Τραπέζης Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ ν. Αντώνης Δημητρίου κ.α., Αρ. Αγωγής: 5480/06, 21 Μαρτίου, 2011 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2011:A103 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑ Ενώπιον: Μ. Παπαδοπούλου, Ε. Δ. Αρ. Αγωγής: 5480/06 Μεταξύ: Τραπέζης Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ Ενάγοντες και
- Αντώνης Δημητρίου
- Βίκυ Δημητρίου Εναγομένων Ημερομηνία: 21 Μαρτίου,
- Για τους Ενάγοντες: κα Μ. Αντωνίου για Χρυσαφίνης & Πολυβίου Για τους Εναγόμενους αρ. 1 και 2: κ. Χρ. Τριανταφυλλίδης ΑΠΟΦΑΣΗ Με το ειδικά οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα, οι Ενάγοντες αξιούν εναντίον των Εναγομένων αρ. 1 και 2 ποσό Λ.Κ. 4.409,21 πλέον τόκους προς 9% από 20.7.2006 με κεφαλαιοποίηση αυτών δύο φορές ετησίως. Συγκεκριμένα, όπως προκύπτει από την Έκθεση Απαιτήσεως, είναι η θέση των Εναγόντων ότι, δυνάμει εγγράφου συμφωνίας ημερ. 18.3.1998 συμφωνήθηκε όπως οι Ενάγοντες εγκρίνουν στον Εναγόμενο αρ. 1 δάνεια και τραπεζικές διευκολύνσεις υπό την εγγύηση της Εναγομένης αρ.
- Οι Ενάγοντες άνοιξαν επ' ονόματι του Εναγομένου αρ. 1 τον τρεχούμενο λογαριασμό με αρ. 0174 - 12 - 009371 (0184 - 22 - 004862), ο οποίος κατά παράβαση της μεταξύ των διαδίκων συμφωνίας καταδείκνυε το αξιούμενο υπόλοιπο. Οι Ενάγοντες τερμάτισαν την λειτουργία του προαναφερόμενου λογαριασμού και κάλεσαν τους Εναγόμενους να ξοφλήσουν το οφειλόμενο υπόλοιπο, πλην όμως αυτοί παρέλεψαν να το πράξουν. Οι Εναγόμενοι αρ. 1 και 2 με την Υπεράσπιση τους αρνούνται την απαίτηση των Εναγόντων. Ουσιαστικά, η δικογραφημένη θέση τους είναι ότι έχει καταρτισθεί νέα μεταγενέστερη συμφωνία μεταξύ των διαδίκων, η οποία αντεκατέστησε την συμφωνία επί της οποίας εδράζεται η αγωγή, και κατ' επέκταση οι Ενάγοντες εμποδίζονται (are estopped) από του να απαιτούν το αξιούμενο ποσό, αφού οι ίδιοι με την συμπεριφορά τους έχουν απαλλάξει τους Εναγόμενους από οποιαδήποτε υποχρέωση. Προς απόδειξη της υπόθεσης των Εναγόντων μαρτυρία έδωσαν οι κ.κ. Χριστόδουλος Παπάλαμπριανού και Γιάννος Γεωργίου, ενώ εκ μέρους των Εναγομένων μαρτυρία έδωσε μόνο ο Εναγόμενος αρ.
- Ο κ. Παπαλαμπριανού ανέφερε ότι είναι υπάλληλος των Εναγόντων και από το 1995 εργάζεται στο Τμήμα Παρακολούθησης Προβληματικών Λογαριασμών. Την 18.3.1998 υπεγράφη μεταξύ των Εναγόντων και του Εναγομένου αρ. 1 Συμφωνία με την οποία οι Ενάγοντες παρείχαν στον Εναγόμενο αρ. 1 δάνεια. Την 30.11.1999 με βάση απόφαση των Εναγόντων η οποία έγινε δεκτή από τον Εναγόμενο αρ. 1 την 13.12.1999, οι Ενάγοντες επανενέκριναν την παραχώρηση σε αυτόν ορίου τραπεζικού λογαριασμού ύψους Λ.Κ.2.500,
- Την 18.3.1998 επίσης, η Εναγόμενη αρ. 2 υπέγραψε συμφωνία εγγύησης για ποσό μέχρι Λ.Κ.6.000,00 με την οποία εγγυήθηκε όλες τις υποχρεώσεις του Εναγομένου αρ. 1 προς τους Ενάγοντες, ενώ την 13.12.1999 υπέγραψε άλλη τέτοια συμφωνία για ποσό μέχρι Λ.Κ.10.000,00 πλέον τόκους. Οι Ενάγοντες άνοιξαν επ' ονόματι του Εναγομένου αρ. 1 τον τρεχούμενο λογαριασμό με αρ. 0174 - 12 - 009371 (ο οποίος μετέπειτα άλλαξε σε 0148 - 12 - 002342, σε 0110 - 22 - 079249 και τελικά σε 0184 - 22 - 004862). Ο Εναγόμενος αρ. 1, ανέφερε ο κ. Παπαλαμπριανού, παραβίασε τους όρους της συμφωνίας, και ο λογαριασμός καταδείκνυε υπόλοιπο οφειλόμενο στους Ενάγοντες Λ.Κ.4.409,21 πλέον τόκο προς 9% ετησίως από 20.7.2006 επί ποσού Λ.Κ.3.025,
- Ο ίδιος, όμως, προέβη σε ανακατασκεύαση λογαριασμού αφού αφαίρεσε διάφορα ποσά και χρεώσεις τα οποία οι Ενάγοντες δεν διεκδικούν. Δυνάμει της ανακατασκευασμένης αυτής κατάστασης λογαριασμού ήταν η θέση του ότι οι Εναγόμενοι αρ. 1 και 2 οφείλουν στους Ενάγοντες ποσό Λ.Κ.2.559,66 πλέον τόκο προς 9% ετησίως από 20.7.2006 επί ποσού Λ.Κ.2.546,
- Την 22.9.2000 οι Ενάγοντες τερμάτισαν την λειτουργία του λογαριασμού, και κάλεσαν τους Εναγόμενους όπως ξοφλήσουν το πιο πάνω υπόλοιπο, πλην όμως αυτοί δεν ανταποκρίθηκαν. Όπως περαιτέρω ανέφερε ο Μ.Ε.1, ο τότε διευθυντής του Τμήματος Recoveries κ. Φοίβος Στασόπουλος είχε συναντήσεις με τον Εναγόμενο αρ. 1 και τον δικηγόρο του, στις οποίες συζητήθηκαν οι οφειλές τόσο του Εναγομένου στους προσωπικούς του λογαριασμούς, όσο και υπό την ιδιότητα των Εναγομένων ως εγγυητές της εταιρείας Tromec Ltd. Κατέληξαν σε ένα «πλαίσιο διευθέτησης» για το σύνολο των οφειλών αυτών, και εισπράχθηκαν και διάφορα ποσά εντός του πλαισίου αυτού. Ήταν η θέση του κ. Παπαλαμπριανού ότι, μετά τις προαναφερόμενες καταθέσεις, παρέμεινε υπόλοιπο Λ.Κ.40.000,00 προς πλήρη αποπληρωμή. Ο κ. Γιάννος Γεωργίου ανέφερε ότι είναι Λειτουργός στο Τμήμα Προβληματικών Λογαριασμών. Ο Εναγόμενος αρ. 1 διατηρούσε 4 λογαριασμούς με τους Ενάγοντες και ένα λογαριασμό με τον Οργανισμό Χρηματοδοτήσεως Τραπέζης Κύπρου, ενώ η Εναγόμενη αρ. 2 ήταν εγγυήτρια σε αριθμό λογαριασμών, τόσο τρεχούμενων, όσο και δανείων και ενοικιαγορών του Εναγομένου αρ. 1 και της Tromec Ltd. Περί τον Απρίλιο 2001 έγινε ένα πλαίσιο διευθέτησης μεταξύ των Εναγόντων και του Εναγομένου με σκοπό την διευθέτηση του συνόλου των υποχρεώσεων των Εναγομένων, όπου οι Ενάγοντες μείωσαν κατά πολύ τα οφειλόμενα ποσά και έθεσαν και ευνοϊκά χρονοδιαγράμματα αποπληρωμής. Οι Εναγόμενοι τήρησαν ένα μέρος του πλαισίου αυτού, αλλά δεν το υλοποίησαν πλήρως. Ο Μ.Ε.2 ισχυρίστηκε ότι οι Εναγόμενοι γνώριζαν ότι σε περίπτωση μερικής ή ατελούς συμπλήρωσης του πλαισίου θα ευθύνονταν για ολόκληρο το οφειλόμενο. Αυτό, ανέφερε, είχε λεχθεί κατά την συνάντηση που έλαβε χώρα την 29.8.2006 μεταξύ των Εναγομένων, του κ. Χατζηκαλλή και του ιδίου. Οι Εναγόμενοι κατέβαλαν στα πλαίσια της διευθέτησης το ποσό των Λ.Κ.83.500,00, αλλά δεν είχαν ενημερωθεί σε ποίους λογαριασμούς κατατέθηκε το ποσό αυτό. Ο Εναγόμενος αρ. 1 ανέφερε ότι στο παρελθόν υπήρξε διευθυντής της εταιρείας Tromec Ltd η οποία σταμάτησε τις εργασίες της το
- Κατά τον χρόνο αυτό τόσο ο ίδιος όσο και η προαναφερόμενη εταιρεία όφειλαν διάφορα ποσά στους Ενάγοντες, και η Εναγόμενη αρ. 2 ήταν εγγυήτρια των χρεών αυτών. Κατά τις αρχές του 2001 είχαν συναντήσεις με τον κ. Φοίβο Στασόπουλο εκ μέρους των Εναγόντων, και τον Απρίλιο 2001 κατέληξαν σε συμφωνία με αυτόν αναφορικά με την διευθέτηση όλων των υποχρεώσεων της Tromec Ltd και του ιδίου. Την συμφωνία αυτή αποτύπωσε ο κ. Στασόπουλος ιδιοχείρως. Βάσει αυτής ο Εναγόμενος αρ. 1 κατέβαλε σημαντικά ποσά και ισχυρίστηκε ότι παρέμεινε υπόλοιπο οφειλόμενο στους Ενάγοντες ποσό Λ.Κ. 30.000,00, ενώ οι Ενάγοντες ισχυρίζονται ότι παρέμεινε υπόλοιπο Λ.Κ.40.000,
- Ήταν η θέση του Εναγομένου αρ. 1 ότι ο κ. Στασόπουλος του είχε αναφέρει ότι από τα ποσά που θα εισπράττονταν θα ξοφλούντο πρώτα τα ποσά που όφειλε προσωπικά, και μετά αυτά που όφειλε η Tromec Ltd. Ισχυρίστηκε ότι ο ίδιος προέβη σε όλες τις ενέργειες που έπρεπε και υλοποίησε στο μεγαλύτερο μέρος την Συμφωνία του Απρίλη 2001, και ότι οι Ενάγοντες δεν δικαιούνται να επικαλούνται τις προγενέστερες συμφωνίες. ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ Ο κ. Παπαλαμπριανού μου έκανε καλή εντύπωση ως μάρτυρας, ενώ υπήρξε αντικειμενικός και σταθερός στην εκδοχή του. Σημειώνω ότι κατά την αντεξέταση στην οποία τον υπέβαλε ο ευπαίδευτος συνήγορος για τους Εναγόμενους, ουσιαστικά δεν αμφισβητήθηκε είτε η ειλικρίνεια του μάρτυρα είτε το αληθές των όσων αυτός είχε αναφέρει κατά την κυρίως εξέταση του, αλλά η αντεξέταση επικεντρώθηκε ουσιαστικά στην προβολή της θέσης της Υπεράσπισης περί της ύπαρξης νέας συμφωνίας μεταξύ των διαδίκων. Τούτου δεδομένου την μαρτυρία του κ. Παπαλαμπριανού αποδέχομαι. Ο κ. Γιάννος Γεωργίου επίσης μου έκανε καλή εντύπωση ως μάρτυρας, και δεν κλονίστηκε κατά την αντεξέταση στην οποία υπεβλήθη. Καλή εντύπωση μου έκανε το ότι παραδεχόταν γεγονότα αυθόρμητα, όπως το ότι οι Εναγόμενοι δεν είχαν ενημερωθεί ως προς το σε ποίους λογαριασμούς κατατίθεντο τα χρήματα. Με έπεισε επίσης ότι οι Εναγόμενοι γνώριζαν ότι εάν δεν τηρείτο το καθορισθέν πλαίσιο διευθέτησης τότε θα ήταν πληρωτέο ολόκληρο το οφειλόμενο ποσό. Ο Εναγόμενος αρ. 1 δεν με έπεισε ως προς την εκδοχή την οποία προέβαλε στο Δικαστήριο, και πιστεύω ότι μεγάλο μέρος της αποτελούσε εκ των υστέρων σκέψεις εις μίαν προσπάθεια αποφυγής των υποχρεώσεων του. Αναφορικά με την μαρτυρία του παρατηρώ ενδεικτικά τα εξής: - Ο Εναγόμενος αρ. 1 επέμενε ότι τα όσα συζήτησαν με τον κ. Στασόπουλο αποτελούσαν συμφωνία, και ότι «όλη η συμφωνία ήταν .. απεικονισμένη» στο Τεκμήριο 10, ενώ απέρριπτε την θέση των Εναγόντων ότι το Τεκμήριο 10 αποτελούσε απλά μίαν καταγραφή των οφειλών των Εναγομένων και ένα πλαίσιο διευθέτησης αυτών. Η θέση αυτή του Εναγομένου αρ. 1 δεν έπεισε. Το ίδιο το Τεκμήριο 10 αναφέρει ότι πρόκειται περί πρότασης («Proposal»), ενώ επίσης επί αυτού αναγράφονται οι λέξεις «to confirm». Περαιτέρω από το περιεχόμενο των επιστολών Τεκμήρια 13, 14, 15, 16 και 17 προκύπτει ότι το Τεκμήριο 10 αποτελούσε απλά μίαν πρόταση, η οποία μάλιστα διαφοροποιείτο συνεχώς. - Δέχτηκε ότι όφειλε ποσά στους Ενάγοντες, και ότι κατά το 2000 όλοι οι λογαριασμοί που τον αφορούσαν παρουσίαζαν ήδη καθυστερήσεις. Επίσης δέχτηκε ότι ακόμη και μετά από τις πληρωμές στις οποίες προέβησαν οι Εναγόμενοι παρέμεινε οφειλόμενο κάποιο ποσό, απλά η δική του θέση ήταν ότι αυτό ανερχόταν σε Λ.Κ. 30.000,00 αντί Λ.Κ.40.000,00 όπως ισχυρίζονταν οι Ενάγοντες. Συνεπώς, ακόμη και αν ήθελε γίνει δεκτή η δική του θέση ότι όφειλε Λ.Κ.30.000,00, το ποσό αυτό και πάλι υπερβαίνει κατά πολύ το ποσό της παρούσας αγωγής, ενώ καταδεικνύει ότι το πλαίσιο διευθέτησης δεν τηρήθηκε από τους Εναγόμενους. - Κατά την αντεξέταση του ισχυρίστηκε ότι διατηρούσε μόνο ένα προσωπικό λογαριασμό με τους Ενάγοντες, σε άλλο όμως στάδιο ανέφερε ότι δεν διαφωνούσε με υποβολή ότι με αυτούς διατηρούσε ένα τρεχούμενο λογαριασμό και ένα δάνειο. - Ο ισχυρισμός του Εναγομένου αρ. 1 ότι θεωρούσε ότι τα προσωπικά του χρέη έχουν ξοφληθεί, αντιφάσκει με το περιεχόμενο των επιστολών Τεκμήρια 24 και 25, όπου ο συνήγορος των Εναγομένων αρ. 1 και 2 κάνει αναφορά σε υποχρεώσεις των Εναγομένων αρ. 1 και
- - Ο Εναγόμενος αρ. 1 έκανε θέμα κατά την μαρτυρία του ως προς το γιατί δεν ενημερώθηκε ποτέ σε ποίους λογαριασμούς κατατίθεντο τα χρήματα. Η θέση αυτή του Εναγομένου θεωρώ ότι προβλήθηκε για σκοπούς εντυπωσιασμού και μόνο αφού, αφ' ενός δεν ζήτησε ποτέ να ενημερωθεί για κάτι τέτοιο αφού θεωρούσε, ως ισχυρίστηκε, ότι αποτελούσε υποχρέωση των Εναγόντων να τον ενημερώνουν, και, αφ' ετέρου, η παράγραφος 8 της Συμφωνίας Τεκμήριο 1 προβλέπει ακριβώς ότι οι Ενάγοντες έχουν δικαίωμα να μεταφέρουν οποιαδήποτε ποσά σε πίστη του Εναγομένου σε οποιοδήποτε λογαριασμό για εξόφληση μέρους ή όλων των υποχρεώσεων του πελάτη. - Ενώ ο Εναγόμενος δέχτηκε ότι τον Αύγουστο 2006 είχε συνάντηση στα γραφεία των Εναγόντων με τους κ.κ. Χ'Καλλή και Γεωργίου, αρχικά ισχυρίστηκε ότι η συνάντηση αυτή αποτελούσε μία προσπάθεια γεφύρωσης της διαφοράς που προέκυψε ως προς το κατά πόσο η οφειλή των Εναγομένων ανήρχετο σε Λ.Κ.30.000,00 ή Λ.Κ.40.000,00, ενώ όταν ρωτήθηκε κατά την αντεξέταση τι συζητήθηκε εκεί απάντησε «δεν μπορώ να σου πω, ήταν προσωπικό το θέμα». - Με το Τεκμήριο 19 ο συνήγορος των Εναγομένων αναγνωρίζει ότι οφείλεται στους Ενάγοντες ποσό από τους Εναγόμενους, και ζητά όπως μην ληφθούν μέτρα εκτέλεσης εναντίον τους. - Ο Εναγόμενος αρ. 1 δέχτηκε ότι χρωστούσε κάποιο ποσό στους Ενάγοντες, δέχτηκε επίσης ότι τα ποσά που οι Ενάγοντες απεδέχθησαν να λάβουν στα πλαίσια της διευθέτησης ήσαν χαμηλότερα από αυτά που όντως όφειλαν οι Εναγόμενοι, καθώς και ότι το μειωμένο ποσό θα έπρεπε να καταβληθεί εντός συγκεκριμένων χρονοδιαγραμμάτων, ενώ παραδέχτηκε και ότι οι Εναγόμενοι δεν τήρησαν τα προαναφερόμενα χρονοδιαγράμματα. Εν' τούτοις επέμενε ότι οι Ενάγοντες δεν είχαν δικαίωμα να αξιώνουν ολόκληρη την σε αυτούς οφειλή. - Σε όλα τα Τεκμήρια στα οποία γίνεται αναφορά από τους Ενάγοντες σε διαγραφή κάποιων χρεών και απαλλαγή των Εναγομένων αρ. 1 και 2 από αυτά, όλες οι εν λόγω αναφορές γίνονται υπό την αίρεση ότι θα τηρηθούν τα χρονοδιαγράμματα και οι καταθέσεις, αφού παντού χρησιμοποιείται η λέξη «νοουμένου». Δεδομένου ότι ο ίδιος ο Εναγόμενος αρ. 1 αποδέχθηκε ότι αυτά δεν τηρήθηκαν, αδυνατώ να κατανοήσω την επιμονή του στην θέση ότι οι Ενάγοντες δικαιούνται εν πάση περιπτώσει στην αξίωση μόνο του μειωμένου ποσού. - Στην επιστολή Τεκμήριο 17 φαίνεται ότι το ποσό που θα έπρεπε να καταβάλουν οι Εναγόμενοι ώστε να λάβει χώρα η διαγραφή των λοιπών τους υποχρεώσεων ήταν Λ.Κ.40.000,00 και όχι Λ.Κ.30.000,00 όπως ισχυρίστηκε ο Εναγόμενος αρ.
- - Η όλη στάση του Εναγομένου αρ. 1 κατά την μαρτυρία του κατέδειξε ότι αυτός θεωρούσε ως δεδομένο ότι οι Ενάγοντες ήσαν υπόχρεοι να δεχτούν να εισπράξουν χαμηλότερο ποσό από το πραγματικά οφειλόμενο. Ειδικότερα δε έδιδε την εντύπωση ότι θεωρούσε ότι το γεγονός ότι ο ίδιος προέβη σε κάποιες πληρωμές έναντι του χρέους του συνιστούσε ενέργεια η οποία ήταν κάτι πέραν αυτού που όφειλε εν πάση περιπτώσει να πράξει και που συνιστούσε ούτως ή άλλως υποχρέωση του, και ότι για την πληρωμή ποσών έναντι των χρεών του θα πρέπει να επαινεθεί. Της πιο πάνω αξιολόγησης δεδομένης, αποτελεί εύρημα μου ότι οι Ενάγοντες είναι Τραπεζικός Οργανισμός που ασχολείται με Τραπεζικές εργασίες. Την 18.3.1998 οι Ενάγοντες και ο Εναγόμενος αρ. 1 σύνηψαν την Συμφωνία Τεκμήριο 1, με την οποία οι Ενάγοντες παραχώρησαν στον Εναγόμενο αρ. 1 πιστωτικές διευκολύνσεις. Την 30.11.1999, με απόφαση των Εναγόντων η οποία έγινε δεκτή από τον Εναγόμενο αρ. 1 την 13.12.1999 (Τεκμήριο 2) οι Ενάγοντες επανέγκριναν την παραχώρηση ορίου τραπεζικού λογαριασμού στον Εναγόμενο αρ. 1 ύψους Λ.Κ.2.500,
- Η Εναγόμενη αρ. 2 την 18.3.1998 υπέγραψε την Συμφωνία Εγγύησης Τεκμήριο 3 με την οποία εγγυήθηκε υποχρεώσεις του Εναγομένου αρ. 1 προς τους Ενάγοντες μέχρι ποσού Λ.Κ.6.000,00, ενώ την 13.12.1999 υπέγραψε την Συμφωνία Εγγύησης Τεκμήριο 4 για τις ίδιες υποχρεώσεις, μέχρι όμως ποσού Λ.Κ.10.000,
- Οι Ενάγοντες άνοιξαν τον τρεχούμενο λογαριασμό με αριθμό 0174 - 12 - 009371 επ' ονόματι του Εναγομένου αρ. 1, ο οποίος μετά από αναριθμήσεις σήμερα φέρει αριθμό 0184 - 22 -
- Ο εν λόγω λογαριασμός, μετά την ανακατασκευή του με την αφαίρεση ποσών τα οποία οι Ενάγοντες επέλεξαν να μην διεκδικήσουν Δικαστικώς, παρουσίαζε υπόλοιπο οφειλόμενο στους Ενάγοντες ύψους Λ.Κ.2.559,66 πλέον τόκους. Την 22.9.2000 οι Ενάγοντες τερμάτισαν την λειτουργία του πιο πάνω λογαριασμού και κάλεσαν τους Εναγόμενους αρ. 1 και 2 να ξοφλήσουν το υπόλοιπο. Ο Εναγόμενος αρ. 1 κατά τον ουσιώδη χρόνο διατηρούσε 4 λογαριασμούς με το συγκρότημα των Εναγόντων, ενώ τόσο αυτός όσο και η Εναγόμενη αρ. 2 ήσαν εγγυητές των οφειλών της εταιρείας Tromec Ltd. Τον Απρίλιο 2001 έλαβαν χώρα συναντήσεις με τον κ. Στασόπουλο εκ μέρους των Εναγόντων. Στην συνάντηση ημερομηνίας 20.4.2001 έγινε καταγραφή των οφειλών των Εναγομένων αρ. 1 και 2 στο Τεκμήριο 10, τόσο ως πρωτοφειλέτες όσο και ως εγγυητές της Tromec Ltd, και προτάθηκε ένα πλαίσιο διευθέτησης των οφειλών αυτών, δυνάμει του οποίου εάν οι Εναγόμενοι αρ. 1 και 2 κατέβαλλαν τα ποσά που αναγράφονται επί του Τεκμηρίου 10 εντός συγκεκριμένων χρονοδιαγραμμάτων, οι Ενάγοντες θα προέβαιναν στην διαγραφή του υπόλοιπου οφειλόμενου ποσού. Σε περίπτωση δε μη τήρησης των προβλεπομένων, οι Εναγόμενοι αρ. 1 και 2 θα ευθύνονταν για ολόκληρο το οφειλόμενο ποσό. Στα πλαίσια της διευθέτησης αυτής οι Εναγόμενοι αρ. 1 και 2 κατέβαλαν στους Ενάγοντες το ποσό των Λ.Κ. 83.500,00, δεν εκπλήρωσαν όμως πλήρως τα συμφωνηθέντα, και παρέμεινε υπόλοιπο οφειλόμενο. Ακολούθησε η ανταλλαγή επιστολών, αλλά μέχρι σήμερα παραμένουν ποσά οφειλόμενα από τους Εναγόμενους αρ. 1 και 2 στους Ενάγοντες, μεταξύ των οποίων και το υπόλοιπο του επίδικου λογαριασμού. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Με την αγόρευση του ο ευπαίδευτος συνήγορος για τους Εναγόμενους προώθησε εκτεταμένα την θέση του περί αντικατάστασης των Συμφωνιών Τεκμήρια 1, 2, 3 και 4 με νέα Συμφωνία η οποία απεικονίζεται στο Τεκμήριο
- Αποτέλεσε εισήγηση του ότι η αντικατάσταση αυτή οδηγεί στο ότι, αφ' ενός, η αγωγή έχει λανθασμένη βάση, και, αφ' ετέρου, στο ότι οι Ενάγοντες κωλύονται πλέον να απαιτούν το αξιούμενο ποσό από τους Εναγόμενους. Προέχει, συνεπώς, η εξέταση του Τεκμηρίου 10 σε συνάρτηση με την ενώπιον μου μαρτυρία, ώστε να δύναται το Δικαστήριο να καταλήξει στο κατά πόσο αυτό συνιστά όντως νέα συμφωνία η οποία και αντικατέστησε τις προηγούμενες. Όπως φαίνεται και από την αξιολόγηση και τα ευρήματα του Δικαστηρίου πιο πάνω, η απάντηση στο ερώτημα αυτό δεν μπορεί παρά να είναι αρνητική. Το ίδιο το Τεκμήριο 10 φέρει ως τίτλο την λέξη «Proposal», ενώ δίπλα από ποσά που καταγράφονται σε αυτό σημειώνονται οι λέξεις «to confirm». Η δε περαιτέρω αλληλογραφία μεταξύ των μερών καταδεικνύει ότι τα ποσά που συζητούσαν μεταξύ τους οι διάδικοι για να καταβληθούν εκ μέρους των Εναγομένων διαφοροποιούντο συνεχώς, πράγμα που δεν θα συνέβαινε εάν το Τεκμήριο 10 αποτελούσε την τελική καταγραφή όρων συμφωνίας. Σημαντικό, στην κατάληξη μου αυτή, θεωρώ και το γεγονός ότι κατά τον χρόνο που έλαβε χώρα η συνάντηση ημερομηνίας 20.4.2001 κατά την οποία συντάχθηκε το Τεκμήριο 10, οι Εναγόμενοι είχαν ήδη παραβεί τις υποχρεώσεις τους δυνάμει των Συμφωνιών Τεκμήρια 1 και 2, οι δε Ενάγοντες είχαν ήδη από 22.9.2000 τερματίσει τις προαναφερόμενες συμφωνίες και καλέσει τους Εναγόμενους όπως ξοφλήσουν τα οφειλόμενα δυνάμει των Συμφωνιών αυτών ποσά. Για να μπορεί να θεωρηθεί ότι υπήρξε αντικατάσταση (novation) μίας συμφωνίας, η νέα αυτή συμφωνία θα πρέπει και πάλι να εμπεριέχει όλα τα στοιχεία που απαιτούνται για να κριθεί νομικά ότι έχει συνομολογηθεί συμφωνία, περιλαμβανομένης και της παροχής ανταλλάγματος από αμφότερους τους συμβαλλόμενους. Παραπέμπω σε απόσπασμα από το σύγγραμμα Chitty on Contracts, Vol. 1 σελ. 1367, όπου αναφέρθηκαν τα εξής: «It should, however, be noted that the effect of a novation is not to assign or transfer a right or liability, but rather to extinguish the original contract and replace it by another. It is therefore necessary that consideration should be provided for the new contract». Όπως αναφέρεται και στο σύγγραμμα Halsbury's 3η έκδοση, Τόμος 8 Σελίδα 173: «In order to operate as a discharge of the original contract the new agreement must possess all the attributes which are requisite to constitute a valid contract. A promise made without consideration, or not in the form required by law, cannot have this effect, although if the substituted agreement is in fact carried out it may operate as a waiver of the obligations imposed by the original contract, or as a defence to a claim on the original contract». Στην υπό εκδίκαση περίπτωση, οι Εναγόμενοι, κατά την διαπραγμάτευση που καταγράφεται στο Τεκμήριο 10, απλά αναλαμβάνουν να πληρώσουν αυτά που ήδη είναι δεδομένο ότι οφείλουν. Όπως έχει νομολογηθεί, υπόσχεση συμβαλλομένου να εκπληρώσει υφιστάμενη συμβατική του υποχρέωση δεν συνιστά αντιπαροχή (βλ. Θεολόγου κ.α. ν. Κτηματική Εταιρεία Νέμεσις
(1998)1(Α) Α.Α.Δ. 407), και κατ' επέκταση θεωρώ ότι δεν μπορεί να προβάλλεται η θέση εκ μέρους των Εναγομένων ότι το πλαίσιο με το οποίο προτάθηκε να λάβει χώρα η αποπληρωμή των υφιστάμενων χρεών των Εναγομένων, θα πρέπει να θεωρηθεί ότι αποτελεί νέα συμφωνία η οποία να ακυρώνει τις προηγούμενες. Ούτε, όμως, και μπορεί να γίνεται επίκληση κωλύματος (estoppel) στην αξίωση εκ μέρους των Εναγόντων του οφειλόμενου ποσού. Κάτι τέτοιο ενδεχομένως να μπορούσε να είχε προβληθεί εάν οι Εναγόμενοι είχαν εκπληρώσει αυτά που υποσχέθηκαν, ήτοι να κατέβαλλαν στους Ενάγοντες ολόκληρο το ποσό που ανέλαβαν εντός των χρονοδιαγραμμάτων που καθορίστηκαν. Σε τέτοια περίπτωση, εάν οι Ενάγοντες προχωρούσαν και αξίωναν την επιδίκαση περαιτέρω ποσού, θα μπορούσε να θεωρηθεί ότι υπάρχει κώλυμα. Στην υπό εκδίκαση περίπτωση, όμως, οι Εναγόμενοι αρ. 1 και 2 δεν τήρησαν τις πρόνοιες που καθορίστηκαν στο πλαίσιο διευθέτησης, αλλά παρέμεινε ποσό οφειλόμενο στους Ενάγοντες, έστω κατά την δική τους εκδοχή ύψους Λ.Κ.30.000,
- Δεδομένου του ότι οι Εναγόμενοι παραδέχονται ότι δεν κατέβαλαν όλα τα ποσά που ανέλαβαν στα πλαίσια της διευθέτησης, δεν αφορά το Δικαστήριο στα πλαίσια της παρούσας αγωγής κατά πόσο το ποσό που δεν καταβλήθηκε ήταν Λ.Κ.30.000,00 ή Λ.Κ.40.000,00, και άρα δεν θα συμφωνήσω με την θέση του κ. Τριανταφυλλίδη όπως αυτή προβάλλεται στην αγόρευση του, ότι ήταν απαραίτητη η προσκόμιση μαρτυρίας ως προς το συνολικό ποσό το οποίο παραμένει οφειλόμενο μετά τις πληρωμές που έγιναν από τους Εναγόμενους, αφού εν πάση περιπτώσει οι λοιποί λογαριασμοί που τηρούσαν οι Εναγόμενοι αρ. 1 και 2 αλλά και η εταιρεία Tromec Ltd με τους Ενάγοντες δεν αποτελούν αντικείμενο της υπό εκδίκαση αγωγής. Μοναδικό θέμα που έχει σημασία στην κατάληξη μου επί του Τεκμηρίου 10 είναι το γεγονός ότι αυτά που συμφωνήθηκαν ως πλαίσιο διευθέτησης των οφειλών των Εναγομένων αρ. 1 και 2 να γίνουν από αυτούς, ώστε να διαγραφεί από τους Ενάγοντες το υπόλοιπο, δεν έγιναν. Συνεπώς, δεν μπορεί να επιτύχει και η εισήγηση του ευπαιδεύτου συνηγόρου περί της ύπαρξης κωλύματος στην αξίωση του επίδικου ποσού από τους Ενάγοντες. Παραπέμπω, επιπλέον, στην σελίδα 343 του συγγράμματος Chitty on Contracts (πιο πάνω), όπου αναφέρθηκαν τα εξής σε σχέση με περιπτώσεις όπου ο πιστωτής έχει αποδεχθεί μερική αποπληρωμή χρέους: «By making the part payment, the debtor acts in reliance on the creditor's promise, and so makes it prima facie 'inequitable' for the creditor peremptorily to go back on his promise. But other circumstances may lead to the conclusion that it would not be 'inequitable' for the creditor to reassert his claim for the full amount: this would, for example, be the position where the debtor had failed to perform his promise to pay the smaller amount». Στο στάδιο αυτό κρίνω σκόπιμο να εξετάσω τις πρόνοιες των μεταξύ των διαδίκων Συμφωνιών. Η Συμφωνία Τεκμήριο 1 προβλέπει για την παραχώρηση δανείων, πιστώσεων και τραπεζικών διευκολύνσεων από τους Ενάγοντες στον Εναγόμενο αρ.
- Κρίνω σκόπιμο όπως παραθέσω αυτούσιο το λεκτικό των παραγράφων 3 και 5 αυτής: «
- Η Τράπεζα δικαιούται όποτε θέλει και χωρίς προειδοποίηση προς τον πελάτη, να τερματίσει την λειτουργία οποιουδήποτε λογαριασμού και/ή να καταστήσει απαιτητή οποιαδήποτε διευκόλυνση που παραχωρήθηκε ή που θα παραχωρηθεί στον πελάτη και να ζητήσει από τον πελάτη να πληρώσει αμέσως όλα τα ποσά τα οποία ο πελάτης οφείλει στην Τράπεζα συμπεριλαμβανομένου κεφαλαίου, τόκου, προμήθειας και οποιουδήποτε άλλου οφειλόμενου ποσού σε σχέση με οποιαδήποτε έξοδα χρεώσεις και δαπάνες.
- ...............................................
- Αμέσως μετά που οι διευκολύνσεις που έχουν αναφερθεί πιο πάνω καταστούν απαιτητές για οποιαδήποτε αιτία θα εξοφλούνται. Ο Πελάτης θα οφείλει να πληρώσει αμέσως κάθε ποσό που χρωστά στην Τράπεζα συμπεριλαμβανομένου τόκου, προμήθειας, δικαιωμάτων, δαπανών και άλλων εξόδων. Αν ο πελάτης παραλείψει να το πράξει αμέσως, θα συνεπάγεται χρέωση του ετήσια με τόκο με ποσοστό επιτοκίου ίσο προς το μεγαλύτερο ποσοστό επιτοκίου που επιτρέπει κάθε φορά ο Νόμος από αυτή την ημερομηνία. Η Τράπεζα θα έχει το δικαίωμα να απαιτήσει δικαστικά ή με οποιοδήποτε άλλο τρόπο την πληρωμή του χρέους, επιπλέον δε τα Δικαστικά και άλλα έξοδα οποιασδήποτε μορφής μέχρι την πλήρη και τελική εξόφληση». Όπως διαφαίνεται από το Τεκμήριο 7, την 22.9.2000 οι Ενάγοντες, επικαλούμενοι την παράγραφο 3 του Τεκμηρίου 1, προέβησαν σε τερματισμό της Συμφωνίας Τεκμήριο 1, και απαίτησαν εξόφληση του χρεωστικού υπολοίπου αυτού. Από τις πρόνοιες της παραγράφου 3 πιο πάνω προκύπτει χωρίς άλλο το δικαίωμα των Εναγόντων να τερματίσουν την Συμφωνία, όπως έπραξαν και στην υπό εκδίκαση υπόθεση, σε οποιοδήποτε χρόνο αυτοί κρίνουν σκόπιμο. Επίσης, σύμφωνα με την παράγραφο 5 της Συμφωνίας Τεκμήριο 1, αρκεί να ζητηθεί η πληρωμή των οφειλόμενων ποσών εκ μέρους της Τράπεζας ώστε αυτά να καταστούν απαιτητά, και με την μη αποπληρωμή τους γεννάται και το δικαίωμα των Εναγόντων για διεκδίκηση τους δια της Δικαστικής οδού. Ήταν θέση του Εναγομένου αρ. 1 κατά την ακρόαση, αλλά και του συνηγόρου αυτού όπως διεφάνη από τις υποβολές που έκανε στους μάρτυρες των Εναγόντων και την αγόρευση του, ότι οι Ενάγοντες δεν μπορούν να διεκδικούν το ποσό της υπό εκδίκαση αγωγής, αφού οι Εναγόμενοι αρ. 1 και 2 στα πλαίσια του προγράμματος διευθέτησης κατέβαλαν ποσά πιο ψηλά από το αξιούμενο, και άρα εάν αυτά τα ποσά είχαν κατατεθεί στον επίδικο λογαριασμό αυτός θα είχε εξοφληθεί. Με όλο το σέβας προς τον ευπαίδευτο συνήγορο για τους Εναγόμενους, δεν μπορώ να συμφωνήσω με την εισήγηση του αυτή. Αφ' ενός παραθέτω αυτούσια την παράγραφο 8 της Συμφωνίας Τεκμήριο 1, από την οποία προκύπτει το δικαίωμα των Εναγόντων να προβαίνουν σε πίστωση ποσών προς εξόφληση οποιωνδήποτε υποχρεώσεων των Εναγομένων αυτοί κρίνουν: «
- Η Τράπεζα δικαιούται ανά πάσα στιγμή και χωρίς προειδοποίηση προς τον πελάτη να ενώνει ή συνενώνει όλους ή οποιουσδήποτε λογαριασμούς του πελάτη με τις υποχρεώσεις του προς την Τράπεζα ή να μεταφέρει οποιοδήποτε ποσό ή ποσά τα οποία θα βρεθούν σε πίστη του σ' οποιοδήποτε λογαριασμό ή λογαριασμούς για εξόφληση μέρους ή όλων των υποχρεώσεων του πελάτη οποιασδήποτε φύσης χρησιμοποιώντας οποιοδήποτε λογαριασμό ή από οποιοδήποτε άλλο λόγο είτε αυτές οι υποχρεώσεις έγιναν απαιτητές είτε υπάρχει πιθανότητα να γίνουν απαιτητές είτε είναι άμεσες ή έμμεσες είτε είναι προσωπικές ή αλληλέγγυες ή κοινές με άλλο πρόσωπο ή πρόσωπα. Εξουσιοδοτώ ανέκκλητα την Τράπεζα όπως οποτεδήποτε αποφασίσει και χωρίς καμια ειδοποίηση σε εμένα, μεταφέρει και καταθέσει έναντι ή για εξόφληση οποιασδήποτε διευκόλυνσης οποιοδήποτε ποσό υπάρχει σε πίστη οποιουδήποτε από τους λογαριασμούς μου, είτε σ' αυτή είτε στην Κτηματική Τράπεζα Κύπρου Λτδ, εξουσιοδοτώ δε ανέκκλητα την Κτηματική Τράπεζα Λτδ να διενεργεί τέτοια μεταφορά. Η απόδειξη της Τράπεζας προς την Κτηματική Τράπεζα Κύπρου Λτδ για σκοπούς της παραγράφου αυτής θα έχει την ίδια ισχύ σαν να εκδόθηκε από μένα». Αφ' ετέρου, η εισήγηση αυτή δεν μπορεί να γίνει δεκτή, δεδομένου ότι κάτι τέτοιο θα οδηγούσε σε παράλογα αποτελέσματα. Συγκεκριμένα, η ίδια εισήγηση θα μπορούσε να προβληθεί ως υπεράσπιση σε οποιαδήποτε αξίωση των Εναγόντων αναφορικά με οποιοδήποτε λογαριασμό των Εναγομένων, ήτοι ότι αν όλα τα καταβληθέντα από αυτούς ποσά πιστώνονταν στον εκάστοτε υπ' αναφορά λογαριασμό αυτός θα είχε εξοφληθεί, με αποτέλεσμα οι Ενάγοντες να μην έχουν δικαίωμα διεκδίκησης και ανάκτησης των χρεωστικών υπολοίπων των λογαριασμών των Εναγομένων, έστω και αν τα ποσά αυτά οφείλονται από τους Εναγόμενους στους Ενάγοντες. Με έχει προβληματίσει το ύψος του αξιούμενου επιτοκίου. Η παράγραφος 2 (α) της Συμφωνίας Τεκμήριο 1 αναφέρει τα εξής: «
- Οι διευκολύνσεις που έχουν αναφερθεί πιο πάνω θα χρεώνονται: (α) Με τόκο προς 8% τον χρόνο πάνω σε ημερήσια χρεωστικά υπόλοιπα. Αυτός ο τόκος θα υπολογίζεται και καταβάλλεται στις 30 Ιουνίου και/ή στις 31 Δεκεμβρίου κάθε χρόνο. Για υπολογισμό του τόκου οι μήνες θα λογαριάζονται προς όσες μέρες έχει ο καθένας αλλά για να βρεθεί ο τόκος θα λαμβάνεται σαν διαιρέτης το εμπορικό έτος που αποτελείται από 360 μέρες. Εννοείται ότι τυχόν χρεωστικά υπόλοιπα που είναι πέραν των διευκολύνσεων που καθορίζονται κάθε φορά από την Τράπεζα, θα επιβαρύνονται με τόκο που θα υπολογίζεται με ετήσιο ποσοστό επιτοκίου ίσο με το επιτρεπόμενο μεγαλύτερο ποσοστό επιτοκίου που ορίζεται κάθε φορά από τον Νόμο. .......... Εννοείται πάντα ότι η Τράπεζα θα έχει το δικαίωμα οποτεδήποτε αποφασίσει να αυξομειώνει το ποσοστό επιτοκίου που αναφέρεται πιο πάνω, μέσα στα όρια του νόμιμου επιτοκίου που ισχύει κάθε φορά, με γραπτή ειδοποίηση προς τον χρεώστη, και/ή να τροποποιεί το ποσοστό προμήθειας ή τα Τραπεζικά δικαιώματα (Ledger Fees) και/ή να επιβαρύνει τον λογαριασμό με ποσοστό προμήθειας και/ή με Τραπεζικά δικαιώματα (Ledger fees) καθώς επίσης και με οποιαδήποτε ποσά που οφείλονται και πρέπει να πληρωθούν από τον χρεώστη από οποιαδήποτε άλλη αιτία σύμφωνα με την απόλυτη κρίση της, αν η παρούσα δεν προνοεί τέτοιες επιβαρύνσεις, εννοείται ότι η αύξηση αυτή και/ή μείωση και/ή η τροποποίηση και/ή επιβάρυνση θα έχει ισχύ από την ημερομηνία αποστολής της ειδοποίησης αυτής ή κατοπινής ημερομηνίας όπως θα καθορισθεί στην ειδοποίηση αυτή». Οι Ενάγοντες, όμως, δεν προέβησαν σε αύξηση του επιτοκίου κατά την διάρκεια ισχύος της Συμφωνίας. Αντίθετα, με το Τεκμήριο 7 προβαίνουν πρώτα σε τερματισμό αυτής, και ακολούθως αναφέρονται τα εξής: «Παρακαλούμε σημειώστε οτι από την ημερομηνία του τερματισμού ο λογαριασμός σας θα επιβαρύνεται με επιτόκιο προς 9% ετησίως». Θεωρώ πως οι Ενάγοντες δεν δύνανται να τερματίζουν την συμφωνία από την μία, αλλά, μετά από τον τερματισμό αυτής, να επικαλούνται όρο της ώστε να προβούν σε αύξηση του επιτοκίου από την άλλη. Συνεπώς, αποτελεί κατάληξη μου ότι το επιτόκιο με το οποίο δικαιούνται οι Ενάγοντες να επιβαρύνουν το υπόλοιπο του επίδικου λογαριασμού είναι αυτό που αναφέρεται στην Συμφωνία Τεκμήριο 1, δηλαδή 8% ετησίως. Πέραν τούτου, οι Ενάγοντες αξιούν την επιδίκαση δικαιώματος κεφαλαιοποίησης του επιτοκίου 2 φορές ετησίως. Το δικαίωμα αυτό, όμως, δημιουργήθηκε από τον περί Ελευθεροποίησης του Επιτοκίου Νόμου Ν. 160
(1)/1999, ο οποίος τέθηκε σε ισχύ την 1.1.2001, και δεν έχει αναδρομική εφαρμογή. Η Συμφωνία Τεκμήριο 1 συνομολογήθηκε την 18.3.1998, ημερομηνία κατά την οποία τύγχανε εφαρμογής ο περί Τόκου Νόμος Ν. 2/77, και κατ' επέκταση οι Ενάγοντες δεν δικαιούνται στην διεκδίκηση του δικαιώματος κεφαλαιοποίησης των τόκων 2 φορές ετησίως. Από την ανακατασκευασμένη κατάσταση λογαριασμού Τεκμήριο 6, όμως, προκύπτει ότι οι Ενάγοντες έχουν επιβαρύνει τον λογαριασμό με επιτόκιο προς 9% ετησίως από την 22.9.2000, ενώ από την 1.1.2001 αναφέρεται ότι λαμβάνει χώρα η «έναρξη κεφαλαιοποίησης». Κατ' επέκταση το αξιούμενο ποσό δεν αντιπροσωπεύει το ποσό το οποίο οι Ενάγοντες νομιμοποιούνται να αξιούν, αφού περιλαμβάνει την χρέωση των πιο πάνω. Προέχει, συνεπώς, η εξέταση του κατά πόσο μπορεί να συναχθεί από την κατάσταση λογαριασμού Τεκμήριο 6 το οφειλόμενο υπόλοιπο για το οποίο θα μπορεί να εκδοθεί απόφαση. Από μελέτη της κατάστασης αυτής, προκύπτει ότι μέχρι και την 22.9.2000 το επιβαλλόμενο επιτόκιο ήταν 8% ετησίως. Κατά την 15.11.2000 και 13.7.2001 λαμβάνουν χώρα δύο πιστώσεις, οι οποίες και μειώνουν το οφειλόμενο υπόλοιπο στον λογαριασμό. Συνεπώς, αποτελεί κατάληξη μου ότι το οφειλόμενο ποσό ανέρχεται σε Λ.Κ.1.634,95 (€. 2.793,47) πλέον τόκο προς 8% ετησίως επί ποσού Λ.Κ.6.330,70 (€. 10.816,64) από 22.9.2000 μέχρι την 15.11.2000, επί ποσού Λ.Κ.7.511,48 (€12.834,12) από 15.11.2000 μέχρι 13.7.2001, και επί ποσού Λ.Κ.1.634,95 (€. 2.793,47) από 13.7.2001 μέχρι εξόφλησης. Προχωρώ τώρα στην εξέταση της αξίωσης εναντίον της Εναγομένης αρ.
- Αρχικά αναφέρω ότι οι Συμφωνίες Τεκμήρια 3 και 4 είναι πανομοιότυπες, το μόνο που διαφέρει είναι το ύψος του ποσού. Η παράγραφος 2 αυτών αναφέρει τα εξής: «
- Εγώ, ο πιο κάτω υπογεγραμμένος, με την παρούσα εγγυούμαι όλες τις υποχρεώσεις του Πρωτοφειλέτη προς την Τράπεζα, είτε οι υποχρεώσεις αυτές είναι παρούσες ή μελλοντικές, είτε κατέστησαν ή που πιθανόν να καταστούν απαιτητές, είτε αυτές είναι προσωπικές ή κοινές με οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο ή πρόσωπα και είτε είναι άμεση ή έμμεση, αναλαμβάνω δε να σας πληρώσω μόλις μου το ζητήσετε οποιοδήποτε ποσό χρημάτων ήθελε καταστεί πληρωτέο σε σας σε σχέση με τις ρηθείσες υποχρεώσεις του Πρωτοφειλέτη ή οποιαδήποτε από αυτές, συμπεριλαμβανομένων τόκων, τραπεζικών δικαιωμάτων, δικηγορικών και άλλων εξόδων». Από την πρόνοια αυτή προκύπτει ότι η Εναγόμενη αρ. 2 ευθύνεται για την οφειλή του Εναγομένου αρ. 1 η οποία προκύπτει από τον επίδικο λογαριασμό. Εκδίδεται ακολούθως απόφαση υπέρ των Εναγόντων και εναντίον των Εναγομένων αρ. 1 και 2 αλληλέγγυα και κεχωρισμένα για ποσό €. 2.793,47 (Λ.Κ.1.634,95) πλέον τόκο προς 8% ετησίως επί ποσού €. 10.816, 64 (Λ.Κ.6.330,70) από 22.9.2000 μέχρι την 15.11.2000, επί ποσού €. 12.834, 12 (Λ.Κ.7.511,48) από 15.11.2000 μέχρι 13.7.2001, και επί ποσού €. 2.793, 47 (Λ.Κ.1.634,95) από 13.7.2001 μέχρι εξόφλησης. Τα έξοδα της αγωγής δεν υπάρχει λόγος να μην ακολουθήσουν το αποτέλεσμα γι' αυτό επιδικάζονται υπέρ των Εναγόντων και εναντίον των Εναγομένων αρ. 1 και 2 αλληλέγγυα και κεχωρισμένα όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή. (Υπ.) Μ. ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΥ, Ε.Δ Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο