← Κύπρος

Ismatov Andrey Zayniyevich ν. Shlyapochnic Yakov Leonidovich κ.α., Αγωγή Αρ. 6946/10, 22 Μαρτίου, 2011

Ismatov Andrey Zayniyevich ν. Shlyapochnic Yakov Leonidovich κ.α., Αγωγή Αρ. 6946/10, 22 Μαρτίου, 2011 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2011:A109 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Μ. Χριστοδούλου, Π.Ε.Δ. Αγωγή Αρ. 6946/10 Μεταξύ: Ismatov Andrey Zayniyevich Eνάγοντα - και -

  1. Shlyapochnic Yakov Leonidovich
  2. Aviastar Ltd
  3. Capman Holdings Ltd
  4. Alfaserve Consultants Ltd
  5. Hallstar Services Ltd
  6. Mιχάλη Μιχαήλ
  7. Μάριου Προίου
  8. Έλενας Ιωάννου
  9. Centaur Trust Group Ltd Εναγομένων Αίτηση των εναγομένων 3 και 9 ημερ. 26.10.10 για ακύρωση του προσωρινού διατάγματος ημερ. 6.8.10 Ημερομηνία: 22 Μαρτίου, 2011 Εμφανίσεις: Για εναγόμενες 3 και 9/αιτήτριες: κ. Κ. Ιωαννίδης Για ενάγοντα/καθ΄ ού η αίτηση: κ. Στ. Χριστοφόρου (για ν΄ ακούσει την απόφαση ο κ. Κωνσταντινίδης) ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Οι εναγόμενες 3 και 9 (στο εξής οι αιτήτριες) αποβλέπουν σε ακύρωση του προσωρινού διατάγματος ημερ. 6.8.10 βάσει του άρθρου 9

(3)του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου Κεφ. 6, προβάλλοντας ως λόγο ότι παρήλθε ο αναγκαίος χρόνος για επίδοση του στον εναγόμενο 1 ο οποίος διαμένει στη Ρωσία. Ο ενάγοντας (στο εξής ο καθ΄ ού η αίτηση) ενίσταται στην αίτηση, αλλά προτού γίνει αναφορά στους λόγους ένστασης θα ΄ταν χρήσιμη μια σύντομη αναδρομή στο ιστορικό της διαδικασίας, το οποίο έχει ως ακολούθως:- Στις 6.8.10 ο καθ΄ ου η αίτηση καταχώρισε αγωγή επί γενικώς οπισθογραφημένου κλητηρίου εντάλματος, αξιώνοντας (ουσιαστικά) το σύνολο των μετοχών της κυπριακής εταιρείας Aviastar Ltd (εναγόμενης 2) και το 50% των μετοχών της επίσης κυπριακής εταιρείας Capman Holdings Ltd (εναγόμενης 3). Οι εν λόγω μετοχές, διατείνεται, ναι μεν είναι εγγεγραμμένες επ΄ ονόματι των κυπριακών εταιρειών HALLSTΑR και CENTAUR (εναγόμενες 5 και 9) ή της εναγόμενης 8, αλλά τελικός δικαιούχος τους (ultimate beneficial owner) είναι ο ίδιος και όχι ο εναγόμενος 1, τα καθήκοντα του οποίου βάσει των μεταξύ τους συμφωνιών περιορίζονταν απλώς στο να δίδει εντολές για διαχείριση τους. Με αυτή τη βάση, πέραν από την αγωγή, εξασφάλισε μονομερώς και προσωρινό διάταγμα με το οποίο - μέχρι νεωτέρας διαταγής του Δικαστηρίου - απαγορεύτηκε:- Α. Στους εναγόμενους 1 και 4-9 να αποξενώσουν ή επιβαρύνουν τις μετοχές των εναγομένων 2 και 3 και Β. Στις εναγόμενες 2 και 3 να εγκρίνουν οποιαδήποτε μεταβίβαση των μετοχών, ή να προβούν σε αλλοίωση ή τροποποίηση των μητρώων των διευθυντών, γραμματέα και εγγεγραμμένου γραφείου τους. Το διάταγμα/αίτηση επιδόθηκε στους εναγόμενους 2-9, οι οποίοι εμφανίσθηκαν στο Δικαστήριο στις 13.8 και 15.9.10 μέσω δικηγόρων και ζήτησαν χρόνο για καταχώριση ένστασης. Επιπρόσθετα, σ΄ ότι αφορά την εναγόμενη 2, δηλώθηκε ότι η εμφάνιση τους ήταν υπό διαμαρτυρία λόγω του ότι εταιρεία με το όνομα Aviastar Ltd δεν ήταν εγγεγραμμένη τον Έφορο Εταιρειών. Κατ΄ ακολουθία των πιο πάνω η αίτηση ορίσθηκε για οδηγίες σε σχέση με τους εναγόμενους 2-9 και για επίδοση στον εναγόμενο 1 στις 11.10.10, αλλά στο μεταξύ, στις 30.9, ο αιτητής καταχώρισε αίτηση για τροποποίηση του τίτλου της αγωγής και της αίτησης ώστε το όνομα της εναγόμενης 2 να αντικατασταθεί με το όνομα Aviastar Holdings Ltd - η οποία ορίσθηκε από το Πρωτοκολλητείο για τις 15.11.10. Εκκρεμούσης της αίτησης αυτής, οι εναγόμενοι 2-9 καταχώρισαν ενστάσεις στη συνέχιση της ισχύος του προσωρινού διατάγματος και, επιπρόσθετα, οι αιτήτριες κατέθεσαν στις 26.10.10 και αίτηση - την παρούσα - για ακύρωση του στη βάση ότι παρήλθε ο αναγκαίος χρόνος για επίδοση ειδοποίησης του διατάγματος και στον εναγόμενο 1. Η αίτηση βασίζεται στο άρθρο 9 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου Κεφ. 6 και στη Δ.48 θ.θ. 2, 8
(4)και 9 των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών και στη συνοδευτική ένορκη δήλωση διατυπώνεται η θέση ότι το προσωρινό διάταγμα «. πρέπει να παύσει να ισχύει για το λόγο ότι έχει παραμείνει σε ισχύ για χρόνο μακρύτερο από όσο είναι αναγκαίος για την επίδοση ειδοποίησης στον εναγόμενο 1». Συναφώς επισημαίνεται ότι το διάταγμα χορηγήθηκε στις 6.8.10 και μέχρι 11.10.10 ο αιτητής σε κανένα διάβημα δεν προέβη για επίδοση του και στον εναγόμενο 1, παρόλο που όπως φαίνεται από το κλητήριο ένταλμα γνωρίζει τη διεύθυνση του (Apt.281 Partizanskaya Street 36, Moscow, Russia). H αίτηση προσέκρουσε σε οκτώ λόγους ένστασης, με τους οποίους ουσιαστικά προβάλλεται ότι (α) υπό τα περιστατικά της υπόθεσης το διάταγμα ημερ. 6.8.10 δεν παρέμεινε σε ισχύ για χρόνο μεγαλύτερο από τον αναγκαίο για επίδοση του σε όσους επηρεάζονται από αυτό, (β) καμιά ζημιά δεν έχουν υποστεί οι αιτήτριες από την παραμονή του διατάγματος σε ισχύ, (γ) η αίτηση είναι καταχρηστική και (δ) οι αιτήτριες δεν έχουν έννομο συμφέρον να ζητούν την ακύρωση του διατάγματος στη βάση του λόγου που επικαλούνται. Ο ενόρκως δηλών του καθ΄ ού η αίτηση παραδέχεται ότι δεν έγιναν διαβήματα για επίδοση ειδοποίησης του διατάγματος στον εναγόμενο 1, αλλά δικαιολογεί την παράλειψη επικαλούμενος την πληροφόρηση που έτυχε από τους δικηγόρους της εναγομένης 2 ότι το όνομα της είχε γραφτεί λανθασμένα στον τίτλο της αγωγής. Ως εκ τούτου, προβάλλει, κρίθηκε ορθό να αναμένουν την έγκριση της αίτησης τους για τροποποίηση του τίτλου και μετά να προχωρήσουν με τη διαδικασία επίδοσης στον εναγόμενο 1 ώστε η επίδοση όλων των δικαστικών εγγράφων που τον αφορούσαν να γίνει μια φορά και να μην προκληθεί καθυστέρηση στη διαδικασία εφόσον η επίδοση θα γινόταν στο εξωτερικό. Εν πάση περιπτώσει - διατείνεται - ο χρόνος που μεσολάβησε δεν μπορεί να κριθεί μη αναγκαίος και οι αιτήτριες δεν έχουν έννομο συμφέρον να επικαλούνται την καθυστέρηση, την οποία μόνο ο εναγόμενος 1 μπορεί να επικαλεσθεί όταν του επιδοθεί το διάταγμα. Επισημαίνει περαιτέρω ότι παρά το γεγονός ότι οι αιτήτριες καταχώρισαν την ένσταση τους στις 8.10.10 εντούτοις έκτοτε ποτέ δεν ζήτησαν την εκδίκαση της αίτησης σ΄ ότι τις αφορούσε και η παρούσα αίτηση είναι καταχρηστική «. καθ΄ ότι ο μοναδικός λόγος τον οποίο επικαλούνται προς υποστήριξη της αίτησης είναι η καθυστέρηση στην επίδοση στον εναγόμενο 1, λόγο τον οποίο επικαλούνται και προς υποστήριξη της ένστασης τους .» ημερ. 8.10.10. Στο στάδιο των αγορεύσεων ο ευπαίδευτος συνήγορος των αιτητριών προώθησε τις θέσεις των πελατών του με γραπτή αγόρευση, ενώ ο ευπαίδευτος συνήγορος του καθ΄ ού δια ζώσης. Βασική εισήγηση του κ. Ιωαννίδη είναι ότι αρχικά το Δικαστήριο όρισε επιστρεπτέο το διάταγμα στις 13.8.10 και το στοιχείο αυτό εξυπακούει ότι κατ΄ αρχή αποφάσισε ότι αυτός ήταν ο αναγκαίος χρόνος για επίδοση του σε όλους τους εναγόμενους. Παρόλ΄ αυτά και παρά το γεγονός ότι έκτοτε παρήλθαν μερικοί μήνες, ο καθ΄ ου η αίτηση κανένα θετικό διάβημα έλαβε για την επίδοση ειδοποίησης του διατάγματος και στον εναγόμενο 1. Κατά συνέπεια το διάταγμα πρέπει να ακυρωθεί και ο ισχυρισμός που προβλήθηκε από την άλλη πλευρά ότι ανέμενε τη διόρθωση του τίτλου της αγωγής δεν μπορεί να έχει επιπτώσεις στη θέση των αιτητριών ότι παρήλθε υπέρμετρα υπερβολικός χρόνος χωρίς να γίνει επίδοση. Παρέπεμψε σχετικά στις πρόνοιες του άρθρου 9
(3)του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, στις πρόνοιες της Δ.48 θ.8
(4)και στο τι αποφασίστηκε στην υπόθεση Τράπεζα Κύπρου Λτδ
(1999)1 Α.Α.Δ. 1010 που αφορούσε αίτηση για άδεια καταχώρησης αίτησης για ένταλμα της φύσεως Certiorari. Αντίθετη είναι η εισήγηση του κ. Χριστοφόρου, ο οποίος για απόρριψη της αίτησης επανέλαβε ουσιαστικά τους λόγους ένστασης και όσα σχετικά προβάλλονται στη συνοδευτική ένορκη δήλωση για υποστήριξή τους. Επεσήμανε σχετικά ότι στο μεταξύ είχε δοθεί από το Δικαστήριο παράταση χρόνου για επίδοση του διατάγματος και στον εναγόμενο 1 - το οποίο παραδέχθηκε ότι ακόμη δεν έχει επιδοθεί - και παρέπεμψε στην υπόθεση BP Cyprus Ltd
(1996)1 A.A.Δ. 861, που επίσης αφορούσε αίτηση για άδεια καταχώρισης αίτησης για ένταλμα της φύσεως Certiorari, κι αυτό για να εισηγηθεί ότι οι αιτήτριες δεν έχουν έννομο συμφέρον στην προώθηση του αιτήματος τους για ακύρωση του διατάγματος που αφορά τον εναγόμενο 1. Έχω εξετάσει τις εκατέρωθεν θέσεις και το πρώτο ερώτημα που εγείρεται είναι αν οι αιτήτριες νομιμοποιούνται σε καταχώριση αίτησης για ακύρωση του προσωρινού διατάγματος. Η απάντηση κατά την άποψή μου είναι θετική. Εναντίον (και) των αιτητριών εκδόθηκε μονομερώς απαγορευτικό διάταγμα το οποίο ασφαλώς τις επηρεάζει. Σε τέτοια περίπτωση ενεργοποιούνται οι πρόνοιες της Δ.48 θ.8
(4)που δίνουν την δυνατότητα στο επηρεαζόμενο πρόσωπο να αποταθεί στο δικαστήριο για ακύρωση ή διαφοροποίηση του διατάγματος με αίτηση δια κλήσεως, και αυτό έγινε και στην παρούσα περίπτωση. Παραθέτω αυτούσιο (σε μετάφραση) τον σχετικό Κανονισμό:- «
(4)Οποιοδήποτε πρόσωπο (άλλο από τον αιτητή) που επηρεάζεται από ένα διάταγμα που χορηγήθηκε μονομερώς μπορεί να υποβάλει αίτηση δια κλήσεως για παραμερισμό ή διαφοροποίηση του και το Δικαστήριο ή ο Δικαστής μπορεί να το παραμερίσει ή να το διαφοροποιήσει με τέτοιους όρος που ήθελαν φανεί δίκαιο». Έχοντας καταλήξει ότι οι αιτήτριες νομιμοποιούνται στο αίτημα τους, το δεύτερο ερώτημα - το ουσιαστικό - που εγείρεται είναι κατά πόσο η μη επίδοση του διατάγματος για επτά περίπου μήνες και στον εναγόμενο 1 αποτελεί λόγο για ακύρωση του βάσει του άρθρου 9
(3)του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, το οποίο έχει ως ακολούθως:- «9-
(1).....
(2).....
(3)Κανένα διάταγμα το οποίο εκδόθηκε χωρίς ειδοποίηση δεν θα παραμένει σε ισχύ για χρόνο μεγαλύτερο από τον αναγκαίο για επίδοση ειδοποίησης γι΄ αυτό σε όλους όσους επηρεάζονται από αυτό και για παροχή δυνατότητας σε αυτούς να εμφανιστούν ενώπιον του Δικαστηρίου και ενστούν σε αυτό κάθε τέτοιο διάταγμα παύει να ισχύει, μετά τη λήξη της περιόδου αυτής, εκτός αν το Δικαστήριο, αφού ακούσει τους διαδίκους ή οποιοδήποτε από αυτούς, διατάξει διαφορετικά και κάθε τέτοιο διάταγμα τυγχάνει μεταχείρισης κατά την αγωγή όπως το Δικαστήριο κρίνει δίκαιο.» Οι πρόνοιες του άρθρου 9
(3)εξετάστηκαν μεταξύ άλλων στις υποθέσεις Άνθιμου
(1991)1 Α.Α.Δ. 41 και BP Cyprus Ltd
(1999)1 A.A.Δ. 1010, από τις οποίες και τα αποσπάσματα που ακολουθούν:- «Η επιφύλαξη του Άρθρου 32
(1)των περί Δικαστηρίων Νόμων περιέχει το ουσιαστικό δίκαιο. Το δικονομικό δίκαιο προβλέπεται στο άρθρο 9, (αναριθμημένο τώρα σε 8), του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 6, όπως τροποποιήθηκε, και τους Διαδικαστικούς Κανονισμούς. Το εδάφιο
(3)του Άρθρου 9 περιορίζει χρονικά την ισχύ του διατάγματος που εκδίδεται σε μονομερή αίτηση και καθορίζει τη διαδικασία που πρέπει να ακολουθείται μετά την έκδοσή του. Τούτο παραμένει σε ισχύ για χρόνο όχι μακρύτερο από όσο είναι αναγκαίος για την επίδοση ειδοποίησής του στον επηρεαζόμενο και την παροχή της δυνατότητας σ΄ αυτό να εμφανιστεί ενώπιον του δικαστηρίου για να ενστεί. Διάταγμα που προβλέπει ισχύ μακρύτερη από όση περιοριστικά ο νομοθέτης έθεσε με το εδάφιο
(3)δεν είναι έγκυρο.» .............. «Το έργο του δικαστηρίου αναφορικά με τον καθορισμό του χρόνου που είναι «αναγκαίος» ώστε να δοθεί ο λόγος και στην άλλη πλευρά, είναι, όπως σαφώς προκύπτει από το λεκτικό του άρθρου 9
(3), διαπιστωτικό. Το διάταγμα διατηρεί την ισχύ του μόνο εφόσον δεν εκτείνεται χρονικά πέραν του διαπιστωθέντος ως αναγκαίου χρόνου. Η διαπίστωση γίνεται στη βάση των στοιχείων της κάθε περίπτωσης με αναφορά στο πόσο σύντομα μπορεί να γίνει η επίδοση και πόσο σύντομα μπορεί η άλλη πλευρά να εμφανιστεί και να ενστεί. Μια τέτοια διαπίστωση είναι βέβαια το αποτέλεσμα κρίσης. Η οποία ωστόσο εντάσσεται σε στενά όρια αφού έχει ως μόνο κριτήριο το «αναγκαίο». Η διάταξη δεν επιτρέπει τον ορισμό του διατάγματος επιστρεπτέου σε ό,τι το δικαστήριο θα θεωρούσε ως εύλογο χρόνο οπότε θα επιτρεπόταν να ληφθούν υπόψη και άλλοι παράγοντες, όπως το ενδεχομένως βαρύ δικαστικό πρόγραμμα σε συνάρτηση με το περιεχόμενο του διατάγματος». Στην υπό εξέταση περίπτωση το διάταγμα εκδόθηκε στις 6.8.10 και παρόλο που έκτοτε παρήλθαν 7 και πλέον μήνες όχι μόνο δεν επιδόθηκε στον εναγόμενο 1, αλλά ούτε καν διαβήματα για επίδοση του έγιναν. Το γεγονός αυτό από μόνο του καθιστά αναπόφευκτη την ακύρωση του διατάγματος βάσει των προνοιών του άρθρου 9
(3)σ΄ ότι αφορά τον εναγόμενο 1 και η υποχρέωση αυτή θα βάραινε το Δικαστήριο και χωρίς την καταχώριση αίτησης. Ωστόσο το αίτημα των αιτητριών αποβλέπει σε ακύρωση του διατάγματος για όλους τους εναγόμενους, και αυτό ενόψει του λεκτικού του άρθρου 9
(3)ότι ένα διάταγμα που εκδόθηκε χωρίς ειδοποίηση δεν θα παραμένει σε ισχύ για χρόνο μεγαλύτερο από τον αναγκαίο για επίδοση ειδοποίησης του σε όλους όσους επηρεάζονται από αυτό. Και το (τελικό) ερώτημα για το Δικαστήριο είναι αν οποτεδήποτε ένα διάταγμα που εκδίδεται χωρίς ειδοποίηση δεν επιδίδεται σε ένα από τους επηρεαζόμενους μέσα στον αναγκαίο χρόνο επιφέρει ακύρωση και για τους υπόλοιπους. Όπως είναι αυτονόητο αυτή την ερμηνεία έχουν δώσει στο άρθρο 9
(3)οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των αιτητριών και σ΄ αυτή τη βάση προώθησαν την αίτησή τους. Κατά την άποψή μου όμως τέτοια ερμηνεία παραβλέπει ένα σημαντικό στοιχείο. Η πρόνοια για επίδοση τέτοιου διατάγματος το συντομότερο δυνατό τέθηκε από το Νομοθέτη για να δώσει στον επηρεαζόμενο από το διάταγμα την δυνατότητα να εμφανισθεί ενώπιον του Δικαστηρίου για να ενστεί και επομένως μόνο ο επηρεαζόμενος που δεν του δόθηκε τέτοια δυνατότητα μπορεί να την επικαλεσθεί ως λόγο ακύρωσης του διατάγματος. Διαφορετική ερμηνεία θα οδηγούσε κατά την άποψή μου στο παράλογο και αντινομικό αποτέλεσμα ότι οποτεδήποτε ένα διάταγμα - όπως το επίδικο - δεν επιδίδεται για οποιοδήποτε λόγο σε ένα από τους εναγόμενους να ακυρώνεται και για τους υπόλοιπους, έστω κι αν αυτοί είχαν τη δυνατότητα να εμφανισθούν ενώπιον του Δικαστηρίου και να ενστούν. Για όλα τα πιο πάνω ναι μεν το διάταγμα ημερ. 6.8.10 ακυρώνεται σ΄ ότι αφορά τον εναγόμενο 1, αλλά για τους υπόλοιπους δεν τίθεται θέμα ακύρωσης του χωρίς την εκδίκαση της αίτησης. Η αίτηση απορρίπτεται με έξοδα εναντίον των αιτητριών όπως αυτά θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή. (Υπ.) Μ. Χριστοδούλου, Π.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο, Πρωτοκολλητής /κβπ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.