← Κύπρος

Κλαύδιου Αντωνιάδη ν. Διοικητικού Συμβουλίου Ταμείο Συντάξεως Δικηγόρων, Αρ. Αγωγής: 5202/04, 9 Μαρτίου 2011

Κλαύδιου Αντωνιάδη ν. Διοικητικού Συμβουλίου Ταμείο Συντάξεως Δικηγόρων, Αρ. Αγωγής: 5202/04, 9 Μαρτίου 2011 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2011:A83 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Γ. Στυλιανίδης, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 5202/04 Μεταξύ Κλαύδιου Αντωνιάδη Ενάγοντα Και Διοικητικού Συμβουλίου Ταμείο Συντάξεως Δικηγόρων Εναγόμενων 9 Μαρτίου

  1. ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ Για τον Ενάγοντα: κ. Γ Παπαπέτρου για Μοντάνιος και Μοντάνιος Για τους Εναγόμενους: κ. Αντώνης Αντρέου Α Π Ο Φ Α Σ Η Με την παρούσα αγωγή ο Ενάγοντας ζητά από το Δικαστήριο τις εξής τρεις θεραπείες: Α. Δήλωση/διακήρυξη του Δικαστηρίου με την οποία να κηρύττεται άκυρη και/ή παράνομη, και να τίθεται εκποδών, η απόφαση του Εναγομένου που ελήφθη στις συνεδρίες του Διοικητικού Συμβουλίου στις 23/4/2003 και 10/3/2004 με τις οποίες απερρίφθη η Αίτηση του Ενάγοντα για συνταξιοδότηση του από το Ταμείο Συντάξεως Δικηγόρων και για πληρωμή του εφ' απάξ ποσού. Β. Διάταγμα του Δικαστηρίου διατάττον τον Εναγόμενο όπως από 1/1/2001 πληρώνει στον Ενάγοντα την σύνταξη που δικαιούται σύμφωνα με τους περί Δικηγόρων Νόμους και τους περί Δικηγόρων (Συντάξεις και Χορηγήματα) Κανονισμούς και όπως του πληρώσει το εφ' άπαξ ποσό των ΛΚ15.000.- Γ. Διαζευκτικά, και άνευ βλάβης των ανωτέρω αξιώσεων του Ενάγοντα, αποζημιώσεις για τις ζημιές που θα υποστεί ο Ενάγοντας από οποιαδήποτε τυχόν αμέλεια και/ή άλλη παράνομη και/ή άδικη ενέργεια και/ή παράλειψη του Εναγόμενου και η οποία θα έχει ως αποτέλεσμα την απώλεια και/ή στέρηση οποιασδήποτε συνταξιοδότησης του Ενάγοντα από το Ταμείο Συντάξεως Δικηγόρων και την μη πληρωμή του εφ' άπαξ ποσού των ΛΚ15,000.- Οι δύο πλευρές δεν προχώρησαν σε προσκόμιση προφορικής μαρτυρίας, περιορίστηκαν στην κατάθεση παραδεκτών γεγονότων και κατάθεση έγγραφης μαρτυρίας για υποστήριξη των εκατέρωθεν θέσεων τους. Τα παραδεκτά γεγονότα έχουν ως εξής: «
  2. Ο ενάγοντας γεννήθηκε στις 5/4/1933 στη Λευκωσία. Μετά από τις σπουδές του γράφτηκε ως δικηγόρος στις 18/6/1960 και εξάσκησε το επάγγελμα του δικηγόρου στην Αμμόχωστο μέχρι τις 30/11/
  3. Από τις 1/12/1969 εργάστηκε σαν Δικηγόρος Νομικός Λειτουργός στην νομική Υπηρεσία της Κυπριακής Δημοκρατίας. Στις 1/6/1990 διορίστηκε Πρόεδρος του Οικογενειακού Δικαστηρίου και από τη θέση αυτή αφυπηρέτησε στις 1/5/
  4. Στις 25/1/1994 έκδωσε ετήσια άδεια δικηγόρου και εξάσκησε το επάγγελμα μέχρι τις 31/12/
  5. Έγινε εισφορέας στο Ταμείο Συντάξεως Δικηγόρων (εν τοις εφεξής καλουμένης «το Ταμείο») από 1/12/1966, σύμφωνα με τους περί Δικηγόρων (Συντάξεις και Χορηγήματα) Κανονισμούς του 1966 που έγιναν σύμφωνα με τις πρόνοιες των Περί Δικηγόρων Νόμων Κεφ. 2 ως ετροποποιήθει.
  6. Από 1/12/1966 μέχρι 1/12/1969, ημερομηνία κατά την οποία διορίσθηκε στη Νομική Υπηρεσία κατέβαλλε στο Ταμείο τις καθορισμένες μηνιαίες εισφορές.
  7. Το ποσό που κατάβαλε ο ενάγοντας εις το Ταμείο από 1/12/1969 μέχρι 1/6/1990 που ασχολείτο εις τη Νομική Υπηρεσία ανήρχετο εις τις Λ.Κ.644,67 (ήτοι Λ.Κ.290.- ως μηνιαία προσφορά και Λ.Κ.354.67 ως 1% επί του βασικού του μισθού) το οποίο του επιστράφηκε την 1/3/1996 με τόκο 6%, ήτοι το συνολικό ποσό των Λ.Κ.1.243,
  8. Οι πληρωμές για μηνιαίες εισφορές άρχισαν από 1/12/1969 και σταμάτησαν την 4/12/1982, ενώ οι πληρωμές του 1% επί του βασικού του μισθού άρχισαν την 10/1/1976 και σταμάτησαν την 25/4/
  9. Από 25/1/1994 μέχρι 31/12/2000 πλήρωσε στο Ταμείο τις προβλεπόμενες από τους Κανονισμούς εισφορές σαν δικηγόρος.
  10. Ο ενάγοντας έδωσε οδηγίες στους δικηγόρους να καταχωρήσουν στις 19.3.1997 εναντίον του Εναγόμενου, την Πολιτική Αγωγή αρ. 3073/97 στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας με την οποία ζητούσε: (α) Δήλωση/διακήρυξη του Δικαστηρίου με την οποία να κηρύττεται άκυρη και/ή παράνομη και να τίθεται εκποδών, η απόφαση του εναγομένου που κοινοποιήθηκε στον ενάγοντα με τις επιστολές την ημερ. 17/11/1992 και 1/3/1966 ότι έπαυσε να είναι εισφορέας και μέλος του Ταμείου και/ή με την οποία διετάττετο η διαγραφή του από το Ταμείο αυτό. (β) Διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να κηρύττεται άκυρη και/ή παράνομη η απόφαση του Εναγομένου να επιστρέψει, στον ενάγοντα στις 1/3/1996 τις συνεισφορές που είχε καταβάλει στο Ταμείο για την περίοδο 1/12/1966 μέχρι 30/11/1969 σαν Δικηγόρος και για την περίοδο 1/12/1969 μέχρι 25/4/1983 σαν Νομικός Λειτουργός στο Γραφείο της Νομικής Υπηρεσίας της Κυπριακής Δημοκρατίας. (γ) Διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να διατάττεται η επανεγγραφή του Ενάγοντα σαν συνεισφορέα και μέλους του Ταμείου ως εάν ουδέποτε έπαυσε να είναι συνεισφορέας και μέλος του Ταμείου αυτού.
  11. Η Απόφαση του Προέδρου του Ε.Δ. Λευκωσίας επισυνάπτεται και μιλά από μόνη της.
  12. Στις 10/11/1998 ο Εναγόμενος καταχώρησε την Έφεση υπ' αριθμό 10379 εναντίον της πιο πάνω απόφασης αλλά η έφεση απορρίφθηκε στις 30/11/
  13. Η Απόφαση μιλά από μόνη της.
  14. Με την επιστολή των Δικηγόρων του Ενάγοντα ημερ. 5/12/2000 προς τον Γραμματέα - Ταμία του Ταμείου, τον κάλεσαν να του γνωρίσει το συνολικό ποσό που όφειλε και έπρεπε να καταβάλει στο Ταμείο.
  15. Με την απαντητική επιστολή του ημερ. 11/1/2001 ο Γραμματέας - Ταμίας του Ταμείου πληροφόρησε τους Δικηγόρους του ενάγοντα ότι το τιθέμενο ερώτημα θα τύχει απάντησης αφού τούτο θα αποτελέσει ένα από τα θέματα της αμέσως επόμενης συνεδρίας του Διοικητικού Συμβουλίου του Ταμείου.
  16. Με την επιστολή του ημερ. 24/1/2001 προς το Ταμείο ο Δικηγόρος του Ενάγοντα το πληροφόρησε ότι ο ενάγοντας επιθυμούσε να συνταξιοδοτηθεί από 1/1/2001 και τον κάλεσε να τον πληροφορήσει το ποσό της σύνταξης που δικαιούται ως και το εφάπαξ ποσό. Με την επιστολή του ημερ. 11/5/2001 προς το Ταμείο ο Δικηγόρος του ενάγοντα απέστειλε στο Ταμείο την τυπική αίτηση για παροχή σε αυτόν σύνταξης από 1/1/2001 και για την πληρωμή του εφάπαξ που του αναλογεί.
  17. Παρόλο που το συμβούλιο του Ταμείου συνεδρίασε στις 23/5/2001, ούτε οι οφειλές του ενάγοντα προς το Ταμείο καθορίστηκαν ούτε και ελήφθη απόφαση για παροχή σύνταξης προς αυτόν ως και πληρωμή του εφάπαξ ποσού. Με την λεπτομερή επιστολή των Δικηγόρων του ημερ. 7/6/2001 προς το Γενικό Εισαγγελέα, Πρόεδρο του Ταμείου και λοιπά μέλη του Ταμείου ο ενάγοντας εξέφρασε την προθυμία του να δώσει οποιεσδήποτε πληροφορίες θα ήθελε τυχόν χρειαστεί η Ειδική Επιτροπή στην οποία η αίτηση του είχε παραπεμφθεί.
  18. Με την απαντητική του επιστολή ημερομηνίας 12/7/2001, ο Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας πληροφόρησε τους Δικηγόρους του Ενάγοντα ότι το θέμα της σύνταξης παραπέμφθηκε σε τριμελή Επιτροπή που αποτελείτο από τον ίδιο, τον Γραμματέα του ταμείου και τον Πρόεδρο του Παγκύπριου Δικηγορικού Συλλόγου και η Επιτροπή αυτή απεφάσισε όπως κληθεί ο Ενάγοντας προς βοήθεια της σε σχέση με την ανάλυση των γεγονότων που αποτελούν το υπόβαθρο της αξίωσης του.
  19. Με την επιστολή των Δικηγόρων του ημερομηνίας 20/2/2002 προς το Ταμείο ο ενάγοντας απέστειλε επιταγή για Λ.Κ.2.562,81 σχετικά με τα ακόλουθα ποσά. Α)Επιστροφή στο Ταμείο ποσού ως η Δικαστική απόφαση Λ.Κ.1.243,72 Β) Απλήρωτες εισφορές από 1/1/1982 μέχρι 31/5/1990 Λ.Κ. 580.00 Γ) Οφειλόμενα τέλη από 15/12/1969 μέχρι 31/5/1990 Λ.Κ. 739,09 ----------------- Λ.Κ.2.562,81 ----------------- Περαιτέρω ο Ενάγοντας πληροφόρησε το Ταμείο ότι οι μηνιαίες εισφορές του στο Ταμείο εξοφλήθηκαν μέχρι 31/12/
  20. Με την επιστολή των Δικηγόρων του ημερ. 25/4/2002 προς το Ταμείο και σε συνέχεια της επιστολής ημερ. 20/2/2002 ο ενάγοντας απέστειλε στον Εναγόμενο επιταγή για Λ.Κ.20.00 σε εξόφληση του ποσού που ήτο πληρωτέο στο Ταμείο σχετικά με το γάμο του που έγινε στην Κύπρο στις 17/4/1988 με τη Γεωργία Ρούσση Αντωνιάδη.
  21. Με την επιστολή των Δικηγόρων του ημερ. 27/5/2002 προς το Ταμείο, ο ενάγοντας τους κάλεσε να του δώσουν τις νενομισμένες αποδείξεις χωρίς άλλη καθυστέρηση.
  22. Το Ταμείο ουδέποτε έκδωσε οιεσδήποτε αποδείξεις καθώς ουδέποτε εξαργυρώθηκαν οι εν λόγω επιταγές.
  23. Στις 16/7/2002 έγινε συνάντηση της τριμελούς Επιτροπής στην παρουσία του Ενάγοντα και του Δικηγόρου του Μιχαήλ Μοντάνιου και απάντησε σε όλες τις ερωτήσεις σχετικά με τα χρόνια και τους τόπους άσκησης του επαγγέλματος του, το χρόνο μετάβασης του στην Ελλάδα, ως και τα αποσταλέντα στο Ταμείο ποσά οφειλής του για τα οποία παρουσίασε τα αναγκαία στοιχεία μαζί με το διαβατήριο του. Ο γενικός Εισαγγελέας πληροφόρησε τον ενάγοντα ότι θα καλέσει συνεδρίαση του Συμβουλίου του Ταμείου για λήψη σχετικής απόφασης.
  24. Στις 12/6/2003 ο Γενικός Εισαγγελέας με επιστολή του πληροφόρησε τους δικηγόρους του ενάγοντα ότι στην τελευταία συνεδρίαση του Διοικητικού Συμβουλίου του Ταμείου ημερ. 23/4/2003 ελήφθη απορριπτική απόφαση που θα του κοινοποιείτο από το Γραμματέα - Ταμία. Με την επιστολή του προς τους δικηγόρους του ενάγοντα ο Γραμματέας - Ταμίας του Ταμείου τους πληροφόρησε ότι το αίτημα του για συνταξιοδότηση απορρίφθηκε ομόφωνα από το Διοικητικό Συμβούλιο κατά τη συνεδρία του στις 23/4/2003 και του απέστειλε αντίγραφο του αποσπάσματος των σχετικών πρακτικών.
  25. Με επιστολή τους ημερομηνίας 5/1/2004 προς τον Γραμματέα Ταμία του Ταμείου, οι Δικηγόροι του ενάγοντα έδωσαν εκ μέρους του απάντηση και προέβησαν σε σχόλια πάνω σε διάφορα βασικά σημεία της πιο πάνω απορριπτικής απόφασης του Διοικητικού Συμβουλίου και καλούσαν το Συμβούλιο να επανεξετάσει το όλο θέμα και να εγκρίνει μέσα σε 1 μήνα την αίτηση του για συνταξιοδότηση και πληρωμή εφάπαξ ποσού.» Ο Εναγόμενος μαζί με την Υπεράσπιση του καταχώρησε και Ανταπαίτηση την οποία βάσισε όπως και την Υπεράσπιση στο ότι ο Κανονισμός 3 Παράγραφος 4 τον περί Ταμείου Συντάξεως Δικηγόρων (τέλη) Κανονισμοί του 1966 όπως ετροποποιήθηκαν σε σχέση με τις παραπομπές στα Μέρη Ι, ΙΙ, ΙΙΙ των ρηθέντων κανονισμών είναι νομικά ανεφάρμοστος και/ή άκυρος καθότι εκφεύγει των προνοιών του Άρθρου 27 του Εξουσιοδοτούντα Νόμου (ultra viries) ή και προσκρούει στις ρητές διατάξεις του Άρθρου 27 του εξουσιοδοτούντα νόμου όπου δεν παρέχει τη δυνατότητα ή υπάρχει πρόνοια δημιουργίας εξαιρέσεων ή διαφοροποίησης μεταξύ δικηγόρων ως προς τον τρόπο το είδος και ύψος των καταβλητέων εισφορών από δικηγόρους εισφορείς του ταμείου ή του τρόπου είσπραξης των ρηθέντων εισφορών. Περαιτέρω ισχυρίζεται ότι η ληφθείσα απόφαση για απόρριψη της αίτησης του ενάγοντα όπως αυτή ετέθη ενώπιον του Εναγόμενου ελήφθη σύμφωνα με το Νόμο. Με βάση αυτούς τους ισχυρισμούς ο Εναγόμενος ανταπαιτεί τα ακόλουθα: «(α) Δήλωση του Δικαστηρίου ότι η απόφαση του για απόρριψη της αίτησης του ενάγοντα όπως αυτή ετέθη ενώπιον του εναγόμενου είναι νομικά ορθή και ότι ελήφθη σύμφωνα με το νόμο. (β) Ότι ο ρηθείς πιο πάνω κανονισμός 3 παράγραφος 4 σε συσχετισμό με τις αναφορές στα Μέρη Ι, ΙΙ και ΙΙΙ των ρηθέντων Κανονισμών είναι αντίθετος προς τον εξουσιοδοτούντα νόμο (ultra vires) και κατ' ακολουθία δεν δημιουργούν δικαιώματα συνταξιοδότησης. (γ) Δήλωση του Δικαστηρίου ότι ο ενάγοντας δεν δικαιούται συνταξιοδότησης στην βάση του Κανονισμού 3 παράγραφος

(4)των πιο πάνω Κανονισμών όπως αναφέρεται πιο πάνω.» Νομική Πτυχή Το άρθρο 26 του περί Δικηγόρων Νόμου Κεφάλαιο 2 κάτω από τον τίτλο ΣΥΝΤΑΞΕΙΣ ΚΑΙ ΧΟΡΗΓΗΜΑΤΑ προβλέπει τα εξής: «Το Συμβούλιο του Παγκύπριου Δικηγορικού Συλλόγου, με την έγκριση του Υπουργικού Συμβουλίου, εκδίδει κανονισμούς δυνάμει του Μέρους αυτού, που δημοσιεύονται στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας, οι οποίοι προνοούν για την καθίδρυση Ταμείου που θα κληθεί «το Ταμείο Σύνταξης Δικηγόρων» (το οποίο αναφέρεται στο Νόμο αυτό ως «το Ταμείο») για παροχή συντάξεων και χορηγημάτων σε δικηγόρους που εισέφεραν στο Ταμείο οι οποίοι αποσύρονται από την άσκηση του επαγγέλματος (οι οποίοι αναφέρονται στο Νόμο αυτό ως «εισφορείς», ) και σε περίπτωση θανάτου τους, στις χήρες και τα ορφανά τους.» Ο Ενάγοντας ενεγράφη ως δικηγόρος στις 18/6/1960 και εξάσκησε το επάγγελμα του στην Αμμόχωστο μέχρι 30/11/69. Την 1/12/69 διορίσθηκε δικηγόρος της Δημοκρατίας και υπηρέτησε μέχρι 31/5/1990. Την 1/6/1990, αφού παραιτήθηκε από την πιο πάνω θέση, διορίσθηκε πρόεδρος του Οικογενειακού Δικαστηρίου, θέση από την οποία και αφυπηρέτησε την 1/5/1993. Στις 25/1/1994 έκδωσε ετήσια άδεια δικηγόρου και εξάσκησε το επάγγελμα μέχρι τις 31/12/2000. Κατά τον ουσιώδη χρόνο ο Κανονισμός 17
(1)των περί Δικηγόρων (Συντάξεις και Χορηγήματα) Κανονισμών του 1966 προέβλεπε τα ακόλουθα:- «Εισφορεύς τις παύει να είναι εισφορεύς όταν αποσυρθή της ασκήσεως του επαγγέλματος του και δικαιούται όπως λαμβάνη σύνταξιν ως προβλέπεται εν τοις παρούσι Κανονισμοίς υπό μίας των ακολούθων περιστάσεων: (α) επί τη συμπληρώσει τριακονταπενταετούς ασκήσεως του επαγγέλματος του, ανεξαρτήτως της ηλικίας του. Διά τους σκοπούς της παρούσης παραγράφου «άσκησις του επαγγέλματος» σημαίνει το άθροισμα χρονικών διαστημάτων ασκήσεως επαγγέλματος, ουχί δε συνεχή τοιαύτην άσκησιν επαγγέλματος». Προκύπτει από τη μαρτυρία ότι ο Ενάγοντας ικανοποιεί την πιο πάνω προϋπόθεση για να δικαιούται όπως λαμβάνει σύνταξη. Συνολικά ο Ενάγοντας συμπλήρωσε την άσκηση του επαγγέλματος για 36 χρόνια, 7 μήνες και 12 μέρες (ουσιαστικά από 18/6/1960 μέχρι 31/12/2000 με εξαίρεση την περίοδο 1/6/1990 μέχρι 1/5/1993 κατά την οποία ήτο πρόεδρος του Οικογενειακού Δικαστηρίου). Ο πιο πάνω Κανονισμός δεν καθορίζει το ποσό των εισφορών που ένας Δικηγόρος οφείλει να είχε καταβάλει για να δικαιούται σε παροχή σύνταξης, ούτε τον διαγράφει από εισφορέα σε περίπτωση καθυστέρησης ή μη πληρωμής οποιωνδήποτε εισφορών. Ο Κανονσιμός αυτός προνοεί μόνο ότι ένας εισφορέας παύει να είναι εισφορέας όταν αποσυρθεί της άσκησης του επαγγέλματος. Κατά συνέπεια, για σκοπούς του Κανονισμού, είναι αρκετό ο αιτούμενος για συνταξιοδότηση δικηγόρος να υπήρξε εισφορέας. Ούτε το άρθρο 26
(1)των περί Δικηγόρων Νόμων προνοεί για τα ποσά που ένας που επιθυμεί να συνταξιοδοτηθεί πρέπει να έχει συνεισφέρει. Στην αγωγή του Ενάγοντα, αγωγή αρ. 3073/97, ο τότε πρόεδρος του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας κ. Ναθαναήλ είπε τα εξής ως κατάληξη: «Για όλους τους πιο πάνω λόγους, ο Ενάγων επιτυγχάνει στην αγωγή του και εκδίδονται διατάγματα υπέρ του και εναντίον των Εναγομένων ως οι παραγράφοι Α, Β και Γ της Έκθεσης Απαίτησης διακηρύττοντας άκυρη και παράνομη την απόφαση των Εναγομένων ότι δεν ήταν εισφορέας, με τη συνακόλουθη επιστροφή των εισφορών, με ταυτόχρονη επανεγγραφή του ως συνεισφορέα ως εάν ουδέποτε έπαυσε να είναι μέλος των Εναγομένων.» Εναντίον της απόφασης αυτής του Δικαστηρίου καταχωρήθηκε έφεση και εκδόθηκε απόφαση στις 30.11.2000, Διοικητικού Συμβουλίου Ταμείο Συντάξεως Δικηγόρων ν. Κλαύδιου Αντωνιάδη
(2001)1 Α.Α.Δ. σελίδα 1915. Η έφεση απορρίφθηκε και συνεπώς το καταληκτικό μέρος της πρωτόδικης απόφασης κατέστη τελεσίδικο. Το Εφετείο στην απόφαση του θεώρησε ως εσφαλμένη την νομική προσέγγιση του πρωτόδικου δικαστή αλλά ορθή την τελική ετυμηγορία του για τους λόγους που το Εφετείο εξήγησε στην απόφαση του. Ο ενάγων είναι συνεισφορέας στο Ταμείο εν τη εννοία του Νόμου. Ο Ενάγοντας δικαιούται επίσης σε παροχή εφάπαξ ποσού με αφορμή τη συνταξιοδότηση του με βάση τον Κανονισμό 17Α των περί Δικηγόρων (Συντάξεις και Χορηγήματα) Κανονισμών του 1966 (όπως αυτοί τροποποιήθηκαν), ο οποίος προβλέπει τα ακόλουθα: «17Α
(1)Εισφορέας που αποσύρεται κανονικά από την άσκηση του επαγγέλματος του και που δυνάμει της παραγράφου
(1)του Κανονισμού 17 των βασικών κανονισμών δικαιούται συνταξιοδότησης, λαμβάνει, νοουμένου ότι δεν υπάγεται σε οποιαδήποτε από τις εξαιρέσεις της παραγράφου
(5)του παρόντος Κανονισμού, εφάπαξ ποσό το ύψος του οποίου καθορίζεται ανάλογα με την περίπτωση του κάθε συνταξιοδοτούμενου εισφορέα, όπως προβλέπεται από τον παρόντα Κανονισμό». Ο Εναγόμενος ισχυρίζεται ότι ο Κανονισμός 3 των περί Ταμείου Συντάξεως Δικηγόρων (τέλη) Κανονισμοί του 1966 και 1968 οι οποίοι έχουν εκδοθεί δυνάμει του άρθρου 27 είναι αντίθετοι ή προσκρούουν ultra vires με τον εξουσιοδοτούντα Νόμο. Ο Κανονισμός 3 των βασικών κανονισμών έχει ως εξής μετά την τροποποίηση την 1/8/1968, ΚΔΠ 595/68: «
(3)Ανεξαρτήτως των διατάξεων των παραγράφων (Ι) και
(2)υφ' εκάστου Νομικού Λειτουργού ή Στρατιωτικού Εισαγγελέως, καταβάλλεται εις το Ταμείον, αντί των εν τοις προηγουμένοις παραγράφοις προνοουμένων τελών, μηνιαίον τέλος αντιπροσωπεύον το εν τοις εκατόν του βασικού μηνιαίου αυτού μισθού ως ούτος είναι καθωρισμένος κατά την 1η Ιανουαρίου εκάστου έτους, προκειμένου δε περί έτους τινός εν τω οποίω ούτος δεν κατείχε την θέσιν κατά την 1ην Ιανουαρίου, του επί τω διορισμώ του καθωρισμένου βασικού μηνιαίου αυτού μισθού». Ο ισχυρισμός ή το αίτημα του Εναγόμενου να κηρυχθούν ως αντίθετοι οι κανονισμοί αυτοί με το Νόμο θα πρέπει να απορριφθεί για τον εξής λόγο. Ο Ενάγοντας με την αγωγή του δεν ζητά την απαλλαγή από οποιαδήποτε καταβολή ή εισφορά εις το ταμείο για την οποία υποχρεούται σύμφωνα με τους πιο πάνω κανονισμούς. Ο δε εναγόμενος με την ανταπαίτηση του δεν απαιτεί από τον Ενάγοντα την καταβολή οποιουδήποτε ποσού για το οποίο να αρνείται την καταβολή ο Ενάγοντας, οχυρωμένος πίσω από τους πιο πάνω κανονισμούς. Η διαφορά στην παρούσα αγωγή έγκειται στο κατά πόσο θα πρέπει ο Εναγόμενος να καταβάλει σύνταξη στον Ενάγοντα, ως εισφορέα στο ταμείο, καθώς και εφάπαξ ποσού. Το ύψος των εισφορών στο ταμείο δεν είναι διαφορά στην παρούσα αγωγή. Διαφορά στην παρούσα αγωγή είναι το κατά πόσο θα καταβάλει ο Ενάγοντας στον Εναγόμενο σύνταξη και εφάπαξ ποσό. Συνεπώς το Δικαστήριο δεν θα πρέπει να ασχοληθεί και να εξετάσει το κατά πόσο οι κανονισμοί είναι αντίθετοι ή προσκρούουν στον εξουσιοδοτούντα νόμο καθ' ότι δεν είναι θέμα που άπτεται της διαφοράς. Διερωτούμαι όμως γιατί ο Εναγόμενος ασχολείται με τον Κανονισμό
(3)ο οποίος θεσπίστηκε κάτω από το άρθρο 27 που ας σημειωθεί ότι και αυτό το άρθρο εξουσιοδοτεί ή αναθέτει στο Υπουργικό Συμβούλιο να θεσπίσει Κανονισμούς που να προνοούν όμως για τέλη. Το άρθρο 26 του Νόμου προβλέπει ότι το Συμβούλιο του Παγκύπριου Δικηγορικού Συλλόγου, με την έγκριση του Υπουργικού Συμβουλίου, εκδίδει κανονισμούς οι οποίοι κανονισμοί που εκδίδονται δυνάμει του Μέρους IV πρέπει να προνοούν για: «(α) ...... (β) ....... (γ) ....... (δ) την καταβολή εισφορών στο Ταμείο από δικηγόρους που ασκούν το επάγγελμα και το ποσό και τον τρόπο είσπραξης των εισφορών και των κυρώσεων για την παράλειψη της καταβολής των εισφορών αυτών» (ε) τους όρους παροχής συντάξεων και χορηγημάτων σε εισφορείς ή τις χήρες και τα ορφανά αυτών και τον τρόπο υπολογισμού των εισφορών αυτών και χορηγημάτων» Το Συμβούλιο του Δικηγορικού Σώματος, με την έγκριση του Υπουργικού Συμβουλίου, έκδωσε τους περί Δικηγόρων (Συντάξεις και Χορηγήματα) Κανονισμούς του 1966 όπου στον Κανονισμό 12
(1)προβλέπεται: «12
(1)Από της 1ης Δεκεμβρίου 1966, έκαστος εισφορεύς αναγραφόμενος εις την πρώτην στήλην του πίνακος των παρόντων κανονισμών εισφέρει εις το Ταμείον εισφοράν ωρισμένου ποσού ή εισφοράν αναλογικώς, ως εκτίθεται αντιστοίχως εις την δευτέραν στήλην του ρηθέντος πίνακος, τηρουμένων δε των διατάξεων του άρθρου 27 του Νόμου καταβάλλει κατά τον καθορισμένον τρόπον τα καθορισμένα τέλη.» Άρα είναι το άρθρο 26 που προβλέπει για θέσπιση Κανονισμών για καταβολή Εισφορών και για τους όρους παροχής Συντάξεων και Χορηγημάτων. Το άρθρο 27 προβλέπει για θέσπιση κανονισμών για καταβολή τελών. Τόσον οι θεσπισθέντες κάτω από το άρθρο 26 όσο και αυτοί που έχουν θεσπισθεί κάτω από το άρθρο 27 είναι σε πλήρη αρμονία με το Νόμο. Ο Ενάγων κατέβαλε τις εισφορές του από 1/12/1969 μέχρι 1/6/1990 οι οποίες του επιστράφηκαν την 1/3/1996 με τόκο. Ενέργεια παράνομη, απαγορεύεται από τον Κανονισμό 13: «13. Τηρουμένων των διατάξεων του Κανονισμού 17 των παρόντων Κανονισμών, ουδεμία εισφορά δυνάμει των παρόντων κανονισμών επιστρέφεται» Ο Ενάγων είναι πρόθυμος να καταβάλει και απέστειλε όλες τις εισφορές του τις οποίες ο Εναγόμενος αρνείται να εισπράξει. Για τους πιο πάνω λόγους η Αγωγή θα πρέπει να επιτύχει. Εκδίδεται απόφαση ως η Απαίτηση. Ο Εναγόμενος εγείρει και ανταπαίτηση την οποία βάσισε πάνω στο ότι ο Κανονισμός 3 των περί Ταμείου Συντάξεως Δικηγόρων (Τέλη) Κανονισμοί του 1966 όπως ετροποποιήθηκαν σε σχέση με τις παραπομπές στα Μέρη Ι, ΙΙ και ΙΙΙ των ρηθέντων Κανονισμών είναι νομικά ανεφάρμοστοι και/ή άκυροι καθ΄ ότι εκφεύγει των προνοιών του άρθρου 27 του εξουσιοδοτούντα Νόμου (ultra vires) ή/και προσκρούει στις ρητές διατάξεις του άρθρου 27 του εξουσιοδοτούντα Νόμου όπου δεν παρέχει τη δυνατότητα ή υπάρχει πρόνοια δημιουργίας εξαιρέσεων ή διαφοροποίησης μεταξύ δικηγόρων ως προς τον τρόπο, το είδος και ύψος των καταβλητέων εισφορών από δικηγόρους εισφορείς του Ταμείου ή τον τρόπο είσπραξης των ρηθέντων εισφορών. Είναι ξεκάθαρο, όπως αναφέρω και πιο πάνω, ότι το άρθρο 27 εξουσιοδοτεί το Υπουργικό Συμβούλιο να θεσπίσει κανονισμούς αναφορικά με είσπραξη τελών και όχι εισφορών. Το άρθρο, το οποίο εξουσιοδοτεί το Συμβούλιο του Παγκύπριου Δικηγορικού Συλλόγου, με την έγκριση του Υπουργικού Συμβουλίου να εκδώσει κανονισμούς αναφορικά με την καταβολή εισφορών στο Ταμείο από δικηγόρους που ασκούν το επάγγελμα και το ποσό και τον τρόπο είσπραξης, είναι το 26 του Νόμου. Κάτω από το άρθρο 26 του περί Δικηγόρων Νόμου, Κεφ. 2 θεσπίστηκαν οι περί Δικηγόρων (Συντάξεις και Χορηγήματα) Κανονισμοί του 1966 και κάτω από το άρθρο 27 του ιδίου Νόμου θεσπίστηκαν οι περί Ταμείου Συντάξεως Δικηγόρων (Τέλη) Κανονισμοί του 1966 όπως έχουν τροποποιηθεί. Ούτε οι πρώτοι αλλά ούτε και οι δεύτεροι κανονισμοί ευρίσκονται σε δυσαρμονία με το Νόμο ούτε εκφεύγουν των προνοιών των σχετικών άρθρων του Νόμου. Θα πρέπει επιτέλους ο Εναγόμενος να ικανοποιήσει το αίτημα του Ενάγοντα, το οποίο είναι δικαίωμα του που απορρέει από το Νόμο και τους Κανονισμούς, και να σταματήσει να βρίσκει προσκόμματα για να αποφύγει να εκπληρώσει τις υποχρεώσεις του οι οποίες απορρέουν από τα ίδια νομοθετήματα. Εξ άλλου οι περί Δικηγόρων (Συντάξεις και Χορηγήματα) Κανονισμοί εκδόθηκαν από το ίδιο το Συμβούλιο του Δικηγορικού Σώματος που εκδόθηκαν και εγκρίθηκαν από το Υπουργικό Συμβούλιο. Ο Εναγόμενος απέτυχε να αποδείξει την Ανταπαίτηση του και συνεπώς αυτή απορρίπτεται. Επιδικάζονται έξοδα προς όφελος του Ενάγοντα και εναντίον του Εναγομένου τα οποία να υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. Όσον αφορά την Ανταπαίτηση, δεν επιδικάζονται οποιαδήποτε έξοδα επειδή έχει συνεκδικαστεί με την απαίτηση και δεν δημιουργήθηκαν συνεπεία αυτής οποιαδήποτε επιπρόσθετα έξοδα. (Υπ.) ........... Γ. Στυλιανίδης, Α.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής /Α.Λ.Ο. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.