← Κύπρος

Θεοφάνης Θεοφάνους μέσω της διαχειρίστριας της περιουσίας Χριστοθέας Θεοφάνους ν. LIBERTY LIFE INSURANCE PUBLIC COMPANY LIMITED, Αγωγή αρ: 8083/05, 17

Θεοφάνης Θεοφάνους μέσω της διαχειρίστριας της περιουσίας Χριστοθέας Θεοφάνους ν. LIBERTY LIFE INSURANCE PUBLIC COMPANY LIMITED, Αγωγή αρ: 8083/05, 17 Μαρτίου, 2011 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2011:A97 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Α. Κ. Λυκούργου, Ε.Δ. Αγωγή αρ: 8083/05 Θεοφάνης Θεοφάνους μέσω της διαχειρίστριας της περιουσίας Χριστοθέας Θεοφάνους Ενάγων και LIBERTY LIFE INSURANCE PUBLIC COMPANY LIMITED Εναγομένων -------------------------------- 17 Μαρτίου, 2011. Για τους εναγόμενους - αιτητές, εμφανίζεται ο κ. Λ. Παρπαρίνος για τον κ. Α. Μαρκίδη. Για τους δικηγόρους κ.κ. Λ. Παπαφιλίππου και Σία - καθ΄ ων η αίτηση, εμφανίζεται ο κ. Γ. Γεωργίου. Απόφαση για την αίτηση ημερ. 6.7.2010 (αίτημα για την αναθεώρηση πιστοποιητικού καταλόγου εξόδων) --------------------------------------------- Δεν έχουν αμφισβητηθεί τα εξής κρίσιμα γεγονότα: Οι δικηγόροι κ.κ. Λ. Παπαφιλίππου και Σία - καθ΄ ων η αίτηση («οι καθ΄ ων η αίτηση») προσέφεραν υπηρεσίες στους εναγομένους - αιτητές για σκοπούς της υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγής. Στις 27.5.10 οι καθ΄ ων η αίτηση υπέβαλαν κατάλογο για τη ψήφιση της αμοιβής τους («ο κατάλογος»). Διά του καταλόγου ζητείται η ψήφιση είκοσι- επτά

(27)κονδυλίων συμποσουμένων στις €7.477,92 καθώς και η ψήφιση €1.121,70, ως ο φόρος προστιθέμενης αξίας που αναλογεί στις €7.477,92. Διά του καταλόγου δεν ζητείται η ψήφιση τόκου. Ο κατάλογος φηφίσθηκε κατά τη διαδικασία που έλαβε χώραν ενώπιον του Πρωτοκολλητή στις 30.6.10, παρουσία συνηγόρων των δύο πλευρών. Κατά τη διαδικασία ψήφισης του καταλόγου υπεβλήθησαν, συνοπτικά και με παραπομπή σε άλλες συναφείς διαδικασίες, οι ακόλουθες ενστάσεις:
(1)Κατά την ψήφιση αμοιβής δικηγόρου ο Πρωτοκολλητής δεν έχει εξουσία να αναγνωρίσει τόκο.
(2)Ο κατάλογος αφορά σε αμοιβή που έχει εξοφληθεί.
(3)Ο Πρωτοκολλητής δεν έχει εξουσία να ψηφίσει, ως έξοδα, την αξία των χαρτοσήμων που επικολλήθηκαν στον κατάλογο. Εν πάση περιπτώσει, εάν ήθελε ψηφισθεί τέτοιο ποσόν, αυτό θα πρέπει να είναι ανάλογο του συνολικού ποσού που εν τέλει ψηφίσθηκε ως αμοιβή και όχι ανάλογο του ποσού το οποίο οι καθ΄ ων η αίτηση διεκδικούν και για το οποίο υπέβαλαν κατάλογο για ψήφιση. Παρομοίως, συνοπτικά και με παραπομπή στις αποφάσεις που έλαβε στα πλαίσια άλλων, συναφών διαδικασιών, ο Πρωτοκολλητής απέρριψε τις ενστάσεις. Κατέληξε ψηφίζοντας την αμοιβή των καθ΄ ων η αίτηση στο συνολικό ποσόν των €6.011,90, ανεγνώρισε ότι το ποσόν αυτό είναι τοκοφόρο και καθόρισε την 12.12.05 ως την ημερομηνία έναρξης απόδοσης τόκου. Τέλος, ο Πρωτοκολλητής υπελόγισε πως στην ψηφισθείσα αμοιβή αντιστοιχεί φόρος προστιθέμενης αξίας ύψους €832,50. Οι αιτητές αμφισβητούν την ορθότητα των επιμέρους αποφάσεων του Πρωτοκολλητή διά των οποίων απερρίφθηκαν οι ενστάσεις τους και αμφισβητούν την ορθότητα της κατάληξής του. Διά της υπό συζήτησιν αίτησης, την οποία κατεχώρισαν στις 6.7.10 («η αίτηση»), επιδιώκουν την αναθεώρηση του σχετικού πιστοποιητικού (review of taxation). Προσδιορίζουν, ως σφάλματα του Πρωτοκολλητή, όσα προέβαλαν κατά τη διαδικασία ημερ. 30.6.10 και επικαλούνται, ως νομικό υπόβαθρο της αίτησης, την Δ.59 θ.18, τη Δ.29 και τη Δ.48 θ.θ. 1 έως και 9, 11 έως και 13 των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών, τα άρθρα 33 και 43 του περί Δικαστηρίων Νόμου (Ν.14/60, ως αυτός τροποποιήθηκε στη συνέχεια) καθώς και τη νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Την αίτηση υποστηρίζει ένορκη δήλωση της Έλενας Τιμοθέου, υπαλλήλου των αιτητών. Η αίτηση αντιμετωπίζει την γραπτή ένσταση των καθ΄ ων η αίτηση, οι λόγοι της οποίας συνοψίζονται ως εξής:
(1)Η αίτηση είναι παράτυπη, αντικανονική και αυτή δεν βασίζεται επί των ορθών νομοθετικών διατάξεων.
(2)Οι αιτητές κωλύονται να αμφισβητήσουν τα ψηφισθέντα έξοδα εφ΄ όσον δεν υπέβαλαν ένσταση για κάθε κονδύλι.
(3)Οι ενστάσεις που υπεβλήθηκαν από τους αιτητές κατά τη διαδικασία ψήφισης των εξόδων ή και κάποιες από αυτές αφορούν σε θέματα εκτός της διαδικασίας αυτής.
(4)Η αίτηση είναι λανθασμένη, καταχρηστική, σκανδαλώδης και ενοχλητική διότι αφορά σε ζητήματα τα οποία δεν μπορούν να αποτελούν αντικείμενο της διαδικασίας αναθεώρησης πιστοποιητικού εξόδων.
(5)Η επίδικη διαδικασία ψήφισης εξόδων καθώς και οι σχετικές αποφάσεις του Πρωτοκολλητή υπήρξαν νόμιμες. Την ένσταση υποστηρίζει ένορκη δήλωση του δικηγόρου Χριστόφορου Θεοδώρου. Κρίνω πρόσφορο να παραθέσω αυτούσιες τις επίμαχες αποφάσεις του Πρωτοκολλητή, εξ αφορμής των οποίων επιδιώκεται η αναθεώρηση του πιστοποιητικού που αυτός εξέδωσε: Όσον αφορά στο ζήτημα του τόκου επί της ψηφισθείσας αμοιβής, ο Πρωτοκολλητής απεφάσισε τα εξής: «. λαμβάνοντας υπόψη το άρθρο 33
(2)του περί Δικαστηρίων Νόμου που αναφέρεται στην επιβολή τόκου στις αποφάσεις των Δικαστηρίων, καθώς και όλους τους Θεσμούς της Δ.59, των Θεσμών περί Πολιτικής Δικονομίας που αναφέρεται στα έξοδα και κυρίως τη Δ.30 και όπως είναι νομολογημένο σε αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου ότι ο υπάλληλος επί τη ψηφίσεως (ο Πρωτοκολλητής) κατά τη διαδικασία ψήφισης εξόδων η άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας, θεωρείται ως άσκηση οιονεί δικαστικής λειτουργίας, απορρίπτω την ένσταση του κ. Τεουλίδη και θα προχωρήσω στη ψήφιση του καταλόγου με επιβολή τόκο επί των εξόδων». (δείτε στο πρακτικό ημερ. 28.5.10 της διαδικασίας που έλαβε χώρα ενώπιον του Πρωτοκολλητή εν σχέσει με την αγωγή αρ. 1331/2006 (Ε.Δ. Λευκωσίας) Liberty Life Insurance Public Company Ltd v. Ηλία Ιωάννου κ.α., συνημμένο στην αίτηση). Όσον αφορά στο ζήτημα της εξόφλησης της επίδικης αμοιβής, ο Πρωτοκολλητής απεφάσισε ότι:«. έχω ενώπιόν μου το τεκμήριο Α, ... δεν αναφέρεται σε συγκεκριμένες υποθέσεις που έχω ενώπιόν μου, πλην δύο υποθέσεων μόνο με τα ονόματα των διαδίκων χωρίς αριθμούς οι οποίοι δεν είναι για ψήφιση ενώπιόν μου σήμερα, ενώ υπάρχουν δεκάδες υποθέσεις προς ψήφιση. Στο τεκμήριο Α δεν αναφέρεται αριθμός υπόθεσης για να μπορώ να το λάβω υπόψη κατά τη διάρκεια της ψήφισης σε κάθε υπόθεση και μου είναι αδύνατο να αποφασίσω για το περιεχόμενό του, αφού δεν υπάρχουν αριθμοί υποθέσεων παρόλο που είναι αποδεκτό από την πλευρά των αιτητών ότι το ποσό των €89.000,00 έχει πληρωθεί, θα προχωρήσω στη ψήφιση των καταλόγων και το παραδεκτό ποσό που έχει πληρωθεί να διακανονισθεί μεταξύ των δύο πλευρών.»(δείτε στο πρακτικό ημερ. 2.6.10 της διαδικασίας που έλαβεν χώραν ενώπιον του Πρωτοκολλητή εν σχέσει με την αγωγή αρ. 2808/2003 (Ε.Δ. Λευκωσίας), Βίκτωρα Παπαχαραλάμπους κ.α. ν. Liberty Life Insurance Ltd, συνημμένο στην αίτηση). Επί του ίδιου ζητήματος απεφάσισε, επίσης, ότι «.τα τεκμήρια Α και Β, ιδίως το Β είναι δέσμη επιταγών χωρίς να αναφέρεται σε καμιά συγκεκριμένη υπόθεση, το δε τεκμήριο Α αναφέρει ένα ποσό €10.000,00 για 35 υποθέσεις χωρίς αριθμό υποθέσεων, οπόταν απορρίπτω την ένσταση του κ. Τεουλίδη και θα προχωρήσω στην ψήφιση του καταλόγου, εφόσον δεν μπορώ να αφαιρέσω κάποιο ποσό από συγκεκριμένη υπόθεση, αφού δεν υπάρχει ο αριθμός της ενώπιόν μου». (δείτε το πρακτικό ημερ. 8.6.10 της διαδικασίας που έλαβε χώραν ενώπιον του Πρωτοκολλητή εν σχέσει με την αγωγή αρ. 7159/2005 (Ε.Δ. Λευκωσίας) Liberty Life Insurance Ltd v. Βιβής Χαραλάμους κ.α., συνημμένο στην αίτηση). Τέλος, όσον αφορά στο ζήτημα των χαρτοσήμων που επικολλήθηκαν στον κατάλογο, ο Πρωτοκολλητής απεφάσισε ότι: «... το δικαστικό τέλος που είναι καθορισμένο για τη ψήφιση εξόδων, καθορίζεται από τον Διαδικαστικό Κανονισμό της 19ης Νοεμβρίου 2007, το οποίο τέλος αφού επικολληθεί εις το μητρώο ψήφισης των εξόδων, περιέρχεται στα κρατικά ταμεία υπό μορφή χαρτοσήμων, οπόταν βασικά ο αιτητής που επικολλά τα αναγκαία χαρτόσημα απλά του επιστρέφονται μαζί με τη ψήφιση του καταλόγου. Τούτο μπορούσε να μειωθεί αν φαίνεται ότι ο κατάλογος είναι υπερβολικά εξογκωμένος, οπόταν δεν θα ήταν σωστό ο καθ΄ ου ο κατάλογος να επιβαρυνθεί την πληρωμή των χαρτοσήμων. Κάτι τέτοιο δεν φαίνεται εις τους συγκεκριμένους καταλόγους που αφορούν την ίδια εταιρεία (Liberty Life Insurance Ltd). Εξάλλου είναι η πάγια τακτική που ακολουθείται, τα χαρτόσημα που επικολλώνται από τον αιτητή να του επιστρέφονται. Θα προχωρήσω στην ψήφιση του καταλόγου» (δείτε το πρακτικό ημερ. 4.6.10 της διαδικασίας που έλαβε χώραν ενώπιον του Πρωτοκολλητή εν σχέσει με την αγωγή αρ. 6496/2007 (Ε.Δ. Λευκωσίας) Liberty Life Isnurance Ltd v. Νεόφυτου Νεοφύτου κ.α., συνημμένο στην αίτηση). Η ακρόαση της αίτησης διεξήχθηκε με αγορεύσεις των δύο πλευρών. Ας σημειωθεί πως στις περιπτώσεις όπου υποβάλλονται έξοδα για ψήφιση, ο επιτετραμμένος για το έργο αυτό (taxing officer), δηλαδή ο Πρωτοκολλητής, εγκρίνει ή απορρίπτει κάθε ένα κονδύλι και, αναλόγως, καθορίζει το ύψος του κατά την άσκηση διακριτικής ευχέρειας. Κινείται δε εντός πλαισίου στο οποίο συνεκτιμώνται και τα γεγονότα της υπόθεσης καθώς και το αποτέλεσμά της. Η εξουσία του Δικαστηρίου να αναθεωρεί κατάλογο εξόδων, που ψηφίσθηκε από τον Πρωτοκολλητή, προβλέπεται στη Δ.59 θ.17. Οιοσδήποτε αμφισβητεί την ορθότητα της απόφασης του Πρωτοκολλητή εν σχέσει με κονδύλι για το οποίο υπέβαλε ένσταση, κατά τη διαδικασία ψήφισης του καταλόγου, δύναται, εντός επτά
(7)ημερών από την έκδοση του σχετικού πιστοποιητικού, να επιδιώξει την αναθεώρησή του. Η αναθεώρηση επιδιώκεται εν σχέσει με το συγκεκριμένο κονδύλι ή μέρος αυτού και το Δικαστήριο δύναται να εκδώσει διάταγμα ως κρίνει δίκαιο. Όμως, το πιστοποιητικό καθίσταται τελικό και οριστικό (final and conclusive) εν σχέσει με όλα όσα παρέμειναν αδιαμφισβήτητα. Καθοδήγηση για τις παραμέτρους αναθεώρησης τέτοιας απόφασης του Πρωτοκολλητή παρέχουν οι αποφάσεις Γεωργιάδης ν. Υπουργικού Συμβουλίου
(1999)3 Α.Α.Δ. 35, Pavlos Varella Trading Co Ltd κ.α ν. Δημοκρατίας
(2003)3 Α.Α.Δ. 398 και Βούρου κ.α. ν. Τεγγεράκη
(2005)1 (Α) Α.Α.Δ.
  1. Οι αποφάσεις αυτές είναι ευθυγραμμισμένες με όσα ισχύουν στη Μεγάλη Βρετανία. Ως θέμα πρακτικής το Δικαστήριο σπανίως επεμβαίνει για να αναθεωρήσει τα αποτελέσματα άσκησης αυτής της διακριτικής ευχέρειας του Πρωτοκολλητή. Το πράττει σε εξαιρετικές περιπτώσεις και μόνον εφ΄ όσον συντρέχει είτε υπέρμετρη χρέωση είτε καταφανές σφάλμα (gross mistake) είτε σφάλμα αρχής. Χαρακτηριστικό του τρόπου αντιμετώπισης, από τη νομολογία, του ζητήματος της αναθεώρησης αποφάσεων του Πρωτοκολλητή εν σχέσει με την ψήφιση εξόδων είναι το ακόλουθο απόσπασμα από την απόφαση Brown n. Sewell (1880 - 81) 16 Ch. D 517: «. the rule is a most valuable one, that the court will not interfere with the decision of the taxing master in a question of amount, unless a gross mistake has been made. If that were not so, a large part of the time of the High Court and of the Court of Appeal would be occupied with questions of taxation». Έχω μελετήσει τα ενώπιόν μου δεδομένα και διαπιστώνω, κατ΄ αρχάς, πως η αίτηση έχει καταχωρισθεί σύμφωνα με τους σχετικούς δικονομικούς κανόνες: Η αίτηση κατεχωρίσθηκε εμπροθέσμως και δι΄ αυτής επιδιώκεται η αναθεώρηση επί μέρους αποφάσεων του Πρωτοκολλητή εν σχέσει με κονδύλια για τα οποία υπεβλήθησαν, κατά τη διαδικασία ψήφισής τους, ενστάσεις. Διεξήλθα τα συνημμένα στην αίτηση πρακτικά των διαφόρων διαδικασιών που έλαβαν χώραν ενώπιον του Πρωτοκολλητή και διαπιστώνω πως ό,τι αμφισβητείται διά της αίτησης αμφισβήτηθηκε και κατά τη διαδικασία ημερ. 30.6.
  2. Το γεγονός ότι κατά τη διαδικασία ημερ. 30.6.10 οι ενστάσεις των αιτητών υπεβλήθηκαν κατά τρόπον συνοπτικό και με παραπομπές δεν επηρεάζει. Όπως προκύπτει από το πρακτικό της διαδικασίας ημερ. 30.6.10 και των συνημμένων σε αυτό οι ενστάσεις αυτές έγιναν κατανοητές από τους καθ΄ ων η αίτηση οι οποίοι και απήντησαν. Οι ενστάσεις έγιναν κατανοητές και από τον Πρωτοκολλητή ο οποίος, άλλωστε, εξέδωσε τις επίμαχες αποφάσεις του, παρομοίως κατά τρόπον συνοπτικό και με παραπομπές σε ήδη αποφασισθέντα. Περαιτέρω, η αίτηση καταγράφει στο σώμα της την ορθή δικαιοδοτική βάση για την επιδιωκόμενη θεραπεία. Το γεγονός πως αντί του ορθού θ.17 της Δ.59 καταγράφεται ο θ.18 συντιστά παρατυπία δυναμένη να θεραπευθεί με τον τρόπο που προβλέπει η Δ.64, εφ΄ όσον συντρέχουν οι προϋποθέσεις που τάσσει η σχετική νομολογία (Wunderlich v. Παναγιώτου
(1999)1 (Α) Α.Α.Δ. 336, 375 - 6). Σημειώνω πως έως και τις 23.12.99, οπότε διά κανονισμού κατηργήθηκε ο θ.3 της Δ.59 και αναριθμήστηκαν, αναλόγως, οι θεσμοί που ακολουθούν, δικαιοδοτική βάση για την αναθεώρηση πιστοποιητικού ψηφισθέντων εξόδων παρείχε ο θ.18 της Δ.59. Έτσι, αποδίδω την καταγραφή, στο σώμα της αίτησης, του θ.18 αντί του ορθού θ.17 σε παραδρομή. Επιπλέον, σημειώνω πως η παραδρομή αυτή δεν επηρέασε δυσμενώς τους καθ΄ ων η αίτηση οι οποιοι εξ αρχής αντιλήφθηκαν τί ακριβώς επιδιώκεται διά της αίτησης και ενήργησαν αναλόγως. Με αυτά τα δεδομένα προκρίνω τη θεραπεία της παρατυπίας. Εκδίδω διάταγμα διά του οποίου η αναφορά σε «Δ.59, θ.18» στο σώμα της αίτησης αντικαθίσταται διά της αναφοράς σε «Δ.59, θ.17». Περαιτέρω, διαπιστώνω πως η αίτηση είναι βάσιμη και επί της ουσίας σε όση έκταση αφορά στην απόφαση του Πρωτοκολλητή να αναγνωρίσει τόκο επί τη ψηφισθείσας αμοιβής. Αναγνωρίζοντας πως η ψηφισθείσα αμοιβή των καθ΄ ων η αίτηση είναι τοκοφόρα και καθορίζοντας, μάλιστα, την 12.12.05 ως την ημερομηνία έναρξης απόδοσης του τόκου, ο Πρωτοκολλητής έσφαλε καταφανώς και σε θέμα αρχής. Το δε σφάλμα του αυτό οδηγεί σε υπέρμετρη χρέωση των αιτητών. Επί του ζητήματος τούτου ο Πρωτοκολλητής ενήργησε αυτόκλητος εφ΄ όσον ανεγνώρισε υπέρ των καθ΄ ων η αίτηση μία αξίωση την οποία αυτοί δεν προέβαλαν διά του καταλόγου που κατεχώρισαν. Υπενθυμίζω πως διά του καταλόγου ζητείται μόνον η ψήφιση είκοσι-επτά
(27)κονδυλίων καθώς και του αναλογούντος φόρου προστιθέμενης αξίας. Επιπλέον, ο Πρωτοκολλητής ενήργησε καθ΄ υπέρβασιν εξουσίας εφ΄ όσον ούτε το άρθρο 33
(2)του Ν.14/60, το οποίο αυτός επικαλείται ως το νομικό έρεισμα της απόφασής του, ούτε οιαδήποτε άλλη νομοθετική διάταξη, ούτε το κοινοδίκαιο (common law), ούτε οι αρχές της επιείκειας (τα οποία εφαρμόζονται στη Δημοκρατία δυνάμει του άρθρου 29
(1)(γ) του Ν.14/60) παρέχουν εξουσία επιδίκασης τόκου επί ψηφισθείσας δικηγορικής αμοιβής. Ειδικότερα σημειώνω τα ακόλουθα: Το άρθρο 33
(2)του Ν.14/60 είναι σαφές και δεν επιδέχεται διασταλτικής ερμηνείας. Το άρθρο αυτό περιορίζεται να ρυθμίσει την επιδίκαση τόκου εν σχέσει μόνον με απόφαση Δικαστηρίου. Στη νομική ορολογία ο όρος «απόφαση Δικαστηρίου» χρησιμοποιείται με δύο έννοιες: Η πρώτη αναφέρεται στο πλήρες κείμενο της απόφασης του Δικαστηρίου, δηλαδή τόσον στο σκεπτικό όσον και στο δηλωτικό μέρος ως προς το αποτέλεσμα. Η δεύτερη περιορίζεται στο μέρος της απόφασης του Δικαστηρίου που είναι καθοριστικό για τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις των διαδίκων (Χάσικος κ.α. ν. Χαραλαμπίδη
(1990)1 Α.Α.Δ. 389). Σε κάθε, όμως, περίπτωση απόφαση Δικαστηρίου συνιστά η εξωτερίκευση της κρίσης του για την επίλυση, ενδιαμέσως ή τελικώς, αναλόγως, ενός ή περισσοτέρων από τα επίδικα θέματα ή θέματος παρεμπίπτοντος (Apak Argo Industries Ltd v. Union des Cooperatives Argicoles de Cereales de Semences (Αρ.1)
(1992)1 (Β) Α.Α.Δ. 1166, 1167). Οι οιεσδήποτε αποφάσεις του Πρωτοκολλητή δεν δύνανται να εξομοιώνονται με αποφάσεις Δικαστηρίου και, εν πάση περιπτώσει, οι οιεσδήποτε αποφάσεις του Πρωτοκολλητή δεν δύνανται να εξομοιώνονται με αποφάσεις Δικαστηρίου για τους σκοπούς του άρθρου 33
(2)του Ν.14/60. Τα πράγματα δεν διαφοροποιούνται εξ αιτίας του χαρακτηρισμού της διαδικασίας ψήφισης εξόδων από τον Πρωτοκολλητή ως οιονεί δικαστικής. Ο χαρακτηρισμός αυτός αποδίδει την ανάγκη όπως τηρούνται, κατά τη διαδικασία αυτή, εγγυήσεις για την ορθότητα και το αδιάβλητό της. Έτσι, μεταξύ άλλων, η ψήφιση εξόδων γίνεται από πρόσωπο ανεξάρτητο και αμερόληπτο και στα πλαίσια διαδικασίας όπου δίδεται στο κάθε ενδιαφερόμενο η ευκαιρία να ακουσθεί. Το κοινοδίκαιο (common law) αναγνωρίζει μεν τη δυνατότητα θεμελίωσης αξίωσης για τόκο παρά την απουσία σχετικής νομοθετικής διάταξης όμως καθορίζει περιοριστικά τις περιπτώσεις: Αξίωση για τόκο δύναται να θεμελιωθεί
(1)όπου υπάρχει ρητή συμφωνία για πληρωμή τόκου,
(2)όπου η συμφωνία για πληρωμή τόκου εξυπακούεται από προηγούμενες δοσοληψίες μεταξύ των μερών ή από τη φύση της συναλλαγής ή λόγω επαγγελματικού ή εμπορικού εθίμου ή συνήθειας και
(3)υπό τύπον αποζημίωσης για παράβαση σύμβασης νοουμένου ότι, εάν η σύμβαση εκτελείτο, το αναίτιο μέρος θα είχε δικαίωμα να πληρωθεί και τόκο (Κολακίδης και Συνέταιροι ν. Θεοδοσίου Λτδ
(1997)1 (Γ) Α.Α.Δ. 1671, 1674 - 5). Στην προκείμενη περίπτωση δεν υπήρξε ισχυρισμός, εκ μέρους των καθ΄ ων η αίτηση, πως συμφωνήθηκε με τους αιτητές και η καταβολή τόκου επί της αμοιβής τους. Και ούτε τέθηκε ενώπιον του Πρωτοκολλητή οιονδήποτε άλλο γεγονός το οποίο να δύναται να αποδείξει τη συνδρομή οιασδήποτε από τις άλλες δύο περιπτώσεις που αναφέρονται αμέσως προηγουμένως [υπό
(2)και
(3)]. Τέλος, η επιείκεια (equity), η οποία, επίσης, αναγνωρίζει τη δυνατότητα θεμελίωσης αξίωσης για τόκο, παρά την απουσία σχετικής νομοθετικής ρύθμισης, θέτει, ως προϋπόθεση, την ύπαρξη μίας ιδιαίτερης σχέσης μεταξύ των μερών. Τέτοια σχέση είναι συνήθως σχέση εμπιστευτικότητας (fiduciary). Η νομολογία αναφέρει πως η σχέση εμπιστευτικότητας μεταξύ δικηγόρου και πελάτη δικαιολογεί, στην κατάλληλη περίπτωση και υπό προϋποθέσεις, τη θεμελίωση δικαιώματος του δευτέρου να διεκδικήσει τόκο όταν ο πρώτος παρέλαβε χρήματα για λογαριασμό του. Όμως, η σχέση εμπιστευτικότητας μεταξύ δικηγόρου και πελάτη δεν δικαιολογεί τη θεμελίωση αξίωσης για τόκο όταν ο δικηγόρος διεκδικεί τόκο επί της ψηφισθείσας αμοιβής του (Halsbury's Laws of England, fourth edition, reissue, Volume 32, para. 130, note 7. και Volume 44
(1), para. 360). Όμως, η αίτηση είναι αβάσιμη σε όση έκταση αφορά στις επιμέρους αποφάσεις του Πρωτοκολλητή για το ζήτημα της εξόφλησης της επίδικης αμοιβής καθώς και για το ζήτημα των χαρτοσήμων που επικολλήθηκαν στον κατάλογο. Οι αποφάσεις αυτές (οι οποίες παρατίθενται πιο πάνω) δεν οδηγούν σε υπέρμετρη χρέωση ούτε περιέχουν καταφανές σφάλμα ή σφάλμα αρχής. Ο Πρωτοκολλητής έλαβε τις συγκεκριμένες αποφάσεις επί τη βάσει της κείμενης νομοθεσίας και επί τη βάσει του υλικού που είχε ενώπιόν του. Οι αξιολογήσεις και οι αποφάσεις του ευρίσκονται εντός των πλαισίων της διακριτικής του ευχέρειας. Συνεπώς, δεν δικαιολογείται αναθεώρηση των αποφάσεων αυτών. Για όλους τους πιο πάνω λόγους, η αίτηση επιτυγχάνει μερικώς. Εκδίδεται διάταγμα διά του οποίου η απόφαση του Πρωτοκολλητή ημερ. 30.6.10 εν σχέσει με τον τόκο επί της ψηφισθείσας αμοιβής των καθ΄ ων η αίτηση ακυρώνεται. Δίδονται οδηγίες στον Πρωτοκολλητή να διορθώσει το Πιστοποιητικό Καταλόγου Εξόδων ημερ. 30.6.10 αναλόγως. Η μερική επιτυχία της αίτησης δικαιολογεί την επιδίκαση εξόδων υπέρ των αιτητών κατά το ήμισυ. Τα έξοδα της αίτησης, ως αυτά θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή κατά το ήμισυ και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο, επιδικάζονται υπέρ των αιτητών και εναντίον των καθ΄ ων η αίτηση. (Υπ)........................................ Α. Κ. Λυκούργου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΧΡΓ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.