← Κύπρος

ΦΙΛΙΚΗΣ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑΣ ΛΤΔ ν. Γιανούλλας Κυριάκου κ.α., Αρ.Αγωγής: 10359/03, 24 Μαρτίου, 2011

ΦΙΛΙΚΗΣ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑΣ ΛΤΔ ν. Γιανούλλας Κυριάκου κ.α., Αρ.Αγωγής: 10359/03, 24 Μαρτίου, 2011 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2011:A112 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Στ. Ν. Σταύρου, Ε.Δ. Αρ.Αγωγής: 10359/03 Μεταξύ: ΦΙΛΙΚΗΣ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑΣ ΛΤΔ Ενάγουσα και

  1. Γιανούλλας Κυριάκου
  2. Κυριάκου Σχίζα
  3. Ανδρέα Λαμπιρίτη Εναγομένων ------------------- 24 Μαρτίου,
  4. Εμφανίσεις: Για την Ενάγουσα: κ. Γ. Παπαθεοδώρου. Για τους Εναγομένους 1, 2 και 3: κ. Αρ.Βρυωνίδης. Α Π Ο Φ Α Σ Η Με την παρούσα αγωγή η ενάγουσα, η οποία κατά τον ουσιώδη χρόνο εκτελούσε ασφαλιστικές εργασίες κατέχοντας σχετική άδεια από τον Νόμο για τον σκοπό αυτό, διεκδικεί από τους εναγόμενους 1, 2 και 3 το ποσό των £5.810,07 σεντ πλέον τόκους. Κατά τους δικογραφημένους στην Έκθεση Απαιτήσεως ισχυρισμούς, η εναγόμενη 1 δυνάμει συμφωνίας ημερ. 1.1.1997 η οποία υπεγράφη στις 14.2.1997, διορίστηκε ασφαλιστικός αντιπρόσωπος της ενάγουσας, συμφωνώντας να την εκπροσωπεί και να προσφέρει εκ μέρους της ασφαλιστικές υπηρεσίες προς τρίτους. Στα πλαίσια αυτά η εναγόμενη 1 θα ελάμβανε προμήθεια επί των συναφθέντων ασφαλιστικών συμβολαίων αλλά θα υποχρεούτο να καταβάλλει τα εισπραχθέντα ασφάλιστρα στην ενάγουσα εντός τριών μηνών αφ' ότου θα καθίσταντο πληρωτέα. Περαιτέρω η εναγόμενη 1 ανέλαβε να επωμισθεί προσωπικά την ευθύνη για οποιουσδήποτε επισφαλείς χρεώστες. Για την εύρυθμη λειτουργία της μεταξύ τους συνεργασίας, η ενάγουσα άνοιξε την 1.1.1997 επ' ονόματι της εναγόμενης 1 σχετικό λογαριασμό ο οποίος κατά κύριο λόγο χρεωνόταν με την αξία των ασφαλιστικών υπηρεσιών/συμβολαίων που προσέφερε η ενάγουσα σε τρίτους μέσω της εναγόμενης 1 και πιστωνόταν με τις πληρωμές στις οποίες προέβαινε η εναγομένη 1 και στις προμήθειες τις οποίες δικαιούτο. Καθ' ότι η εναγόμενη 1 παρέβη ουσιώδη όρο της συμφωνίας, μη καταβάλλοντας εμπρόθεσμα τα εισπραχθέντα ή οφειλόμενα ποσά, η ενάγουσα με επιστολή της ημερ. 16.9.2003 τερμάτισε την εν λόγω συμφωνία και κάλεσε την εναγόμενη 1 να εξοφλήσει το οφειλόμενο προς αυτή ποσό, το οποίο στις 16.6 2003 ανερχόταν σε £5.810,
  5. Στο ποσό αυτό περιλήφθηκε και το ποσό που όφειλε η εναγόμενη 1 προς την ΠΑΝΕΥΡΩΠΑΙΚΗ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΉ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ (εφεξής η ΠΑΝΕΥΡΩΠΑΙΚΗ) δυνάμει μεταξύ τους συμφωνίας ημερ.13.2.
  6. Η εν λόγω εταιρεία ήταν κατά τον ουσιώδη χρόνο αδελφή ή συνδεδεμένη εταιρεία με την ενάγουσα και η εναγόμενη 1 συμφώνησε γραπτώς με τη διευθέτηση αυτή. Τέλος όσον αφορά τους εναγομένους 2 και 3, αυτοί ενάγονται δυνάμει συμφωνίας εγγύησης ημερ.12.2.1997 με την οποία φέρονται να ανέλαβαν υποχρέωση και εγγυήθηκαν χωρίς καμία επιφύλαξη και απεριόριστα όλες τις υποχρεώσεις της εναγομένης 1 προς την ενάγουσα. Με την Υπεράσπιση τους, οι εναγόμενοι παραδέχονται την ύπαρξη και εκτέλεση κατά τον ουσιώδη χρόνο ασφαλιστικών εργασιών από μέρους της ενάγουσας. Ομοίως παραδέχονται την ύπαρξη της συμφωνίας συνεργασίας μεταξύ ενάγουσας και εναγόμενης 1 (χαρακτηρίζοντας την ως ημερ.14.2.1997). Η εναγόμενη 1 περαιτέρω παραδέχεται και την παραλαβή της επιστολής τερματισμού ημερ.16.9.
  7. Απ΄ εκεί και πέρα όμως αρνούνται ουσιαστικά τα πάντα. Ειδικά η εναγόμενη 1 αρνείται ότι παραβίασε όρο της προαναφερθείσας συμφωνίας, μη καταβάλλοντας εμπρόθεσμα εισπραχθέντα ποσά, όπως αρνείται ότι οφείλει οποιοδήποτε ποσό προς την ενάγουσα. Ομοίως αρνείται την ύπαρξη οποιασδήποτε προγενέστερης οφειλής προς την ΠΑΝΕΥΡΩΠΑΙΚΗ ως επίσης και τη συμφωνία ημερ.13.2.
  8. Επ' αυτών μάλιστα θέτει στην ενάγουσα την υποχρέωση αυστηρής απόδειξης των ισχυρισμών της. Ομοίως οι εναγόμενοι 2 και 3 αρνούνται ότι εγγυήθηκαν απεριόριστα όλες τις υποχρεώσεις της εναγόμενης 1 προς την ενάγουσα, προσθέτοντας ότι δεν έχουν καμία σχέση με την ΠΑΝΕΥΡΩΠΑΙΚΗ ή οποιαδήποτε άλλη ασφαλιστική εταιρεία. Παράλληλα αρνούνται ότι οχλήθηκαν οποτεδήποτε από την ενάγουσα σε σχέση με την υπόθεση και τέλος ισχυρίζονται ότι δεν τους γνωστοποιήθηκε καν ο τερματισμός της συμφωνίας μεταξύ ενάγουσας και εναγόμενης
  9. Με την Απάντηση της η ενάγουσα ουσιαστικά επαναλαμβάνει και εμμένει στις αρχικές της θέσεις και ισχυρισμούς, απορρίπτοντας συνάμα τις θέσεις και ισχυρισμούς των εναγομένων. Με βάση αυτές τις δικογραφημένες θέσεις η υπόθεση προχώρησε σε ακρόαση. Κατά τη διάρκεια της ακρόασης, κατάθεσε ένας και μόνο μάρτυρας, ο Πανίκος Γιάγκου (Μ.Ε.1) - υπεύθυνος λογιστηρίου στην ενάγουσα εταιρεία. Από πλευράς γραπτής μαρτυρίας κατατέθηκαν τα εξής έγγραφα ως τεκμήρια: Τεκμήριο 1-Απόσπασμα των πρακτικών συνεδρίασης του Δ.Σ της ενάγουσας ημερ. 19.4.
  10. Τεκμήριο 2- Απόσπασμα των πρακτικών συνεδρίασης του Δ.Σ της ΠΑΝΕΥΡΩΠΑΙΚΗΣ ημερ. 19.4.
  11. Τεκμήριο 3- Διάταγμα ημερ. 30.8.1996 έγκρισης της μεταβίβασης των εργασιών κλάδου εργατικών αποζημιώσεων της ΠΑΝΕΥΡΩΠΑΙΚΗΣ προς την ενάγουσα. Τεκμήριο 4- Αντίγραφο συμφωνίας ημερ.22.10.1987 μεταξύ της ΠΑΝΕΥΡΩΠΑΙΚΗΣ και της εναγόμενης 1 (τεκμήριο 4Α η πρωτότυπη δεόντως χαρτοσημασμένη). Τεκμήριο 5- Αντίγραφο δεύτερης συμφωνίας ημερ.22.10.1987 μεταξύ της ΠΑΝΕΥΡΩΠΑΙΚΗΣ και της εναγόμενης 1 (τεκμήριο 5Α η πρωτότυπη δεόντως χαρτοσημασμένη στην οποία επισυνάφθηκε και το πρωτότυπο της επιστολής-τεκμήριο 6). Τεκμήριο 6- Αντίγραφο επιστολής ημερ. 13.2.1991 τροποποίησης προμηθειών που δικαιούτο η εναγόμενη 1 δυνάμει της συμφωνίας-τεκμήριο 4Α). Τεκμήριο 7- Αντίγραφο συμφωνίας (άγνωστης ημερομηνίας) μεταξύ της ενάγουσας και της εναγόμενης 1 (τεκμήριο 7Α η πρωτότυπη δεόντως χαρτοσημασμένη). Τεκμήριο 8- Αντίγραφο συμφωνίας που φέρει ημερ.1.1.1997 και υπεγράφη στις 14.2.1997 μεταξύ της ενάγουσας και της εναγόμενης 1 (τεκμήριο 8Α η πρωτότυπη δεόντως χαρτοσημασμένη). Τεκμήριο 9-Αντίγραφο επιστολής ημερ.16.9.
  12. Τεκμήριο 10- Αντίγραφο συμφωνίας εγγύησης ημερ.12.2.1997 των εναγομένων 2 και 3 (τεκμήριο 10Α η πρωτότυπη δεόντως χαρτοσημασμένη). Τεκμήριο 11-Καταστάσεις λογαριασμού. Τεκμήριο 12-Αντίγραφο του κλητηρίου εντάλματος της αγωγής 10355/
  13. Τεκμήριο 13- Αντίγραφο της Απάντησης στην αγωγή 10355/
  14. Τεκμήριο 14-Αντίγραφο της γραπτής δήλωσης του Μ.Ε.1 που έγινε στα πλαίσια της αγωγής 10355/
  15. Τεκμήριο 15-Αντίγραφο της επιστολής του Υπουργείου Εσωτερικών ημερ.26.4.
  16. Τεκμήριο 16-Αντίγραφο της επιστολής του Υπουργείου Εσωτερικών ημερ.22.6.
  17. Τεκμήριο 17-Δέσμη αποδείξεων. Η μαρτυρία του Μ.Ε.1 ήταν ιδιαιτέρως μακροσκελής. Υιοθέτησε και κατάθεσε γραπτή δήλωση (έγγραφο 1). Ερωτήθηκε επιπλέον ερωτήσεις στα πλαίσια της κυρίως του εξέτασης. Υποβλήθηκε σε μακράν αντεξέταση ενώ του έγιναν και μερικές ερωτήσεις στην επανεξέταση. Έτσι δεν θα καταπιαστώ με το αχρείαστο και αντιπαραγωγικό εγχείρημα της εκτενούς, επαναληπτικής καταγραφής της μαρτυρίας του. Νοείται βέβαια ότι η μαρτυρία του σε όλη της την έκταση, τα ως άνω κατατεθέντα τεκμήρια και φυσικά η επιχειρηματολογία των ευπαιδεύτων συνηγόρων, ως αυτή αναπτύχθηκε μέσα από τις αγορεύσεις τους, εξετάσθηκαν ενδελεχώς και διεξοδικά από το Δικαστήριο και αποτελούν το μοναδικό υπόβαθρο της ετυμηγορίας που θα ακολουθήσει (βλ. Al Watani κ.α. v. Παπαδόπουλου

(2000)1(Γ) Α.Α.Δ. 1924, 1937). Αυτού λεχθέντος σχετικές αναφορές, σχόλια και παρατηρήσεις θα γίνουν σε κατοπινό στάδιο όπου τούτο κριθεί αναγκαίο προς επίλυση των επιδίκων θεμάτων. Το πρώτο μου σχόλιο σε σχέση με τη μαρτυρία του Μ.Ε.1 και με αυτό μπαίνω απευθείας στο θέμα της αξιολόγησης της μαρτυρίας, είναι πως ο μάρτυρας αυτός παρουσιάστηκε "ως παντογνώστης". Μόνος του, αναφέρθηκε και παρουσίασε έγγραφα που αφορούσαν μια συνεργασία δεκαέξι ετών. Συγκεκριμένα τη συνεργασία της εναγόμενης 1 και της ΠΑΝΕΥΡΩΠΑΙΚΗΣ μεταξύ 1987 και
  1. Τη συνεργασία της εναγόμενης 1 και της ενάγουσας μεταξύ 1997 και 2000 και τη συνεργασία της εναγόμενης 1 και της Λαϊκής Ασφαλιστικής μεταξύ 2000 και
  2. 'Όλα αυτά βέβαια, ως επί το πλείστον, κατά τρόπο γενικό και χωρίς την απαιτούμενη στόχευση και προσωπική γνώση. Τρανταχτό παράδειγμα τούτου και με αυτό καταρρέει συθέμελα η όλη υπόθεση της ενάγουσας, αποτελούν οι καταστάσεις λογαριασμού (τεκμήριο 11). Η πρώτη καταχώρηση στην κυρίως (συγκεντρωτική) κατάσταση, είναι ημερ. 22.12.1993 (B/F BALANCE £2.943,98DR) και η τελευταία ημερ.28.12.2006 (TRF LAIKI TO PHILIKI £7.434,09). Δηλαδή οι καταστάσεις δεν καλύπτουν καν τη χρονική περίοδο της συνεργασίας της εναγομένης 1 με τις τρεις προαναφερόμενες εταιρείας, αφού για τα έτη 1987 μέχρι 1993, με εξαίρεση το "B/F BALANCE" δεν υπάρχει καμία καταχώρηση. Περαιτέρω και ακόμα πιο σημαντικό, δεν υπήρξε καμία επεξήγηση των καταχωρήσεων, και αυτό παρά το γεγονός ότι η αμφισβήτηση από μέρους των εναγομένων τόσο με την Υπεράσπιση τους όσο και κατά την ακρόαση ήταν ιδιαιτέρως έντονη. Μια κατάσταση λογαριασμού δεν αποτελεί αφ' εαυτής απόδειξη των όσων καταγράφονται. (βλ. D and G Products Ltd v. Premixco Asphalting Company Ltd
(1999)1 Α.Α.Δ. 263 και Παναγιώτης Μαστρής Λτδ v. Επιπλώσεις Λάσκο Λτδ
(2006)1 Α.Α.Δ 728). Τα γεγονότα που φέρεται να αναπαραγάγει, σε περίπτωση αμφισβήτησης, καθίστανται επίδικα και θα πρέπει απαρέγκλιτα να αποδειχθούν (βλ. A.l. Mantovani & Sons Ltd v. Christis Travel & Tourism Ltd
(1999)1 Α.Α.Δ. 156, Marketrends Insurance Ltd v. Μιχαήλ κ.α,
(2006)1 Α.Α.Δ. 734) και Marketrends Finance Ltd v. Ξενοφώντος
(2009)1.Α.Α.Δ.1418). Με άλλα λόγια οι εκάστοτε καταχωρήσεις σε ένα λογαριασμό, είτε πρόκειται για χρεώσεις είτε για πιστώσεις (με εξαίρεση αποδεδειγμένο λογαριασμό-account stated), θα πρέπει να αποδειχθούν μία προς μία, ούτως ώστε να επαληθευτεί στο τέλος πως η εικόνα που εκπέμπει η κατάσταση λογαριασμού είναι αυθεντική και ακριβής. Στην προκειμένη περίπτωση κάθε άλλο παρά έχει γίνει κάτι τέτοιο. Ο μάρτυρας σε σχέση με το υπόλοιπο που μεταφέρθηκε από την ΠΑΝΕΥΡΩΠΑΙΚΗ, το οποίο υπερβαίνει το ήμισυ του διεκδικούμενου (£3.213,02) αρκέστηκε στο να πει, ότι το ήλεγξε και είναι ορθό, λες και το μόνο που χρειαζόταν ήταν μια αόριστη, λεκτική διαβεβαίωση. Εδώ να επισημάνω ότι δεν προκύπτει καν από τη μαρτυρία του να εργαζόταν κατά τον ουσιώδη χρόνο στην ΠΑΝΕΥΡΩΠΑΙΚΗ. Η ίδια προσέγγιση υπήρξε και για τα μετέπειτα υπόλοιπα. Δηλαδή τα έλεγξε και είναι ορθά. Με κάθε εκτίμηση προς τον μάρτυρα, τέτοιες διαβεβαιώσεις, αφίστανται παρασάγγας της αναμενόμενης ποιότητας και επιπέδου μαρτυρίας που χρειάζεται για απόδειξη τέτοιου είδους υποθέσεων (βλ. Γρηγορίου v. Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ Πολ.Εφεση 227/07, ημερ.16.6.2010). Στην αγόρευση του, ο ευπαίδευτος συνήγορος της ενάγουσας με αναφορά και σε Νομολογία, κάλεσε το Δικαστήριο να δεχθεί τις εν λόγω καταστάσεις (τεκμήριο 11) ως ορθές, αφού πληρούνται όλες οι προϋποθέσεις του άρθρου 5Α του περί Αποδείξεως Νόμου Κεφ.9. Επ' αυτού υποδεικνύω απλώς ότι το άρθρο 5Α του Κεφ.9 με τον τροποποιητικό Νόμο 32
(1)/2004 έχει καταργηθεί. Η ανεπάρκεια των καταστάσεων λογαριασμού (τεκμήριο 11) και της συναφούς μαρτυρίας, προκύπτει και από τους ίδιους τους αριθμούς. Δηλαδή ενώ το διεκδικούμενο ποσό είναι £5.810,07 και αυτό σύμφωνα με την Έκθεση Απαίτησης ήταν το υπόλοιπο στις 16.6.2003, στην τελική του αγόρευση, ο συνήγορος της ενάγουσας μείωσε την απαίτηση σε £5.730,35, αφού κατά τον συνήγορο, αυτό το ποσό προκύπτει από τις καταστάσεις. Από την επιμέρους κατάσταση στην οποία αναφερόταν όμως ο συνήγορος, το ποσό των £5.730,35 (που έτσι κι αλλιώς είναι ασυμβίβαστο με την αρχική απαίτηση) περιγράφεται ως "υπόλοιπο από μεταφορά" ενώ για τον συγκεκριμένο μήνα ως "ολικό πληρωτέο ποσό" αναφέρεται το ποσό των £4816,
  1. Σε άλλο σημείο της αγόρευσης του, ο ευπαίδευτος συνήγορος καλώντας το Δικαστήριο να δεχθεί το τεκμήριο 11, υποστήριξε πως οι καταστάσεις "αντικατοπτρίζουν με ακρίβεια την δημιουργηθείσα κατάσταση η οποία κατέληξε σε ποσό μεγαλύτερο τελικά από το διεκδικούμενο. Όμως η αξίωση περιορίζεται στο αξιούμενο ποσό των £5.810,07" !!!. Αλλού στη αγόρευση αναγνωρίζεται, ότι, με βάση την τελευταία εγγραφή ημερ. 28.12.2006 το υπόλοιπο ανέρχεται σε £7.434,
  2. Όντως από τη συγκεντρωτική κατάσταση, αυτό το ποσό προκύπτει, χωρίς βέβαια και πάλι να υπήρξε ανάλυση, επεξήγηση και τεκμηρίωση για το πως προέκυψε. Με άλλα λόγια ενώ η ανεπάρκεια του τεκμηρίου 11 είναι αυτόδηλη, καλείται το Δικαστήριο να το αποδεχθεί, να στηριχθεί σ' αυτό και να εκδώσει απόφαση προς όφελος της ενάγουσας. Κάτι τέτοιο βέβαια δεν μπορεί να γίνει αφού θα ήταν αποδεικτικά απαράδεκτο και αντινομικό. Πέραν των πιο πάνω υπάρχουν κι άλλα μελανά σημεία που άπτονται της μαρτυρίας του Μ.Ε.1 ειδικά και της υπόθεσης της ενάγουσας γενικά. Για παράδειγμα, ο μάρτυρας αναρμοδίως παρουσίασε τις δύο συμφωνίες της εναγόμενης 1 με την ΠΑΝΕΥΡΩΠΑΙΚΉ (τεκμήρια 4 και 5). Η πρώτη συμφωνία ημερ. 22.10.1987 (τεκμήριο 4) ήταν πολύ σημαντική αφού δυνάμει αυτής οριοθετήθηκε η συνεργασία μεταξύ ΠΑΝΕΥΡΩΠΑΙΚΉΣ και εναγόμενης 1, στα πλαίσια της οποίας προέκυψε το υποτιθέμενο χρέος της εναγόμενης 1, το οποίο στη συνέχεια μεταφέρθηκε στους λογαριασμούς της ενάγουσας για είσπραξη. Παρά τη σημασία της προαναφερθείσας συμφωνίας, αυτή δεν αναφέρεται πουθενά στα δικόγραφα, γεγονός που την εξουδετερώνει συλλήβδην ως στοιχείο μαρτυρίας. Υποστηρίχθηκε βέβαια από τον ευπαίδευτο συνήγορο της ενάγουσας, ότι η εν λόγω συμφωνία (τεκμήριο 4), είναι η συμφωνία που περιγράφεται στην παράγραφο 10 της Έκθεσης Απαίτησης. Κάτι τέτοιο όμως δεν ευσταθεί. Στην παράγραφο 10 γίνεται αναφορά σε συμφωνία ημερ.13.2.1991 (πρόκειται για το τεκμήριο 6). Η συμφωνία αυτή, η οποία ουσιαστικά δεν είναι καν συμφωνία, αλλά απλώς επιστολή τροποποίησης των προμηθειών που θα δικαιούτο η εναγόμενη 1 δυνάμει της συμφωνίας (τεκμήριο 4), με τον αόριστο και ασύνδετο τρόπο με τον οποίο είναι διατυπωμένη, σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να ταυτιστεί με το τεκμήριο 4, έτσι ώστε η αναφορά της παραγράφου 10, να εκληφθεί ότι αναφέρεται στο τεκμήριο
  3. Ένα άλλο σημείο που ξενίζει στη μαρτυρία του Μ.Ε.1 αφορά τη συμφωνία (τεκμήριο 7). Θα χαρακτήριζα αυτή τη συμφωνία πρόχειρη και ημιτελή. Η εν λόγω συμφωνία δεν φέρει ημερομηνία, δεν είναι συμπληρωμένο το όνομα του αντιπροσώπου, δεν προσδιορίζει την ημερομηνία της Αρχικής Συμφωνίας στην οποία παραπέμπει και ούτε επισυνάπτεται η Αρχική Συμφωνία, ως ρητά διακηρύττει. Παράλληλα, οι όροι είναι γενικοί, αόριστοι και σε κάποιο βαθμό αντικρουόμενοι. Γίνεται μεν αναφορά σε ανάληψη των υποχρεώσεων του ασφαλιστικού αντιπροσώπου με βάση την Αρχική Συμφωνία, αλλά την ίδια ώρα γίνεται αναφορά και σε εκκαθάριση λογαριασμών των εκκρεμουσών εργασιών που χειριζόταν ο ασφαλιστικός αντιπρόσωπος στην ΠΑΝΕΥΡΩΠΑΙΚΗ. Συναφώς γίνεται λόγος για συνομολόγηση νέας συμφωνίας μεταξύ των μερών, για συνέχιση της μεταξύ τους συνεργασίας. Με βάση αυτή την εικόνα, δεν θα ήμουν διατεθειμένος να δώσω την ερμηνεία στην πιο πάνω συμφωνία που έδωσε η ενάγουσα, ότι δηλαδή, η εναγόμενη 1 δυνάμει αυτής, συμφώνησε όπως το υπόλοιπο που όφειλε στην ΠΑΝΕΥΡΩΠΑΙΚΗ μεταφερθεί στους λογαριασμούς της ενάγουσας για είσπραξη. Πουθενά στην εν λόγω συμφωνία δεν αναφέρεται κάτι τέτοιο. Ούτε και εξάγεται ένα τέτοιο συμπέρασμα. Αντίθετα σε ότι αφορά οικονομικές εκκρεμότητες, αφήνεται σαφώς να νοηθεί ότι θα υπάρξει εκκαθάριση λογαριασμών και επαναπροσδιορισμό της σχέσης των μερών στα πλαίσια νέας συμφωνίας που θα υπογραφεί. Αυτή η νέα συμφωνία είναι το τεκμήριο
  4. Πουθενά σ' αυτή τη συμφωνία (η οποία είναι ολοκληρωμένη και πλήρης), δεν προβλέπεται ή επιβεβαιώνεται η μεταφορά χρεών από την ΠΑΝΕΥΡΩΠΑΙΚΗ προς την ενάγουσα για είσπραξη. Αντίθετα προκύπτει ότι οριοθετεί και προσδιορίζει μια εξ υπαρχής, καινούργια και καθαρή σχέση που πρόκειται να ξεκινήσει μεταξύ ενάγουσας και εναγόμενης
  5. Ομοίως δεν θα ήμουν διατεθειμένος να δώσω την ερμηνεία στη συμφωνία εγγύησης (τεκμήριο 10) που έδωσε η ενάγουσα, ότι δηλαδή, οι εναγόμενοι 2 και 3 δυνάμει αυτής, εγγυήθηκαν τις όποιες προγενέστερες οφειλές της εναγομένης 1 προς την ΠΑΝΕΥΡΩΠΑΙΚΗ. Πουθενά στην εν λόγω εγγύηση, η οποία υπεγράφη στις 12.2.1997 (10 χρόνια δηλαδή μετά την έναρξη της συνεργασίας της εναγόμενης 1 με την ΠΑΝΕΥΡΩΠΑΙΚΗ), δεν αναφέρεται κάτι τέτοιο. Ούτε και εξάγεται ένα τέτοιο συμπέρασμα. Αντίθετα προκύπτει ξεκάθαρα από το λεκτικό του τεκμηρίου 10 ότι πρόκειται για εγγύηση που καλύπτει τις καινούργιες υποχρεώσεις της εναγομένης 1 προς την ενάγουσα με βάση αποκλειστικά και μόνο τη συμφωνία (τεκμήριο 8), την οποία προσδιορίζει με απόλυτη σαφήνεια και καθαρότητα. Γι όλους τους πιο πάνω λόγους κρίνω ότι η μαρτυρία του Μ.Ε.1 ειδικά και της ενάγουσας γενικά, είναι μη πειστική, αποδεικτικά ανεπαρκής (evidentially insufficient) και ποιοτικά απαράδεκτη. Συνεπώς ανενδοίαστα απορρίπτω τη μαρτυρία του Μ.Ε.1 και μαζί την αγωγή της ενάγουσας. Τα έξοδα (ένα σετ) όπως θα υπολογισθούν από τον πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο επιδικάζονται υπέρ των εναγομένων 1, 2 και 3 και εναντίον της ενάγουσας. (Υπ) .............................. Στ. Ν. Σταύρου, Ε.Δ Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.