TKS DESIGN CONSTRUCTIONS LTD ν. ΧΡΙΣΤΙΝΑΣ ΚΥΡΙΑΚΟΥ κ.α., Αρ. Αγωγής: 2768/06, 22 Μαρτίου, 2011 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2011:A106 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Μ. Παπαδοπούλου, Ε. Δ. Αρ. Αγωγής: 2768/06 Μεταξύ: T.K.S. DESIGN & CONSTRUCTIONS LTD Εναγόντων και
- ΧΡΙΣΤΙΝΑΣ ΚΥΡΙΑΚΟΥ
- ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΥ ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΥ
- ΓΕΩΡΓΙΟΥ ΗΛΙΑ ΚΥΡΙΑΚΟΥ
- ΓΑΛΑΤΕΙΑΣ ΚΥΡΙΑΚΟΥ Εναγομένων Αίτηση ημερομηνίας 29.12.2010 για Εξαίρεση Δικαστή Ημερομηνία: 22 Μαρτίου, 2011 Για τους Εναγόμενους - Αιτητές: κ. Φ. Αντρέου Για τους Ενάγοντες - Καθ'ων η Αίτηση: κ. Γ. Αμπίζας ΑΠΟΦΑΣΗ Με την αίτηση τους οι Εναγόμενοι - Αιτητές εξαιτούνται τα πιο κάτω: «Εξαίρεση του Σεβαστού Δικαστηρίου από την εκδίκαση της παρούσας υπόθεσης». Η αίτηση βασίζεται στο άρθρο 30.2 του Συντάγματος της Κυπριακής Δημοκρατίας, στο άρθρο 6
(1)της Ευρωπαϊκής Σύμβασης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου(ΕΣΔΑ), στις Αρχές, στην πρακτική και στη νομολογία που διέπει το θέμα της δίκαιης δίκης και της εξαίρεσης Δικαστηρίου, στους Κανόνες Αποδείξεως και στους Δικονονικούς Κανόνες που αφορούν την διαδικασία αντεξέτασης μάρτυρα, στα άρθρα 30 και 65 του περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60 όπως τροποποιήθηκε, στην Δ.38 Θ.Θ. 2, 4 και 5, στην Δ.48 Θ.Θ. 1 - 9 και στις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Συνοδεύεται από τις Ένορκες Δηλώσεις των κ.κ. Χριστόδουλου Χριστοδούλου και Μάριου Παπαλοϊζου. Ο Εναγόμενος αρ. 2 αναφέρει ότι ήταν παρών στο Δικαστήριο κατά την 22.12.2010 όπου διεξαγόταν η αντεξέταση του Μ.Ε.1 κ. Κυριάκου Τσολάκη. Όπως ισχυρίζεται, από την πρώτη κιόλας ερώτηση της αντεξέτασης το Δικαστήριο άρχισε να επεμβαίνει διακόπτωντας την αντεξέταση και ζητώντας από τον δικηγόρο του να δώσει εξηγήσεις ως προς την σχετικότητα της ερώτησης, ενώ προέβαινε σε σχόλια που έδειχναν κατά την αποψη του ότι δεν θα ληφθούν υπ' όψιν οι απαντήσεις του Μ.Ε.
- Ο κ. Χριστοδούλου παραθέτει ως παραδείγματα της θέσης του το γεγονός ότι το Δικαστήριο θεώρησε ως μη σχετική ερώτηση που αφορούσε στην ιδιότητα του Μ.Ε.1 με την Ενάγουσα εταιρεία, αλλά και το ότι, κατά την υποβολή ερώτησης του δικηγόρου του κατά πόσο η Ενάγουσα εταιρεία είχε αναλάβει και άλλες παρόμοιες εργασίες, το Δικαστήριο ζήτησε από αυτόν να δείξει που στην Υπεράσπιση υπάρχει τέτοιος ισχυρισμός. Τότε ο δικηγόρος του αγανακτισμένος και με έντονο ύφος απάντησε στο Δικαστήριο ότι η Υπεράσπιση είναι εκεί και το κάλεσε να την διαβάσει για να αντιληφθεί ότι προκύπτει από τα δικόγραφα ως επίδικο θέμα. Τα πιο πάνω, εισηγείται, ανάγκασαν τον δικηγόρο του να ανοίξει τα μάτια του Μ.Ε.
- Από τα πιο πάνω ο ίδιος αντιλήφθηκε ότι το Δικαστήριο επιζητούσε να αντιδικήσει με τον δικηγόρο του, ενώ οι επεμβάσεις και τα σχόλια του Δικαστηρίου κατέστρεψαν την αντεξέταση. Μετά από διάλειμμα το Δικαστήριο κάλεσε τον δικηγόρο του να απολογηθεί, και αυτός απολογήθηκε για το έντονο ύφος του και τον τόνο της φωνής του. Το Δικαστήριο τότε ρώτησε τον δικηγόρο του κατά πόσο θέλει να απολογηθεί και για τα λεχθέντα του, και αυτός απάντησε ότι δεν θυμόταν τι είχε δηλώσει και ζήτησε να διαβαστούν τα πρακτικά, αλλά το Δικαστήριο, κατά τον ομνύοντα, απέφυγε να διαβαστούν. Είναι η θέση του Εναγομένου αρ. 2 ότι πιστεύει πως εύλογα έχει αποδειχθεί μεροληψία εις βάρος της υπεράσπισης και των αστικών του δικαιωμάτων, αφού οι ερωτήσεις του δικηγόρου του ήσαν σχετικές και εύστοχες, ενώ το Δικαστήριο έχει δείξει με την στάση του ότι δεν μπορεί να εκδικάσει αμερόληπτα την υπόθεση, και έχει κλονιστεί η εμπιστοσύνη του για την αμεροληψία του Δικαστηρίου. Ζητά ακολούθως την εξαίρεση του Δικαστηρίου. Ο κ. Παπαλοϊζου ουσιαστικά παραθέτει Νομολογία προς υποστήριξη του αιτήματος, και αναφέρει την άποψη του ότι λόγω των παρεμβάσεων από το Δικαστήριο, αυτό έχει επιδείξει πραγματική προκατάληψη, και έχει δημιουργηθεί πραγματική εντύπωση τέτοιας. Αναφέρει περαιτέρω ότι, παρόλο που ο δικηγόρος κ. Θεοφάνης Αντρέου ανέβασε τον τόνο της φωνής του προς το Δικαστήριο, η αντίδραση του ήταν τόσο γνήσια και δικαιολογημένη που δεν θα πρέπει να παρεξηγηθεί. Οι Ενάγοντες - Καθ'ων η Αίτηση καταχώρησαν Ένσταση στην υπό εξέταση Αίτηση, η οποία στηρίζεται στο άρθρο 30
(2)του Συντάγματος, στο άρθρο 6
(1)της Ευρωπαϊκής Σύμβασης των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.38 Θ.Θ. 1, 2, 4 και 5, Δ.48 Θ. 4 στα άρθρα 30, 44 και 65 του περί Δικαστηρίων Νόμου Ν. 14/60, στην σχετική νομολογία, πρακτική και επί των συμφυών εξουσιών του Δικαστηρίου και στις γενικές αρχές του Νόμου. Στην Ένσταση εκτίθενται 4 λόγοι ένστασης, τους οποίους και θεωρώ σκόπιμο να παραθέσω αυτούσιους: «
- Η παρούσα αίτηση είναι νόμω και ουσία αστήρικτη, αδικαιολόγητη και αβάσιμη.
- Δεν προβάλλεται οποιοσδήποτε ουσιαστικός λόγος ή γεγονότα ο οποίος ή τα οποία να αποδεικνύει/αποδεικνύουν ότι υπήρξε όντως οποιαδήποτε παρέμβαση ή συμπεριφορά του Δικαστηρίου η οποία να δικαιολογεί το αίτημα των Εναγομένων.
- Η οποιαδήποτε απόφαση του Δικαστηρίου είτε επί της ουσίας της αγωγής είτε επί της διαδικασίας είτε επί του τρόπου εξέτασης και αντεξέτασης μαρτύρων και των επιτρεπόμενων ή μη ερωτήσεων και απαντήσεων δύναται να είναι αντικείμενο ελέγχου κατ' έφεση και όχι αντικείμενο της παρούσας αιτησης.
- Σύμφωνα με την νομολογία, πρακτική, γεγονότα και περιστάσεις της παρούσας υπόθεσης, οι Αιτητές δεν δικαιούνται την αιτούμενη στην αίτηση θεραπεία». Η Ένσταση συνοδεύεται από την Ένορκη Δήλωση του κ. Κυριάκου Τσολάκη, διευθυντή της Ενάγουσας εταιρείας. Ο κ. Τσολάκης αναφέρει ότι ήταν παρών κατά την ακρόαση της αγωγής την 22.12.
- Δεδομένου του ότι δεν είναι νομικός, ο κ. Τσολάκης αναφέρει ότι δεν δύναται να τοποθετηθεί κατά πόσο νομικά είναι επιτρεπτή ή όχι μια ερώτηση, αλλά του έχει αναφερθεί από τον δικηγόρο του ότι ένα Δικαστήριο δύναται να επεμβαίνει και να μην επιτρέπει νομικά μη επιτρεπόμενες ερωτήσεις. Τηρουμένων των προαναφερόμενων, είναι η θέση του ότι δεν αντιλήφθηκε το Δικαστήριο να έπραξε οτιδήποτε το μεμπτό. Ο κ. Τσολάκης παραθέτει την συμβουλή που έχει λάβει από τον δικηγόρο του ως προς τους παράγοντες που λαμβάνονται υπ' όψιν από ένα Δικαστήριο κατά την απόφαση του κατά πόσο θα εξαιρεθεί ή όχι, και εισηγείται ότι δεν είναι θέμα που μπορεί οποιοσδήποτε διάδικος είτε με την συμπεριφορά του, είτε με αίτηση, είτε με υποκειμενικά σχόλια αναφορικά με την ήδη διεξαχθείσα ή με αυτήν που θα διεξαχθεί στο μέλλον διαδικασία, να υπαγορεύσει στο Δικαστήριο. Όντως, αναφέρει ο κ. Τσολάκης, δημιουργήθηκε ένταση στο Δικαστήριο, όταν όμως, κατά τον ίδιο, ο δικηγόρος των Εναγομένων βγήκε εκτός ελέγχου, ουδεμία όμως προκατάληψη ή μεροληψία ή πρόθεση αντιδικίας ή καταστροφής των δικαιωμάτων των Εναγομένων διαπίστωσε εκ μέρους του Δικαστηρίου. Είναι η θέση του ότι οι Εναγόμενοι παρερμήνευσαν τις αυθεντίες και τους σχετικούς Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας, και είναι λανθασμένος ο ισχυρισμός του κ. Παπαλοϊζου ότι δεν είναι δυνατός ο έλεγχος του Δικαστηρίου. Ουδέν έχει παρατεθεί στην Αίτηση και τις Ένορκες Δηλώσεις που την συνοδεύουν, κατά την άποψη του, που να αποδεικνύει την ισχυριζόμενη μεροληψία ή προκατάληψη στον βαθμό που απαιτείται. Κατά την ακρόαση της Αίτησης, η οποία περιορίστηκε σε αγορεύσεις, αμφότεροι οι συνήγοροι υποστήριξαν τις πιο πάνω θέσεις τους, επικαλούμενοι τώρα και σχετική Νομολογία. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Το δικαίωμα διαδίκου σε εκδίκαση από αμερόληπτο και ανεξάρτητο Δικαστήριο κατοχυρώνεται από το άρθρο 30
(2)του Συντάγματος, το οποίο αναφέρει τα ακόλουθα: «Έκαστος, κατά την διάγνωσιν των αστικών αυτού δικαιωμάτων και υποχρεώσεων ή οιασδήποτε κατ' αυτού ποινικής κατηγορίας, δικαιούται ανεπηρεάστου, δημοσίας ακροαματικής διαδικασίας εντός ευλόγου χρόνου, ενώπιον ανεξαρτήτου, αμερολήπτου και αρμοδίου δικαστηρίου ιδρυομένου διά νόμου». Το ίδιο δικαίωμα έχει αναγνωριστεί και στο άρθρο 6
(1)της Ευρωπαϊκής Σύμβασης, το οποίο αναφέρει ότι κάθε πρόσωπο έχει δικαίωμα όπως η υπόθεση του δικαστεί δίκαια, δημόσια και εντός λογικής προθεσμίας από ανεξάρτητο και αμερόληπτο Δικαστήριο. Όπως έχει αναφερθεί στην υπόθεση Αναφορικά με την αίτηση του Ευθύβουλου Λιασίδη
(1999)1 Α.Α.Δ. 1501, ενστάσεις στην εκδίκαση υπόθεσης από δικαστή εξετάζονται από τον ίδιο τον δικαστή ενώπιον του οποίου η υπόθεση ανάγεται. Στην απόφαση Πίτσιλλος ν. Δημοκρατίας
(1994)1 Α.Α.Δ. 268 εξετάστηκαν οι προεκτάσεις του πιο πάνω άρθρου του Συντάγματος, και αναφέρθηκαν τα εξής: «Το κριτήριο για την εξαίρεση Δικαστή είναι η δημιουργία δικαιολογημένης εντύπωσης ύπαρξης πραγματικής πιθανότητας προκατάληψης από το Δικαστή στο νου του μέσου εχέφρονα πολίτη, ο οποίος γνωρίζει όλα τα γεγονότα. Εικασίες και καχυποψίες μόνο δεν είναι αρκετές». (βλ. επίσης Χριστόδουλος Νικολαϊδης ν. Αστυνομίας
(2003)2 Α.Α.Δ. 271, Ανδρέας Σοφοκλέους ν. Κωστάκη Ταβελούδη
(2003)1 Α.Α.Δ. 837). Η γνώμη διαδίκου που ισχυρίζεται ότι ένας Δικαστής δεν είναι αμερόληπτος λαμβάνεται υπ' όψιν, αλλά όπως τονίστηκε και στην απόφαση Αναφορικά με την αίτηση του Παναγιώτη Λιάκου Μελά
(1998)1 Α.Α.Δ. 706, ο Δικαστής δεν εξαιρείται ανάλογα με τις επιθυμίες των διαδίκων, οι οποίοι και δεν δικαιούνται να καθορίζουν την σύνθεση του Δικαστηρίου. Το βασικό ερώτημα είναι αν η αμφιβολία για την μη ύπαρξη αμεροληψίας είναι «υποκειμενικά δικαιολογημένη» (βλ. Ανδρέας Σοφοκλέους ν. Κωστάκη Ταβελούδη (πιο πάνω) και Hauschildt v. Denmark (A 154 para 50
(1989))). Μέσα στα πλαίσια αυτά ο διάδικος που εξαιτείται την εξαίρεση του Δικαστή θα πρέπει να στοιχειοθετήσει την ύπαρξη πραγματικής πιθανότητας προκατάληψης, αφού, όπως αναφέρθηκε στην Hadjicosta v. Anastassiades
(1982)1 C.L.R. 296 (σε μετάφραση): «. αποδοχή αιτήσεων για τον αποκλεισμό δικαστών από τη συμμετοχή τους στην εκδίκαση οποιασδήποτε συγκεκριμένης υπόθεσης, στην απουσία βάσιμων λόγων, θα υπονόμευε τον απρόσωπο προκαθορισμό της σύνθεσης του Δικαστηρίου, παράγοντας μείζονος σημασίας για την ορθή απονομή της δικαιοσύνης». Όπως αναφέρθηκε στην απόφαση Δέσπω Αποστολίδου ν. Κ.Δ.
(2002)3 Α.Α.Δ. 576, το κριτήριο το οποίο υιοθετεί το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων για την διαπίστωση προκατάληψης είναι «εύλογος υπόνοια ή λογικός φόβος». Παραθέτω το πιο κάτω απόσπασμα από την προαναφερόμενη απόφαση: «Χρήσιμη καθοδήγηση για τη διαπίστωση προκατάληψης παρέχεται και από την απόφαση Εx p. Pinochet Ugarte (No. 2)
(1999)1 All E.R. 577 (HL). Σκοπός του αποκλεισμού δικαστή από τη σύνθεση δικαστηρίου λόγω προκατάληψης είναι, ως υπογραμμίζεται, η διασφάλιση της καθαρότητας στη διαδικασία απονομής της δικαιοσύνης. Προκατάληψη (bias) του Δικαστή, με την έννοια που ο όρος ενέχει στο δίκαιο, τον αποκλείει από την εκδίκαση υπόθεσης. Η ύπαρξη προκατάληψης συναρτάται με το εξ αντικειμένου διαφαινόμενο συμφέρον του Δικαστή στην έκβαση της υπόθεσης. Τέτοιο συμφέρον αναφαίνεται οποτεδήποτε η σχέση του Δικαστή με διάδικο ή προς το επίδικο θέμα είναι τέτοια ώστε να στοιχειοθετείται εξ αντικειμένου η ύπαρξή του». Παραθέτω το πιο κάτω απόσπασμα από την απόφαση Δέσπω Αποστολίδου ν. Κ.Δ. (πιο πάνω), όπου χαρακτηριστικά αναφέρθη: «Αναντίλεκτο είναι ότι η επίλυση νομικού ζητήματος πρωτοδίκως ή κατ΄ έφεση δεν αποκλείει τη συμμετοχή Δικαστή στη σύνθεση Δικαστηρίου που επιλαμβάνεται του ιδίου, όμοιου, ή παρεμφερούς νομικού ζητήματος. (Βλ. Μεταξύ άλλων Razis and Another v. Republic (1983 3 C.L.R. 309. Makrides v. Republic
(1984)3 C.L.R. 304.) Η ευαισθησία του Δικαστή, ως υποδεικνύεται στην Makrides, δεν αποτελεί τον οδηγό στη διαπίστωση κωλύματος, αλλά οδηγό συνιστά η σωστή εκτίμηση του δικαστικού καθήκοντος και ό,τι αυτό επιβάλλει. Παραίτηση από αυτό το καθήκον ενέχει ορατούς κινδύνους για την απονομή της δικαιοσύνης όπως υποδεικνύεται: «One such danger is that we would be coming close to acknowledging to a litigant a right to choose the judge who will try him.» «Ένας τέτοιος κίνδυνος είναι ότι θα φθάναμε κοντά στην αναγνώριση δικαιώματος στο διάδικο να επιλέγει το δικαστή που θα τον δικάσει.» Όπως δε λέχθηκε στην απόφαση Γεωργιάδης ν. Δημοκρατίας
(2002)2 Α.Α.Δ. 256, «εκείνο που προέχει είναι η εκτέλεση του δικαστικού καθήκοντος, φυσικά μέσα στο καθιερωμένο νομολογιακό πλαίσιο, μακριά από κάθε λεπτολόγα ευαισθησία του δικαστή». Στην υπόθεση Abed Alkaadir Typye v. Αστυνομίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 279, λέχθηκαν τα εξής: «Ο αντικειμενικός παρατηρητής δεν είναι ασφαλώς ο τυχαίος απληροφόρητος άνθρωπος που θα μπορούσε να σχηματίσει μια βεβιασμένη εντύπωση παρασυρόμενος από την υποκειμενική του μονομερή και αποσπασματική αντίληψη, αλλά εκείνος ο οποίος, με ολοκληρωμένη πληροφόρηση και κατανόηση του τρόπου λειτουργίας των διαδικασιών στα πλαίσιά τους, μπορεί έτσι να καταλήξει σε μια αντάξια της αντικειμενικότητας του άποψη ως προς το ζητούμενο.» Όπως δε λέχθηκε στην πρόσφατη απόφαση στην αίτηση των Κυπριακών Αερογραμμών για άδεια για έκδοση εντάλματος της φύσης Certiorari 135/10 ημερομηνίας 21.12.2010: «Τέλος, στην πολύ πρόσφατη απόφαση του στην υπόθεση Tekinder Pal ν. Δημοκρατίας και Χρύσω Προκοπίου Κίτα ν. Δημοκρατίας, Πολ. Εφ. 4/2010 και 5/2010, ημερομηνίας 3/12/2010, το Εφετείο με αναφορά στην απόφαση της Βουλής των Λόρδων στην υπόθεση Hellow (AP) v. Secretary of State and another
(2008)UKHL 62, στην οποία λέχθηκε ότι ο δίκαια σκεπτόμενος και πληροφορημένος παρατηρητής δεν λαμβάνει βεβιασμένες αποφάσεις, αλλά επιφυλάσσει την απόφαση του σε κάθε σημείο μέχρι να είναι πλήρως ενήμερος των γεγονότων και να έχει σφαιρική αντίληψη των εκατέρωθεν επιχειρημάτων, επανατοποθετεί το κριτήριο ως εξής: "Η ουσία παραμένει ότι η θεώρηση εκ μέρους του παραπονούμενου ατόμου ως προς την ύπαρξη φαινομενικής προκατάληψης, θα πρέπει στο τέλος της ημέρας να είναι δυνατόν να αιτιολογηθεί κατά αντικειμενικό τρόπο."» Εφαρμόζοντας τα πιο πάνω στα δεδομένα της υπό εξέταση περίπτωσης, και από ανάγνωση των Ενόρκων Δηλώσεων που συνοδεύουν την Αίτηση, προκύπτει ότι το αίτημα του Εναγομένου έχει ως βάση την δικάσιμο της 22.12.2010. Αρχικά αναφέρω ότι οι ισχυρισμοί του Εναγομένου ως προς αναφορές ή σχόλια εκ μέρους του Δικαστηρίου δεν βρίσκουν έρεισμα στα πρακτικά. Δεδομένου ότι ο κ. Χριστοδούλου κάνει αναφορά σε «παρέμβαση» του Δικαστηρίου κατά την υποβολή ερώτησης αναφορικά με την ιδιότητα του Μ.Ε.1, καθώς επίσης και σε ερώτηση ως προς το κατά πόσο η Ενάγουσα εταιρεία είχε παραλάβει και άλλα σπίτια, κρίνω ορθό όπως παραθέσω στο στάδιο αυτό αυτούσια τα σχετικά αποσπάσματα των πρακτικών: «Ε: Μας λέτε ότι είσαστε τεχνικός διευθυντής της ενάγουσας εταιρείας. Α: Μάλιστα. Ε: Είσαστε μόνο ο τεχνικός διευθυντής τούτης της εταιρείας ή μήπως είσαστε και ο ιδιοκτήτης, δηλαδή ο μέτοχός της; Α: Ένας από τους μετόχους. Ε: Πόσο ποσοστό μετοχών έχετε σε αυτή την εταιρεία; Α: Δεν θυμάμαι. Θα σας γελάσω. Νομίζω 10.000 μετοχές. Ε: Ο άλλος μέτοχος ποιος είναι; Α: Η σύζυγός μου. Ε: Δηλαδή, για να αντιλαμβάνεται το Δικαστήριο, τούτη η εταιρεία είναι δική σας, δεν είναι κανενός τρίτου προσώπου και είσαστε τεχνικός διευθυντής, υπάλληλος; Α: Βέβαια, είμαι τεχνικός διευθυντής. Δικ.: Τα ζητήματα νομικής οντότητας εταιρειών περιορισμένης ευθύνης, είναι νομικά ζητήματα και καλά γνωστά στο Δικαστήριο. Κος Ανδρέου: Η μαρτυρία που έδωσε ο μάρτυρας και είπε είναι τεχνικός διευθυντής έχει μεγάλη σημασία. Ε: Και είσαστε υπάλληλος ή και μάρτυρας για διάδικο που έχεις άμεσο συμφέρον. Δικαστήριο: Έχει απαντήσει. Ε: Σας υποβάλλω ότι η εταιρεία αυτή είναι δική σας. Δικαστήριο: Έχω πει κύριε Ανδρέου να προχωρήσετε σε κάτι άλλο. Ε: Σας υποβάλλω η μαρτυρία που δώσετε στο Δικαστήριο δεν είναι σαν υπάλληλος της εταιρείας, ανεξάρτητου, αλλά τη δώσετε για να εξυπηρετήσετε τα δικά σας οικονομικά συμφέροντα. Α: Όχι. Εγώ είμαι υπάλληλος της εταιρείας και παίρνω μισθό και πληρώνω και κοινωνικές ασφαλίσεις και είμαι υποχρεωμένος να εξυπηρετήσω τα συμφέροντα της εταιρείας που με πληρώνει. Ε: Δηλαδή αν υποθέσω ότι κερδίσεις, που τούτη την υπόθεση, δεν θα μπουν λεφτά μέσα στην τζιέπη τη δική σου; Α: Εγώ είναι μισθό που παίρνω. Θα μπουν στην εταιρεία. Αν έχει κέρδος θα μπουν». Και πιο κάτω: «Ε: Κύριε μάρτυρα, παράλληλα με τούτη την εργασία, που εκάμνετε γι' αυτή την οικία, είχατε παραλάβει και άλλα σπίτια; Δικαστήριο: Πώς είναι επίδικο αυτό; Κος Ανδρέου: Θέλετε να εξηγήσω γιατί τον ρωτώ; Γιατί τον ρωτώ αυτή την ερώτηση; Να κάμουμε 5 λεπτά διάλειμμα και να εξηγήσω στο Δικαστήριο κατά το διάλειμμα. Δικαστήριο: Παρακαλώ χαμηλώστε τον τόνο της φωνής σας. Κος Ανδρέου: Ζητώ την άδεια του Δικαστηρίου για διάλειμμα και να σας εξηγήσω. Δικαστήριο: Μην φωνάζετε. Κος Ανδρέου: Θεωρώ την επέμβαση του Δικαστηρίου προκατάληψη εις βάρος των δικαιωμάτων της υπεράσπισης. Το αν είναι επίδικο θέμα ή όχι δεν έβαλα υπεράσπιση. Κα Αντωνίου: Ήταν να σηκωθώ να κάμω ένσταση αλλά δεν πρόλαβα. Κος Ανδρέου: Τι ένσταση να κάμεις ρε Μαρία αφού επενέβηκε το Δικαστήριο για να εξυπηρετήσει τα συμφέροντα του ενάγοντα. Δικαστήριο: Κύριε Ανδρέου μην φωνάζετε. Θα κάμω 5 λεπτά διάλειμμα γιατί η συμπεριφορά του κυρίου Ανδρέου είναι απαράδεκτη και αναμένω την απολογία του». Όπως προκύπτει από τα πιο πάνω, η αναφορά του Δικαστηρίου στο θέμα της νομικής οντότητας εταιρειών λαμβάνει χώρα μετά από σειρά ερωτήσεων επί του θέματος από τον συνήγορο των Εναγομένων, ο οποίος μάλιστα συνεχίζει και υποβάλλει και άλλες ερωτήσεις επί του ιδίου θέματος μετά από την αναφορά αυτή. Ειδικότερα, όμως, στα όσα περιστοιχίζουν την ερώτηση του Δικαστηρίου κατά πόσο είναι επίδικη η ερώτηση του κ. Αντρέου αν παρέλαβαν και άλλα σπίτια οι Ενάγοντες, τα όσα αναφέρονται στα πρακτικά καταδεικνύουν το αβάσιμο των ισχυρισμών του Εναγομένου. Καμία εξήγηση δεν δόθηκε από τον συνήγορο η οποία να «ανοίξει τα μάτια» του μάρτυρα επηρεάζοντας έτσι την αξία της αντεξέτασης, όπως αυτός εισηγείται στην Ένορκη του Δήλωση, αλλά αντίθετα ο συνήγορος ζήτησε όπως εξηγήσει στο Δικαστήριο την σχετικότητα κατά την διάρκεια διαλείμματος. Ο Εναγόμενος ισχυρίζεται στην Ένορκη του Δήλωση ότι το Δικαστήριο απέφυγε να διαβάσει τα πρακτικά όταν ο κ. Αντρέου ανέφερε ότι δεν θυμόταν να είχε δηλώσει κάτι που να απαιτούσε την απολογία του. Παραθέτω και αυτό το σχετικό απόσπασμα από τα πρακτικά: «Δικαστήριο: Ναι κύριε Ανδρέου, είσαστε έτοιμος να απολογηθείτε για τη συμπεριφορά σας. κος Ανδρέου: Απολογούμαι προς το Δικαστήριο για το έντονο ύφος μου. Δικαστήριο: Και για τα λεχθέντα. Κος Ανδρέου: Για το ύφος μου, αλλά από την άλλη. Δικαστήριο: Και για τα λεχθέντα σας; Κος Ανδρέου: Δεν ξέρω ποια ήταν και υπό τις περιστάσεις και με οδηγίες του πελάτη μου είμαι υποχρεωμένος να ζητήσω τη εξαίρεσή σας. Δικαστήριο: Πριν προχωρήσουμε σε οτιδήποτε άλλο θα επαναλάβουμε ότι έχετε πει για να αποφασίσω για το πώς θα προχωρήσω όσον αφορά τη συμπεριφορά σας. Κος Ανδρέου: Θα ήθελα, αν μπορεί η στενογράφος να μας διαβάσει τα λεχθέντα. Δεν θυμάμαι ακριβώς τι είχα πει. (Διαβάζονται τα πρακτικά) Δικαστήριο: Και τα λεχθέντα, όσα λέγατε εκτός της αίθουσας που άκουσα. Κος Ανδρέου: Ήμουν εξοργισμένος, απολογούμαι προς το Δικαστήριο. Είπα ότι δεν μπορώ να συνεχίσω να εκδικάζω αυτή την υπόθεση με αυτά τα εμπόδια και με αντιδικία από το Δικαστήριο. Αυτά νιώθω, αυτά λέω. Δικαστήριο: Είναι υποχρέωση του Δικαστηρίου να κρατά την οποιαδήποτε υπόθεση μέσα στα περιθώρια των επίδικων θεμάτων και να μην επιτρέπει όπως αυτή παρεκτρέπεται σε οτιδήποτε εκτός των επίδικων θεμάτων. Η παρέμβαση του Δικαστηρίου ήταν ότι δεν είναι αυτό επίδικο. Είναι υποχρέωση του Δικαστηρίου το οποίο πρέπει να ενεργεί ώστε η διαδικασία να παραμένει μέσα στα απαραίτητα και επιτρεπόμενα πλαίσια. Έχω ζητήσει την απολογία αν υπάρχει, θα προχωρήσω αν δεν υπάρχει. Κος Ανδρέου: Απολογούμαι στο Δικαστήριο για το έντονο μου ύφος. Ένιωσα. Δικαστήριο: Τα όσα έχουν διαμειφθεί σήμερα δεν επιτρέπουν τη συνέχιση της υπόθεσης σήμερα. Η υπόθεση ορίζεται για συνέχιση της ακρόασης στις 25/1». Από τα πιο πάνω προκύπτει ότι το Δικαστήριο όχι μόνο δεν «απέφυγε» να διαβαστούν τα πρακτικά, αλλά αντιθέτως η επανάληψη των όσων είχε πει ο κ. Αντρέου αποτέλεσε εισήγηση του ιδίου του Δικαστηρίου. Θεωρώ ότι το αίσθημα του Εναγομένου περί της ύπαρξης προκατάληψης και μεροληψίας του παρόντος Δικαστηρίου δεν έχει αιτιολογηθεί αντικειμενικά από τις πράξεις ή ερωτήσεις του Δικαστηρίου, και δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι δημιουργείται επειδή ο συνήγορος του ιδίου με την αναφορά του ότι το Δικαστήριο επεμβαίνει για «να εξυπηρετήσει τα συμφέροντα» των Εναγόντων, του προκαλεί τέτοια ανασφάλεια. Συμφωνώ δε με την θέση του ευπαιδεύτου συνηγόρου για τους Ενάγοντες ότι η ορθότητα ή μη οιασδήποτε ενδιάμεσης απόφασης του Δικαστηρίου, και η απόφαση να επιτρέψει ή όχι κάποια ερώτηση κατά την αντεξέταση, είναι θέματα που ελέγχονται κατ' έφεση, και όχι με αιτήσεις όπως και η παρούσα. Των πιο πάνω δεδομένων κρίνω ότι τυχόν έγκριση του αιτήματος και εξαίρεση μου από την εκδίκαση της υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγής, δεν θα ήταν ορθή υπό τις περιστάσεις. Τυχόν έγκριση τέτοιου αιτήματος θα ισοδυναμούσε με παροχή επιλογής του εκδικάζοντος Δικαστή από τον διάδικο ή τον συνήγορο του, αφού θα αρκούσε ουσιαστικά η διαφωνία των πιο πάνω με τις ενδιάμεσες αποφάσεις του Δικαστηρίου ως προς την δεκτότητα και σχετικότητα μαρτυρίας, και η έκφραση της διαφωνίας αυτής από τον συνήγορο του διαδίκου με έντονο τρόπο προς το Δικαστήριο και την ταυτόχρονη πρόκληση έντασης. Κάτι τέτοιο θα οδηγούσε ακριβώς στην αναγνώριση δικαιώματος επιλογής Δικαστή, πράγμα που πρέπει να αποφευχθεί. Αποτελεί υποχρέωση εκάστου Δικαστή να εκδικάζει τις υποθέσεις που τίθενται ενώπιον του για εκδίκαση από το Πρωτοκολλητείο. Ακολούθως, η Αίτηση απορρίπτεται. Τα έξοδα δεν υπάρχει λόγος να μην ακολουθήσουν το αποτέλεσμα, γι΄αυτό και οι Εναγόμενοι - Αιτητές καταδικάζονται να πληρώσουν τα έξοδα των Εναγόντων - Καθ'ων η Αίτηση όσον αφορά στην διαδικασία εκδίκασης της παρούσας αίτησης, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή. (Υπ.) Μ. Παπαδοπούλου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο