνει αλλά σε ότι αφορά τον επιβληθέντα τόκο επιτυγχάνει. Συνεπώς αναθεωρείται η απόφαση του πρωτοκολλητή για επιβολή τόκου επί του ψηφισθέντος ποσού των €1.172,30 σεντ. Το ποσό αυτό δεν θα φέρει τόκο. Τα έξοδα της Αίτησης, μειωμένα όμως κατά το ½ ενόψει της μερικής μόνο επιτυχίας, ως θα υπολογιστούν από τον πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο, επιδικάζονται υπέρ των αιτητών και εναντίον των καθ' ων η αίτηση. (Υπ.) ......... Στ. Ν. Σταύρου, Ε. Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.