← Κύπρος

Γεώργιου Χατζηπιερή ν. ΒΑΤ (Cyprus) Limited κ.α., Αγ. Αρ. 8063/07, 18 Μαρτίου 2011

Γεώργιου Χατζηπιερή ν. ΒΑΤ (Cyprus) Limited κ.α., Αγ. Αρ. 8063/07, 18 Μαρτίου 2011 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2011:A101 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Λ. Παρπαρίνου, Π.Ε.Δ. Αγ. Αρ. 8063/07 ΜΕΤΑΞΥ:- Γεώργιου Χατζηπιερή από την Λευκωσία ΕΝΑΓΟΝΤΑ - και -

  1. ΒΑΤ (Cyprus) Limited από τη Λευκωσία
  2. British American Tobacco plc από την Αγγλία ΕΝΑΓΟΜΕΝΩΝ ---------------------------- Ημερομηνία: 18 Μαρτίου 2011 Αίτηση ημερ. 18.5.10 δι΄ ακύρωση των Διαταγμάτων ημερ. 22.2.10 και 23.4.10 διά σφράγιση κλητηρίου εντάλματος και επίδοση και/ή υποκατάστατο επίδοση εκτός δικαιοδοσίας Για τους Εναγόμενους-Αιτητές: κ. Αλ. Ταλιαδώρος Για τους Ενάγοντες-Καθ΄ ων η Αίτηση: κ. Μιχαήλ ------------------- ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Η υπό τον άνω αριθμό και τίτλο αγωγή κατεχωρήθη την 10.7.07 με ειδικώς οπισθογραφημένο κλητήριο. Σύμφωνα με τα όσα αναφέρονται εις αυτό, η εναγομένη 1 είναι από Λευκωσία και η εναγομένη 2 από το εξωτερικό και συγκεκριμένα από την Αγγλία. Η εναγομένη 1, μέσω δικηγόρου, κατεχώρησε εμφάνιση την 29.8.07 και Έκθεση Υπεράσπισης την 21.4.08 αφού της επιδόθηκε το κλητήριο ένταλμα την 22.8.
  3. Η εναγομένη 2, στην οποία επιδόθηκε ειδοποίηση κλητηρίου εντάλματος εις Αγγλία κατεχώρισε σημείωμα εμφανίσεως υπό διαμαρτυρία και ακολούθως υπέβαλε στις 16.4.08 αίτηση δι΄ ακύρωση/παραμερισμό του κλητηρίου εναντίον της και τη διαγραφή του ονόματος της από τον τίτλο του κλητηρίου. Το Δικαστήριο εξέδωσε την Ενδιάμεση Απόφαση του την 23.12.
  4. Τα θέματα που εξέτασε το Δικαστήριο ως το ίδιο αναφέρει στη σελ. 2 της απόφασης του είναι:- «α. Κατά πόσο απαιτείτο η υποβολή και έγκριση αίτησης για άδεια σφράγισης του Κλητηρίου προτού αυτό επιδοθεί στους εναγομένους 2 στο εξωτερικό και αν ναι πότε και ποιες είναι οι επιπτώσεις από την παράλειψη εξασφάλισης τέτοιας άδειας, β. Κατά πόσο αποκαλύπτεται ή όχι βάση αγωγής εναντίον και των εναγομένων 2 με βάση το περιεχόμενο της ΄Εκθεσης Απαίτησης.» Αναφορικά με το πρώτο [(α) άνω] το Δικαστήριο παραμέρισε την άδεια και επίδοση στην εναγομένη 2 λόγω του ότι η διαδικασία έπασχε. Δεν παραμέρισε το κλητήριο ένταλμα κρίνοντας ότι αυτό κατεχωρήθηκε νομότυπα. (βλ. σελ. 10 της απόφασης) Αναφορικά με το υπό (β) ανωτέρω το Δικαστήριο απεφάσισε (σελ. 11-12) ότι αποκαλύπτετο βάση και αιτία αγωγής εναντίον της Εναγομένης
  5. Η απόφαση του Δικαστηρίου δεν εφεσιβλήθη. Στις 16.12.09 το Δικαστήριο με διατάγμα του ανανέωσε δια έξι μήνες το κλητήριο ένταλμα. Στις 22.2.10 το Δικαστήριο κατόπιν αιτήσεως επέτρεψε:- (α) τη σφράγιση του κλητηρίου εντάλματος (β) την επίδοση του εκτός δικαιοδοσίας και (γ) την υποκατάστατο επίδοση ειδοποιήσεως του κλητηρίου εντάλματος εις την εναγομένη 2 με διπλοσυστημένη επιστολή. Στις 23.4.10 το Δικαστήριο κατόπιν αίτησης και δια λόγους που βρήκε δικαιολογημένους επέτρεψε την υποκατάστατο επίδοση της ειδοποίησης του κλητηρίου εντάλματος μέσω υπηρεσίας ταχείας αποστολής. Στις 13.5.10 κατόπιν αδείας του Δικαστηρίου η εναγομένη 2 - Αιτήτρια κατεχώρησε σημείωμα εμφανίσεως υπό αίρεση. Η άνω εμφάνιση της θα θεωρείτο χωρίς αίρεση εκτός εάν εντός τριών βδομάδων από τη σύνταξη του διατάγματος καταχωρούσε αίτηση δι ακύρωση του Διατάγματος ημερ. 22.2.10 (άνω) της Ειδοποίησης του Ειδικώς Οπισθογραφημένου κλητηρίου ημερ 18.3.10, του Ειδικώς Οπισθογραφημένου Κλητηρίου, την Επίδοση του διατάγματος ημερ. 22.2.10 εις την εναγομένη 2 και την Ειδοποίηση ημερ. 18.3.10 του Ειδικώς Οπισθογραφημένου κλητηρίου και λοιπών δικογράφων που επεδόθησαν στην εναγομένη
  6. Ακολούθησε η υπό εξέταση αίτηση ημερ. 18.5.10 με την οποία η εναγομένη 2 αξιοί:- (α) την ακύρωση του Διατάγματος ημερ. 22.2.10, της ειδοποίησης του Ειδικώς Οπισθογραφημένου κλητηρίου ημερ. 18.3.10, την σφράγιση του άνω κλητηρίου και του Διατάγματος ημερ 23.4.10 (β) την ακύρωση της επίδοσης εις την Εναγομένη 2 των Διαταγμάτων ημερ. 22.2.10, 23.4.10, Ειδοποίησης Ειδικού Οπισθογραφημένου κλητηρίου ημερ. 18.3.10 και όλων όσων δικογράφων και εγγράφων έχουν επιδοθεί εις αυτήν ταχυδρομικώς ή μέσω υπηρεσίας ταχείας αποστολής. Την άνω αίτηση συνοδεύει ένορκη δήλωση της κ. Μαρίας Πήλικου, δικηγόρου του γραφείου των δικηγόρων της Αιτήτριας-Εναγομένης
  7. Εις αυτήν αναφέρονται, μεταξύ άλλων, πηγές πληροφόρησης της ενόρκως δηλούσας, το ιστορικό και τρόπος της επίδοσης εις την εναγομένη 2, των δικογράφων και διαταγμάτων υπό εξέταση και οι λόγοι που κατά τη γνώμη της θα πρέπει να παραμερισθούν (α) τα Διατάγματα δια σφράγιση του Κλητηρίου Εντάλματος ημερ. 22.2.10, (β) ειδοποιήσεις ημερ. 18.3.10 και κλητηρίου εντάλματος, (γ) τα Διατάγματα δι΄ υποκατάστατο επίδοση με διπλοσυστημένη επιστολή και μέσω υπηρεσίας ταχείας αποστολής εκτός δικαιοδοσίας ημερ. 22.2.10 και 22.4.10 όπως και η επίδοση της. Οι λόγοι αυτοί είναι:-
  8. Μη πλήρωση των προϋποθέσεων της Δ.2 θ.2, της Δ.6 θ.4 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας καθότι στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την μονομερή αίτηση δια σφράγιση και επίδοση εκτός δικαιοδοσίας δεν αποκαλύπτεται εκ πρώτης όψεως καλή αιτία αγωγής εναντίον της εναγομένης
  9. Επίσης σ΄αυτήν δεν αναφέρονται οι λόγοι που υπεβλήθη η αίτηση.
  10. Οι χορηγηθείσες άδειες υποκατάστατης επίδοσης εκτός Δικαιοδοσίας με τα Διατάγματτα ημερ. 22.2.10 και 22.4.10 ευρίσκονται σε αντίθεση με τις πρόνοιες του Κανονισμού (Ε.Κ) αρ. 1393/07 περί επιδόσεως και κοινοποιήσεως στα κράτη μέλη δικαστικών και εξωδίκων πράξεων σε αστικές ή εμπορικές υποθέσεις (επίδοση ή κοινοποίηση πράξεων) με βάση τον οποίον είναι επιτρεπτή η επίδοση ή κοινοποίηση δικαστικών εγγράφων μέσω δικαστικών λειτουργών, υπαλλήλων ή άλλων αρμόδιων προσώπων του Κράτους Μέλους παραλαβής.
  11. Οι άδειες δι' υποκατάστατο επίδοση ως άνω στο χρόνο που δόθησαν είναι αντίθετες με τις πρόνοιες της Δ.2, Δ.5, Δ.5Α και Δ.6 που προβλέπουν ότι άδεια δι' υποκατάστατο επίδοση χορηγείται μόνο όπως ο αιτητής πείσει το Δικαστήριο ότι έχουν αποτύχει όλες οι εύλογες προσπάθειες που κατέβαλε δι΄ επίδοση με τον προβλεπόμενο από το νόμο κανονικό τρόπο.
  12. Ένα μεγάλο μέρος της ένορκης δήλωσης [παράγρ. 8(Γ)] γίνεται αναφορά σε διάφορους ισχυρισμούς δια μη πλήρη αποκάλυψη και παραπλάνηση του Δικαστηρίου ώστε να καταφανεί ότι δεν στοιχειοθετείται εκ πρώτης όψεως καλή αιτία αγωγής έναντι της εναγομένης
  13. Λανθασμένη χρήση Ειδικά Οπισθογραφημένου Κλητηρίου Εντάλματος (Δ.2 θ1) από Γενικά Οπισθογραφημένου Κλητηρίου (Δ.2 θ.1) εν όψει του ότι προβάλλονται εις την Έκθεση Απαιτήσεως ισχυρισμοί για απάτη, δόλο, αθέμιτη παραπλάνηση, εξαπάτηση και ψευδείς παραπλανητικές, απατηλές και δόλιες παραστάσεις. Ο ενάγοντας-καθ΄ ου η αίτηση εις την ένσταση που κατεχώρησε προβάλλει συνολικά 15 λόγους ένστασης. Με αυτούς υποβάλλεται ότι τα Διατάγματα ημερ. 22.2.10 και 23.4.10 ορθά και νομότυπα εκδόθησαν όπως το ίδιο και η σφράγιση του κλητηρίου εντάλματος και διαδικαστικά μέτρα που λήφθησαν ακολούθως. Η ύπαρξη καλής εκ πρώτης όψεως υπόθεσης εναντίον της εναγομένης 2 απεφασίσθη από το Δικαστήριο την 23.12.08 με ενδιάμεση απόφαση του και είναι δεδικασμένο. Η επίδοση των δικογράφων κ.λ.π με τον τρόπο που έγινε δεν αντιβαίνει τις πρόνοιες των Κανονισμών (Ε/Κ) 1393/
  14. Επίσης προβάλλεται ότι έγινε πλήρη αποκάλυψη και ο χρησιμοποιούμενος τύπος του κλητηρίου εντάλματος είναι ορθός. Εν πάση περιπτώσει και λανθασμένες να ήταν δεν τίθεται θέμα η αγωγή να είναι άκυρη. Περαιτέρω, υποβάλλεται ότι η υπό εξέταση αίτηση κατά το μέρος που αξιώνεται η ακύρωση της Αγωγής υπεβλήθη με μεγάλη και αδικαιολόγητη καθυστέρηση με σκοπό την πρόκληση αδικαιολόγητης καθυστέρησης στην προώθηση της αγωγής. Εις την ένορκη δήλωση που συνοδεύει την ένσταση γίνεται αναφορά εις το ιστορικό της αγωγής όπου η εναγομένη 2 είχε μάλιστα λάβει μέρος στη διαδικασία μέχρι και την 23.12.08 ότε εξεδόθη η ενδιάμεση απόφαση του Δικαστηρίου. Με αυτή κρίθηκε ότι ο ενάγοντας απεκάλυπτε καλή εκ πρώτης όψεως υπόθεση και ότι εν πάση περιπτώσει ικανοποιήθηκε η Δ.6 θ.
  15. Πέραν αυτών με την ένορκη δήλωση του ημερ. 10.2.10 κατέδειξε ότι η εναγομένη 2 ήταν αναγκαία διάδικος στην παρούσα αγωγή. Επίσης αναφέρεται ότι ο Κανονισμός 1393/07 επιτρέπει την επίδοση δικαστικών εγγράφων κατά τον τρόπο που το Δικαστήριο διέταξε με τα Διατάγματα ημερ. 22.2.10 και 23.4.10 και ότι ορθά έγινε η επίδοση. Απορρίπτονται επίσης όλοι οι προβαλλόμενοι από την αιτήτρια ισχυρισμοί περί μη αποκάλυψης με αναφορά στους ισχυρισμούς που περιέχονται εις την Έκθεση Απαίτησης. Όσον αφορά τον τύπο του χρησιμοποιηθέντος κλητηρίου εντάλματος προβάλλεται ο ισχυρισμός ότι είναι ο ορθός και εν πάση περιπτώσει και αν ακόμη είναι λανθασμένος τότε στο κατάλληλο στάδιο ενυπάρχει η δυνατότητα βάσει της Δ.64 να θεραπευτεί η παρατυπία. Εν πάση περιπτώσει το θέμα αυτό υποβάλλεται καθυστερημένα και αδικαιολόγητα από την άλλη πλευρά. Τελειώνει με τον ισχυρισμό ότι τα θέματα που εγείρονται με την αίτηση στοχεύουν στην καθυστέρηση προώθησης της αγωγής. Οι δικηγόροι με τις ικανές αγορεύσεις τους προώθησαν, όπως ήταν φυσικό, τις θέσεις των διαδίκων που εκπροσωπούν. Ιδιαίτερα από το συνήγορο της αιτήτριας-εναγομένης 2 δόθηκε ιδιαίτερη έμφαση στο ότι η ένορκη δήλωση ημερ. 10.2.10 της ενάγουσας που υποστηρίζει την αίτηση της ίδιας ημερομηνίας δεν αποκαλύπτει εκ πρώτης όψεως καλή αιτίας αγωγής εναντίον της εναγομένης 2 και συνεπώς δεν ικανοποιεί τις πρόνοιες της Δ.2 θ.2 και Δ.6 θ.4 που αφορούν την σφράγιση του κλητηρίου και επίδοσης του εκτός δικαιοδοσίας. Αυτή η εισήγηση ενδεχομένως να ήτο ορθή αν κάποιος εξετάσει μεμονωμένα την άνω ένορκη δήλωση. Εις τα περιστατικά της παρούσης υπόθεσης υπάρχει κατά τη γνώμη μου μια ειδοποιός διαφορά. Δια να γίνει κατανοητή θα πρέπει να γίνει μια πιο λεπτομερής αναδρομή εις το ιστορικό της υπόθεσης. Οι σχετικοί σταθμοί είναι οι ακόλουθοι:- - Στις 6.3.08 η αιτήτρια-εναγομένη 2 καταχώρισε αίτηση άνευ κλήσης με την οποία ζήτησε την εξασφάλιση άδειας να καταχωρήσει εμφάνιση υπό διαμαρτυρία η οποία θα παρέμενε ως τέτοια δια 8 βδομάδες εκτός εάν καταχωρούσε αίτηση δια παραμερισμό του κλητηρίου εντάλματος. Εις την ένορκη δήλωση που συνοδεύει την άνω αίτηση αναφέρεται «...δεν δύναται να προχωρήσει η παρούσα αγωγή και το κλητήριο ένταλμα πρέπει να παραμεριστεί λόγω του ότι, μεταξύ άλλων, δεν αποκαλύπτεται αγώγιμο δικαίωμα εναντίον των αιτητών, ότι το Κυπριακό Δικαστήριο δεν έχει δικαιοδοσία να εκδικάσει την παρούσα αγωγή εναντίον των αιτητών και/ή ότι δεν έχει εξασφαλισθεί η άδεια του Δικαστηρίου για σφράγιση του κλητηρίου εντάλματος πριν την καταχώρηση της αγωγής.» - Την επομένη 7.3.08 δικηγόροι καταχώρησαν εμφάνιση υπό διαμαρτυρία εκ μέρους της εναγομένης
  16. - Την 16.4.08 κατεχωρήθη αίτηση υπό την εναγομένη 2 με την οποία επιζητούντο οι κάτωθι θεραπείες:- «(Α) Διάταγμα του Δικαστηρίου το οποίο να ακυρώνει και/ή παραμερίζει και/ή αναστέλλει και/ή απορρίπτει το κλητήριο ένταλμα στην παρούσα αγωγή και/ή την αγωγή εναντίον τους. (Β) Διάταγμα του Δικαστηρίου το οποίο διαγράφει το όνομα των εναγομένων 2 από το κλητήριο ένταλμα. (Γ) Οποιαδήποτε άλλη θεραπεία και/ή διάταγμα το Δικαστήριο δίκαιο και εύλογο υπό τις περιστάσεις.» - Αφού κατεχωρήθη ένσταση από τη ενάγουσα η αίτηση ημερ. 16.4.08 εξεδικάσθη από το Δικαστήριο το οποίο εξέδωσε την 23.12.08 την Ενδιάμεση Απόφαση του. - Εις την άνω Ενδιάμεση Απόφαση του το Δικαστήριο στη σελ. 1-2 αναφέρει:- « Δύο είναι τα κύρια θέματα τα οποία εγείρονται προς διερεύνηση και απόφανση στο πλαίσιο της παρούσας ενδιάμεσης διαδικασίας: α. Κατά πόσο απαιτείτο η υποβολή και έγκριση αίτησης για άδεια σφράγισης του Κλητηρίου προτού αυτό επιδοθεί στους εναγομένους 2 στο εξωτερικό και αν ναι πότε και ποιες είναι οι επιπτώσεις από την παράλειψη εξασφάλισης τέτοιας άδειας, β. Κατά πόσο αποκαλύπτεται ή όχι βάση αγωγής εναντίον και των εναγομένων 2 με βάση το περιεχόμενο της ΄Εκθεσης Απαίτησης.» Σε σχέση με το πρώτο άνω θέμα το Δικαστήριο στη σελ. 10 αναφέρει:- «... Εδώ, εκείνο το οποίο πάσχει είναι η διαδικασία η οποία ακολουθήθηκε όταν ο ενάγων επεδίωξε να επιδώσει την ειδοποίηση του ήδη εκδοθέντος κλητηρίου στο εξωτερικό και η διαδικασία πάσχει επειδή δεν είχε προηγηθεί η επίδοση εντός δικαιοδοσίας, δεν είχε ζητηθεί άδεια για σφράγιση του κλητηρίου και δεν τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου υλικό από το οποίο να εδικαιολογείτο η επίδοση ειδοποίησης του κλητηρίου εκτός της δικαιοδοσίας. Δεν νοείται όμως παραμερισμός του ιδίου του κλητηρίου σε σχέση έστω με τους εναγόμενους 2, εφόσον αυτό μπορούσε να είχε καταχωρηθεί και νομότυπα καταχωρήθηκε αρχικά χωρίς να απαιτείτο η άδεια του Δικαστηρίου. Να ακυρωθεί άδεια σφράγισης του δεν τίθεται θέμα, αφού αυτή ουδέποτε εξασφαλίστηκε. Επομένως, θα πρέπει να παραμεριστεί η επίδοση του στους εναγόμενους 2 καθώς επίσης και η άδεια που είχε ληφθεί προς τούτο. (Βλ. επίσης Αίτηση Certiorari αρ. 23/99 ημερ. 5.9.01

(2001)1 Α.Α.Δ 1196)» Όσον αφορά το δεύτερο (άνω) θέμα στη σελ. 11 και 12 της απόφασης αναφέρονται τα ακόλουθα:- «Προβάλλοντας αυτό το θέμα ενώπιον του Δικαστηρίου κατά την ακρόαση της παρούσας αίτησης, ο συνήγορος των αιτητών-εναγομένων 2, με κάθε ειλικρίνεια δέχθηκε ότι η εισήγηση του γι΄ απόρριψη της αγωγής γι΄ αυτό το λόγο δεν ήταν η πιο ισχυρή που πρόβαλε ποτέ.» ............................... «Χωρίς να αμφισβητώ βέβαια την ύπαρξη μιας τέτοιας εξουσίας του Δικαστηρίου δεν θα συμφωνούσα ότι στην παρούσα υπόθεση δεν έχει τεθεί μέσω της Έκθεσης Απαίτησης ικανοποιητικό υλικό από το οποίο να καταδεικνύεται η ύπαρξη βάσης και αιτίας αγωγής εναντίον και των εναγομένων
  1. Μέσω των ισχυρισμών που προβάλλονται στην Έκθεση Απαίτησης καταλογίζεται και στους εναγομένους 2, μέσω εκπροσώπων τους, συμμετοχή στα όσα είχαν προηγηθεί της εργοδότησης του ενάγοντα μεταξύ των οποίων συζητήσεις ως προς τη φύση της επικείμενης εργοδοσίας του, τους όρους εργοδότησης του κ.λ.π. Καταλογίζεται δε, το πλέον σημαντικό διενέργεια ή συμμετοχή των εναγομένων 2 σε ψευδείς παραστάσεις με την παρουσίαση αναληθών καταστάσεων πραγμάτων και/ή με την απόκρυψη άλλων γεγονότων ή προθέσεων που είχαν οι εναγόμενοι σαν αποτέλεσμα των οποίων ο ενάγων τελικά υπέστη σημαντική οικονομική απώλεια σε σχέση με την οποία διεκδικεί εναντίον και των δύο εναγομένων γενικές, ειδικές και παραδειγματικές αποζημιώσεις. Με τα πιο πάνω σαν δεδομένα, θα ήταν βέβαια αδόκιμο και νομικά απαράδεκτο να διερευνήσει τώρα το Δικαστήριο κάποιους ισχυρισμούς που εγείρονται στην αίτηση και αφορούν την πραγματική σχέση που είχαν ή δεν είχαν κάποια πρόσωπα που αναφέρονται στην Έκθεση Απαίτησης με τους εναγομένους 2, ή το κατά πόσο έγιναν ή όχι παραστάσεις από τα πρόσωπα εκείνα και για ποιά θέματα. Αυτά είναι θέματα που αναμένεται να απασχολήσουν κατά την εξέταση της ουσίας της αγωγής. Γι΄αυτούς τους λόγους, η δεύτερη αυτή εισήγηση των εναγομένων 2 δεν ευσταθεί και απορρίπτεται.» - Ως αποτέλεσμα της άνω κρίσης το Δικαστήριο προχώρησε και παραμέρισε τόσο την άδεια για επίδοση εκτός δικαιοδοσίας όσο και την επίδοση εις την εναγομένη
  2. Ακύρωση άδειας σφράγισης δεν ετίθετο όπως έκρινε το Δικαστήριο εφόσον αυτή ουδέποτε εξασφαλίστηκε. Η πρωτόδικη ως άνω απόφαση δεν εφεσιβλήθη και ο χρόνος έφεσης παρήλθε. - Ως αποτέλεσμα της άνω κρίσης του Δικαστηρίου η ενάγουσα καταχώρισε την αίτηση ημερ. 10.2.10 μέσα στα πλαίσια της οποίας την 22.2.10 εξασφάλισε, σε σχέση με την εναγομένη 2, διατάγματα του Δικαστηρίου (α) δια σφράγιση του ειδικά οπισθογραφημένου κλητηρίου για επίδοση εις το εξωτερικό, (β) Άδεια του Δικαστηρίου για επίδοση του άνω κλητηρίου εις την εναγομένη 2 εκτός δικαιοδοσίας, (γ) άδεια δι΄ υποκατάστατο επίδοση της ειδοποίησης του κλητηρίου εντάλματος με διπλοσυστημένη επιστολή. - Στις 23.4.10 κατόπιν αίτησης της ενάγουσας ημερ. 22.4.10 δόθηκε άδεια δια υποκατάστατο επίδοση της ειδοποίησης του κλητηρίου εντάλματος για την εναγομένη 2 μέσω υπηρεσίας ταχείας αποστολής (courier service) εκτός δικαιοδοσίας. Εις την S.P.P Ltd v. Integral Equipment Sarl
(1993)1 A.A.Δ 762 στη σελ. 764 λέχθηκαν τα ακόλουθα:- «Η διαταγή για την επίδοση κλητηρίου (ειδοποίησης) εντάλματος στο εξωτερικό επιμαρτυρεί την ύπαρξη των προϋποθέσεων που θέτει η Δ.6 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας για την ανάληψη και άσκηση δικαιοδοσίας για την εκδίκαση αγωγής που στρέφεται εναντίον κάτοικου του εξωτερικού, οπόταν δικαιολογείται η επίδοση της στην αλλοδαπή. Απαραίτητη προϋπόθεση αποτελεί η ύπαρξη δικαιοδοσίας εκ μέρους του δικαστηρίου να επιληφθεί της διαφοράς. Η έκδοση διατάγματος για επίδοση στο εξωτερικό, υποδηλώνει ότι το δικαστήριο είναι αρμόδιο και έχει δικαιοδοσία να επιληφθεί του επίδικου θέματος [βλ. Sekavin S.A v. Ship "PLATON CH."
(1987)1 C.L.R 297. Η απόφαση αναφέρεται στον Κ.24 των Θεσμών Ναυτοδικείου. Τα ίδια ισχύουν και για διατάγματα που εκδίδονται βάσει της Δ.6 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας]. Διαταγή για επίδοση του κλητηρίου στο εξωτερικό, εκδίδεται μετά από μονομερή αίτηση του ενάγοντα. Διαφυλάσσεται όμως στον εναγόμενο το δικαίωμα να ακουστεί, χάριν της φυσικής δικαιοσύνης, και να ζητήσει τον παραμερισμό του διατάγματος. Το δικαίωμα κατοχυρώνεται με τις διατάξεις της Δ.16 θ.9 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Στα πλαίσια του αιτήματος για παραμερισμό του διατάγματος, μπορεί να αμφισβητηθούν τόσο τα γεγονότα που το στοιχειοθετούν όσο και η δικαιοδοτική του βάση.» Εις την Her Brit. Maj. Secr. Of State for Defence v. A.P. Lanitis Inv. Ltd
(1999)1(Β) A.A.Δ 995 στη σελ. 1002 αναφέρονται τα ακόλουθα σχετικά:- «Όπως υποδείχθηκε στην Jadranska Slobodna Plovidba v. Photos Photiades & Co
(1965)1 C.L.R. 58, στη σελ. 67, όπου ση­μειώθηκε ότι οι αρχές εφαρμογής της πανομοιότυπης Αγγλικής πρόνοιας στην 0.11 r. 4 ήταν παρόμοιες με εκείνες που εφαρμό­ζονται στην περίπτωση του Καν. 24 των Κανονισμών Ναυτοδι­κείου (βλ. Δευτερογενή Νομοθεσία, Τόμος II, σελ. 572 κ.ε.), εκείνο που απαιτείται είναι να καταδειχθεί ότι υπάρχει καλή συζητήσιμη υπόθεση. Υιοθετήθηκε εκεί το εξής απόσπασμα από την Chemische Fabrik vormals Sandoz v. Badische Anilin und Soda Fabriks [1904] 90 L.T. 733 στη σελ.735: "This does not, of course, mean that a mere statement by any deponent who is put forward to make the affidavit that he believes that there is a good cause of action is sufficient. On the other hand, the court is not, on an application for leave to serve out of jurisdiction.... called upon to try the action or express a premature opinion on its merits...» Χρειάζεται πάντως εύλογη μαρτυρία από την οποία να προκύπτει η ύπαρξη αγώγιμου δικαιώματος: βλ. Hemelryck v. William Lyall Shipbuilding Co Ltd [1921] 1 A.C. 698, στη σελ. 701. Και μάλιστα με πληρότητα. Όπως επεσήμανε ο Ιωσηφίδης, Δ. στη George D. Counnas and Sons Ltd v. Zim Israel Navigation Co. Ltd and Another
(1963)2 C.L.R. 266,268: "the plaintiff has to state in the affidavit or affidavits in support of his application the entire set of facts founding the enforceable right". To κριτήριο είναι αντικει­μενικό, με την έννοια ότι δεν αποφαίνεται το Δικαστήριο αναφο­ρικά με την αξία της μαρτυρίας. Όπως λέχθηκε στη Sekavin SA. v. Ship "Platon Ch"
(1987)1 C.L.R. 297, 300: "....the disclosure of a cause of action is solely dependent on the objective implications of the facts set forth in the affidavit and not on the examination on the merits of the factual situation. Belief in the existence of a cause of action is not of itself sufficient. The facts must give rise to the existence of a prima facie or arguable case in order for the Court to exercise its dicrection in favour of the proponent of service outside jurisdiction". Στην προκείμενη περίπτωση δεν υπήρξε ίχνος μαρτυρίας από πλευράς των εφεσίβλητων αναφορικά με τα γεγονότα. Αναφερόμαστε βέβαια στην ένορκο δήλωση ημερ. 19 Μαρτίου 1996 του κ. Σ. Ησαΐα, η οποία συνόδευε τη μονομερή αίτηση των εφεσίβλητων για σφράγιση και επίδοση ειδοποίησης του κλητηρίου εντάλματος εκτός δικαιοδοσίας. Το εύρημα του Επαρχιακού Δικαστηρίου ότι τέθηκαν ενώπιον του πολλά στοιχεία θα πρέπει οπωσδήποτε να ελάμβανε υπόψη τα όσα παρουσιάστηκαν μεταγενέστερα μέσα στο πλαίσιο της αίτησης των εφεσειόντων ημερ. 11 Μαρτίου 1997 για ακύρωση ή παραμερισμό. Αυτό όμως δεν ήταν επιτρεπτό. Όπως υπογραμμίζεται στην απόφαση της Ολομέλειας στη Sons of Afif Yamout και Άλλοι v. Schiffahrts - Ges. Elbe M.B.H. & Co.
(1994)1 Α.Α.Δ. 191, η οποία αφορούσε τον Καν. 24 των Κανονισμών Ναυτοδικείου σε σχέση με τον οποίο, όπως ήδη αναφέραμε, εφαρμόζονται οι ίδιες όπως και εδώ αρχές, το ζήτημα κρίνεται αποκλειστικά με βάση το υλικό που συνοδεύει την αρχική αίτηση για άδεια. Το εξής απόσπασμα από την Amathus Navigation Co. Ltd v. Concord Express Liners κ.ά.
(1993)1 Α.ΑΔ. 1030, μια από τις δυο αποφάσεις στις οποίες αναφέρθηκε εκεί η Ολομέλεια, εξη­γεί με σαφήνεια την αναγκαιότητα αυτού του περιορισμού (στη σελ. 1033): «Το αντικείμενο της διαδικασίας παραμένει το ίδιο με εκείνο της μονομερούς αίτησης (δηλαδή, η διαπίστωση των προϋποθέσεων για την άσκηση δικαιοδοσίας σε σχέση με πρόσωπο το οποίο ευρίσκεται εκτός της επικράτειας. Γι΄ αυτό η μόνη μαρτυρία στην οποία ο ενάγων μπορεί να στηριχθεί, είναι εκείνη η οποία στοιχειοθέτησε την αίτησή του για την παροχή άδειας για επίδοση στο εξωτερικό.» Όλα τα πιο πάνω υπό κανονικές συνθήκες ασφαλώς θα αποφάσιζαν καθοριστικά την υπό εξέταση αίτηση πλην όμως ο κεντρικός άξονας όλων έχει αποφασιστεί ήδη από το Δικαστήριο εις την απόφαση του ημερ. 23.12.08 η οποία εν εκτάσει έχει αναφερθεί πιο πάνω και είναι η ειδοποιός διαφορά εις την παρούσα υπόθεση. Εις τη Σοφοκλέους ν. Ταβελούδη κ.α
(2002)1(Α) Α.Α.Δ 92 στη σελ. 100 αναφέρονται:- «Δεδικασμένο δημιουργείται μεταξύ των ιδίων προσώπων υπό την ίδια ιδιότητα πάνω σε θέμα που κρίθηκε δικαστικά και εφόσον πρόκειται για το ίδιο αντικείμενο.» Εις τα περιστατικά της παρούσας υπόθεσης όλα τα πιο πάνω ισχύουν και εφαρμόζονται πλήρως. Συνεπώς, με την απόφαση του Δικαστηρίου ημερ. 23.12.08 ότι «ο ενάγοντας εις την Έκθεση Απαίτησης έθεσε ικανοποιητικό υλικό από το οποίο καταδεικνύεται η ύπαρξη βάσης και αιτία αγωγής εναντίον της εναγομένων 2» δημιουργήθηκε δεδικασμένο επί του θέματος το οποίο αποτελεί κώλυμα έγερσης του εκ νέου υπό της εναγομένης 2 (βλ. Carter (Αρ. 3)
(1996)1(Α) A.A.Δ 403, Level Tachexcavs Ltd (Aρ.2)
(1995)1 Α.Α.Δ 1105, Ευαγγέλου (Αρ. 3)
(2000)1(Β) Α.Α.Δ 913, Παπαμιχαήλ ν. Παμπόρης Εργ. Ετ. Λτδ
(2009)1(Α) Α.Α.Δ 563.) Το θέμα εξαντλείται μέχρι εδώ. Όμως θα ήθελα να προσθέσω ότι, είναι η γνώμη μου ότι θα ήταν αθεράπευτη τυπολατρία η οποία παρεμποδίζει τη διαδικασία και απονομή της δικαιοσύνης τυχόν εμμονή ότι εκ νέου ο ενάγοντας, παρ΄ όλη την απόφαση του Δικαστηρίου ημερ. 23.12.08 επί του θέματος να υποχρεωθεί εκ νέου και μεταγενέστερα να περιλάβει το ίδιο υλικό εις την ένορκη δήλωση του ημερ. 10.2.10 προκειμένου να καταδείξει ότι έχει «εκ πρώτης όψεως καλή αιτία αγωγής εναντίον της εναγομένης 2» ώστε να ικανοποιήσει το Δικαστήριο περί τούτου σύμφωνα με τη Δ.6 θ.
  1. Τα πιο πάνω συμπαρασύρουν και όλους τους ισχυρισμούς περί μη αποκάλυψης που εν πάση περιπτώσει μπορούσαν να προβληθούν κατά την εξέταση της πρώτης αίτησης της εναγομένης 2 επί του ιδίου θέματος ημερ. 16.4.
  2. Δεν μου διαφεύγει ότι τα όσα περιλαμβάνονται εις την Έκθεσης Απαίτησης είναι ισχυρισμοί και τα όσα περιλαμβάνονται εις την ένορκη δήλωση είναι μαρτυρία. Παράλληλα όμως δεν μου διαφεύγει ότι η Δ.6 θ.4 αναφέρεται σε αίτηση που στηρίζεται εκτός από ένορκη δήλωση σε άλλο αποδεικτικό υλικό (other evidence) που να ικανοποιεί το Δικαστήριο ότι ο ενάγοντας έχει εκ πρώτης όψεως καλή αιτία αγωγής. Η απόφαση του Δικαστηρίου ημερ. 23.12.08 δεν μπορεί παρά να είναι το καλύτερο δυνατό «αποδεικτικό υλικό». Όσον αφορά τους λόγους δια τους οποίους υποβλήθηκε η αίτηση ημερ. 10.2.10 είναι εμφανείς από την ίδια την αίτηση και ένορκη δήλωση που τη συνοδεύει (βλ. παράγρ. 2,3,4,7,8,9 και 10). Αναφορικά με την άδεια του Δικαστηρίου ημερ. 22.2.10 δια υποκατάστατο επίδοση εις την εναγομένη 2-αιτήτρια της ειδοποίησης του Κλητηρίου Εντάλματος με διπλοσυστημένη επιστολή στην διεύθυνση της εις Λονδίνο όπως και η 'Αδεια του Δικαστηρίου ημερ. 23.4.10 δια υποκατάστατο επίδοση ως άνω μέσω υπηρεσίας ταχείας αποστολής (courier service) και των ισχυριζομένων υπο της αιτήτριας αντιθεση τους με τις πρόνοιες του Κανονισμού (Ε.Κ) 1393/07 παρατηρώ τα ακόλουθα:- Το άρθρο 10(α) του περί της Συμβάσεως περί της εν τη Αλλοδαπή Επιδόσεως Δικαστικών και ετέρων εγγράφων εις Αστικές και Εμπορικές υποθέσεις (Κυρωτικός) Νόμος του 1982 (Ν.40/82) επιτρέπει «την ελευθερίαν αποστολής δικαστικών εγγράφων ταχυδρομικώς εις πρόσωπα εν τη αλλοδαπή» υπό την προϋπόθεση ότι το Κράτος προορισμού δεν ενίσταται. Εις την παρούσα υπόθεση Κράτος προορισμού είναι το Ηνωμένο Βασίλειο και δεν ετέθη ενώπιον του Δικαστηρίου ότι το κράτος αυτό ενίσταται. (βλ. Kean Soft Drinkis Ltd v. Satum. Cont. Lines N.V κ.α.
(2001)1(Γ) Α.Α.Δ 1784, 1789). Ο Κανονισμός (Ε.Κ) 1393/07 της 13.11.107 υπερισχύει τόσο της Eθνικής Nομοθεσίας αλλά και Συμβάσεων μεταξύ Κρατών μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης (βλ. Article 20(i)] Εις τον Κανονισμό 393/07 Article 15 προβλέπεται:- «Article 15 Direct Service Any Person interested in a judicial proceeding may effect service of judicial documents directly through the judicial officers, officials or other competent persons of the Member State addressed, where such direct service is permitted under the law of that Member State." Εις την υπό εξέταση υπόθεση δόθηκε άδεια δια επίδοση με διπλοσυστημένη επιστολή. Αυτό συνεπάγεται τη συνδρομή των Αγγλικών Ταχυδρομείων διά επίτευξη της παράδοσης των εγγράφων και επιστροφή της σχετικής αποδεικτικής κάρτας παραλαβής. Ασφαλώς δεν μπορεί να τεθεί σοβαρά και βάσιμα ότι τα αγγλικά ταχυδρομεία δεν είναι «competent persons" εν τη εννοία του άνω Κανονισμού. Είμαι της γνώμης ότι η επίδοση που έγινε με διπλοσυστημένη επιστολή δια τους λόγους που αναφέρονται πιο πάνω δεν είναι αντίθετη με τις πρόνοιες του Κανονισμού 1393/07. Αντίθετα, εκείνο που ξεκάθαρα φαίνεται από τον άνω Κανονισμό είναι ότι η παρασχεθείσα άδεια ημερ. 23.4.10 δι υποκατάστατο επίδοση μέσω υπηρεσίας ταχείας αποστολής (courier service) δεν καλύπτεται από τις πρόνοιες του. Το άρθρο 14 πιστεύω δεν καλύπτει την περίπτωση Εις το Άρθρο 1
(3)αναφέρεται ρητά ότι ο όρος «Member State" σημαίνει Member State (Κράτος Μέλος) εκτός της Δανίας. Συνεπώς δεν καλύπτει πρόσωπο (person) κάτι το οποίο κάνει στο άρθρο 15. Ο τύπος του κλητηρίου εντάλματος που χρησιμοποιήθηκε και καταχωρήθηκε από την ενάγουσα είναι Κλητήριο Ειδικώς Οπισθογραφημένο (Ο.2 r.6). Σύμφωνα με την Δ.2 θ.6
(4)αγωγές όπου προβάλλονται ισχυρισμοί δόλου δεν μπορεί να χρησιμοποιηθεί το άνω κλητήριο ένταλμα. Εις το υπό εξέταση κλητήριο ένταλμα εις την παράγρ. 20, 20(η)(θ) γίνεται αναφορά σε δόλο των Εναγομένων. Σύμφωνα με τη Δ.64
(1)
(1)αυτό αποτελεί παρατυπία και δεν καθιστά άκυρη τη διαδικασία. Η άνω διαταγή προνοεί ρητά ότι η μη συμμόρφωση μεταξύ άλλων με τον τύπο ή περιεχόμενο κατά την έναρξη της αποιασδήποτε διαδικασίας, δεν θα καθιστά άκυρη τη διαδικασία αλλά θα θεωρείται παρατυπία. Η Δ.64
(1)
(3)αναφέρει ότι «Το Δικαστήριο δε θα παραμερίζει εξ ολοκλήρου .. το κλητήριο ένταλμα .. για το λόγο ότι έχει χρησιμοποιηθεί διαφορετικό εναρκτήριο μέσο για την έναρξη της διαδικασίας από εκείνο που απαιτεί οποιοσδήποτε από τους παρόντες Κανονισμούς.» Η Διάταξη αυτή έχει προέλθει από τους Θεσμούς που ίσχυαν στην Αγγλία. Στην Ετήσια Δικονομική Πρακτική του 1970, σελ. 8 κάτω από το Αγγλικό O.2 r.3 που είναι πανομοιότυπο με το δικό μας θ.
(1)
(3)σχολιάζεται ότι εάν η διαδικασία έχει αρχίσει π.χ. με κλητήριο ένταλμα αντί με εναρκτήρια κλήση η διαδικασία δεν είναι άκυρη και δεν θα παραμεριστεί. Θα πρέπει συνεπώς η θεραπεία ν΄ αναζητηθεί αλλού. Αυτή μπορεί να ανευρεθεί στη Δ.64 θ.
(1)
(2)ο οποίος προνοεί ότι «το Δικαστήριο δύναται ν' ασκήσει τις εξουσίες που του παρέχουν γενικά οι θεσμοί και να επιτρέψει τέτοιες τροποποιήσεις ... και να εκδώσει τέτοιο διάταγμα εάν χρειάζεται όπως κρίνει πρέπον σε σχέση με τη διαδικασία». Το Δικαστήριο είναι της γνώμης ότι στα άνω πλαίσια και λαμβάνοντας υπόψη ότι ουδεμία βλάβη ή ζημιά προεκλήθη ή προκαλείται στην εναγομένη 2 μπορεί να εκδώσει την κατάλληλη διαταγή δι΄ υποβολή αίτησης τροποποίησης ή άλλης κατάλληλης θεραπείας υπό του ενάγοντα, υπό όρους που θα θεωρήσει κατάλληλους, αναφορικά με το χρόνο υποβολής της και έξοδα. Τέλος όσον αφορά τον ισχυρισμό ότι η διαταγή δι΄ υποκατάστατο επίδοση με διπλοσυστημένη επιστολή είναι σε αντίθεση με τη Δ.2θ.5 Δ.5Α και Δ.6 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας καθότι η άνω επιλογή χορηγείται μόνο στην περίπτωση που ένας ενάγων πείσει το Δικαστήριο ότι έχουν αποτύχει όλες οι εύλογες προσπάθειες που κατέβαλε ώστε να επιδόσει με τον προβλεπόμενο από το νόμο κανονικό τρόπο στον Εναγόμενο πιστεύω ότι δεν είναι βάσιμος. Είναι παραδεκτό ότι η εναγομένη 2 έχει έδρα της το Λονδίνο. Ο ενάγων, ως αποτέλεσμα, είχε τις επιλογές επίδοσης που προέβλεπε το Άρθρο 14-15 του Κανονισμού 1393/
  1. Επέλεξε αυτή του Άρθρου
  2. Η επιλογή αυτή είναι καθόλα νόμιμη και προς ικανοποίηση του Δικαστηρίου., Δι΄ όλους τους πιο πάνω λόγους που προσπάθησα να εξηγήσω η αίτηση επιτυγχάνει αναφορικά με το Διάταγμα του Δικαστηρίου ημερ. 23.4.10 δι΄ υποκατάστατο επίδοση της ειδοποίησης του κλητηρίου εντάλματος μέσω υπηρεσίας ταχείας αποστολής (courier service) στην εναγομένη 2 το οποίο παραμερίζεται και ακυρούται. Επίσης εκδίδεται διαταγή όπως εντός 21 ημερών από σήμερα ο ενάγοντας υποβάλει αίτηση δια τροποποίηση του κλητηρίου εντάλματος ή άλλη κατάλληλη θεραπεία εφόσον επιλέξει να παραμείνει με τους ίδιους ισχυρισμούς. Σε περίπτωση μη υποβολής της ως άνω αίτησης εντός της ως άνω ταχθείσης προθεσμίας η αγωγή εναντίον της εναγομένης 2 αυτόματα παραμερίζεται και ακυρούται με έξοδα εις βάρος του Ενάγοντα όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή. Όσον αφορά τα έξοδα αφού λαμβάνω υπόψη ότι η αίτηση απέτυχε κατά μεγάλο μέρος της, κρίνω ότι είναι ορθό και δίκαιο να επιδικαστούν το ½ των εξόδων εναντίον του Ενάγοντα όπως αυτά θα υπολογιστούν από την Πρωτοκολλητή. (Υπ) Λ. Παρπαρίνος Π.Ε.Δ. ΠΙΣΤΟ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ /γκ c:\my documents\parparinos 2010-11/interim decisions cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.