← Κύπρος

EUROINVESTMENT FINANCE LTD ν. ΓΙΑΝΝΗ ΛΥΤΡΑ, Αγωγή αρ. 524/03, 10.3.2011

EUROINVESTMENT FINANCE LTD ν. ΓΙΑΝΝΗ ΛΥΤΡΑ, Αγωγή αρ. 524/03, 10.3.2011 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2011:A85 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ Ι. Ιωαννίδη, Α.Ε.Δ Αγωγή αρ. 524/03 Μεταξύ: EUROINVESTMENT & FINANCE LTD Εναγόντων και ΓΙΑΝΝΗ ΛΥΤΡΑ Εναγομένου και EMF INVESTORS LTD Τριτοδιαδίκων Και δυνάμει διατάγματος τροποποίησης του Δικαστηρίου ημερομηνίας 18.12.09 Μεταξύ: ΤΡΑΠΕΖΑΣ ΠΕΙΡΑΙΩΣ (ΚΥΠΡΟΥ) ΛΤΔ Εναγόντων και ΓΙΑΝΝΗ ΛΥΤΡΑ Εναγομένου και EMF INVESTORS LTD Τριτοδιαδίκων --------------- Αίτηση υπό εναγομένου ημερομηνίας 5.6.2009 HMEΡΟΜΗΝΙΑ: 10.3.2011 Για αιτητή: κ. Α.Σ. Παπαντωνίου (κ. Κ. Γεωργίου για να ακούσει απόφαση) Για καθ΄ ων η αίτηση: κ. N. Πουμπουρίδης για Γεωργιάδη & Πελίδη Δ.Ε.Π.Ε (κα Δ. Καρή για να ακούσει απόφαση) ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Ο εναγόμενος με την υπό εκδίκαση αίτηση αξιώνει τις ακόλουθες θεραπείες: «

(1)Την Έκδοση Διατάγματος δυνάμει του άρθρου 234 της Συνθήκης της Ευρωπαϊκής Κοινότητας, για προδικαστική παραπομπή στο Δικαστήριο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων (στο εξής το ΔΕΚ), του πιο κάτω ερωτήματος: «Κατά πόσο με βάση την Οδηγία 93/13/ΕΟΚ του Συμβουλίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων της 5ης Απριλίου 1993 και ειδικότερα το άρθρο
(3), ρήτρα που έχει σκοπό ή αποτέλεσμα ο επαγγελματίας να έχει το μέγιστο δυνατό όφελος ενώ ο καταναλωτής τη μέγιστη δυνατή ζημιά, η ρήτρα αυτή είναι καταχρηστική».
(2)Την αναστολή της διαδικασίας μέχρι να εκδοθεί απόφαση από το ΔΕΚ επί της πιο πάνω προδικαστικής παραπομπής.» Η αίτηση βασίζεται «στον Περί Δικαστηρίων (Τροποποιητικό) Νόμο του 2007 (Ν.99(Ι)/2007)που εκδόθηκε στις 18.7.2007, στον Περί Προδικαστικής Παραπομπής στο Δικαστήριο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων Διαδικαστικό Κανονισμό (Αρ. 1) του 2008 που εκδόθηκε στις 28.3.2008 και στον Περί Δικαστηρίων (Τροποποιητικό) (Αρ. 4) Νόμο του 2008 που εκδόθηκε στις 31.12.2008». Υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση του εναγομένου το περιεχόμενο της οποίας παρατίθεται αυτολεξεί: «
  1. Είμαι ο Εναγόμενος στην παρούσα Αγωγή και έχω προσωπική γνώση για όλα τα γεγονότα τα οποία αφορούν την υπό τον πιο πάνω αριθμό και τίτλο υπόθεση και τα οποία αναφέρονται στην παρούσα Ένορκη Δήλωση μου.
  2. Κατά τη διάρκεια της προετοιμασίας για την ακροαματική διαδικασία της υπόθεσης τόσο από εμένα όσο και από το δικηγορικό γραφείο του κ. Αντώνη Σ. Παπαντωνίου, και μετά από περαιτέρω μελέτη των εγγράφων καθώς και από την ενδελεχή μελέτη του τρόπου λειτουργίας του επίδικου Επενδυτικού Σχεδίου με την Ενάγουσα και από την αξιολόγηση των λεπτομερειών, πληροφοριών και γεγονότων που περιβάλλουν την επίδικη υπόθεση έχω αντιληφθεί ότι: (α) ως Ευρωπαίος πολίτης τόσο μπορώ να πετύχουμε τη διευκρίνιση Κοινοτικού Κανόνα που με αφορά. (β) σύμφωνα με το άρθρο 150 της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση το ΔΕΚ αποφαίνεται με προδικαστικές αποφάσεις: (ι) επί της ερμηνείας της εν λόγω Συνθήκης, (ιι) επί του κύρους και της ερμηνείας των πράξεων των οργάνων της Κοινότητας. (iii) επί της ερμηνείας των καταστατικών των οργανισμών που ιδρύθηκαν με πράξη του Συμβουλίου εφόσον το προβλέπουν τα εν λόγω καταστατικά. Περαιτέρω, σύμφωνα με το εν λόγω άρθρο, Εθνικό Δικαστήριο μέλους, ενώπιον του οποίου ανακύπτει τέτοιο ζήτημα, δύναται αν κρίνει ότι απόφαση επί του ζητήματος είναι αναγκαία για την έκδοση της δικής του απόφασης, να παραπέμψει το ζήτημα στο ΔΕΚ για να αποφανθεί επ' αυτού. (γ) υπάρχει η δυνατότητα να ζητήσω προδικαστική παραπομπή στο ΔΕΚ για μία από τις πιο σημαντικές αιτίες Υπεράσπισης μου και συγκεκριμένα για τον τρόπο με τον οποίο η Ενάγουσα χρησιμοποίησε το δικαίωμα που κατείχε επί της περιουσίας μου.
  3. Περαιτέρω τονίζω ότι η επίδικη υπόθεση έχει σχέση με την Οδηγία 93/13/ΕΟΚ του Συμβουλίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων για το λόγο ότι η εν λόγω Οδηγία: (α) έχει αντικείμενο την προσέγγιση τω νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων των κρατών μελών, οι οποίες αφορούν τις καταχρηστικές ρήτρες συμβάσεις που συνάπτονται μεταξύ ενός επαγγελματία και ενός καταναλωτή, όπως στην επίδικη υπόθεση μεταξύ της Ενάγουσας και της εμένα αντίστοιχα. (β) καθορίζει ότι ρήτρα σύμβασης που δεν αποτέλεσε αντικείμενο ατομικής διαπραγμάτευσης, θεωρείται καταχρηστική όταν παρά την απαίτηση καλής πίστης, δημιουργείται εις βάρος του καταναλωτή σημαντική ανισορροπία ανάμεσα στα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις των μερών, τα απορρέοντα από τη σύμβαση. Θεωρείται πάντοτε ότι η ρήτρα δεν αποτέλεσε αντικείμενο ατομική διαπραγμάτευσης, όταν έχει συνταχθεί εκ των προτέρων και όταν ο καταναλωτής, εκ των πραγμάτων, δεν μπόρεσε να επηρεάσει το περιεχόμενο της, ιδίως στο πλαίσια μιας σύμβασης προσχωρήσεως, όπως στην επίδικη υπόθεση. Συγκεκριμένα, στην επίδικη υπόθεση υπέβαλα αίτηση ημερομηνίας 15.1.1999 (αντίγραφο της οποίας κατέχω και παρουσιάζω ως ΤΕΚΜΗΡΙΟ 1) για συμμετοχή στο Επενδυτικό Σχέδιο της Ενάγουσας, και η Ενάγουσα χρησιμοποίησε τις ρήτρες
(1)και
(5)της επίδικης συμφωνίας ημερομηνίας 9.2.1999 (αντίγραφο της οποίας κατέχω και παρουσιάζω ως ΤΕΚΜΗΡΙΟ 2), (συμφωνία η οποίες δεν αποτέλεσε αντικείμενο διαπραγμάτευσης) και κατ' επέκταση η Ενάγουσα χρησιμοποίησε το δικαίωμα που κατείχε επί της περιουσίας μου κατά τέτοιο τρόπο, με αποτέλεσμα να δημιουργηθεί σε βάρος μου σημαντική ανισορροπία ανάμεσα στα δικαιώματα και υποχρεώσεων των διαδίκων. Η ανισορροπία αυτή συνάγεται στην απαίτηση της Ενάγουσας ώστε αυτή να έχει το μέγιστο δυνατό κέρδος, ενώ εγώ να υποστώ τη μέγιστη δυνατή ζημιά (ζημιά η οποία συνίσταται στην απώλεια του περιθωρίου εξασφάλισης που παρέδωσα στην Ενάγουσα και στην θυγατρική αυτής EMF Investors Ltd-Τριτοδιάδικο, καθώς και στην απαίτηση της Ενάγουσας για την εξόφληση από εμένα του ισχυριζόμενου χρέους). 4. Το άρθρο
(3)της πιο πάνω Οδηγίας έχει σχέση με το άρθρο
(5)του Περί Καταχρηστικών Ρητρών σε Καταναλωτικές Συμβάσεις Νόμου του 1996 Ν.93(Ι)/96της Κυπριακής Δημοκρατίας. 5. Είναι περαιτέρω η θέση μου ότι: (α) με βάση την πιο πάνω Οδηγία 93/13/ΕΟΚ και ειδικά το άρθρο
(3)και τον Περί Καταχρηστικών Ρητρών σε Καταναλωτικές Συμβάσεις Νόμο του 1996 και ειδικά το άρθρο
(5), οι πιο πάνω ρήτρες
(1)και
(5)που δίνουν δικαίωμα στην Ενάγουσα επί της περιουσίας μου, με τον τρόπο τον οποίο αυτή τις ερμήνευσε και τις χρησιμοποίησε είχε ως αποτέλεσμα η Ενάγουσα να έχει τη μέγιστη δυνατή ωφέλεια, ενώ εγώ τη μέγιστη δυνατή ζημιά, είναι καταχρηστική. (β) ο σκοπός της αίτησης είναι για να εξασφαλιστεί η αποτελεσματική και ομοιόμορφη εφαρμογή της κοινοτικής Νομοθεσίας και να αποφευχθεί κάθε απόκλιση στην ερμηνεία του πιο πάνω ζητήματος του Κοινοτικού Δικαίου. (γ) η πιο πάνω αίτηση μου αποσκοπεί στη διασφάλιση ενιαίας ερμηνείας και εφαρμογής του δικαίου σε όλα τα κράτη μέλη και συγκεκριμένα στην επίδικη υπόθεση.
  1. Με βάση το αίτημα μου είναι πολύ σημαντικό να απαντηθεί το πιο πάνω ερώτημα από το ΔΕΚ ούτως ώστε να διασφαλιστεί η προστασία του πολίτη (δηλαδή, εμένα στην επίδικη υπόθεση) ως καταναλωτή.
  2. Με βάση την πιο πάνω αίτηση διασφαλίζονται τα Συνταγματικά Δικαιώματα μου και όπως αυτά έχουν καθοριστεί από τις Αρχές της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, για δίκαιη δίκη και για να έχω την ευκαιρία να παρουσιάσω την υπόθεση μου ενώπιον του Δικαστηρίου όσο καλύτερα γίνεται.
  3. Η πιο πάνω αίτηση για προδικαστική παραπομπή είναι ιδιαίτερα χρήσιμη για την επίδικη υπόθεση εφόσον πρόκειται για ερμηνευτικό ζήτημα που συμβάλλει στην εφαρμογή του Κοινοτικού Δικαίου σε όλη την Ευρωπαϊκή Ένωση.
  4. Μόνο το ΔΕΚ είναι αρμόδιο να κηρύξει ανίσχυρη μια κοινοτική πράξη. Το συγκεκριμένο ερώτημα για το οποίο ζητείται παραπομπή στο ΔΕΚ αποτελεί μία από τις πιο σημαντικές αιτίες αγωγής της Ενάγουσας για την επίδικη υπόθεση ενώ η εντελώς κάθετη και αντίθετη ερμηνεία του εν λόγω θέματος αποτελεί την κύρια αιτία υπεράσπισης μου. Ειδικότερα, παραπέμπω στην Έκθεση Απαίτησης της Ενάγουσας και ειδικά στις παραγράφους 3(δ) και (ζ) στις οποίες η Ενάγουσα επικαλείται το δικαίωμα που της είχα παραχωρήσει επί της περιουσίας μου. Η ερμηνεία του συγκεκριμένου ζητήματος θα αποτελέσει καθοριστικό ρόλο στη λήψη τελικής απόφασης από το Σεβαστό Δικαστήριο.
  5. Λόγω του μεγάλου όγκου των εγγράφων, των λεπτομερειών και των πληροφοριών που περιβάλλουν την επίδικη υπόθεση και έχοντας πάντοτε υπόψη την πολυπλοκότητα και περιπλοκότητα της επίδικης υπόθεσης η οποία είναι πρωτόγνωρη για τα Κυπριακά δεδομένα, και λόγω της πρόσφατης έκδοσης των σχετικών Νόμων και Κανονισμών περί προδικαστικής παραπομπής στη ΔΕΚ, τώρα κατέστη δυνατή η συμπλήρωση της αίτησης.
  6. Εντίμως πιστεύω ότι η αιτούμενη θεραπεία είναι αναγκαία για την απρόσκοπτη και δίκαιη διεξαγωγή της δίκης και είναι προς το συμφέρον της ορθής απονομής της δικαιοσύνης.
  7. Περαιτέρω η αίτηση δεν θα προκαλέσει οποιαδήποτε ζημιά στους καθ' ων η Αίτηση.
  8. Για όλους τους πιο πάνω λόγους παρακαλώ το Σεβαστό Δικαστήριο όπως εκδώσει το αιτούμενο διάταγμα.». Τόσο οι ενάγοντες όσο και οι τριτοδιάδικοι καταχώρισαν ενστάσεις με τις οποίες ζητούν απόρριψη της αίτησης. Δεν θα παραθέσω όλους τους λόγους ένστασης. Θα αρκεστώ να αναφέρω ότι εισηγούνται ότι η ερμηνεία ιδιωτικής συμφωνίας δεν είναι ζήτημα που εξετάζεται από το ΔΕΚ σύμφωνα με το άρθρο 234 της Συνθήκης περί Ιδρύσεως της Ευρωπαϊκής Κοινότητας και/ή το άρθρο 34Α του περί Δικαστηρίων Νόμου. Είναι επίσης η θέση τους ότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις που θέτει το άρθρο 34Α του περί Δικαστηρίων Νόμου για παραπομπή ζητήματος στο ΔΕΚ και συγκεκριμένα: (ί) δεν έχει προκύψει ζήτημα, το οποίο αφορά στο κύρος και την ερμηνεία των αποφάσεων-πλαίσιο και των αποφάσεων που εκδίδονται βάσει του Τίτλου VI της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση, ή στην ερμηνεία των συμβάσεων που καταρτίζονται με βάση τον Τίτλο VI της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση, ή στο κύρος και την ερμηνεία των μέτρων εφαρμογής τους. (ιι) Η παραπομπή του εγειρόμενου θέματος δεν είναι αναγκαία για την έκδοση τελικής απόφασης στην προκειμένη περίπτωση. (ιιι) στην προκείμενη περίπτωση δεν τίθεται ζήτημα διευκρίνησης ή μη εφαρμογής ή πλημμελούς εφαρμογής ή παραβίασης κοινοτικού νόμου και/ή κανόνα και/ή οδηγίας από την Κυπριακή έννομη τάξη, εφ' όσον τόσο το κείμενο της οδηγίας 93/13/ΕΟΚ όσο και το κείμενο του εναρμονιστικού νόμου, Ν.93(Ι)/96είναι σαφείς. (ίν) το ζήτημα που εγείρεται δεν έχει σχέση με την Υπεράσπιση και Ανταπαίτηση του Εναγόμενου. Ακόμα όμως και αν το Δικαστήριο αποφάσιζε ότι τίθεται στην παρούσα υπόθεση, εξέταση ζητήματος ύπαρξης καταχρηστικών ρητρών στην επίδικη συμφωνία το ζήτημα αυτό μπορεί κάλλιστα να εξεταστεί και αποφασιστεί από το ημεδαπό Δικαστήριο. (ν) Το εγειρόμενο θέμα, μπορεί να αποφασιστεί από το εκδικάζων Δικαστήριο, εφ' όσον η υπό αναφορά οδηγία έχει υιοθετηθεί και εφαρμοστεί στην εθνική νομοθεσία με τη θέσπιση και εφαρμογή από την 01/07/1997 του Περί Καταχρηστικών Ρητρών σε Καταναλωτικές Συμβάσεις Νόμου του 1996 Ν. 93(Ι)/
  9. Στο περιεχόμενο των ενόρκων δηλώσεων που υποστηρίζουν τις ενστάσεις και στο περιεχόμενο των εμπεριστατωμένων αγορεύσεων των συνηγόρων θα αναφερθώ όπου ήθελε κριθεί αναγκαίο. Το άρθρο 34Α του περί Δικαστηρίων Νόμου, Ν.14/60προβλέπει τα ακόλουθα: «34Α
(1)Με την επιφύλαξη των διατάξεων του εδαφίου
(2), δικαστήριο ενώπιον του οποίου ανακύπτει ζήτημα, το οποίο αφορά στο κύρος και την ερμηνεία των αποφάσεων-πλαίσιο και των αποφάσεων που εκδίδονται βάσει του Τίτλου VI της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση, ή στην ερμηνεία των συμβάσεων που καταρτίζονται με βάση τον Τίτλο VI της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση, ή στο κύρος και την ερμηνεία των μέτρων εφαρμογής τους, δύναται, αν κρίνει ότι απόφαση επί του ζητήματος είναι αναγκαία για την έκδοση της δικής του απόφασης, να παραπέμψει το ζήτημα στο δικαστήριο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων για να αποφανθεί επ΄ αυτού.
(2)........................................................................................» (Η υπογράμμιση γίνεται από το δικαστήριο) Καταλήγω χωρίς ιδιαίτερη δυσκολία ότι η αίτηση θα πρέπει να απορριφθεί για τον ακόλουθο λόγο. Η οδηγία για την οποία γίνεται αναφορά στην αίτηση έχει ουσιαστικά εισαχθεί στον περί Καταχρηστικών Ρητρών σε Καταναλωτικές Συμβάσεις Νόμο του 1996, Ν.93
(1)/96. Στο άρθρο 5 του Νόμου αναφέρονται τα ακόλουθα: 5
(1)Για τους σκοπούς του παρόντος Νόμου και τηρουμένων των εδαφίων
(2)και
(3)του παρόντος άρθρου, «καταχρηστική ρήτρα» θεωρείται κάθε ρήτρα η οποία, παρά την απαίτηση καλής πίστης, δημιουργεί σε βάρος του καταναλωτή σημαντική ανισότητα ανάμεσα στα δικαιώματα και στις υποχρεώσεις των μερών που απορρέουν από τη σύμβαση.
(2)Η εκτίμηση του καταχρηστικού χαρακτήρα μιας ρήτρας γίνεται, αφού ληφθούν υπόψη η φύση των αγαθών ή των υπηρεσιών που αποτελούν το αντικείμενο της σύμβασης, όλες οι κατά το χρόνο της σύναψης της σύμβασης περιστάσεις που περιβάλλουν την εν λόγω σύμβαση, καθώς και όλες οι υπόλοιπες ρήτρες της σύμβασης ή άλλης σύμβασης από την οποία αυτή εξαρτάται.
(3)Για να διαπιστωθεί κατά πόσο μια ρήτρα ικανοποιεί την απαίτηση καλής πίστης, λαμβάνονται ιδιαίτερα υπόψη τα ακόλουθα:- (α) Η διαπραγματευτική δύναμη των μερών (β) αν ο καταναλωτής δέχθηκε οποιεσδήποτε παροτρύνσεις, για να συμφωνήσει στη ρήτρα (γ) αν τα αγαθά ή οι υπηρεσίες πωλήθηκαν ή προμηθεύτηκαν κατόπιν ειδικής παραγγελίας του καταναλωτή και (δ) ο βαθμός στον οποίο ο πωλητής ή προμηθευτής χειρίστηκαν δίκαια τον καταναλωτή.» (Η υπογράμμιση γίνεται από το δικαστήριο) Στις συνεκδικαζόμενες προσφυγές 1522/06 και 1523/06 NETMED N.V. κ.α. ν. ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ ΑΝΤΑΓΩΝΙΣΜΟΥ, απόφαση ημερομηνίας 7.9.2007, αναφέρoνται τα ακόλουθα στη σελίδα 3 της απόφασης: «Βασικό κριτήριο το οποίο κλίνει υπέρ της απόφασης για παραπομπή, είναι το κατά πόσο η παραπομπή στο ΔΕΚ είναι αναγκαία για την έκδοση απόφασης στην υπό εκδίκαση υπόθεση, εδώ τις παρούσες προσφυγές. (Βλέπε Bulmer v. Bollinger
(1974)2 All E.R. 1226, 1235 - 1236, R v. International Stock Exchange Exparte Else
(1993)1 All E.R. 420 και το Σύγγραμμα The Foundations of European Community Law Fifth Edition του T.C. Hartley σελ. 296-297 κάτω από τον τίτλο DISCRETION). Στην υπόθεση Bulmer v. Bollinger ο Λόρδος Denning ανάφερε ότι "'necessary' meant that the outcome of the case must be dependent on the decision."To αποτέλεσμα δηλαδή της υπόθεσης να εξαρτάται από την απόφαση του ΔΕΚ. Κατά την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας αν θα παραπέμψει ή όχι το θέμα, το εθνικό δικαστήριο λαμβάνει υπόψη και το κατά πόσο μπορεί, με βεβαιότητα, να αποφασίσει το ίδιο το εγειρόμενο θέμα». (Η υπογράμμιση γίνεται από το δικαστήριο) Στην παρούσα υπόθεση, το δικαστήριο δεν έχει καμιά δυσκολία να αποφασίσει με βεβαιότητα το θέμα για το οποίο γίνεται αναφορά στην αίτηση, αφού αυτό καλύπτεται πλήρως από το Νόμο 93
(1)/96. Κατ΄ επέκταση δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου 34(Α)
(1)) του περί Δικαστηρίων Νόμου, Ν.14/60αφού δεν βρίσκω ότι η απόφαση επί του ζητήματος είναι αναγκαία για την έκδοση της δικής του απόφασης. Τα όσα ανέφερε ο ευπαίδευτος συνήγορος των καθ΄ ων η αίτηση γύρω από το πιο πάνω θέμα, με βρίσκουν σύμφωνο. Υπό το φως των πιο πάνω δεν χρειάζεται να εξετάσω τους άλλους λόγους ένστασης. Η αίτηση απορρίπτεται με έξοδα εις βάρος του αιτητή-εναγόμενου όπως αυτά θα υπολογισθούν από τον πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το δικαστήριο. [Υπ.] Ι. Ιωαννίδης, ΑΕΔ Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής /μκστ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.