← Κύπρος

Τραπέζης Κύπρου Λτδ ν. Αλέκας Παναγιώτη Παπακοκκίνου κ.α., Αρ. Αγωγής: 5937/04, 22 Μαρτίου, 2011

Τραπέζης Κύπρου Λτδ ν. Αλέκας Παναγιώτη Παπακοκκίνου κ.α., Αρ. Αγωγής: 5937/04, 22 Μαρτίου, 2011 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2011:A108 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Λ. Καλογήρου, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 5937/04 Μεταξύ: Τραπέζης Κύπρου Λτδ Ενάγοντες και

  1. Αλέκας Παναγιώτη Παπακοκκίνου
  2. Βερεγγάριας Παναγιώτη Παπακοκκίνου Εναγομένων _______________________________ 22 Μαρτίου,
  3. Εμφανίσεις: Για τους Ενάγοντες: κα I. Μαλέκου για Χρυσαφίνη & Πολυβίου. Για την Εναγόμενη 2: κα Αλ. Παπακόκκινου (Εναγόμενη 1). ΑΠΟΦΑΣΗ Οι Ενάγοντες είναι τραπεζικός οργανισμός. Με την παρούσα αγωγή διεκδικούν από την Εναγόμενη 1, ως πρωτοφειλέτιδα και την Εναγόμενη 2, ως εγγυήτρια, ποσό £11.787,52, πλέον τόκους. Όπως ισχυρίζονται, η οφειλή προέκυψε από δάνειο το οποίο είχαν παραχωρήσει στην Εναγόμενη 1, με την εγγύηση της Εναγόμενης
  4. Οι Εναγόμενες αρνούνται την αξίωση, θέτοντας τους Ενάγοντες σε αυστηρή απόδειξη των ισχυρισμών τους. Καταχώρισαν όμως και ανταπαίτηση με την οποία διεκδικούν αποζημιώσεις για απώλειες και ζημιές που ισχυρίζονται ότι έχουν υποστεί, από παράνομες, εκδικητικές και αδικαιολόγητες ενέργειες των Εναγόντων. Μια σύντομη αναδρομή στο ιστορικό της διαφοράς, θα καταδείξει, πιστεύω, πού εστιάζονται τα παράπονα των Εναγομένων. Η αγωγή καταχωρήθηκε στις 21.6.2004 και στις 15.11.2004 οι Εναγόμενες καταχώρισαν σημείωμα εμφάνισης δια δικηγόρου, αφού, στο μεταξύ, τους επιδόθηκε το κλητήριο. Στις 8.7.2005, μετά από αίτηση των Εναγόντων, το Δικαστήριο που επιλαμβανόταν, τότε, της υπόθεσης, εξέδωσε απόφαση υπέρ των Εναγόντων, ως η αξίωση, λόγω της παράλειψης των Εναγομένων να καταχωρίσουν υπεράσπιση. Η ανωτέρω εκδοθείσα απόφαση παραμερίστηκε στις 7.11.2008, μετά από σχετική αίτηση των Εναγομένων ημερ. 28.8.
  5. Αξίζει να αναφερθεί πως την ίδια τύχη είχαν και άλλες τρεις αγωγές που είχαν καταχωρίσει οι Ενάγοντες εναντίον των Εναγομένων. Οι αποφάσεις που είχαν εκδοθεί εναντίον τους, ακυρώθηκαν κατά τον ίδιο τρόπο. Σχετική είναι η ενδιάμεση απόφαση ημερ. 7.11.2008, στην οποία αναφέρονται τα γεγονότα που περιβάλλουν όλες τις υποθέσεις. Οι Εναγόμενες καταχώρισαν υπεράσπιση και ανταπαίτηση στις 17.11.
  6. Στις 19.2.2008, προτού ακόμη παραμεριστούν οι αποφάσεις, οι Εναγόμενες είχαν μεταβεί στο Επαρχιακό Κτηματολόγιο Πάφου με πρόθεση να μεταβιβάσουν δύο οικόπεδα σε συγκεκριμένο αγοραστή. Συνάντησαν όμως εμπόδιο και η μεταβίβαση δεν έγινε κατορθωτή, γιατί οι Ενάγοντες είχαν καταθέσει επιβαρύνσεις, τόσο στα συγκεκριμένα οικόπεδα όσο και σε πολλά άλλα ακίνητα των Εναγομένων, ευρισκόμενα στις επαρχίες Πάφου και Λευκωσίας. Οι Εναγόμενες υποστηρίζουν ότι η εν λόγω ενέργεια των Εναγόντων, ήταν παράνομη και εκδικητική και τους προκάλεσε τεράστιες ζημιές και απώλειες, γιατί δεν μπόρεσαν να μεταβιβάσουν τα οικόπεδα και απώλεσαν εισοδήματα. Υπόστηκαν περαιτέρω ζημιές γιατί εμποδίστηκαν να εκμεταλλευθούν ή/και πωλήσουν και άλλα ακίνητα σε ενδιαφερόμενους αγοραστές, τα οποία, επίσης, ήταν δεσμευμένα μέχρι την ημέρα που ακυρώθηκαν οι αποφάσεις. Διεκδικούν επίσης αποζημιώσεις γιατί με την οικονομική κρίση που μεσολάβησε η αξία της ακίνητης περιουσίας τους μειώθηκε, ενώ θα μπορούσε να είχε διατεθεί σε ψηλότερες τιμές εάν δεν εμποδίζονταν από τις αναφερθείσες επιβαρύνσεις. Αξιώνουν, ακόμη, αποζημιώσεις για ισχυριζόμενη δυσφήμιση τους από τους Ενάγοντες. Η ΜΑΡΤΥΡΙΑ ΤΩΝ ΕΝΑΓΟΝΤΩΝ Η ακροαματική διαδικασία υπήρξε μακρά. Κατέθεσαν τρεις μάρτυρες για την πλευρά των Εναγόντων και πέντε για τις Εναγόμενες. Οι Ενάγοντες κάλεσαν τους λειτουργούς Χρ. Παπαλαμπριανού (Μ.Ε.1), Μιχάλη Χ'' Καλλή (Μ.Ε.2) και Ευγενία Χριστοδούλου (Μ.Ε.3). Όπως ανάφερε ο Μ.Ε.1, καταθέτοντας τα έγγραφα που σχετίζονται με την αξίωση της τράπεζας, η Εναγόμενη 1, ζήτησε με γραπτή αίτηση ημερ. 30.11.2001, να της χορηγηθεί δάνειο τακτής προθεσμίας ύψους £9.500 (τεκμήριο 1). Το αίτημα της εγκρίθηκε, υπό όρους, με απόφαση των Εναγόντων ημερ. 3.12.2001, (τεκμήριο 2). Ένας από τους όρους ήταν η παραχώρηση προσωπικής εγγύησης της αδελφής της (Εναγόμενη 2). Οι όροι της δανειοδότησης, διέπονταν από τη συμφωνία ημερ. 4.3.99 (τεκμήριο 3). Το δάνειο, συνέχισε, ήταν αποπληρωτέο σε 13 μήνες με 12 δόσεις των £50 και με εφάπαξ εξόφληση του υπολοίπου, με την 13η δόση. Η Εναγόμενη 2, είπε, υπόγραψε τρεις συμφωνίες εγγύησης τις οποίες κατέθεσε ως τεκμήρια 4α, β και γ, αντίστοιχα. Προς περαιτέρω δε εξασφάλιση, η Εναγόμενη 1 υποθήκευσε προς όφελος των Εναγόντων δύο ακίνητα της στο χωριό Κατύδατα, με βάση τις συμφωνίες τεκμήρια 5α και β, αντίστοιχα. Συνεχίζοντας, ανάφερε πως οι Ενάγοντες παραχώρησαν στην Εναγόμενη 1 το δάνειο των £9.500, καταθέτοντας τα αποδεικτικά στοιχεία των σχετικών εμβασμάτων σε λογαριασμούς της (τεκμήρια 6-9). Η Εναγόμενη 1 κατέβαλε μόνο έξι δόσεις για το συνολικό ποσό των £300,24, γι' αυτό και οι Ενάγοντες, στις 30.12.2002 απέστειλαν επιστολή τόσο στην Εναγόμενη 1 όσο και στην Εναγόμενη 2, με την οποία τις καλούσαν να εξοφλήσουν το υπόλοιπο (τεκμήριο 12). Στις 17.2.2004 απέστειλαν και δεύτερη επιστολή στις Εναγόμενες (τεκμήριο 13) με την οποία τις καλούσαν να εξοφλήσουν το υπόλοιπο το οποίο, τότε, ανερχόταν σε £11.531,27, αλλά ούτε αυτή τη φορά ανταποκρίθηκαν και ακολούθησε η αγωγή. Ο μάρτυρας κατέθεσε, τέλος, αντίγραφο κατάστασης λογαριασμού (τεκμήριο 10), την οποία εκτύπωσε από το τραπεζικό βιβλίο που τηρούν οι Ενάγοντες. Επειδή, όπως εξήγησε, οι Εναγόμενες διαμαρτυρήθηκαν για ανατοκισμούς και παράνομες χρεώσεις, οι Ενάγοντες ετοίμασαν ανακατασκευασμένη κατάσταση (τεκμήριο 11) στην οποία περιλαμβάνονται μόνο η ανάληψη του δανείου από τις Εναγόμενες και οι έξι πληρωμές, για το συνολικό ποσό των £300,
  7. Η αναδομημένη κατάσταση, όπως αναφέρει στη γραπτή του δήλωση και επανέλαβε κατά την ένορκη μαρτυρία του, ετοιμάστηκε σε μια προσπάθεια να περιοριστούν τα επίδικα θέματα και περιόρισαν με τον τρόπο αυτό την αξίωση τους στο ποσό των £11.171,88 με τόκο 8% ετησίως και όχι 10,5% όπως αναφέρεται στην επιστολή τεκμήριο
  8. Ο Μ.Ε.2 ήταν, όπως ανάφερε, διευθυντής του τμήματος προβληματικών λογαριασμών. Όταν, είπε, παρουσίασε καθυστερήσεις ο επίδικος λογαριασμός της Εναγόμενης 1, παραπέμφθηκε στο τμήμα του για τον κατάλληλο χειρισμό. Αναφερόμενος στις ενέργειες στις οποίες προέβη το τμήμα του, όταν ανέλαβαν το λογαριασμό (9.9.2003) εξήγησε ότι απέστειλαν αρχικά επιστολή και ακολούθως συναντήθηκε με τις Εναγόμενες, αφού είχε προηγηθεί τηλεφωνική επικοινωνία. Κατά τη συνάντηση, που έλαβε χώρα στις 16.12.2003 στα γραφεία των Εναγόντων, οι Εναγόμενες ζήτησαν πίστωση χρόνου μέχρι το τέλος Δεκεμβρίου για να μπορέσουν να πωλήσουν κάποιο κτήμα τους στην Πάφο και να εξοφλήσουν το υπόλοιπο. Επειδή δεν υπήρξε ανταπόκριση, συνέχισε, έδωσε οδηγίες και αποστάληκε η επιστολή ημερ. 17.2.2004, με την οποία τις καλούσαν να εξοφλήσουν την οφειλή τους. Με τις Εναγόμενες, κατέληξε, είχε συναντηθεί ακόμη δύο φορές. Η μία - δεύτερη κατά σειρά - έλαβε χώρα στις 29.6.2005 και η άλλη στις 12.5.
  9. Στη δεύτερη συνάντηση τους οι Εναγόμενες επικαλέστηκαν λόγους υγείας και ζήτησαν περαιτέρω χρόνο μέχρι το Νοέμβριο του έτους 2005 για να μπορέσουν να προωθήσουν την πώληση των κτημάτων τους. Στην τελευταία τους συνάντηση, είπε, οι Εναγόμενες ζήτησαν για πρώτη φορά από τον ίδιο να τους παραδοθούν καταστάσεις λογαριασμών. Προηγήθηκε, όπως ανάφερε, η συνάντηση των Εναγομένων με άλλα διευθυντικά στελέχη (Καρυδά και Χριστοδούλου) και τους επανέλαβε το αίτημα των Εναγόντων να καταβάλουν ποσό £600 για τα έξοδα ετοιμασίας των καταστάσεων καθώς και της υποχρέωσης που είχαν αναλάβει να πληρώσουν €100.000, όπως είχαν υποσχεθεί, προκειμένου να αποσύροντο οι επιβαρύνσεις για τα δύο οικόπεδα, τα οποία εν τέλει, απελευθερώθηκαν. Η Μ.Ε.3, τέλος, ανάφερε πως είχε δεχθεί τηλεφώνημα από τις Εναγόμενες την ημέρα που είχαν μεταβεί στο Επαρχιακό Κτηματολόγιο Πάφου για να μεταβιβάσουν τα δύο οικόπεδα. Της ζήτησαν να ακυρώσουν άμεσα τα memo με τα οποία επιβαρύνονταν, αίτημα που δεν μπόρεσε, όπως εξήγησε, να ικανοποιήσει, γιατί δεν είχαν εξοφληθεί οι δικαστικές αποφάσεις στη βάση των οποίων είχαν εγγραφεί οι επιβαρύνσεις. Την επομένη, οι Εναγόμενες επισκέφθηκαν τα γραφεία της τράπεζας και είχαν συνάντηση με τον γενικό διευθυντή διαχείρισης κινδύνων κ. Καρυδά, στην παρουσία της ίδιας. Κατά τη συνάντηση, συνέχισε, οι Εναγόμενες ζήτησαν να ακυρωθούν οι επιβαρύνσεις που είχαν εγγράψει οι Ενάγοντες σε όλα τα κτήματα τους στην Επαρχία Πάφου, αίτημα που δεν έγινε αποδεκτό. Μετά από συζήτηση, έγινε αποδεκτή εισήγηση για απαλλαγή των δύο οικοπέδων, ώστε να μπορέσουν οι Εναγόμενες να προχωρήσουν στην πώληση τους, υπό τον όρο ότι θα κατέβαλλαν αμέσως μετά ποσό €100.000, έναντι του συνολικού χρέους τους, το οποίο υπολόγισαν πρόχειρα σε €125.
  10. Ενόψει αυτής της συνεννόησης, απέστειλε, είπε, την ίδια ημέρα χειρόγραφη σημείωση στην υπηρεσία "recoveries" με οδηγίες όπως ενεργήσουν άμεσα για απαλλαγή των δύο οικοπέδων, πράγμα που έγινε. Οι Εναγόμενες, κατέληξε, παρότι πώλησαν τα κτήματα μετά την απαλλαγή τους από τα memo, αθέτησαν την υπόσχεση που έδωσαν για καταβολή του ποσού των €100.000, γι' αυτό και η τράπεζα αποφάσισε να μην δώσει αντίγραφα των λογαριασμών, τα οποία είχαν ζητήσει. Η ΜΑΡΤΥΡΙΑ ΤΩΝ ΕΝΑΓΟΜΕΝΩΝ Για την πλευρά των Εναγομένων κατέθεσαν πέντε μάρτυρες. Οι κτηματολογικοί λειτουργοί Νίκος Καστανιάς (Μ.Υ.1) και Αντρούλλα Γαβριήλ (Μ.Υ.2), εργαζόμενοι στα Επαρχιακά Κτηματολογικά γραφεία Πάφου και Λευκωσίας, αντίστοιχα, ο εκτιμητής ακινήτων Χαράλαμπος Πετρίδης (Μ.Υ.3), η κτηματομεσίτρια Γεωργία Ιακωβίδου (Μ.Υ.4) και η Εναγόμενη 2 (Μ.Υ.5). Ο Μ.Υ.1 επιβεβαίωσε ότι οι Εναγόμενες είχαν μεταβεί στις 19.2.2008 στο Κτηματολογικό γραφείο Πάφου για να μεταβιβάσουν δύο οικόπεδα, αλλά δεν έγιναν οι μεταβιβάσεις λόγω των επιβαρύνσεων. Τα memo, όπως εξήγησε, κατατέθηκαν από τους Ενάγοντες, ως εξ αποφάσεως πιστωτές, τόσο επί των δύο προς πώληση οικοπέδων όσο και επί πολλών άλλων ακινήτων επ' ονόματι των Εναγομένων που βρίσκονταν, τόσο στην πόλη και Επαρχία της Πάφου, όσο και της Λευκωσίας (βλ. τεκμήρια 14 και 16). Οι επιβαρύνσεις στα δύο οικόπεδα αφαιρέθηκαν στις 25.2.2008 ενώ όλα τα υπόλοιπα ακίνητα συνέχισαν να είναι δεσμευμένα μέχρι την ακύρωση των αποφάσεων από το Δικαστήριο στις 7.11.
  11. Ερωτηθείς για τη διαδικασία εγγραφής των επιβαρύνσεων, είπε ότι εγγράφονται μετά από αίτηση του εξ αποφάσεως πιστωτή προς εξασφάλιση του εξ αποφάσεως χρέους. Δεν διαθέτει, όμως, μηχανισμό το Κτηματολόγιο για να ελέγχει τις αξίες των ακινήτων που δεσμεύονται και έτσι ένας εξ αποφάσεως πιστωτής έχει τη δυνατότητα να δεσμεύσει όσα ακίνητα επιθυμεί. Στην εξεταζόμενη περίπτωση, κατέληξε, οι Ενάγοντες δέσμευσαν περιουσία των Εναγομένων πολλαπλάσιας αξίας από το εξ αποφάσεως χρέος. Ο Μ.Υ.2 ανάφερε ότι ετοίμασε, με οδηγίες των Εναγομένων, εκτιμήσεις για την αξία των ακινήτων τους στα Κατύδατα και στην Πάφο, αντίστοιχα. Με βάση τις εκτιμήσεις του, η αξία των δύο τεμαχίων στα Κατύδατα ανερχόταν τον Φεβρουάριο του έτους 2008 στο ποσό των €250.000 (βλ. τεκμήριο 17). Παρεμβάλλεται στο σημείο αυτό ότι τα δύο αυτά τεμάχια είναι υποθηκευμένα προς όφελος των Εναγόντων προς εξασφάλιση του επίδικου δανείου, καθώς και άλλων υποχρεώσεων των Εναγομένων, δυνάμει των συμβάσεων υποθηκών τεκμήρια 5α και 5β, αντίστοιχα. Η εκτίμηση τεκμήριο 18, αφορά δύο τεμάχια στην Ενορία Μούτταλου στην Πάφο, η αξία των οποίων υπολογίστηκε από το μάρτυρα ότι ανερχόταν κατά τον Φεβρουάριο του έτους 2008 στο συνολικό ποσό των €6.145.
  12. Συνεχίζοντας ο μάρτυρας υποστήριξε ότι οι πωλήσεις των ακινήτων, μετά τον Φεβρουάριο του έτους 2008, μειώθηκαν, λόγω της παγκόσμιας οικονομικής κρίσης, η οποία επηρέασε, όπως είπε, και την Κύπρο. Η πόλη και Επαρχία της Πάφου, συνέχισε, επηρεάστηκαν περισσότερο από την οικονομική κρίση, αφού παρουσίασε μείωση στις πωλήσεις που άγγιζαν το 36% για το έτος 2008, γεγονός που προκύπτει, όπως εξήγησε, από σχετικό συγκριτικό πίνακα ο οποίος κυκλοφόρησε επίσημα (τεκμήριο 19). Η Μ.Υ.3 ανάφερε ότι είναι κτηματολογικός λειτουργός και εργάζεται στον κλάδο διαχείρισης κρατικών γαιών. Όπως εξήγησε, εάν παρεμβάλλονται αργάκια μεταξύ κτήματος και δημοσίου δρόμου, υπάρχει δυνατότητα να παραχωρηθεί δίοδος από το κράτος, δια μέσου του αργακιού, εφόσον υποβληθεί σχετική αίτηση. Τέτοια αίτηση, είπε, κατατέθηκε από τις Εναγόμενες την 1.12.2010, για να τους παραχωρηθεί δίοδος για το κτήμα τους στα Κατύδατα. Η Μ.Υ.4 ανάφερε πως της είχαν αναθέσει οι Εναγόμενες να βρει αγοραστή για ένα οικόπεδο τους στην περιοχή Μούτταλου στην Πάφο. Το συγκεκριμένο οικόπεδο (τεμάχιο 4714), είπε, έχει πολλά πλεονεκτήματα γιατί βρίσκεται στο εμπορικό κέντρο της πόλης και είναι σε ύψωμα πάνω στο παραλιακό μέτωπο, σε μικρή απόσταση από τη θάλασσα. Περί τα τέλη Φεβρουαρίου 2008, συνέχισε, βρήκε προτιθέμενο αγοραστή για το συγκεκριμένο οικόπεδο, ο οποίος πρόσφερε το ποσό που ζητούσαν οι Εναγόμενες, που ήταν £400.
  13. Επικοινώνησε, κατέληξε, με τις Εναγόμενες και τις ενημέρωσε σχετικά, αλλά την πληροφόρησαν ότι δεν μπορούσαν να το πωλήσουν, λόγω κάποιου εμποδίου που υπήρχε. Η μάρτυς ανάφερε, τέλος, ότι λόγω της γνωστής οικονομικής κρίσης, η τιμή των ακινήτων στην Πάφο μειώθηκε γύρω στο 20-25%. Σήμερα, όπως είπε, η μείωση είναι ακόμα περισσότερη, γύρω στο 30%. Η μαρτυρία των Εναγομένων συμπληρώθηκε με την κατάθεση της Εναγόμενης 2, η οποία αναφέρθηκε τόσο στα γεγονότα που αφορούν την αξίωση των Εναγόντων, όσο και στα γεγονότα της ανταπαίτησης. Σε σχέση με το επίδικο δάνειο, δέχθηκε πως ζητήθηκε από την αδελφή της το δάνειο των £9.500 από την τράπεζα και ότι υπόγραψαν ως πρωτοφειλέτης η αδελφή της και η ίδια ως εγγυήτρια. Υποστήριξε, όμως, πως τα έγγραφα ήταν ασυμπλήρωτα όταν έθεσαν τις υπογραφές τους επί των τεκμηρίων 1, 2, 3 και
  14. Ουδέποτε, είπε, παρέλαβαν οποιαδήποτε κατάσταση λογαριασμού ή επιστολή από τους Ενάγοντες σε σχέση με το επίδικο δάνειο. Η ίδια πλήρωνε, όπως εξήγησε, για το δικό της δάνειο τις δόσεις που είχαν συμφωνηθεί. Το ίδιο, είπε, έπραττε και η αδελφή της για το επίδικο δάνειο. Υπήρξαν, όμως, κάποιες καθυστερήσεις που οφείλονταν σε λόγους υγείας, οι οποίοι την υποχρέωσαν να απουσιάζει για κάποια διαστήματα στο εξωτερικό, συνοδευόμενη από την αδελφή της. Όταν επέστρεψαν, ζήτησαν καταστάσεις των λογαριασμών τους για να ενημερωθούν και να διευθετήσουν τα τυχόν υπόλοιπα, αλλά οι Ενάγοντες ουδέποτε τις προμήθευσαν με καταστάσεις, παρά τις κατά καιρούς υποσχέσεις τους. Στη συνέχεια αναφέρθηκε στις περιστάσεις κάτω από τις οποίες εξασφάλισαν απόφαση οι Ενάγοντες τόσο στην παρούσα όσο και στις άλλες τρεις αγωγές, οι οποίες στο τέλος ακυρώθηκαν. Εξέθεσε, ακολούθως, τα γεγονότα που έλαβαν χώρα στο Επαρχιακό Κτηματολογικό Γραφείο της Πάφου, όταν μετέβησαν με την Εναγόμενη 1 για να μεταβιβάσουν τα δύο οικόπεδα. Προηγήθηκε, είπε, συμφωνία με συγκεκριμένο αγοραστή να του πωλήσουν τα δύο οικόπεδα, έναντι του συμφωνηθέντος τιμήματος των £605.
  15. Ενώ ήταν όλα έτοιμα για να μεταβιβαστούν τα οικόπεδα και αφού είχαν πληρώσει ποσό £130.000 για τα κεφαλαιουχικά κέρδη, τους ανακοίνωσαν πως δεν μπορούσε να γίνει η μεταβίβαση, γιατί είχαν κατατεθεί επιβαρύνσεις στα κτήματα. Εκείνη την ώρα, όπως χαρακτηριστικά ανάφερε, «νόμισε ότι έπεσε η στέγη πάνω στο κεφάλι της». Αναφέρθηκε περαιτέρω στις αξίες των κτημάτων τα οποία δεσμεύθηκαν από τους Ενάγοντες, παραπονούμενη ότι, για ένα πολύ μικρό χρέος, τους δέσμευσαν περιουσία πολλών εκατομμυρίων λιρών. Πρόθεση της τράπεζας, όπως υποστήριξε, ήταν να τις ζημιώσει και να τις εξευτελίσει, αφού ήταν εξασφαλισμένη και δεν υπήρχε πραγματική ανάγκη για να δεσμεύσει άλλη περιουσία τους εκτός από εκείνη που είχε υποθηκευθεί, η αξία της οποίας κάλυπτε πλήρως την όποια απαίτηση της τράπεζας. Καταλήγοντας, αρνήθηκε ότι υποσχέθηκαν να πληρώσουν ποσό €100.000 για να απελευθερώσουν τα δύο οικόπεδα από τις επιβαρύνσεις. Η συνεννόηση που είχαν κάμει, είπε, ήταν να τις προμηθεύσουν οι Ενάγοντες με τις καταστάσεις λογαριασμών και εάν διαπίστωναν ότι υπήρχε υπόλοιπο, θα το διευθετούσαν. Ουδέποτε, τόνισε, ανέλαβαν υποχρέωση να πληρώσουν ποσό €100.000, χωρίς να γνωρίζουν ποια υπόλοιπα παρουσίαζαν οι λογαριασμοί τους. Οι Ενάγοντες, υποστήριξε, αποδέσμευσαν τα δύο οικόπεδα γιατί φοβήθηκαν για τις συνέπειες που θα είχαν εάν δεν επωλούντο τα οικόπεδα. ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ Σχημάτισα θετική εικόνα για τους τρεις μάρτυρες των Εναγόντων. Αρχίζοντας από τον Μ.Ε.1, παρατηρώ ότι η μαρτυρία του περιορίστηκε στην παρουσίαση των εγγράφων που σχετίζονται με την επίδικη συναλλαγή. Όσα υποστηρικτικά ανάφερε, επιβεβαιώνονται από τα τεκμήρια που παρουσίασε, τα οποία ήταν καταχωρημένα στο αρχείο που τηρούσε η τράπεζα. Έδωσε την εικόνα ειλικρινούς μάρτυρα και δεν διέκρινα προσπάθεια να αποφύγει να απαντήσει οποιαδήποτε ερώτηση του υποβλήθηκε ή να αποκρύψει οποιοδήποτε στοιχείο σχετίζεται με την υπόθεση. Δέχθηκε με ειλικρίνεια ότι από τη μελέτη των στοιχείων που υπήρχαν στο αρχείο της τράπεζας και αφορούσαν την επίδικη συναλλαγή, προέκυψε ότι για ένα μεγάλο χρονικό διάστημα - μεταξύ 30.6.2003 και 31.12.2005 - οι καταστάσεις λογαριασμών δεν αποστέλλονταν στη διεύθυνση τους, αλλά πήγαιναν στην υπηρεσία προβληματικών λογαριασμών (Recoveries Department). Η μαρτυρία του δεν κλονίστηκε από τη μακρά και επίπονη αντεξέταση στην οποία υποβλήθηκε από την Εναγόμενη
  16. Στις υποβολές και την προσπάθεια της συνηγόρου να αμφισβητήσει την εγκυρότητα των εγγράφων, ο μάρτυρας έδωσε πειστικές και ικανοποιητικές εξηγήσεις για τη γνησιότητα όλων των εγγράφων. Με κάθε ειλικρίνεια δήλωσε πως δεν ήταν σε θέση να δώσει εξηγήσεις για τις διορθώσεις που υπάρχουν στο αποδεικτικό της κατάθεσης τεκμήριο
  17. Δεν υπάρχει όμως αμφιβολία ότι το ποσό του δανείου παραχωρήθηκε στην Ενάγουσα, γεγονός που εύκολα συνάγεται από το ένταλμα πληρωμής, τεκμήριο 9, το οποίο φέρει και την υπογραφή της Ενάγουσας. Είναι δε αδιάφορο για τους σκοπούς της παρούσας διαδικασίας, πώς είχαν διαμορφωθεί τα υπόλοιπα άλλων λογαριασμών που διατηρούσε η Εναγόμενη 1 με την τράπεζα. Εκείνο που ενδιαφέρει είναι ότι το ποσό του δανείου παραλήφθηκε από την Ενάγουσα και πιστώθηκε, μετά από δικές της οδηγίες, σε άλλους λογαριασμούς που διατηρούσε στην τράπεζα. Την ίδια καλή εντύπωση σχημάτισα και για τους Μ.Ε.2 και Μ.Ε.
  18. Τόσο ο Μ.Ε.2 όσο και η Μ.Ε.3 έδωσαν πειστικές εξηγήσεις για τις συζητήσεις που είχαν κατά τις συναντήσεις τους με τις Εναγόμενες. Θα πρέπει στο σημείο αυτό να αναφερθεί ότι το Δικαστήριο δεν συμμερίζεται τη στάση που τήρησαν οι αξιωματούχοι των Εναγόντων σε σχέση με το αίτημα των Εναγομένων να τις προμηθεύσουν με αντίγραφα των καταστάσεων των λογαριασμών τους. Επρόκειτο για ένα δικαιολογημένο αίτημα, αν ληφθεί υπόψη και το αδιαμφισβήτητο γεγονός ότι για μεγάλο χρονικό διάστημα οι Εναγόμενες δεν ελάμβαναν τις καταστάσεις αφού, όπως παραδέχθηκε ο Μ.Ε.1, αποστέλλοντο σε άλλο τμήμα της τράπεζας αντί να ταχυδρομούνται στη διεύθυνση των Εναγομένων. Η στάση που τήρησαν οι Ενάγοντες στο ζήτημα αυτό ήταν εκδικητική και εκβιαστική, αφού ζήτησαν £600 για να τις εφοδιάσουν με αντίγραφα των καταστάσεων, μεγάλο μέρος των οποίων όφειλαν να τους είχαν αποστείλει, όπως εξηγείται ανωτέρω. Το γεγονός ότι οι Εναγόμενες αθέτησαν την υποχρέωση που είχαν αναλάβει και δεν πλήρωσαν το ποσό των €100.000, μετά την απόσυρση των επιβαρύνσεων και την πώληση των δύο οικοπέδων, δεν εδικαιολογούσε την αναφερθείσα αντίδραση των Εναγόντων. Η στάση αυτή των αξιωματούχων της τράπεζας, δεν επηρεάζει την αξιοπιστία των Μ.Ε.1 και Μ.Ε.2, οι οποίοι είχαν την ευθύτητα να καταθέσουν με ειλικρίνεια τα γεγονότα, χωρίς να αποκρύψουν την παράλογη, ομολογουμένως, αξίωση της τράπεζας για πληρωμή του υπέρογκου ποσού των £600, για να δώσουν αντίγραφα των εξαμηνιαίων καταστάσεων των λογαριασμών που διατηρούσαν οι Εναγόμενες. Σε αντίθεση με τους μάρτυρες των Εναγόντων η Εναγόμενη 2 έδειξε απροθυμία να καταθέσει με ειλικρίνεια τα γεγονότα που σχετίζονται με την υπόθεση. Η μαρτυρία της χαρακτηρίζεται τόσο από υπεκφυγές όσο και από υπερβολές. Ειδικότερα: α) Υποστήριξε ότι τα έγγραφα που σχετίζονται με το επίδικο δάνειο τεκμήρια 1-4, ήταν ασυμπλήρωτα όταν τα υπέγραψαν. Ο ισχυρισμός αυτός δεν γίνεται αποδεκτός. Προκύπτει από τη μαρτυρία, ότι οι Εναγόμενες διατηρούσαν πολλούς λογαριασμούς με τους Ενάγοντες. Είχαν, συνεπώς, εμπειρία και δεν είναι δυνατό να γίνει πιστευτή η εισήγηση ότι υπόγραψε εγγύηση η Εναγόμενη 2 ή το έγγραφο δανείου η Εναγόμενη 1, χωρίς να αναγράφονται τα ποσά της εγγύησης και δανειοδότησης, αντίστοιχα. Ας σημειωθεί ότι η Εναγόμενη 1 είναι δικηγόρος και δεν θα αναμενόταν, λόγω και της ιδιότητας της, να υπογράφει, εν λευκώ, αιτήσεις και συμφωνίες δανείου. β) Υποστήριξε ότι το υπόλοιπο που οφείλουν από την επίδικη δανειοδότηση είναι μόνο £300, προσπαθώντας να οχυρωθεί πίσω από την παράγραφο 2(α) των λεπτομερειών της έκθεσης απαίτησης, στην οποία αναφέρεται ότι η αποπληρωμή του δανείου θα επραγματοποιείτο δια 12 μηνιαίων δόσεων των £50 εκάστη. Γνώριζε, όμως, πολύ καλά ότι το δάνειο που είχαν χορηγήσει οι Ενάγοντες στην αδελφή της ήταν ύψους £9.
  19. γ) Ισχυρίστηκε πως η μόνη επιστολή που παρέλαβε ήταν το τεκμήριο 21 και ότι δεν παρέλαβαν οποιαδήποτε άλλη επιστολή ή κατάσταση λογαριασμού. Προκύπτει όμως από την αξιόπιστη μαρτυρία των Μ.Ε.1 και Μ.Ε.2 ότι οι Ενάγοντες απέστειλαν στις Εναγόμενες και τις επιστολές τεκμήρια 12 και
  20. Τους αποστέλλονταν, επίσης, καταστάσεις των λογαριασμών μέχρι την 30.6.
  21. Δεν είναι τυχαίο που η Εναγόμενη 2 αποδέχθηκε ότι παρέλαβαν τις επιστολές ημερ. 23.4.2008 (τεκμήριο 21). Ήταν για να ενισχύσει την εκδοχή της ότι δεν επισκέφθηκαν τα γραφεία των Εναγόντων μετά την ημερομηνία αυτή, αντικρούοντας, κατ' αυτό τον τρόπο, την εκδοχή του Μ.Ε.2 ότι είχε συνάντηση μαζί τους τον Μάιο του έτους
  22. Προφασίστηκε, συναφώς, ότι με το τεκμήριο 21, οι Ενάγοντες τις παρέπεμπαν στους δικηγόρους τους. Είναι, περαιτέρω, άξιον απορίας γιατί να μην παραληφθούν από τις Εναγόμενες οι επιστολές τεκμήρια 12 και 13, αφού στάλησαν στην ίδια διεύθυνση με την επιστολή τεκμήριο 21, την οποία αποδέχθηκε ότι παρέλαβε. Όταν της υποβλήθηκε σχετικό ερώτημα, ελίχθηκε, αναφέροντας πως δεν θυμόταν αν ταχυδρομήθηκε η τελευταία επιστολή και ότι πιθανόν να τους την είχαν παραδώσει προσωπικά. Μια απάντηση που φανερώνει την ευκολία με την οποία διαφοροποιούσε τις θέσεις της, ανάλογα με τις ανάγκες που προέκυπταν. δ) Ήταν διάχυτη η υπερβολή στη μαρτυρία της σε σχέση με τις ισχυριζόμενες ζημιές που υπόστηκαν από τη δέσμευση των κτημάτων τους. Όσο και αν μπορεί να γίνει κατανοητό από το Δικαστήριο το παράπονο τους ότι για ένα σχετικά μικρό χρέος, οι Ενάγοντες καταχώρισαν επιβαρύνσεις για πολλαπλάσιας αξίας ακίνητη περιουσία τους, δεν μπορεί να δικαιολογηθεί η αντίδραση των Εναγομένων, οι οποίες παρουσίασαν το πρόβλημα ωσάν να ισοδυναμούσε με καταστροφική πράξη. Κατανοητό είναι επίσης, ότι οι Εναγόμενες ταλαιπωρήθηκαν όταν διαπίστωσαν ότι δεν μπορούσαν να προχωρήσουν με τις μεταβιβάσεις των δύο οικοπέδων, λόγω των επιβαρύνσεων που είχαν καταθέσει οι Ενάγοντες. Η ταλαιπωρία τους, όμως, δεν δικαιολογεί τόση αντίδραση ούτε και τις απαράδεκτες αξιώσεις τους για δήθεν δυσφήμιση και εκδικητική καταδίωξη τους από τους Ενάγοντες. Υποχρεώθηκαν να επικοινωνήσουν με τους Ενάγοντες, οι οποίοι μετά από συζήτηση, αποδέκτηκαν να αποδεσμεύσουν τις δύο επιβαρύνσεις, πράγμα που έπραξαν και χρειάστηκε, έτσι, να μεταβούν ξανά στο Κτηματολόγιο Πάφου για να προβούν στη μεταβίβαση. ε) Οι Εναγόμενες δεν περιορίστηκαν μόνο σε ισχυρισμούς για ταλαιπωρία, δυσφήμιση και πρόκληση σ' αυτές ζημιάς, λόγω της παρεμπόδισης τους να μεταβιβάσουν τα δύο οικόπεδα. Υποστήριξαν πως μειώθηκε η αξία της περιουσίας τους επειδή δεν μπόρεσαν να πωλήσουν ακόμη ένα οικόπεδο, επιστρατεύοντας μάλιστα κτηματομεσίτρια (Μ.Υ.4) για να δικαιολογήσουν ότι υπόστηκαν ζημιά ύψους £80.
  23. Παρεμβάλλεται στο σημείο αυτό πως δεν πείστηκε το Δικαστήριο ως προς τη γνησιότητα της μαρτυρίας της Εναγόμενης 2 και τις κτηματομεσίτριας (Μ.Υ.4), για τον δήθεν αγοραστή που φέρεται να ενδιαφέρθηκε να αγοράσει το οικόπεδο στο Μούτταλο, στην τιμή των £400.
  24. Εάν έτσι είχαν τα πράγματα, θα αναμενόταν από τις Εναγόμενες να είχαν ζητήσει από την τράπεζα να τους απαλλάξει και εκείνο το κτήμα από την επιβάρυνση, πράγμα που δεν έπραξαν, χωρίς να δοθεί λογική εξήγηση από την Εναγόμενη
  25. Η Μ.Υ.4 έδωσε την εντύπωση ότι ήρθε στο Δικαστήριο με μοναδικό γνώμονα να βοηθήσει τις Εναγόμενες λόγω, προφανώς, της επαγγελματικής συνεργασίας που είχε μαζί τους. Δεν πείσθηκα για την αλήθεια των όσων κατέθεσε. Με δισταγμό αποκάλυψε το όνομα των υποτιθέμενων προτιθέμενων αγοραστών του οικοπέδου. Από τις απαντήσεις της, το Δικαστήριο σχημάτισε την εντύπωση ότι επινόησε τα ονόματα και έδινε απαντήσεις στο όλο ζήτημα κατά το δοκούν. Δεν μπορούσε, όπως είπε, να δώσει εξηγήσεις και λεπτομέρειες για τις ημερομηνίες που είχε συναντήσεις και συζητήσεις με τους ενδιαφερόμενους, γιατί δεν είχε μαζί της την «ατζέντα» της. Ήταν όμως αυτονόητο ότι θα της υποβάλλονταν σχετικά ερωτήματα και προκύπτουν εύλογα ερωτηματικά και απορίες γιατί δεν φρόντισε να έχει διαθέσιμα αυτά τα στοιχεία κατά τη μαρτυρία της. Συμπληρώνοντας την αξιολόγηση της μαρτυρίας, θεωρώ ότι οι Μ.Υ.1 και 3 κατέθεσαν ορθά και αντικειμενικά τα γεγονότα που περιήλθαν στην αντίληψη τους. Εκτιμώ, επίσης, ότι οι εκτιμήσεις του Μ.Υ.2 είναι ορθές, εφόσον μάλιστα δεν αντικρούστηκαν από τους Ενάγοντες με ανάλογη μαρτυρία από ειδικό/ εμπειρογνώμονα. ΕΥΡΗΜΑΤΑ Με βάση την πιο πάνω αξιολόγηση καταλήγω στα ανάλογα ευρήματα. Ειδικότερα: α) Αποδέχομαι ότι οι Ενάγοντες παραχώρησαν στην Εναγόμενη 1 το επίδικο δάνειο των £9.500, μετά από σχετικό αίτημα της (τεκμήριο 1), με προσωπική εγγύηση της Εναγόμενης 2 (τεκμήριο 4γ). β) Έναντι του δανείου, η Εναγόμενη 1, κατέβαλε έξι μόνο δόσεις, για το συνολικό ποσό των £300,
  26. Το υπόλοιπο εκ £9.199,76 πλέον τόκους 8% ετησίως, (βλ. τεκμήρια 1 και 2) παραμένει απλήρωτο, παρά τις οχλήσεις των Εναγόντων (βλ. επιστολές τεκμήρια 12 και 13). Οι Εναγόμενες γνώριζαν το υπόλοιπο που όφειλαν στους Ενάγοντες, αφού λάμβαναν εξαμηνιαίες καταστάσεις μέχρι τις 30.6.
  27. Έλαβαν επίσης τις επιστολές τεκμήρια 12 και
  28. γ) Εις ότι αφορά τα γεγονότα που σχετίζονται με την ανταπαίτηση των Εναγομένων, αποδέχομαι την εκδοχή τους ότι οι Ενάγοντες δέσμευσαν ακίνητη περιουσία τους αξίας πολλών εκατομμυρίων ευρώ, προς εξόφληση των αποφάσεων που είχαν εξασφαλίσει στην παρούσα και σε άλλες τρεις αγωγές, το συνολικό ύψος των οποίων ανερχόταν γύρω στις€125.
  29. δ) Οι επιβαρύνσεις, όπως προκύπτει από τα τεκμήρια 14 και 16, κατατέθηκαν, για μεν την Επαρχία Λευκωσίας στις 14.2.2008 (βλ. τεκμήριο 16) για δε την Επαρχία Πάφου στις 19.2.2008 (βλ. τεκμήριο 14). Προκύπτει επίσης από το τεκμήριο 16 ότι είχαν κατατεθεί και παλαιότερα επιβαρύνσεις για δύο κτήματα των Εναγομένων στα Κατύδατα, τα οποία είχαν επίσης υποθηκευθεί προς όφελος των Εναγόντων (βλ. τεκμήριο 5). ε) Αποδέχομαι, περαιτέρω, ότι οι Εναγόμενες είχαν μεταβεί στο Κτηματολόγιο Πάφου στις 19.2.2008, για να μεταβιβάσουν δύο οικόπεδα τους, που βρίσκονταν στο Μούτταλο, έναντι του ποσού των £605.
  30. Εμποδίστηκαν, όμως, γιατί είχαν καταχωριστεί, ενωρίτερα την ίδια ημέρα, memo από τους Ενάγοντες, ως εξ αποφάσεως πιστωτές, τόσο στην παρούσα όσο και στις άλλες τρεις αγωγές που αναφέρθηκαν πιο πάνω. στ) Μετά από συζητήσεις που είχαν οι Εναγόμενες με αξιωματούχους των Εναγόντων, οι τελευταίοι αποδέχθηκαν να αποσύρουν τις επιβαρύνσεις επί των δύο οικοπέδων με τη συνεννόηση ότι οι Εναγόμενες θα κατέβαλλαν ποσό €100.000, έναντι του συνολικού χρέους τους προς την τράπεζα. Οι Ενάγοντες ανέλαβαν επίσης να εφοδιάσουν τις Εναγόμενες με καταστάσεις των λογαριασμών τους. ζ) Με την πιο πάνω συνεννόηση, οι Ενάγοντες απέσυραν τις επιβαρύνσεις επί των δύο οικοπέδων και στις 25.2.2008, οι Εναγόμενες προέβησαν στη μεταβίβαση. Δεν κατέβαλαν όμως στους Ενάγοντες το ποσό των €100.000, όπως είχαν υποσχεθεί, οι δε Ενάγοντες αρνήθηκαν να τις εφοδιάσουν, ως εκ του λόγου αυτού, με καταστάσεις των λογαριασμών τους. Στη συνέχεια, μάλιστα και στην επιμονή των Εναγομένων να τους δώσουν καταστάσεις, απαίτησαν το υπέρογκο ποσό των £600 για τα έξοδα ετοιμασίας των καταστάσεων. η) Αποδέχομαι, τέλος, ότι η αγοραία αξία της ακίνητης περιουσίας των Εναγομένων η οποία είχε δεσμευθεί από τους Ενάγοντες τον Φεβρουάριο του έτους 2008 ήταν αξίας πολλών εκατομμυρίων ευρώ. Ειδικότερα, δέχομαι ότι οι αξίες των ακινήτων στα Κατύδατα και στο Μούτταλο είναι όπως παρουσιάζονται στις εκτιμήσεις τεκμήρια 17 και
  31. Δέχομαι, περαιτέρω, ότι λόγω της οικονομικής κρίσης, επήλθε μείωση στις πωλήσεις ακινήτων από το έτος 2008, γεγονός που επηρέασε τις αξίες των ακινήτων, ιδιαίτερα στην Επαρχία της Πάφου, όπου μειώθηκαν οι τιμές κατά 20% περίπου, το έτος
  32. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Α) ΑΞΙΩΣΗ ΕΝΑΓΟΝΤΩΝ Από τη μακροσκελή έκθεση υπεράσπισης και την 70σέλιδη γραπτή αγόρευση της ευπαίδευτης συνηγόρου των Εναγομένων, θα μπορούσαν να συνοψιστούν οι ακόλουθοι λόγοι υπεράσπισης.
  33. Δεν συνομολογήθηκε έγκυρη συμφωνία δανείου Υποστηρίζει η ευπαίδευτη συνήγορος πως δεν υπεγράφη μεταξύ των διαδίκων συμφωνία για τη σύναψη του δανείου που επικαλούνται οι Ενάγοντες. Η εισήγηση δεν ευσταθεί. Τα τεκμήρια 1, 2 και 3 ομιλούν από μόνα τους. Υποβλήθηκε αίτηση για δάνειο από την Εναγόμενη 1 (τεκμήριο 1), αίτημα που έγινε αποδεκτό από τους Ενάγοντες με το τεκμήριο
  34. Οι όροι του δανείου διέπονταν τόσο από την πρόταση/αίτηση η οποία έγινε αποδεκτή, όσο και από τη συμφωνία που είχαν ήδη υπογράψει (τεκμήριο 3). Στο προοίμιο της συμφωνίας - τεκμήριο 3 - αναφέρεται πως είχε ζητηθεί από την Εναγόμενη 1 να της παρέχει ή να συνεχίσει να της παρέχει η τράπεζα, δάνεια σε τρεχούμενο ή οποιοδήποτε άλλο λογαριασμό κ.λ.π. Δεν προέκυψε από τη μαρτυρία ότι η συμφωνία τροποποιήθηκε ή τερματίστηκε σε οποιοδήποτε προγενέστερο από τη χορήγηση του δανείου χρόνο. Βρίσκω ότι συνομολογήθηκε καθόλα έγκυρη και δεσμευτική συμφωνία δανείου, με βάση την οποία οι Ενάγοντες χορήγησαν στην Εναγόμενη 1 δάνειο ύψους £9.500, όπως επιμαρτυρείται από τα τεκμήρια 1-
  35. Δεν συνομολογήθηκε έγκυρη συμφωνία εγγύησης Ούτε αυτός ο λόγος ευσταθεί. Ακόμη και αν μπορούσε να υποστηριχθεί ότι οι προγενέστερες συμφωνίες εγγύησης (τεκμήρια 14α και β) δεν ισχύουν για την επίδικη δανειοδότηση, η εγγύηση που υπόγραψε η Εναγόμενη 2 στις 5.12.2001 (τεκμήριο 4γ) είναι καθόλα έγκυρη. Δεδομένου μάλιστα ότι το ποσό της εγγύησης (£24.000) υπερκαλύπτει την αξίωση, καθίσταται εντελώς ακαδημαϊκή η εξέταση της εγκυρότητας των εγγυήσεων που είχε υπογράψει στο παρελθόν.
  36. Οι Ενάγοντες δεν νομιμοποιούνται να ζητούν ποσό πέραν των £300 γιατί με βάση την έκθεση απαίτησης το δάνειο ήταν αποπληρωτέο σε 12 μηνιαίες δόσεις των £50 η κάθε μια Όπως εξηγήθηκε από το Μ.Ε.1, με βάση την αίτηση και την έγκριση του δανείου, το δάνειο ήταν αποπληρωτέο σε 13 δόσεις ήτοι με 12 μηνιαίες δόσεις των £50 και με την εξόφληση κάθε υπολοίπου, με τη 13η δόση. Η Εναγόμενη 1 πλήρωσε έξι μόνο δόσεις των £50 και συνεπώς διεκδικείται το υπόλοιπο, μαζί με τους τόκους που έχουν καταστεί οφειλόμενοι. Οι Εναγόμενες στηρίζουν την εισήγηση τους στη γνωστή αρχή ότι τα επίδικα θέματα προσδιορίζονται από τα δικόγραφα και δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή μαρτυρία που δεν καλύπτεται από τις έγγραφες προτάσεις. Η πιο πάνω αρχή δεν μπορεί να τύχει εφαρμογής στα περιστατικά αυτής της υπόθεσης. Οι Ενάγοντες δικογράφησαν τόσο τη συμφωνία, με βάση την οποία χορηγήθηκε το δάνειο, όσο και την αίτηση της Εναγόμενης 1 και την αποδοχή της από τους Ενάγοντες. Το γεγονός ότι παρέλειψαν να αναφέρουν τη 13η δόση, δεν τους αποστερούσε τη δυνατότητα να καταθέσουν τα έγγραφα της δανειοδότησης, ούτε, ασφαλώς, νομιμοποιεί τις Εναγόμενες να ισχυρίζονται ότι το χρέος τους προς την τράπεζα είναι μόνο £
  37. Η κατάσταση λογαριασμού περιέχει παράνομες χρεώσεις και ανατοκισμούς Το ζήτημα αυτό συναρτάται με τα παράπονα των Εναγομένων για την άρνηση των Εναγόντων να τις εφοδιάσουν με αναλυτικές καταστάσεις του λογαριασμού τους. Το θέμα όμως επιλύθηκε οριστικά με τη δήλωση των Εναγόντων, μέσω του Μ.Ε.1, ότι εγκαταλείπουν όλες τις αμφισβητούμενες αξιώσεις που περιλαμβάνονται στις αρχικές καταστάσεις (τεκμήριο 10). Η ανακατασκευασμένη κατάσταση (τεκμήριο 11) περιλαμβάνει: α) τη χρέωση του λογαριασμού με το ποσό του δανείου. β) την πίστωση με τις έξι δόσεις που πλήρωσε η Εναγόμενη και γ) τη χρέωση του λογαριασμού με 8% τόκους ετησίως και την κεφαλαιοποίηση των τόκων δύο φορές το χρόνο, δικαίωμα που παρεχόταν στους Ενάγοντες με βάση τα τεκμήρια 1, 2 και 3 (βλ. Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα Λτδ ν. Λ. Χαριλάου Λτδ κ.ά.

(2009)1 Α.Α.Δ.479). Δεν δικαιολογείται, συνεπώς, οποιοδήποτε παράπονο των Εναγομένων σε σχέση με το υπόλοιπο και τους τόκους, εφόσον περιορίστηκε η αξίωση των Εναγόντων στο υπόλοιπο της ανακατασκευασμένης κατάστασης λογαριασμού. Εν όψει των ανωτέρω, καταλήγω, ότι όλες οι χρεοπιστώσεις του τεκμηρίου 11 είναι ορθές και ουδεμία παράνομη ή αντισυμβατική χρέωση περιλαμβάνεται στο λογαριασμό, ο οποίος κρίνεται καθ' όλα έγκυρος. Αξίζει να αναφερθεί, πως πέρα από τη θέση των Εναγομένων ότι οι Ενάγοντες εμποδίζονται να διεκδικούν ποσό πέραν των £300 λόγω του προβληθέντος κωλύματος, δεν προβλήθηκε ισχυρισμός ότι εξόφλησαν το δάνειο ή ότι πλήρωσαν περισσότερες δόσεις από αυτές που αναφέρονται στο τεκμήριο
  1. Η Εναγόμενη 2 στη μαρτυρία της ανάφερε, γενικά και αόριστα, ότι πλήρωσαν κάποιες δόσεις, δίχως να αμφισβητήσει ότι πληρώθηκαν μόνο οι έξι δόσεις που αναφέρονται στην κατάσταση λογαριασμού. Η δε Εναγόμενη 1 - πρωτοφειλέτιδα - δεν έδωσε μαρτυρία ούτε εισηγήθηκε στους μάρτυρες των Εναγόντων ότι πλήρωσε οποιοδήποτε ποσό, πέραν των δόσεων που παρουσιάζονται στο τεκμήριο
  2. Συνοψίζοντας, βρίσκω ότι το διεκδικούμενο ποσό, όπως έχει περιοριστεί, είναι ορθό και ότι, επομένως, οι Ενάγοντες δικαιούνται σε απόφαση για το υπόλοιπο, όπως παρουσιάζεται στο τεκμήριο
  3. Β) ΑΝΤΑΠΑΙΤΗΣΗ Η ανταπαίτηση των Εναγομένων έχει δύο σκέλη. Το πρώτο σκέλος αφορά τις ζημιές που ισχυρίζονται ότι έχουν υποστεί από τη δυσφήμιση που έλαβε χώρα στις 19.2.2008, όταν, όπως ισχυρίστηκαν, λειτουργός του Κτηματολογίου τους είπε φωνακτά, «εις επήκοον όλων» ότι δεν μπορούσαν να μεταβιβάσουν, επειδή υπήρχαν memo. Δεν νομίζω ότι απαιτείται να παρατεθούν οι αρχές που διέπουν το ζήτημα των δυσφημιστικών δηλώσεων, εφόσον δεν υπάρχει ισχυρισμός ότι έγινε οποιαδήποτε δήλωση από τους Ενάγοντες που θα μπορούσε να εκληφθεί ως δυσφημιστική ή που θα έτεινε να πλήξει την υπόληψη των Εναγομένων. Η μόνη δήλωση που έγινε είναι από υπάλληλο του Κτηματολογίου, ο οποίος απλά τις ενημέρωσε ότι δεν μπορούσε να γίνει η μεταβίβαση, γιατί υπήρχαν επιβαρύνσεις στα ακίνητα. Έστω και αν γινόταν δεκτό ότι ο/η υπάλληλος το είπε φωνακτά, αυτό δεν μπορεί να σχετίζεται με πράξη ή παράλειψη των Εναγόντων. Δεν υπήρξε καν ισχυρισμός ότι η δήλωση έγινε στην παρουσία εκπροσώπου των Εναγόντων. Οι Εναγόμενες υποστηρίζουν, περαιτέρω, ότι δυσφημίστηκαν και παραβιάστηκε το συνταγματικό δικαίωμα της ιδιοκτησίας τους από το γεγονός ότι οι Ενάγοντες κατέθεσαν επιβαρύνσεις στην ακίνητη περιουσία τους. Η εισήγηση είναι παντελώς αβάσιμη. Οι Ενάγοντες κατέθεσαν επιβαρύνσεις, εξασκώντας δικαίωμα που τους παρείχετο από το άρθρο 53 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ.
  4. Κατά το χρόνο εγγραφής των επιβαρύνσεων, οι Ενάγοντες ήταν εξ αποφάσεως πιστωτές, γεγονός αδιαμφισβήτητο. Το γεγονός ότι η απόφαση παραμερίστηκε από το Δικαστήριο σε μεταγενέστερο χρόνο, κατόπιν σχετικής αίτησης των Εναγομένων, δεν καθιστά ανίσχυρα τα δικαιώματα που είχαν οι Ενάγοντες, προτού ακυρωθεί η απόφαση. Το δεύτερο σκέλος της ανταπαίτησης των Εναγομένων αφορά ζημιές και απώλειες που ισχυρίστηκαν ότι έχουν υποστεί από τη δέσμευση της ακίνητης περιουσίας τους, θεωρώντας ότι οι Ενάγοντες ενήργησαν χωρίς να έχουν τέτοιο δικαίωμα. Είναι γεγονός ότι οι Ενάγοντες δέσμευσαν ακίνητα των Εναγομένων αξίας πολλών εκατομμυρίων ευρώ, για ένα μικρό σχετικά χρέος, το οποίο στην παρούσα υπόθεση δεν υπερέβαινε το ποσό των €20.000 (£11.787,52 πλέον 11% τόκο ετησίως από 14.5.2004 επί ποσού £11.360,86 πλέον έξοδα, ως η απόφαση ημερ. 8.7.2005). Οι Εναγόμενες υποστηρίζουν ότι η δέσμευση τόσο μεγάλης αξίας περιουσίας τους ήταν παράνομη όσο και εκδικητική ενέργεια των Εναγόντων που έδρασαν κατ' αυτό τον τρόπο με αποκλειστικό σκοπό να τους προκαλέσουν ζημιές. Σύμφωνα με την εισήγηση, δεν υπήρχε ανάγκη περαιτέρω εξασφάλισης, γιατί οι Ενάγοντες ήταν εξασφαλισμένοι με τις δύο υποθήκες, αφού με βάση το τεκμήριο 17, η αξία των κτημάτων ήταν £250.000, κατά το χρόνο που κατατέθηκαν οι επιβαρύνσεις. Παρόλο που είναι προφανές ότι οι Ενάγοντες δέσμευσαν ακίνητα των Εναγομένων πολύ μεγαλύτερης αξίας - εκατομμυρίων, όπως διαπιστώθηκε - δεν ενήργησαν κατά παράβαση του δικαιώματος που τους παρεχόταν από το Νόμο. Όπως υποδείχθηκε, διατηρούσαν αυτό το δικαίωμα, ως εκ δικαστικής αποφάσεως πιστωτές, με βάση τις πρόνοιες των άρθρων 53 και 54 του Κεφ.
  5. Η θέση των Εναγομένων ότι ο εξ αποφάσεως πιστωτής έχει υποχρέωση να μην δεσμεύσει περιουσία δυσανάλογη από το εξ αποφάσεως χρέος, δεν βρίσκει έρεισμα στις αναφερθείσες νομοθετικές πρόνοιες. Ανεξάρτητα όμως από τα πιο πάνω, οι Εναγόμενες απότυχαν να αποδείξουν ότι έχουν υποστεί συγκεκριμένη ζημιά, από την κατάθεση των επιβαρύνσεων. Πιο συγκεκριμένα: α) Αξιώνουν τόκους τους οποίους απώλεσαν, γιατί παρεμποδίστηκαν να πωλήσουν το οικόπεδο στο Μούτταλο (παρ. Β 21
(2)και
(3)της Ανταπαίτησης). Για το ζήτημα, βέβαια, αυτό δεν έγινε αποδεκτή η μαρτυρία της Εναγόμενης 2 και της Μ.Υ.4, οι οποίες υποστήριξαν πως είχε ενδιαφερθεί συγκεκριμένος αγοραστής για να το αγοράσει, έναντι του ποσού των £400.000. Απότυχαν, επομένως, να τεκμηριώσουν τη διεκδικούμενη απώλεια για τόκους. Έχει, επίσης, υποδειχθεί ότι οι Εναγόμενες θα μπορούσαν - εάν όντως ήθελαν να πωλήσουν και άλλα ακίνητα που είχαν δεσμευθεί - να προέβαιναν σε παραστάσεις προς τους Ενάγοντες, για να αποσύροντο τα memo, όπως είχε γίνει και για τα άλλα δύο οικόπεδα. β) Αξιώνουν, περαιτέρω, ποσό €136.688 για μείωση της αξίας του αναφερθέντος οικοπέδου κατά 20% (παρ. Β 21
(5)της Ανταπαίτησης). Όσα αναφέρθηκαν ανωτέρω για τους τόκους, ισχύουν κατ' αναλογία και για τη διεκδικούμενη μείωση της αξίας του οικοπέδου. Απότυχαν, επομένως, να τεκμηριώσουν οποιαδήποτε ζημιά σε σχέση με το υπό αναφορά οικόπεδο. γ) Διεκδικούν, τέλος, ποσό €149 για τους τόκους που απώλεσαν, λόγω της παρεμπόδισης τους να μεταβιβάσουν τα δύο οικόπεδα στις 19.2.2008. Σύμφωνα με την εισήγηση, απώλεσαν τόκους για διάστημα επτά ημερών (παρ. Β 21
(4)). Ούτε αυτή η αξίωση θα μπορούσε να είχε επιτυχή κατάληξη. Εν πρώτοις, γιατί δεν υπάρχει μαρτυρία, ως προς τους όρους της συμφωνίας πώλησης των δύο οικοπέδων. Δεν προέκυψε από τη μαρτυρία, πότε συνομολογήθηκε η συμφωνία, εάν υπήρχε πρόνοια για προκαταβολή, πόσο ποσό πληρώθηκε πριν τη μεταβίβαση και πόσο εισπράχθηκε, εν τέλει, την ημέρα της μεταβίβασης. Κατά δεύτερο λόγο, γιατί δεν προσκομίστηκε μαρτυρία που να δικαιολογεί την αξίωση για τόκους 8% στο οποιοδήποτε ποσό θα εισέπρατταν οι Εναγόμενες στις 19.2.2008. Είναι πολύ καλά θεμελιωμένη αρχή ότι η απόδειξη των ειδικών αποζημιώσεων κινείται μέσα σε αυστηρά πλαίσια και απαιτείται προσκόμιση θετικής προς τούτο μαρτυρίας (βλ. Ηρακλέους ν. Πίτρου
(1994)1 Α.Α.Δ. 239). Για όλους τους λόγους που αναφέρθηκαν, η ανταπαίτηση των Εναγομένων αποτυγχάνει στο σύνολο της. Εκδίδεται, κατά συνέπεια, απόφαση υπέρ των Εναγόντων και εναντίον των Εναγομένων 1 και 2, προσωπικά και αλληλέγγυα, για το ποσό των €19.088,29 (£11.171,88) με τόκους 8% ετησίως επί ποσού €18.532,33 (£10.846,49) με δικαίωμα κεφαλαιοποίησης δύο φορές το χρόνο, ήτοι κάθε 30η Ιουνίου και 31η Δεκεμβρίου, πλέον έξοδα όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. Η ανταπαίτηση αποτυγχάνει και απορρίπτεται, με έξοδα εις βάρος των Εναγομένων, τα οποία να υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή στην κλίμακα της ανταπαίτησης. Επειδή η απαίτηση και ανταπαίτηση συνεκδικάστηκαν, να υπολογισθεί ένα κονδύλι εξόδων. [Υπ.] ............ Λ. Καλογήρου, Α.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο, Πρωτοκολλητής. νχ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.