KSB TESMA AETE κ.α. ν. ΝΕΜΕΣΙΣ ΕΡΓΟΛΗΠΤΙΚΗ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ κ.α., Αγωγή Αρ. 3132/10, 15 Mαρτίου, 2011 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2011:A91 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Μ. Χριστοδούλου, Π.Ε.Δ. Αγωγή Αρ. 3132/10 Μεταξύ:
- KSB TESMA A.E.T.E.
- ΓΕΩΡΓΙΟΥ ΚΑΡΟΤΣΙΕΡΗ Εναγόντων - Και -
- ΝΕΜΕΣΙΣ ΕΡΓΟΛΗΠΤΙΚΗ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ
- ΚΟΙΝΟΠΡΑΞΙΑ ΝΕΜΕSIS - ΚSB TESMA
- ΚΥΡΙΑΚΟΥ ΧΡΥΣΟΧΟΥ
- ΓΙΩΡΓΟΥ ΜΙΧΑΗΛΙΔΗ
- ΑΝΔΡΕΑ ΕΥΑΓΓΕΛΟΥ
- ΗΡΑΚΛΗ ΚΟΣΜΑΔΑΚΗ
- ΑΠΟΣΤΟΛΟΥ ΝΤΟΡΖΗ Εναγομένων Αίτηση εναγομένων 1 και 2 για αναστολή της διαδικασίας και παραπομπή της διαφοράς σε διαιτησία Ημερομηνία: 15 Mαρτίου, 2011 Εμφανίσεις: Για εναγόμενες 1 και 2/αιτήτριες: κ. Παπαευσταθίου (για ν΄ ακούσει την απόφαση ο κ. Μακρίδης) Για ενάγοντες/καθ΄ ων η αίτηση: κ. Αντ. Παπαντωνίου (για ν΄ ακούσει την απόφαση η κα Δημητρίου) ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Οι ιδιαιτερότητες του αιτήματος των εναγομένων 1 και 2 (στο εξής οι αιτήτριες) για αναστολή της διαδικασίας και παραπομπή της διαφοράς που έχουν με τους ενάγοντες (στο εξής οι καθ΄ ων η αίτηση) σε διαιτησία θα διαφανούν με μια σύντομη αναφορά στα αδιαμφισβήτητα γεγονότα που συνθέτουν την υπόθεση. Στις 5.1.2006 η ελλαδική εταιρεία KSB TESMA A.E.T.E. (ενάγουσα 1) και η κυπριακή ΝΕΜΕSIS ΕΡΓΟΛΗΠΤΙΚΗ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ (εναγόμενη 1) υπέβαλαν προς το Συμβούλιο Αποχετεύσεων Λευκωσίας κοινή προσφορά για την κατασκευή του Αποχετευτικού Συστήματος της Μείζοντος Λευκωσίας (στο εξής το Έργο), η οποία και έγινε αποδεκτή. Με την αποδοχή της προσφοράς οι δύο εταιρείες συνέστησαν στις 15.6.06 (τεκμ.1) την Ομόρρυθμο Εταιρεία ΚΟΙΝΟΠΡΑΞΙΑ NEMESIS - KSB TESMA (εναγόμενη 2), με μόνο σκοπό την εκτέλεση του Έργου από την Κοινοπραξία σύμφωνα με το συμβόλαιο που θα υπέγραφε με το Συμβούλιο Αποχετεύσεων Λευκωσίας και με όρο ότι σε περίπτωση που θα προέκυπτε μεταξύ τους διαφωνία αυτή θα παραπεμπόταν σε διαιτησία. Παραθέτω αυτούσιο τον σχετικό όρο:- «
- Σε περίπτωση διαφωνίας η οποία μπορεί να ανακύψει μεταξύ των Μερών σχετικά με την παρούσα συμφωνία, η διαφωνία θα παραπεμφθεί σε διαιτησία σύμφωνα με τους νόμους της Κυπριακής Δημοκρατίας εφόσον εξαντληθεί κάθε προσπάθεια φιλικής επίλυσης της διαφοράς». Με τη σύσταση της η Κοινοπραξία, ως εργολάβος του Έργου, συνήψε την ίδια ημέρα τα Συμβόλαια Υπεργολαβίας Α και Β με τις ενάγουσα 1 (τεκμ.2) και εναγόμενη 1 αντίστοιχα, στα οποία περιελήφθη η ακόλουθη ρήτρα διαιτησίας:- «
- Αν υπάρξει διαφωνία μεταξύ του εργολάβου και του Υπεργολάβου όσον αφορά το παρόν Συμβόλαιο Υπεργολαβίας αφού εξαντληθούν όλες οι προσπάθειες φιλικής διευθέτησης τότε θα παραπέμπεται σε διαιτησία σύμφωνα με τις διατάξεις του νόμου περί Διαιτησίας (Κεφ. 4)». Κατά την εκτέλεση του Έργου ανεφύησαν διαφορές μεταξύ των δύο ομόρρυθμων συνεταίρων της Κοινοπραξίας, δηλαδή της ενάγουσας 1 και της εναγόμενης 1, οι οποίες παρά τις επανειλημμένες συναντήσεις των αξιωματούχων τους, κυρίως των Διευθύνοντων Συμβούλων τους Καροτσιέρη (ενάγοντα 2) και Χρυσοχού (εναγόμενου 3), - δεν έγινε κατορθωτό να επιλυθούν. Η αποτυχία των προσπαθειών για φιλική διευθέτηση των διαφορών, οδήγησε τις δύο ομορρύθμους συνεταίρους σε απόφαση για παραπομπή τους σε διαιτησία. Μάλιστα τη σχετική πρωτοβουλία την είχε η ενάγουσα 1, η οποία με επιστολή των δικηγόρων της ημερ. 10.4.09 (τεκμ.3) εισηγείτο ως διαιτητή το δικηγόρο Δ. Παπαδόπουλο ο οποίος έγινε αποδεκτός στις 19.4.09 (τεκμ. 4). Ωστόσο η διαιτητική διαδικασία προσέκρουσε σε εμπόδια, με τελική κατάληξη όχι μόνο να μην προχωρήσει αλλά και να αναγκάσουν τον από κοινού διορισθέντα διαιτητή σε παραίτηση. Αναλυτικά: Με το διορισμό διαιτητή, η εναγόμενη 1 κοινοποίησε στις 15.6.09 (τεκμ.5) τόσο προς το δικηγόρο της ενάγουσας 1 όσο και προς το διαιτητή και τις δικές της απαιτήσεις και κατά ακολουθία τούτου ο διαιτητής όρισε την υπόθεση για οδηγίες στις 30.7.09 (τεκμ. 6). Όμως οι δικηγόροι της ενάγουσας 1 υπέβαλαν αίτημα για αναβολή, το οποίο έγινε δεκτό και η υπόθεση αναβλήθηκε για τις 4.9.09 (τεκμ. 7α, β και γ). Έκτοτε η υπόθεση αναβλήθηκε από το διαιτητή για τις 8.10, 15.10, 29.10, 23.11.09 και 12.1.10 μετά από αίτημα των δικηγόρων της ενάγουσας 1 (τεκμ. 7δ, ε και στ), η οποία στις 23.10.09 γνωστοποίησε στο διαιτητή ότι άλλαξε δικηγόρους. Οι συνεχείς αναβολές και η απροθυμία της ενάγουσας 1 να προχωρήσει σε σύμβαση διαιτησίας - όπως αναφέρει ο κ. Παπαδόπουλος σε επιστολή του προς τους δικηγόρους των Μερών ημερ. 21.12.09 (τεκμ.8) - ανάγκασαν τον διαιτητή να παραιτηθεί, γεγονός που οδήγησε τους δικηγόρους της εναγόμενης 1 να αποστείλουν στις 18.1.2010 επιστολή προς την ενάγουσα 1 (τεκμ.9) για διορισμό νέου διαιτητή και μάλιστα εισηγούνταν και τρία πρόσωπα για να επιλέξει απ΄ αυτά ένα. Η ενάγουσα 1 αγνόησε την επιστολή ημερ. 18.1.2010 και ένα περίπου μήνα μετά, στις 22.1.2010, οι αιτήτριες καταχώρισαν στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας την αίτηση 169/2010 για διορισμό διαιτητή από το Δικαστήριο (τεκμ. 10), η οποία προσέκρουσε σε ένσταση της ενάγουσας 1 (τεκμ.Δ). Η αντίδραση των καθ΄ ων η αίτηση στην πιο πάνω αίτηση, πέραν από την καταχώριση ένστασης, εκδηλώθηκε με δύο τρόπους. Ο πρώτος, καταχώρισαν στις 16.3.2010 την ιδιωτική ποινική υπόθεση 6138/10 (τεκμ.Γ) εναντίον των εναγομένων 3, 4, 5 και 7, κατηγορώντας τους ότι μέσα στο 2006 αλλοίωσαν την αίτηση εγγραφής της Κοινοπραξίας διαγράφοντας τη φράση «για την ΚSB TESMA A.E.T.E. o κ. Γεώργιος Καροτσιέρης» και θέτοντας μονογραφή χωρίς την εξουσιοδότηση του. Ο δεύτερος, καταχώρισαν στις 14.4.2010 αγωγή επί γενικώς οπισθογραφημένου κλητηρίου εντάλματος - την παρούσα (τεκμ. Α) - με την οποία αξιώνουν διάφορες θεραπείες, καταλογίζοντας στους εναγόμενους παράβαση της συμφωνίας ημερ. 15.6.06, απάτη, δόλο, ψευδείς παραστάσεις, αμέλεια, συνομωσία και άλλα αστικά αδικήματα, σκιαγράφηση των οποίων θα γίνει σε κατοπινό στάδιο. Ό,τι εδώ όμως χρειάζεται να καταγραφεί είναι ότι με τη λήψη της αγωγής, στις 5.5.2010, οι αιτήτριες εξασφάλισαν άδεια για εμφάνιση υπό διαμαρτυρία και στη συνέχεια καταχώρισαν στις 14.6.2010 την υπό κρίση αίτηση, διάβημα που οι καθ΄ ων η αίτηση δεν θεώρησαν ότι τους εμπόδιζε να καταχωρίσουν στις 15.9.2010 έκθεση απαίτησης (τεκμ. Β) και στη συνέχεια να ζητήσουν με αίτηση - η οποία εκκρεμεί - απόφαση εναντίον όλων των εναγομένων λόγω παράλειψης καταχώρισης Υπεράσπισης. Με την καταγραφή των αδιαμφισβήτητων γεγονότων που συνθέτουν την υπόθεση είναι το κατάλληλο στάδιο να γίνει αναφορά στη νομική βάση τόσο της αίτησης όσο και της ένστασης και στο τι εκατέρωθεν προβάλλεται στις συνοδευτικές ενόρκους δηλώσεις υπέρ ή κατά του αιτήματος. Τόσο η αίτηση όσο και η ένσταση βασίζονται στις Δ.16 θ.9, Δ.48 θ.θ. 1, 2, 3 και 9 των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών, στα άρθρα 2-8 του περί Διεθνούς Εμπορικής Διαιτησίας Νόμου (Ν.101/87)και στα άρθρα 8 και 10 του περί Διαιτησίας Νόμου Κεφ. 4 και υποστηρίζονται από ενόρκους δηλώσεις, των Β. Νέμιτσα για τις αιτήτριες και Γ. Καροτσιέρη για τους καθ΄ ων η αίτηση. Ουσιαστικά η Νέμιτσα, υπάλληλος της εναγομένης 1, επικαλείται τα αδιαμφισβήτητα γεγονότα που σχετίζονται με τα τεκμ. 1-10 που επισυνάπτει στην ένορκη δήλωση της, και αυτό για να διατυπώσει τη θέση «. ότι όλα τα επίδικα θέματα της παρούσας αγωγής τα οποία αφορούν τις διαφορές των εναγόντων και/ή της ενάγουσας 1 και των εναγομένων 1 και 2 αφορούν θέματα τα οποία εμπίπτουν στις ρήτρες δικαιοδοσίας των τεκμηρίων 1 και 2 και πρέπει να παραπεμφθούν και εκδικασθούν σε Διαιτησία». Σχετικά προβάλλεται και η ετοιμότητα των εναγομένων 1 και 2 να επιλύσουν κάθε διαφορά που έχουν με τους ενάγοντες μέσω διαιτησίας και προς τούτο αναφέρεται ότι και οι υπόλοιποι εναγόμενοι συγκατατίθενται σε τέτοια διαδικασία. Όσον αφορά την ένσταση, με αυτή ουσιαστικά προβάλλεται ότι:-
- Η ενόρκως δηλούσα των αιτητών δεν εξουσιοδοτήθηκε και από την Κοινοπραξία να προβεί σε ένορκη δήλωση, δεν γνωρίζει τα γεγονότα της υπόθεσης και απέκρυψε ουσιώδη γεγονότα.
- Το αιτούμενο διάταγμα είναι ασαφές γιατί δεν καθορίζει με ακρίβεια για ποιους διαδίκους ζητείται η διαιτησία, η δε αίτηση είναι καταχρηστική αφού τα ίδια αιτήματα εκκρεμούν προς εκδίκαση στο πλαίσιο της αίτησης 169/09 με διαδίκους τα ίδια νομικά πρόσωπα.
- Αποδοχή του αιτήματος θα οδηγήσει σε κατατεμαχισμό της διαδικασίας ενόψει του ότι η αγωγή δεν βασίζεται μόνο στην παραβίαση συμφωνιών, αλλά και σε αστικά αδικήματα στα οποία εμπλέκονται και οι εναγόμενοι 3 μέχρι
- Δεν τηρήθηκαν οι προϋποθέσεις του περί Διαιτησίας Νόμου Κεφ. 4 και του περί Διεθνούς Εμπορικής Διαιτησίας Νόμου 101/87, ούτε συνομολογήθηκε μεταξύ των διαδίκων συνυποσχετικό και παραπομπή των διαφορών τους σε διαιτησία.
- Οι συμφωνίες που προέβλεπαν Διαιτησία έχουν τερματισθεί από τις αιτήτριες και
- Αποδοχή του αιτήματος θα πλήξει το συνταγματικό δικαίωμα των αιτητών για ανεμπόδιστη προσφυγή στο Δικαστήριο, όπως θα πλήξει και την εκδίκαση της υπόθεσης από το φυσικό της δικαστή. Η ένσταση, όπως ήδη έχει σημειωθεί, υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση του ενάγοντα 2, ο οποίος με αναφορά σε έγγραφα που επισυνάπτει (τεκμ. Α-Θ) ισχυρίζεται τα ακόλουθα:-
- Η Νέμιτσα δεν αναφέρει στην ένορκη δήλωση της ότι έχει εξουσιοδοτηθεί από τις εναγόμενες 1 και 2 να προβεί για λογαριασμό τους σε ένορκη δήλωση και εν πάση περιπτώσει δεν της έχει δοθεί τέτοια εξουσιοδότηση από την εναγόμενη 2, της οποίας είναι συνδιαχειριστής και ένας εκ των νομίμων εκπροσώπων.
- Η Νέμιτσα δεν γνωρίζει πλήρως τα περιστατικά της υπόθεσης και σκόπιμα αποκρύπτει ουσιώδη γεγονότα με μοναδικό σκοπό να παραπλανήσει το Δικαστήριο για να επιτύχει στην αίτησή της. Σχετικά διατείνεται ότι η ομνύουσα των αιτητριών παρέστη ως πρακτικογράφος μόνο σε 2-3 συναντήσεις που είχε με τον εναγόμενο 3 και της καταλογίζει αφενός μεν ότι αναφέρεται αποσπασματικά στα γεγονότα της υπόθεσης και αφετέρου αποκρύπτει (α) το Συμβόλαιο Υπεργολαβίας Β, (β) την καταχώριση από τους καθ΄ ων η αίτηση της ιδιωτικής ποινικής υπόθεσης εναντίον των εναγομένων 3, 4, 5 και 7 (τεκμ. Γ), (γ) τα τεκμήρια που οι αιτήτριες επισύναψαν στην αίτηση τους 169/10 για διορισμό διαιτητή (τεκμ. Ε), (δ) την αίτηση που υπέβαλαν για τροποποίηση του τίτλου και της νομικής βάσης της αίτησης 169/10 ως και την ένσταση των καθ΄ων η αίτηση (τεκμ. ΣΤ και Ζ), (ε) ρητό όρο (όρο 11) της Συμφωνίας ημερ. 15.6.06 σύμφωνα με τον οποίο για «. προσφυγή της Κοινοπραξίας σε οποιοδήποτε ένδικο μέσο απαιτείται η από κοινού λήψη απόφασης και των δύο Διαχειριστών», δηλαδή του ιδίου και του εναγόμενου 3 και τέλος (στ) ότι στις 26.1.10 η εναγόμενη 2 τερμάτισε το Συμβόλαιο Υπεργολαβίας Α (τεκμ. Η) ως και την απάντηση ημερ. 2.2.10 της ενάγουσας 1 στην επιστολή τερματισμού (τεκμ. Θ).
- Η παρούσα αίτηση είναι προϊόν πονηρής σκέψης των αιτητριών, οι οποίες αποβλέπουν σε δεύτερη ευκαιρία στην περίπτωση που η αίτηση 169/10 απορριφθεί. Τονίζει συναφώς ότι και με τις δύο (παράλληλες) αιτήσεις επιδιώκεται η παραπομπή της υπόθεσης σε διαιτησία, και αυτό για να ισχυρισθεί ότι η παρούσα συνιστά κατάχρηση της διαδικασίας ενόψει της πρώτης αίτησης.
- Οι διαφορές μεταξύ των διαδίκων δεν προέκυψαν μόνο από τις συμφωνίες ημερ. 15.6.06 (τεκμ.1 και 2), όπως ισχυρίζεται η ενόρκως δηλούσα των αιτητριών. Εκτός από τις γραπτές συμφωνίες, ισχυρίζεται, υπάρχουν και προφορικές οι οποίες δεν εκπληρώθηκαν με υπαιτιότητα των αιτητριών, καθώς επίσης και ζημίες που υπέστησαν οι καθ΄ ων η αίτηση λόγω αστικών αδικημάτων που διέπραξαν όλοι οι εναγόμενοι. Επομένως «. η μόνη δίκαιη διαδικασία για να επιλυθούν οριστικά όλες οι διαφορές.» που έχουν οι καθ΄ ων η αίτηση με όλους τους εναγόμενους είναι η εκδίκαση της αγωγής από «. φυσικό δικαστή.», διαφορετικά η διαδικασία θα οδηγηθεί σε κατατεμαχισμό και σε περαιτέρω διαδικασίες, με κίνδυνο να περιπλέξουν ακόμα περισσότερο τα εγειρόμενα ζητήματα. Σχετικά θα ΄ταν χρήσιμο να σημειωθεί ότι οι πολλαπλές θεραπείες που αξιώνονται με την αγωγή περιστρέφονται - όπως προκύπτει από την 50σέλιδη έκθεση απαίτησης των καθ΄ ων η αίτηση - γύρω από δύο αιτίες. Η πρώτη, ότι έγινε παραβίαση τόσο γραπτών όσο και προφορικών συμφωνιών, στις οποίες εμπλέκονται όλοι οι εναγόμενοι και, η δεύτερη, ότι οι εναγόμενοι 3, 4, 5, 6 και 7 εμπλέκονται στη διάπραξη αστικών αδικημάτων σε βάρος των καθ΄ ων η αίτηση. Σ΄ ότι αφορά τις γραπτές συμφωνίες, καταγράφονται στην έκθεση απαίτησης σε μεγάλη έκταση ισχυριζόμενες παραβιάσεις σειράς όρων των συμφωνιών ημερ. 15.6.06 (τεκμ.1 και 2) και σ΄ ότι αφορά τα ισχυριζόμενα αστικά αδικήματα, ό,τι ουσιαστικά προβάλλεται είναι ο ισχυρισμός πλαστογράφησης της αίτησης προς τον Έφορο Εταιρειών για εγγραφή της εναγόμενης 2 ως Κοινοπραξίας. Σύμφωνα με τον όρο 10 της Συμφωνίας Κοινοπραξίας, διατείνεται ο ενάγοντας 2, τη Γενική Διεύθυνση της Κοινοπραξίας θα ασκούσαν από κοινού ένας εκπρόσωπος της ενάγουσας 1 και ένας εκπρόσωπος της εναγόμενης
- Στη σχετική λοιπόν αίτηση ως εκπρόσωπος της ενάγουσας 1 καταγραφόταν το όνομα του με τη φράση «για την KSB TESMA ο κ. Γεώργιος Καροτσιέρης». Όμως, στις 27.5.09 διαπίστωσε μετά από έρευνα στον Έφορο Εταιρειών ότι η φράση αυτή διαγράφηκε και μάλιστα τέθηκε και μονογραφή, κι αυτό εν αγνοία του και χωρίς την εξουσιοδότηση του. Την πλαστογραφία/παραποίηση αυτή, ισχυρίζεται, την διέπραξε ο εναγόμενος 7, δικηγόρος της εναγόμενης 1, κατόπιν συνομωσίας με τους εναγόμενους 3, 4, 5 και 6 για να τον αποκλείσουν από εκπρόσωπο της κοινοπραξίας και σε σχέση με αυτή εκκρεμεί η ιδιωτική ποινική υπόθεση 6138/
- Αυτή ουσιαστικά είναι η βάση των ισχυριζόμενων αστικών δικαιωμάτων που καταλογίζει στους εναγόμενους, και όμως στην έκθεση απαίτησης διατυπώνονται πλήθος επιλήψιμων πράξεων, οι οποίες μαζί με τις ισχυριζόμενες παραβιάσεις προφορικών και γραπτών συμφωνιών αποτελούν τις δύο αιτίες για αξιώσεις ειδικών, γενικών και άλλης φύσεως αποζημιώσεων και θεραπειών.
- Ο ισχυρισμός της Νέμιτσα ότι το Μέρη διόρισαν ως διαιτητή για επίλυση των διαφορών τους τον Δ. Παπαδόπουλο δεν ευσταθεί. Ουδέποτε το εν λόγω πρόσωπο διορίσθηκε ως διαιτητής, ούτε υπογράφηκε συνυποσχετικό για έναρξη διαιτητικής διαδικασίας, η οποία ποτέ δεν ξεκίνησε. Παραπέμπει σχετικά στην επιστολή των δικηγόρων των αιτητριών ημερ. 27.4.09 (τεκμ. 4), όπου οι απαιτήσεις των καθ΄ ων η αίτηση χαρακτηρίζονται γενικές και αόριστες καθώς επίσης και στην επιστολή Δ. Παπαδόπουλου ημερ. 21.12.09 (τεκμ.8), στην οποία αναφέρει ότι ουδέποτε συνομολογήθηκε σύμβαση διαιτησίας και
- Τέλος, προβάλλει ότι η Κοινοπραξία με επιστολή της ημερ. 26.1.06 (τεκμ. Η) τερμάτισε τη συμφωνία ημερ. 15.6.06 και ενόψει τούτου δεν υπάρχει σε ισχύ συμφωνία για παραπομπή των διαφορών σε διαιτησία και εν κατακλείδι διατυπώνει τη θέση ότι αφενός μεν δεν γνωρίζει οποιονδήποτε από τα τρία πρόσωπα που προτάθηκαν από την εναγόμενη 1 ως διαιτητές και αφετέρου δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις για παραπομπή της υπόθεσης σε διαιτησία. Στο στάδιο των αγορεύσεων ο κ Παπαευσταθίου εισηγήθηκε ότι υπό τα περιστατικά της υπόθεσης εφαρμόζονται πλήρως οι πρόνοιες των άρθρων 2-8 του περί Διεθνούς Εμπορικής Διαιτησίας Νόμου του 1987 (Ν.101/87)και βάσει του άρθρου 8 το Δικαστήριο οφείλει να αναστείλει τη διαδικασία και να παραπέμψει τη διαφορά σε διαιτησία. Αν όμως κριθεί ότι ήδη η διαφορά έχει παραπεμφθεί σε διαιτησία ό,τι απομένει είναι η αναστολή της διαδικασίας μέχρις ότου η διαφορά επιλυθεί από το Διαιτητή που θα διορισθεί, αφού ο από κοινού διορισθείς Διαιτητής παραιτήθηκε λόγω της απροθυμίας των καθ΄ ων η αίτηση να συνεργασθούν. Διαμετρικά αντίθετη είναι η εισήγηση του κ. Παπαντωνίου, την οποία ανάπτυξε σε 27σέλιδη γραπτή αγόρευση με αναφορά στους λόγους ένστασης και σ΄ ότι προβάλλεται στη συνοδευτική ένορκη δήλωση για υποστήριξη τους και με παραπομπή σε αγγλική και κυπριακή νομολογία. Έχω διεξέλθει με προσοχή τις εκατέρωθεν εισηγήσεις και κατά την άποψή μου πλείστες εισηγήσεις του ευπαιδεύτου συνηγόρου των καθ΄ ων η αίτηση, με τις οποίες προώθησε αντίστοιχους λόγους ένστασης/ισχυρισμούς των πελατών του, έκδηλα δεν ευσταθούν ή δεν έχουν θέση σε αιτήσεις της εξεταζόμενης φύσεως. Σε σχέση λοιπόν με τις εισηγήσεις αυτές, το Δικαστήριο θα μπορούσε να μην τις απαντήσει και σχετικά παραπέμπω στην υπόθεση Καλλικάς ν. Ελληνικής Τράπεζας Λτδ, όπου επαναλήφθηκε «. με έμφαση, ότι τα δικαστήρια δεν έχουν καμιά υποχρέωση να απαντούν σε κάθε επιχείρημα που τίθεται ενώπιον τους, εκτός κι αν κρίνουν ότι κάτι τέτοιο είναι αναγκαίο». Παρολ΄ αυτά θα δοθούν σε συντομία απαντήσεις, κι αυτό για να μη θεωρηθεί ότι η πιο πάνω παρατήρηση είναι αυθαίρετη. Αναλυτικά, προβλήθηκε ότι:-
- Η Νέμιτσα δεν εξουσιοδοτήθηκε από τις αιτήτριες να προβεί σε ένορκη δήλωση, εισήγηση που έκδηλα δεν ευσταθεί. Στην ένορκη της δήλωση η Νέμιτσα αναφέρει ότι είναι υπάλληλος της εναγόμενης 1 και κατά την άποψή μου είναι αυτονόητο ότι χωρίς την εξουσιοδότηση της δεν θα προέβαινε σε ένορκη δήλωση. Σ΄ ότι δε αφορά το δεύτερο σκέλος της εισήγησης, ότι δηλαδή για να ορκισθεί και εκ μέρους της Κοινοπραξίας έπρεπε να της δοθεί εξουσιοδότηση και από τον ενάγοντα 2/συνδιαχειριστή της εναγόμενης 2, είναι αρκετό να επισημανθεί ότι από τη στιγμή που οι καθ΄ ων η αίτηση κινήθηκαν δικαστικώς εναντίον της Κοινοπραξίας δεν μπορούν να προβάλλουν τέτοια εισήγηση, αποδοχή της οποίας θα οδηγούσε κατά την άποψή μου στο παράλογο και αντινομικό αποτέλεσμα να στερηθεί η Κοινοπραξία του δικαιώματος υπεράσπισης. Έπεται ότι η εισήγηση αυτή έκδηλα δεν ευσταθεί και απορρίπτεται.
- Η Νέμιτσα δεν γνωρίζει πλήρως τα γεγονότα της υπόθεσης και ουσιώδη γεγονότα τα έχει αποκρύψει, εισήγηση που σ΄ ότι αφορά το πρώτο σκέλος παραβλέπει ότι ό,τι ισχυρίζεται η Νέμιτσα δεν επιδέχεται αμφισβήτησης και, σ΄ ότι αφορά το δεύτερο σκέλος, θέμα απόκρυψης εγείρεται όταν ένας διάδικος απευθύνεται μονομερώς στο Δικαστήριο για θεραπεία και η παρούσα διαδικασία δεν είναι τέτοια.
- Το αιτούμενο διάταγμα είναι ασαφές γιατί δεν καθορίζει με ακρίβεια για ποιους διαδίκους ζητείται η διαδικασία, εισήγηση που επίσης δεν ευσταθεί. Απλή ανάγνωση της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την αίτηση αποκαλύπτει ότι το αιτούμενο διάταγμα αφορά τις αιτήτριες και τους καθ΄ ων η αίτηση και ό,τι προστίθεται είναι η ετοιμότητα και των υπόλοιπων εναγομένων να λάβουν και αυτοί μέρος στη διαιτητική διαδικασία, κάτι που ασφαλώς προϋποθέτει και τη συμφωνία των καθ΄ ων η αίτηση.
- Αποδοχή της αίτησης θα οδηγούσε στον κατατεμαχισμό της διαδικασίας, εισήγηση που παραβλέπει αφενός μεν ότι οι κύριες απαιτήσεις των καθ΄ ων η αίτηση απορρέουν από τις ισχυριζόμενες παραβιάσεις των συμφωνιών ημερ. 15.6.06 και, αφετέρου, δεν αποτελεί εμπόδιο κάποιες από τις διαφορές που εντοπίζονται σε μια δικαστική διαδικασία να παραπέμπονται σε διαιτησία και κάποιες άλλες όχι. Παραπέμπω σχετικά και στο άρθρο 7
(1)του περί Διεθνούς Εμπορικής Διαιτησίας Νόμου, σύμφωνα με το οποίο σε διαιτησία μπορούν να παραπεμφθούν όλες ή ορισμένες διαφορές και κατά συνέπεια ούτε η εισήγηση αυτή ευσταθεί.
- Η υπόθεση δεν μπορεί να παραπεμφθεί σε διαιτησία γιατί οι συμφωνίες ημερ. 15.6.06 έχουν τερματισθεί, εισήγηση που παραβλέπει ότι οι διαφορές ανεφύησαν κατά την εκτέλεση του Έργου και ενώ οι συμφωνίες ήταν σε ισχύ. Έπεται ότι ούτε αυτή η εισήγηση ευσταθεί και απορρίπτεται.
- Ο κ. Παπαδόπουλος ποτέ δεν διορίσθηκε ως διαιτητής, εισήγηση/ισχυρισμός που καταρρίπτεται από τα τεκμ. 3-
- Σχετικά υπενθυμίζεται ότι τον κ. Παπαδόπουλο τον εισηγήθηκαν ως διαιτητή οι καθ΄ ων η αίτηση (τεκμ. 3), έγινε αποδεκτός από τις αιτήτριες (τεκμ.4) και οι αναβολές που δόθηκαν από τον από κοινού διορισθέντα διαιτητή για έναρξη της διαιτητικής διαδικασίας ήταν κατόπιν αιτημάτων των καθ΄ ων η αίτηση, οι οποίοι δεν μπορούν τώρα να ισχυρίζονται ότι ποτέ δεν διορίσθηκε ως διαιτητής το εν λόγω πρόσωπο και
- Αποδοχή της αίτησης θα πλήξει το Συνταγματικό δικαίωμα των καθ΄ ων η αίτηση για ανεμπόδιστη προσφυγή στο δικαστήριο, εισήγηση που παραβλέπει ότι η διαιτησία αποτελεί εναλλακτική διαδικασία επίλυσης διαφορών και συμπλήρωμα κάθε σύγχρονου νομικού συστήματος και σε καμιά περίπτωση δεν μπορεί να προβληθεί ότι αντιστρατεύεται τη σχετική συνταγματική πρόνοια. Παραθέτω σχετικά αυτούσιο το πιο κάτω απόσπασμα από την υπόθεση ΓΕΝΙΚΟΣ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑΣ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ ΤΗΣ ΚΕΝΥΑΣ ν. ΒANK FUR ARBEIT UND WIRTSCHAFT AG
(1999)1 ΑΑΔ 585:- «ΝΙΚΗΤΑΣ, Δ: Η διαιτησία αποτελεί εναλλακτική διαδικασία επίλυσης διαφορών. Η μακρά διεξαγωγή της δίκης στα πλαίσια της κρατικής δικαιοσύνης, η χρήση χρονοβόρων ένδικων μέσων που επαυξάνουν τις καθυστερήσεις, η εξοικείωση των διαιτητών με το αντικείμενο τους, η ανελαστικότητα της τακτικής δικαιοσύνης, είναι μερικοί από τους λόγους για τους οποίους έχει ανθίσει και καθιερωθεί ο θεσμός της διαιτησίας για ποικίλης φύσεως διαφορές. Αποτελεί χαρακτηριστικό συμπλήρωμα κάθε σύγχρονου νομικού συστήματος. Ο θεσμός επιβιώνει χωρίς ένδικα μέσα. Μόνο σε καθορισμένες περιπτώσεις μπορεί να χρησιμοποιηθούν κατά της διαιτητικής απόφασης. Στο εσωτερικό μας δίκαιο οι κανόνες αυτοί, όπως και οι ευρύτεροι κανόνες που διέπουν τη διαιτησία, θεσμοθετούνται από ειδική νομοθεσία, τον περί Διαιτησίας Νόμο, Κεφ.
- Η συχνή και επιτυχής χρήση του θεσμού σε οικουμενική κλίμακα ώθησε τα Ηνωμένα Έθνη να θεσπίσουν, χάριν πληρότητας και ομοιομορφίας, ολοκληρωμένο πρότυπο κώδικα διαιτησίας τον οποίο υιοθέτησε στις 21/6/85 η Επιτροπή Διεθνούς Εμπορικού Δικαίου των Ηνωμένων Εθνών. Η διαμόρφωση του ήταν απόρροια συστηματικής μελέτης των σχετικών θεσμών διαφόρων χωρών. Έχει ήδη υιοθετηθεί από αριθμό κρατών είτε στο σύνολο του είτε μερικώς. Ο περί Διεθνούς Εμπορικής Διαιτησίας Νόμος του 1987 (Ν. 101/87) αντανακλά πιστά τις κεντρικές ιδέες και το σύνολο των προνοιών του διεθνούς αυτού κώδικα. Μπορεί να λεχθεί ότι η Διεθνής Σύμβαση περί της Αναγνωρίσεως και Εκτελέσεως Αλλοδαπών Διαιτητικών Αποφάσεων του 1958, γνωστή ως Σύμβαση της Νέας Υόρκης, η οποία κυρώθηκε με το νόμο 84/79, υπήρξε ο μακρινός προπομπός του παραπάνω κώδικα. Κατ΄ ακολουθία των πιο πάνω οι μόνοι λόγοι ένστασης που έχουν θέση στην παρούσα διαδικασία είναι, πρώτο, αν τηρούνται οι προϋποθέσεις του περί Διεθνούς Εμπορικής Διαιτησίας Νόμου για παραπομπή της διαφοράς μεταξύ των αιτητριών και των καθ΄ ων η αίτηση σε διαιτησία και, δεύτερο, αν η αίτηση είναι καταχρηστική ενόψει της αίτησης 169/10 που καταχώρισαν οι αιτήτριες για διορισμό νέου διαιτητή στη θέση του κ. Παπαδόπουλου. Σχετικές με το πρώτο ερώτημα είναι οι πρόνοιες των άρθρων 2-8 του περί Διεθνούς Εμπορικής Διαιτησίας Νόμου και δεν χωρεί καμιά αμφιβολία ότι τηρούνται όλες οι προϋποθέσεις, όπως είναι και η εισήγηση του κ. Παπαευσταθίου. Συγκεκριμένα:-
- Μεταξύ των αιτητριών και της ενάγουσας 1 συνομολογήθηκαν γραπτώς συμφωνίες περί διαιτησίας, όπως προνοείται από το άρθρο 7
(1)και
(2)του αναφερθέντος Νόμου, 2. Οι εν λόγω συμφωνίες συνιστούν «Διεθνή» διαιτησία βάσει των προνοιών του άρθρου 2
(2), ενόψει του ότι οι αιτήτριες έχουν την έδρα των εργασιών τους στη Λευκωσία και η ενάγουσα 1 στην Αθήνα και με τις αναφερθείσες συμφωνίες συμφωνήθηκε ότι οι διαφορές που θα αναφύονταν μεταξύ τους θα παραπέμπονταν σε διαιτησία σύμφωνα με τους Νόμους της Κυπριακής Δημοκρατίας και 3. Οι μεταξύ τους συμφωνίες συνιστούν «εμπορική» διαιτησία σύμφωνα με τις πρόνοιες του άρθρου 2
(4)και
(5)του αναφερθέντος Νόμου, ενόψει του αντικειμένου της μεταξύ των μερών συμβατικής σχέσης. Τηρούνται επομένως όλες οι προϋποθέσεις για παραπομπή των διαφορών σε διαιτησία και είναι άσχετο το γεγονός ότι μεταξύ των μερών δεν υπεγράφη συνυποσχετικό, γιατί η υπογραφή τέτοιου εγγράφου δεν αποτελεί σύμφωνα με το Νόμο προϋπόθεση για να χαρακτηρισθεί μια συμφωνία ως «συμφωνία περί διαιτησίας». Κατ΄ ακολουθία τούτου ενεργοποιούνται κατά την άποψή μου οι πρόνοιες του άρθρου 8, το οποίο έχει ως ακολούθως:- «8.
(1)Σε περίπτωση που εγείρεται αγωγή για ζήτημα που αποτελεί το αντικείμενο συμφωνίας περί διαιτησίας, το Δικαστήριο ενώπιον του οποίου εγείρεται η αγωγή οφείλει, αν το ζητήσει το ένα των μερών πριν από την υποβολή της πρώτης έκθεσής του επί της ουσίας της διαφοράς, να παραπέμψει τη διαφορά σε διαιτησία εκτός αν εύρει ότι η συμφωνία είναι άκυρη, ανενεργής ή μη δεκτική εκτέλεσης.
(2)Η έγερση αγωγής κατά τα οριζόμενα στο εδάφιο
(1)δεν αποτελεί κώλυμα για την έναρξη ή τη συνέχιση της διαιτητικής διαδικασίας ή την έκδοση τελικής διαιτητικής απόφασης, εν όσω το επίδικο θέμα εκκρεμεί ενώπιον του Δικαστηρίου.» Στην υπό εξέταση περίπτωση οι αιτήτριες όχι μόνο ζήτησαν να παραπεμφθεί η διαφορά που έχουν με τους αιτητές πριν καταθέσουν την πρώτη τους έκθεση, αλλά προέβηκαν στο διάβημα πολύ πριν οι αιτητές καταθέσουν την έκθεση απαίτησης τους. Βάσει λοιπόν του άρθρου 8 το Δικαστήριο οφείλει να ικανοποιήσει το αίτημα τους - εκτός βεβαίως κι αν κριθεί ότι η αίτηση είναι καταχρηστική - και έχω την άποψη ότι στην περίπτωση που ενεργοποιούνται οι πρόνοιες του περί Διεθνούς Εμπορικής Διαιτησίας Νόμου του 1987 ο γενικός κανόνας που εφαρμόζεται στις συμφωνίες για παραπομπή των διαφορών σε διαιτησία, εκτός κι αν καταδειχθούν ισχυροί λόγοι που δικαιολογούν τη μη εφαρμογή της (βλ. Halsbury's Laws of England, 3η έκδοση, Τόμος 2, σελ. 24-28, Balkancarimpex FTO v. Leasco Ltd
(1994)1 AAΔ 815, Ζeeland Navigation Co Ltd v. Banque Worms
(2000)1 AAΔ 707, Mitsui & Co v. Rockwell Marine
(1989)1 AAΔ 112) μετατρέπεται σε κανόνα άνευ εξαιρέσεων. Κατά συνέπεια προς τα ανωτέρω το μόνο ζήτημα που παρέμεινε για εξέταση από το Δικαστήριο είναι αν η αίτηση είναι καταχρηστική. Είναι νομολογημένο (βλ. Θρασυβούλου ν. Λ. Λουκά & Υιού Λτδ
(2001)1 Α.Α.Δ. 687) ότι η κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας μπορεί να λάβει ποικίλες μορφές και ο τρόπος αντιμετώπισης της από το Δικαστήριο, το οποίο έχει ευρεία διακριτική εξουσία επί του θέματος, είναι ανάλογος με τη φύση και το μέγεθος της παρασπονδίας που επεδείχθη από κάποιο διάδικο. Και το ερώτημα που εγείρεται είναι αν η καταχώριση από τις αιτήτριες της παρούσας αίτησης αποτελεί κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας, ενόψει της αίτησης 169/10 που καταχώρισαν προηγουμένως για διορισμό διαιτητή στη θέση του κ. Παπαδόπουλου. Η απάντηση κατά την άποψή μου είναι σαφώς αρνητική. Ναι μεν και οι δύο αιτήσεις αποβλέπουν σε υλοποίηση της συμφωνίας για επίλυση των διαφορών από διαιτητή, αλλά με μια ουσιώδη διαφορά. Η πρώτη (η υπ΄ αρ. 169/10) έχει ως αντικείμενο το διορισμό νέου διαιτητή στη θέση του παραιτηθέντος, ενώ η δεύτερη (η παρούσα) συνιστά αντίδραση των αιτητριών στην έγερση αγωγής από τους καθ΄ ων η αίτηση στη βάση ρήτρας διαιτησίας. Επομένως και οι δύο αιτήσεις δεν ήταν επιλογή των αιτητριών, αλλά διαβήματα που έλαβαν αφενός μεν λόγω της αδιαφορίας των καθ΄ ων η αίτηση στο διορισμό νέου διαιτητή και αφετέρου της υπαναχώρησής τους από τα συμφωνηθέντα με την έγερση αγωγής. Κάτω από αυτά τα δεδομένα δεν μπορεί να γίνει λόγος για κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας εκ μέρους των αιτητριών και αν μπορούσε να γίνει τέτοιος λόγος, αυτός θα αφορούσε μάλλον τους καθ΄ ων η αίτηση και όχι τις αιτήτριες. Κρίνω επομένως ότι η αίτηση δεν είναι καταχρηστική και το τελικό ερώτημα για το δικαστήριο δεν είναι αν θα αναστείλει τη διαδικασία, αλλά αν θα θεωρήσει ότι ήδη η διαφορά παραπέμφθηκε σε διαιτησία και η έκδοση διατάγματος για παραπομπή σε διαιτησία είναι αχρείαστη. Κατά την άποψή μου η διαφορά ήδη παραπέμφθηκε σε διαιτησία, με πρωτοβουλία μάλιστα των καθ΄ ων η αίτηση και ό,τι παρέμεινε είναι ο διορισμός νέου διαιτητή, θέμα που αποτελεί αντικείμενο της αίτησης 169/10. Για όλα τα πιο πάνω εκδίδεται διάταγμα αναστολής της διαδικασίας της αγωγής μέχρις ότου οι διαφορές μεταξύ αιτητριών και καθ΄ων η αίτηση εκδικασθούν από το διαιτητή που θα διορισθεί. Σ΄ ότι αφορά τα έξοδα της παρούσας κρίνω ότι πρέπει να είναι προς όφελος των αιτητριών. Οι καθ΄ων η αίτηση καταδικάζονται και στα έξοδα, όπως αυτά θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή. (Υπ.) Μ. Χριστοδούλου, Π.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο, Πρωτοκολλητής /κβπ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο