AA CA GENERAL CONSTRUCTIONS LTD ν. BEN PRO LTD κ.α., Αρ. Αγωγής: 10098/10, 23 Μαρτίου, 2011 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2011:A110 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Στ. Ν. Σταύρου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 10098/10 Μεταξύ: A.A & C.A GENERAL CONSTRUCTIONS LTD Ενάγουσα και
- BEN PRO LTD
- ΓΙΩΡΓΟΥ ΓΕΩΡΓΙΟΥ 3.ΣΤΕΛΙΟΥ ΓΕΩΡΓΙΟΥ Εναγομένων --------------------------------------------- Αίτηση ημερ. 26.11.2010 για έκδοση προσωρινού διατάγματος 23 Μαρτίου,
- Εμφανίσεις: Για Ενάγουσα- Αιτήτρια: κ. Πέτσας για Κιτρομηλίδης, Πέτσας Δ.Ε.Π.Ε. Για Εναγόμενους - Καθ' ων η αίτηση 1, 2 και 3: κ. Αν. Παπαντωνίου. Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η Με την παρούσα Αίτηση που καταχωρήθηκε μονομερώς, η ενάγουσα (εφεξής η αιτήτρια) ζητά, «Διάταγμα του Δικαστηρίου διατάττον τους Εναγόμενους και/ή υπαλλήλους και/ή αντιπροσώπους αυτών, όπως μη εισέρχονται και/ή παράνομα επεμβαίνουν στο υποστατικό και/ή ενοικιαζόμενο υπό των Εναγόντων μέρος τεμαχίου υπ΄αρ. εγγραφής 3/482, τμήμα 3, Φ/ΣΧ 30/27Ε2, τεμ. 453, Κάτω Δευτερά, Επαρχία Λευκωσίας, το οποίο νόμιμα κατέχουν οι Ενάγοντες». Η Αίτηση θεμελιώνεται στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.48, Θ 1 & 2, στον Περί Δικαστηρίων Νόμο 14/60, άρθρα 31 και 32, στον Περί Αστικών Αδικημάτων Νόμο, άρθρο 46, στον Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμο Κεφ. 6, άρθρα 4, 7, και 9, στη Νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου και στις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Τα γεγονότα στα οποία στηριζόταν αρχικά η Αίτηση, εκτίθενται στην ένορκη δήλωση ημερ. 26.11.2010 του διευθυντή της αιτήτριας κ. Άγγελου Αγγελίδη. Κατά τους ισχυρισμούς του κ. Αγγελίδη, η καθ΄ ης η αίτηση 1 ήταν η προηγούμενη ενοικιάστρια του επίδικου ακινήτου, το οποίο χρησιμοποιούσε για τη λειτουργία πρακτορείου στοιχημάτων και μάλιστα χωρίς την απαιτούμενη πολεοδομική άδεια. Στις 5.11.2010 ωστόσο, η καθ' ης η αίτηση 1 και η ιδιοκτήτρια του ακινήτου υπέγραψαν συμφωνία ακύρωσης του μεταξύ τους ενοικιαστηρίου εγγράφου (τεκμήριο Β). Αυθημερόν το ακίνητο με νέο ενοικιαστήριο έγγραφο (τεκμήριο Γ) ενοικιάστηκε στην αιτήτρια με σκοπό τη συνέχιση λειτουργίας του πρακτορείου στοιχημάτων, αφού προηγουμένως θα εξασφαλιζόταν η απαιτούμενη από τον Νόμο άδεια. Στα πιο πάνω πλαίσια, οι καθ΄ ων η αίτηση υποσχέθηκαν ότι θα βοηθούσαν στη γνωριμία του πελατολογίου τους. Αντ΄ αυτού όμως εισέρχονται στο ενοικιαζόμενο υποστατικό, προκαλούν ζημιά στην επιχείρηση της αιτήτριας, προσπαθούν να της αποσπάσουν πελάτες και γενικά να δημιουργήσουν πρόβλημα στην εύρυθμη λειτουργία του υποστατικού. Ειδικά οι καθ΄ ων η αίτηση 2 και 3 εισήλθαν παράνομα στο υποστατικό στις 24.11.2010 προκαλώντας ανησυχία και σύγχυση και αρνούνται να εγκαταλείψουν το χώρο. Για τους πιο πάνω λόγους, πάντα κατά τις αρχικές θέσεις του κ. Αγγελή, η αιτήτρια ζητά την έκδοση διατάγματος αφού τυχόν συνέχιση της υφιστάμενης κατάστασης θα οδηγήσει σε οικονομική καταστροφή της. Το Δικαστήριο κατά την άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας δεν εξέδωσε το διάταγμα μονομερώς και διέταξε όπως η Αίτηση επιδοθεί πρώτα προς τους καθ΄ ων η αίτηση, πράγμα το οποίο έγινε. Κατόπιν τούτου οι καθ΄ ων η αίτηση καταχώρησαν Ειδοποίηση για Πρόθεση Ένστασης (εφεξής η ένσταση), με την οποία προβάλλουν δέκα
(10)ειδικούς λόγους ένστασης. Η Ένσταση εδράζεται στον Περί Δικαστηρίων Νόμο 14/60 άρθρο 32, στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.48, Θ.1-4, στον περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμο Κεφ.6, άρθρα 4, 7 και 9, στον Περί Αστικών Αδικημάτων Νόμο Κεφ.148, στις αρχές της Επιείκειας, στις γενικές και συμφυείς εξουσίες και πρακτική του Δικαστηρίου. Από πλευράς γεγονότων υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση της κας Γιωργούλλας Χαραλαμπίδου, διευθύντριας της καθ΄ ης η αίτηση
- Η πεμπτουσία των ισχυρισμών της κας Χαραλαμπίδου είναι ότι αμφισβητεί την εγκυρότητα της ακύρωσης του ενοικιαστηρίου εγγράφου μεταξύ ιδιοκτήτριας και καθ' ης η αίτηση
- Η αμφισβήτηση εδράζεται στο γεγονός ότι την εν λόγω ακύρωση την υπέγραψε εκ μέρους της καθ΄ ης η αίτηση 1, ο καθ΄ ου η αίτηση
- Ο καθ' ου η αίτηση 2 είναι απλώς σύζυγος της θυγατέρας της. Δεν είναι αξιωματούχος της καθ΄ ης η αίτηση 1 εταιρείας και υπέγραψε την ακύρωση εν αγνοία της και χωρίς καμία απολύτως εξουσιοδότηση. Ως εκ τούτου η ακύρωση δεν ισχύει και η ενοικίαση της καθ΄ ης η αίτηση 1 συνεχίζει να υφίσταται. Συνακόλουθα, η αιτήτρια παράνομα έλαβε κατοχή του επίδικου ακινήτου και παράνομα το κατακρατεί. Επιπλέον κατακρατεί παράνομα και δύο οχήματα που βρίσκονται επί του ακινήτου ως επίσης και ηλεκτρονικούς υπολογιστές, τηλεοράσεις, έγγραφα, επιταγές, χρήματα και προσωπικά τους αντικείμενα. Για προστασία και διασφάλιση των νομικών της δικαιωμάτων, η καθ΄ ης η αίτηση 1 έχει ήδη καταχωρήσει την αγωγή 10198/10 η οποία είναι ορισμένη ενώπιον άλλου Δικαστηρίου. Μετά την καταχώρηση της Ένστασης, η πλευρά της αιτήτριας ζήτησε και εξασφάλισε άδεια για την καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης. Στη συμπληρωματική ένορκη δήλωση ημερ. 17.12.2010 που έγινε και πάλι από τον κ. Άγγελο Αγγελή, πέραν της απόρριψης των θέσεων και ισχυρισμών της κας Χαραλαμπίδου, παρατίθεται ένα καινούριο πλέγμα γεγονότων. Συγκεκριμένα ο κ. Αγγελή ισχυρίζεται ότι κατά ή περί τον Μάρτιο του 2010, οι καθ΄ων η αίτηση 1 και 2 ζήτησαν από την αιτήτρια να προβεί σε διάφορες οικοδομικές εργασίες εντός του επίδικου ακινήτου. Η συμφωνηθείσα τιμή εκτέλεσης των εργασιών ήταν €97.300 και έναντι αυτής η καθ΄ης η αίτηση 1 κατέβαλε μόνο €5.
- Ενόψει της οικονομικής δυσχέρειας της καθ΄ης η αίτηση 1, η οποία συνίστατο όχι μόνο στην αδυναμία καταβολής του προαναφερθέντος χρέους της προς την αιτήτρια, αλλά και στην αδυναμία της να αποπληρώσει οφειλές προς άλλους πιστωτές, πρότεινε μαζί με τον καθ΄ ου η αίτηση 2, όπως αποχωρήσει από το ενοικιαζόμενο ακίνητο και να γίνει νέα ενοικίαση επ΄ ονόματι της αιτήτριας. Ως αντάλλαγμα η αιτήτρια θα παραχωρούσε πίστωση χρόνου για αποπληρωμή του χρέους και θα εξοφλούσε απευθείας διάφορους πιστωτές, πράγμα το οποίο έπραξε. Εν τω μεταξύ προς αποπληρωμή του χρέους η σύζυγος του καθ' ου η αίτηση 2 εξέδωσε επιταγές συνολικής αξίας €80.300, οι οποίες επεστράφησαν απλήρωτες, με αποτέλεσμα να καταχωρηθεί και σχετική ποινική υπόθεση εναντίον της. Παρά την πιο πάνω συνεννόηση και την τήρηση των συμφωνηθέντων από πλευράς αιτήτριας, ο καθ' ου η αίτηση 2 επεμβαίνει στο υποστατικό και προσπαθεί να αποσπάσει πελάτες και να οικειοποιηθεί χρήματα, προκαλώντας με τον τρόπο αυτό ζημιά στην επιχείρηση της αιτήτριας. Απ΄ εκεί και πέρα ο κ. Αγγελή απορρίπτει ειδικά τον ισχυρισμό ότι ο καθ΄ου η αίτηση 2 δεν ήταν εξουσιοδοτημένος να υπογράψει την ακύρωση της ενοικίασης. Επ' αυτού επισημαίνεται ότι ο καθ΄ ου η αίτηση 2 είναι το πρόσωπο που υπέγραψε και το αρχικό ενοικιαστήριο έγγραφο εκ μέρους της καθ΄ ης η αίτηση
- Με άλλα λόγια, ο κ. Αγγελή θεωρεί, ότι, είναι κατά το δοκούν και επιλεκτικά που αμφισβητείται η αρμοδιότητα και εξουσιοδότηση του καθ΄ ου η αίτηση
- Όσον αφορά την αγωγή που καταχώρησε η καθ΄ ης η αίτηση 1, τη χαρακτηρίζει καταχρηστική και αχρείαστη που έγινε εκ των υστέρων απλά και μόνο σε αντιπερισπασμό των ευλόγων και δίκαιων αξιώσεων που προβάλλει η αιτήτρια στα πλαίσια της παρούσας διαδικασίας. Για τους λόγους αυτούς επιμένει στην έκδοση του αιτούμενου διατάγματος. Με βάση αυτές τις θέσεις η υπόθεση προχώρησε σε ακρόαση. Δεν κλήθηκαν οι ενόρκως δηλούντες για αντεξέταση, με αποτέλεσμα να δοθεί απλώς ο λόγος στους ευπαίδευτους συνηγόρους να αγορεύσουν. Αμφότεροι ετοίμασαν, υιοθέτησαν και κατάθεσαν εμπεριστατωμένες γραπτές αγορεύσεις, στις οποίες αναπτύσσονται και προωθούνται οι εκατέρωθεν θέσεις τους. Έρχομαι τώρα στη νομική πτυχή της Αίτησης. Κατ' αρχάς να επισημάνω ότι από τη στιγμή που το αιτούμενο διάταγμα δεν εκδόθηκε μονομερώς, δεν εξετάζεται η προϋπόθεση του "επείγοντος". Την προϋπόθεση αυτή τη θέτει το άρθρο 9 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου Κεφ. 6 (βλ. Τσιαντή v. Hellenic Bank (Investments) Ltd,
(2001)1 Α.Α.Δ. 2029 και Κουτσού v. Ελληνικής Τράπεζας Λτδ,
(2005)1 Α.Α.Δ. 1165) και εξετάζεται μόνο στις περιπτώσεις όπου εκδίδεται διάταγμα χωρίς πρώτα να δοθεί η ευκαιρία στην άλλη πλευρά να ακουστεί. Στην προκειμένη περίπτωση ενδιαφέρουν οι προϋποθέσεις που θέτει το άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου Κεφ.6. Η ερμηνεία του εν λόγω άρθρου αποτέλεσε το αντικείμενο πολλών αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου (βλ. Κωνσταντινίδης ν. Μακρυγιώργου κ.α
(1978)1 Α.Α.Δ. 585, M & M Transport v. Εταιρεία Αστικών Λεωφορείων
(1981)1 Α.Α.Δ. 605, Οδυσσέως ν. Pieris Estates κ.α
(1982)1 Α.Α.Δ. 557, Jonitexco Ltd v. Adidas
(1984)1 Α.Α.Δ. 263, Inter Depol Ltd v. Papavasiliou Ltd
(1984)1 Α.Α.Δ. 769, Ιπποδρομιακή Αρχή Κύπρου ν. Χ' Βασίλη
(1989)1 Α.Α.Δ. 152 Κ.Ο.Τ ν. Θεωρή
(1989)1 Α.Α.Δ. 255, Πουργουρίδη κ.α ν. Μεζού κ.α
(1994)1 Α.Α.Δ. 201, Γρηγορίου κ.α ν. Χριστοφόρου κ.α
(1995)1 Α.Α.Δ. 248, Δημοκρατίας της Σλοβενίας ν. Beogradska B.D.
(1999)1 Α.Α.Δ. 225 και Χριστοδούλου ν. Antonious M.F.M Vraets.
(1999)1 Α.Α.Δ. 1475). Από την πιο πάνω νομολογία προκύπτει ότι οι προϋποθέσεις για την έκδοση προσωρινού διατάγματος με βάση το άρθρο 32 είναι οι ακόλουθες:
- Η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση κατά την ακροαματική διαδικασία. Αυτό απαιτεί απλώς την αποκάλυψη συζητήσιμης υπόθεσης με βάση τη δικογραφία.
- Πιθανότητα επιτυχίας. Βάσει αυτής της προϋπόθεσης ο αιτητής δεν υπέχει υποχρέωση, όπως ήταν προηγουμένως η αντίληψη, να αποδείξει ισχυρή εκ πρώτης όψεως υπόθεση, ούτε και πιθανότητα επιτυχίας στη δίκη. Το βάρος που έχει είναι πολύ λιγότερο και ικανοποιείται με την απλή κατάδειξη προοπτικής επιτυχίας, η οποία να υφίσταται στην ουσία και στην πραγματικότητα (in substance and reality). Σ' αυτό το πλαίσιο το Δικαστήριο εξετάζει, χωρίς βέβαια να αποφασίζει, την αποδεικτική δύναμη (evidential strength) της υπόθεσης τoυ Ενάγοντος.
- Αδυναμία απονομής πλήρους δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο στάδιο. Αυτό έχει συνδεθεί με την επάρκεια της θεραπείας των αποζημιώσεων. Τούτο όμως δεν είναι απόλυτα ακριβές αφού η έννοια της δικαιοσύνης δεν συναρτάται με τη στενή αντίληψη της υλικής ζημιάς αλλά με την ευρύτερη προστασία των δικαιωμάτων του αιτούμενου τη θεραπεία. Εάν και εφόσον ικανοποιηθούν οι πιο πάνω προϋποθέσεις το Δικαστήριο προχωρεί ένα βήμα παραπέρα και στα πλαίσια της άσκησης της διακριτικής του ευχέρειας αποφασίζει κατά πόσον είναι δίκαιο και πρόσφορο να εκδώσει το αιτούμενο διάταγμα (βλ. Οδυσσέως, Θεωρή (ανωτέρω) και Κουνουνά v. C & A SIMONS LTD
(2002)1 Α.Α.Δ 1361). Στη Χ'Βασίλη (ανωτέρω) τονίστηκε χαρακτηριστικά ότι "τα Δικαστήρια εκδίδουν τέτοια διατάγματα με φειδώ". Από την άλλη βέβαια η ευρύτητα της διατύπωσης του άρθρου 32, επιτρέπει στο Δικαστήριο να εκδώσει οποιοδήποτε προσωρινό διάταγμα θεωρήσει ορθό και δίκαιο υπό τις περιστάσεις (βλ. ABP Holdings v. Κιταλίδη
(1994)1 Α.Α.Δ. 694, Seamark Consultancy Services Ltd v. Lasala κ.α, Κυπριανού κ.α v. Lasala κ.α, King Mazax Lines Ltd κ.α v. Lasala κ.α
(2007)1 Α.Α.Δ. 162 (Ολ.). Στο στάδιο αυτό το Δικαστήριο δεν αξιολογεί τη μαρτυρία που τίθεται ενώπιον του. Δεν καταλήγει σε τελικά, πραγματικά ή νομικά συμπεράσματα (Jonitexo Ltd και Χριστοφόρου κ.α ανωτέρω) και γενικά αποφεύγει τη διεξοδική διερεύνηση και εξέταση επίδικων θεμάτων της αγωγής. Καλείται μόνο να εξετάσει κατά πόσον πληρούνται οι τρεις προϋποθέσεις του άρθρου 32. Για να αποδειχθούν οι τρεις αυτές προϋποθέσεις, ο αιτητής πρέπει να παραθέσει ενώπιον του Δικαστηρίου το υπόβαθρο της μαρτυρίας, η οποία θα χρειαστεί με σκοπό να δικαιολογήσει την έκδοση παρεμπίπτοντος διατάγματος (βλ. Hadjikyriacos Co. Ltd v. United Biscuits Ltd
(1984)1 CLR 263, 267-268). Τα θέματα που άπτονται της αγωγής θα πρέπει να παραμένουν ανοικτά μέχρι τέλους (βλ. Beogradska B.D. ανωτέρω). Εδώ η καταχωρηθείσα αγωγή εδράζεται στο αστικό αδίκημα της παράνομης επέμβασης σε ακίνητη ιδιοκτησία το οποίο διέπεται από το άρθρο 43 του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου Κεφ. 148, και όχι το άρθρο 46 που αναφέρεται στη νομική πτυχή της Αίτησης, το οποίο αφορά το αδίκημα της ιδιωτικής οχληρίας. Το άρθρο 43
(1)προβλέπει τα εξής: 43.
(1)Παράνομη επέμβαση σε ακίνητη ιδιοκτησία συνίσταται σε παράνομη είσοδο ή παράνομη πρόκληση ζημιάς ή σε παράνομη παρέμβαση στην ιδιοκτησία αυτή από οποιοδήποτε πρόσωπο. Αγώγιμο δικαίωμα κατά κανόνα παρέχεται στον κάτοχο ή στον δικαιούμενο σε κατοχή και όχι στον ιδιοκτήτη (βλ. Adamou v. Christofi
(1974)1 C.L.R. 100, Liasidou and Another v. Papademetriou
(1975)1 C.L.R. 122, Παναγή ν. Ζουβάνη
(1987)1 C.L.R. 58, Λάμπρου κ.α v. Κεφαλά κ.α
(2000)1 Α.Α.Δ. 1516 και Clerk & Lindsell on Torts, (14th Εdition), παρ. 1318). Εξαίρεση αποτελεί η περίπτωση όπου προκαλείται ζημιά στην περιουσία ή όπου η επέμβαση έχει μόνιμο χαρακτήρα. Σε αυτές τις περιπτώσεις μπορεί να ενάγει και ο ιδιοκτήτης έστω και αν δεν είναι κάτοχος (βλ. Γεωργίου, άλλως Μούσουλλου v. Ανδρέα
(1998)1 (Δ) Α.Α.Δ. 2311). Από τα στοιχεία που έχουν τεθεί μέχρι στιγμής ενώπιον του Δικαστηρίου, προκύπτει ότι η ουσία της διαφοράς εδράζεται στο ποιος δικαιούται να κατέχει το ακίνητο, στοιχείο θεμελιακό για την παραπέρα επιτυχή προώθηση της υπόθεσης. Οι καθ' ων η αίτηση όχι απλώς αρνούνται ότι επεμβαίνουν παράνομα στο ακίνητο, αλλά ισχυρίζονται ακριβώς το αντίθετο. Ό,τι δηλαδή είναι η καθ' ης η αίτηση 1 που δικαιούται να κατέχει νόμιμα το ακίνητο και είναι η αιτήτρια που επεμβαίνει παράνομα, εξου και έχει στραφεί εναντίον της με την καταχώρηση της αγωγής 10198/
- Η θέση αυτή στηρίζεται στην αμφισβήτηση της νομιμότητας-εγκυρότητας της συμφωνίας ακύρωσης του ενοικιαστηρίου εγγράφου, που υπεγράφη εκ μέρους της καθ' ης η αίτηση 1 από τον κ. Γεώργιο Γεωργίου (καθ' ου η αίτηση 2) στις 5.11.
- Η θέση των καθ' ων η αίτηση (συμπεριλαμβανομένου και του ίδιου του καθ' ου η αίτηση 2) είναι πως δεν είναι αξιωματούχος της καθ' ης η αίτηση 1 και δεν ήταν εξουσιοδοτημένος να υπογράψει την εν λόγω ακύρωση. Το έγγραφο αυτό το υπέγραψε εν αγνοία της διευθυντρίας της καθ' ης η αίτηση 1 κας Γιωργούλλας Χαραλαμπίδου. Στη συμπληρωματική ένορκη δήλωση ημερ. 17.12.2010, μολονότι επισημαίνεται η εξ αγχιστείας συγγένεια του καθ'ου η αίτηση 2 με την κα Χαραλαμπίδου (είναι σύζυγος της θυγατέρας της), αλλά και η εγγύτητα του με τις δραστηριότητες της καθ' ης η αίτηση 1, πουθενά δεν αμφισβητείται η θέση πως ΔΕΝ είναι αξιωματούχος της. Είναι γνωστή αρχή του εταιρικού δικαίου, ότι, κατά γενικό κανόνα, την ευθύνη της διοίκησης μιας εταιρείας την έχει το διοικητικό συμβούλιο, οι αξιωματούχοι της δηλαδή. Αυτοί εκπροσωπούν και δεσμεύουν την εταιρεία και αυτοί ασκούν την αποτελεσματική εξουσία και έχουν τη δυνατότητα να ενεργούν εκ μέρους της εταιρικής οντότητας (βλ. Ranking & Spicer's Company Law, (11η έκδοση), σελ. 170). Χαρακτηρίζονται ως "το μυαλό" της εταιρείας. Σύμφωνα δε με τον κανονισμό 80 του Πρώτου Παρατήματος του περί Εταιρειών Νόμου Κεφ. 113, νοουμένου ότι δεν υπάρχει άλλη ρύθμιση στον Νόμο ή στο καταστατικό της εταιρείας, όλες οι εργασίες της εταιρείας, διεξάγονται από τους διοικητικούς συμβούλους. Από τη στιγμή συνεπώς που υποστηρίζεται ότι υπήρξε παράκαμψη αυτού του γενικού κανόνα και μάλιστα επί ενός σημαντικότατου ζητήματος, όπως είναι η ακύρωση ενοικιαστηρίου εγγράφου, το ελάχιστο που θα αναμενόταν από την πλευρά της αιτήτριας για να στηρίξει το αίτημα της για την έκδοση προσωρινού διατάγματος θεμελιωμένου επ' αυτής της ακύρωσης, θα ήταν είτε η αντεξέταση της ενόρκως δηλούσας κας Χαραλαμπίδου είτε η προσκόμιση χειροπιαστών στοιχείων ότι ο εν λόγω Γιώργος Γεωργίου ήταν όντως εξουσιοδοτημένος να υπογράψει την ακύρωση. Η πλευρά της αιτήτριας δεν έπραξε όμως κανένα από τα δύο. Δεν ζήτησε την αντεξέταση της κας Χαραλαμπίδου και δεν προσκόμισε χειροπιαστά στοιχεία που να τείνουν να καταδείξουν εξουσιοδότηση. Γίνεται απλώς αναφορά σε προηγούμενες ενέργειες του κ. Γεωργίου, οι οποίες όμως δεν φαίνεται να αμφισβητήθηκαν από κανένα και οι οποίες εν πάση περιπτώσει δεν είναι επίδικες. Επιπροσθέτως να επισημάνω πως η ίδια η αιτήτρια στην αρχική ένορκη δήλωση που συνοδεύει την Αίτηση, ενώ ισχυρίζεται ότι η λειτουργία του πρακτορείου στοιχημάτων από μέρους της καθ' ης η αίτηση ήταν παράνομη, αφού δεν είχε εξασφαλίσει πολεοδομική άδεια και πως όρος της δικής της ενοικίασης ήταν η εξασφάλιση της απαιτούμενης άδειας, τέτοια άδεια δεν έχει επισυναφθεί στην Αίτηση, ούτε και αναφέρεται οτιδήποτε σχετικό. Κατ' τα άλλα όμως ζητείται η συνδρομή του Δικαστηρίου στη συνέχιση λειτουργίας του εν λόγω πρακτορείου στοιχημάτων. Παράλληλα θα πρέπει να επισημάνω και την ουσιαστική προσθήκη γεγονότων με τη συμπληρωματική ένορκη δήλωση. Δεν συμπληρώνονται απλώς τα γεγονότα της αρχικής ένορκης δήλωσης, ούτε απαντώνται απλώς οι ισχυρισμοί των καθ' ων η αίτηση. Αντίθετα προστίθενται τόσα και τέτοια γεγονότα που διαφοροποιούν ουσιωδώς την εικόνα των πεπραγμένων και δοσοληψιών που προηγήθηκαν. Αυτή η τεράστια αναδίπλωση, από μόνη της, καθιστά επισφαλές την παρέμβαση του Δικαστηρίου σε αυτό το ενδιάμεσο στάδιο, χωρίς δηλαδή πρώτα να αποσαφηνιστούν πλήρως τα γεγονότα. Ενόψει των πιο πάνω και δοθέντος του γεγονότος ότι η αιτήτρια είχε το βάρος απόδειξης, θεωρώ ότι δεν το έχει αποσείσει, τουλάχιστον σε ότι αφορά τη δεύτερη προϋπόθεση που άπτεται της "πιθανότητας επιτυχίας" και θα πρέπει έτσι η Αίτηση να απορριφθεί. Ακόμα όμως και αν είχαν κατά κάποιο τρόπο ικανοποιηθεί οι τρεις πιο πάνω προϋποθέσεις, ασκώντας τη διακριτική μου ευχέρεια, πάλι δεν θα εξέδιδα το αιτούμενο διάταγμα. Οι εκατέρωθεν εκ διαμέτρου θέσεις των μερών, η παράλληλη αξίωση τους ότι είναι αυτοί που δικαιούνται σε κατοχή και τα τρωτά σημεία που έχω επισημάνει πιο πάνω, συνθέτουν μια εικόνα πραγμάτων που δεν θα ήταν δίκαιο και πρόσφορο να δοθεί κάποιου είδους προβάδισμα στην αιτήτρια με την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος. Τα γεγονότα θα πρέπει να αποκρυσταλλωθούν σε όλη τους την έκταση στα πλαίσια μιας κανονικής και εφ όλης της ύλης ακροαματικής διαδικασίας και κατόπιν τούτου να αποδοθούν στην αιτήτρια οι όποιες θεραπείες δικαιούται. Στο σύγγραμμα Copinger and Skone James on Copyright (12η έκδοση), παρ.620, αναφέρονται χαρακτηριστικά σε σχέση με την έκδοση προσωρινών διαταγμάτων (εφαρμόζονται κατ' αναλογία και στα γεγονότα της παρούσας περίπτωσης) τα ακόλουθα: "..... An interlocutory injunction is thus a temporary, discretionary and exceptional remedy. It is available before the rights of the parties have been finally determined and, in the case of an ex parte injunction, even before the court has been appraised of the nature of the defendant's case. It is no part of the court´s function at this early stage in the litigation to try to resolve conflicts of evidence on affidavit as to the facts on which the claims of either party may ultimately depend. The evidence is incomplete because it is not until the trial that it is tested by oral cross-examination. Perfect justice cannot be achieved since the court is acting on imperfect information. It is not, therefore, appropriate for the court to decide conflicting questions of fact or difficult questions of law which call for detailed argument and mature consideration. These are matters to be dealt with at the trial. In brief, at the interlocutory stage the court has to make a decision when the existence of the right or the violation of it or both is uncertain and will remain uncertain until final judgment is given in the action." Στη βάση όλων των πιο πάνω η Αίτηση απορρίπτεται. Τα έξοδα όπως θα υπολογιστούν από τον πρωτοκολλητή στο τέλος της διαδικασίας, επιδικάζονται υπέρ των καθ' ων η αίτηση και εναντίον της αιτήτριας. (Υπ) .............................. Στ. Ν. Σταύρου, Ε.Δ Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο