← Κύπρος

ΑΛΕΚΑ Π. ΠΑΠΑΚΟΚΚΙΝΟΥ ν. AIRTEC AIRCONDITIONING LTD, Αγωγή αρ. 6336/2002, 24 Μαρτίου, 2011

ΑΛΕΚΑ Π. ΠΑΠΑΚΟΚΚΙΝΟΥ ν. AIRTEC AIRCONDITIONING LTD, Αγωγή αρ. 6336/2002, 24 Μαρτίου, 2011 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2011:A117 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Α. Κ. Λυκούργου, Ε.Δ. Αγωγή αρ. 6336/2002 Μεταξύ: ΑΛΕΚΑ Π. ΠΑΠΑΚΟΚΚΙΝΟΥ Ενάγουσα και AIRTEC AIRCONDITIONING LTD Εναγομένων 24 Μαρτίου,

  1. Ενάγουσα - αιτήτρια, παρούσα και εμφανίζεται αυτοπροσώπως. Για τους εναγομένους - καθ' ων η αίτηση, εμφανίζεται ο κ. Γ. Παπαπέτρου για τους κ.κ. Μοντάνιος και Μοντάνιος. Απόφαση για την αίτηση ημερ. 8.2.11 (αίτημα για την ακύρωση και/ή τον παραμερισμό διατάγματος διά του οποίου διετάχθηκε η αναστολή εκτέλεσης απόφασης εναντίον της οποίας κατεχωρίστηκε έφεση) ----------------------------------------------------------------------- Στις 13.11.09 εξεδόθηκε τελική απόφαση για την υπό ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγή διά της οποίας επεδικάστηκε υπέρ της ενάγουσας - αιτήτριας («η αιτήτρια») και εναντίον των εναγομένων - καθ΄ ων η αίτηση («οι καθ΄ ων η αίτηση») το ποσόν των €1.571,91, επιπλέον τόκοι και έξοδα. Εναντίον της απόφασης κατεχωρίστηκε, στις 23.12.10, η Πολιτική Έφεση αρ. 16/2010, η οποία εκκρεμεί. Για σκοπούς εκτέλεσης της απόφασης ημερ. 13.11.09 κατεχωρίστηκε, στις 6.10.10, ένταλμα κατάσχεσης κινητής περιουσίας. Επί τη βάσει μονομερούς αίτησης, η οποία κατεχωρίστηκε στις 27.10.10, εξεδόθηκε, στις 29.10.10, διάταγμα διά του οποία ανεστάληκε, υπό όρους, η εκτέλεση του προαναφερθέντος εντάλματος κατάσχεσης κινητής περιουσίας («το διάταγμα ημερ. 29.10.10»). Το διάταγμα ημερ. 29.10.10 επεδόθηκε στην αιτήτρια στις 27.1.11 και αυτή, εντός ολίγων ημερών (στις 8.2.11), κατεχώρισε την υπό συζήτησιν αίτηση («η αίτηση»), διά της οποίας επιδιώκει την ακύρωση και/ή τον παραμερισμό του διατάγματος ημερ. 29.10.
  2. Ως νομική βάση της αίτησης καταγράφονται, μεταξύ άλλων, η Δ.35 θ.18 και τη Δ.48 θ.θ.1, 2, 3, 8, 9 και 12 των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών. Την αίτηση υποστηρίζει ένορκη δήλωση της Βερεγγάριας Παπακόκκινου η οποία, κατ΄ αρχάς, δηλώνει γνώστης των γεγονότων και εξουσιοδοτημένη από την αιτήτρια να καταθέσει. Επί της ουσίας, η Βερεγγάρια Παπακόκκινου ισχυρίζεται πως κακώς εξεδόθηκε μονομερώς το διάταγμα ημερ. 29.10.10 γιατί με τον τρόπο αυτό η αιτήτρια στερήθηκε του θεμελιώδους δικαιώματός της να ακουσθεί για ζήτημα που την αφορά. Αναφέρει, επίσης, πως η απόφαση ημερ. 13.11.09 είναι δίκαιη, ορθή και τεκμηριωμένη και πως η Πολιτική Έφεση αρ. 16/2010 δεν έχει καμία πιθανότητα επιτυχίας. Επισημαίνει δε το γεγονός πως στην αίτηση ημερ. 27.10.10 (επί τη βάσει της οποίας εξεδόθηκε το διάταγμα ημερ. 29.10.10) δεν επισυνάφθηκε αντίγραφο της απόφασης ημερ. 13.11.
  3. Τέλος, η Βερεγγάρια Παπακόκκινου χαρακτηρίζει τη συμπεριφορά των καθ΄ ων η αίτηση καταχρηστική και πληροφορεί για το κρίσιμο γεγονός πως, ενώ οι καθ΄ ων η αίτηση εγνώριζαν για την έκδοση της απόφασης ημερ. 13.11.09, αυτοί παρέλειψαν να συμμορφωθούν με το διατακτικό της και παρέλειψαν να καταβάλουν στην αιτήτρια οιονδήποτε ποσόν. Εξ ου και η αιτήτρια, σχεδόν ένα έτος μετά την έκδοση της απόφασης, και συγκεκριμένα στις 6.10.10, εξασφάλισε ένταλμα κατάσχεσης κινητής περιουσίας των καθ΄ ων η αίτηση. Η αίτηση αντιμετωπίζει την ένσταση των καθ΄ ων η αίτηση. Οι λόγοι συνοψίζονται ως εξής:

(1)Το διάταγμα ημερ. 29.10.10 εξεδόθητε στα πλαίσια τυπικώς ορθής και βάσιμης διαδικασίας.
(2)Η αιτήτρια δεν παρουσίασε μαρτυρία για τον ισχυρισμό της ότι η έκδοση του διατάγματος ημερ. 29.10.10 έχει ως αποτέλεσμα να στερηθεί των καρπών της πρωτόδικης επιτυχίας της.
(3)Αντιθέτως, εάν δεν εκδίδετο το διάταγμα ημερ. 29.10.10 και εάν εξοφλούντο τα ποσά που επεδίκασε το Δικαστήριο πρωτοδίκως, η Πολιτική Έφεση αρ. 16/2010 θα καθίστατο, κατ΄ ουσίαν, άνευ αντικειμένου.
(4)Η Πολιτική Έφεση αρ. 16/2010 εγείρει σοβαρά ζητήματα προς εκδίκαση και έχει καλή πιθανότητα επιτυχίας.
(5)Όσα η αιτήτρια ισχυρίζεται είναι γενικά, αόριστα, ασαφή και αστήρικτα.
(6)Η αιτήτρια, ως δικηγόρος που χειρίζεται προσωπική υπόθεσή της, δεν δικαιούται έξοδα. Την ένσταση υποστηρίζει ένορκη δήλωση της Μαρίας Πέτρου, υπαλλήλου των καθ΄ ων η αίτηση. Αυτή επεκτείνεται στους λόγους έφεσης και υποστηρίζει πως αυτοί είναι βάσιμοι. Επί των κρίσιμων γεγονότων, αυτή περιορίζεται στα εξής: «9... η αιτήτρια ποτέ δεν επέδωσε την απόφαση του Δικαστηρίου στην καθ΄ ης η αίτηση. Συνεπώς η καθ΄ ης η αίτηση δεν γνώριζε το ποσό που επιδικάστηκε υπέρ της ενάγουσας για έξοδα αλλά έλαβε γνώση αυτού μόνο όταν η αιτήτρια κινήθηκε εναντίον της για εκτέλεση της απόφασης με την πώληση της κινητής περιουσίας της καθ΄ ης η αίτηση. 10. .... είναι ορθό και δίκαιο όπως μη παραμεριστεί το διάταγμα αναστολής της εκτέλεσης της απόφασης διότι αν εξοφληθούν τα ποσά της απόφασης, η έφεση της αιτήτριας θα καταστεί ουσιαστικά άνευ αντικειμένου και θα επηρεαστεί το συνταγματικό της δικαίωμα για έφεση..». Έχω μελετήσει την αίτηση και την ένσταση και διεξήλθα όσα οι ευπαίδευτοι συνήγοροι προέβαλαν αγορεύοντας προς υποστήριξη των θέσεών τους. Εν πρώτοις, σημειώνω πως η Δ.35 θ.18 παρέχει στο Δικαστήριο την εξουσία έκδοσης διατάγματος ως το διάταγμα ημερ. 29.10.10, επί τη βάσει μονομερούς αίτησης. Παρά το ότι το διάταγμα αναστολής εκτέλεσης απόφασης εκδίδεται επί τη βάσει μονομερούς αίτησης, εντούτοις, αυτό δεν διέρχεται τη διαδικασία έκδοσής του αρχικώς ως «προσωρινού» και, στη συνέχεια της «οριστικοποίησής» του. Όμως, οιοσδήποτε επηρεάζεται δυσμενώς από τέτοιο διάταγμα δύναται να ζητήσει την ακύρωση ή την τροποποίησή του. Τη δυνατότητα αυτή παρέχει η Δ.48
(8)
(4)η οποία προνοεί για την καταχώρηση σχετικής αίτησης διά κλήσεως. Παραθέτω αυτούσιο το κάτωθι απόσπασμα από την απόφαση Ιωάννου
(1993)1 Α.Α.Δ. 305, 308: «.Η Δ.35 θ.18 των Θεσμών περί Πολιτικής Δικονομίας αναφέρεται στη δυνατότητα αναστολής της εκτέλεσης απόφασης εκκρεμούσας έφεσης που ασκείται προς παραμερισμό της. Σύμφωνα με τη Δ.48
(8)(Ι)(εε), τέτοιες αιτήσεις για αναστολή εκτέλεσης μπορούν να υποβάλλονται ex parte. Η αίτηση στην παρούσα υπόθεση υποβλήθηκε ex parte ακριβώς κατ΄ επίκληση των πιο πάνω προνοιών των θεσμών. Η εισήγηση για εκ πρώτης όψεως παράβαση Νόμου και επακόλουθη στέρηση της δυνατότητας να ακουστεί η αιτήτρια είναι αβάσιμη αφού είναι θεσμοθετημένη η δυνατότητα έκδοσης διατάγματος της μορφής που εκδόθηκε μετά από ex parte αίτηση.». Όμως, το γεγονός ότι το διάταγμα ημερ. 29.10.10 εξεδόθηκε κατ΄ ακολουθίαν θεσμοθετημένης διαδικασίας δεν σημαίνει πως, εν προκειμένω και υπό τις συγκεκριμένες περιστάσεις, θα ήταν ορθό αυτό να συνεχίσει να ισχύει. Η καταχώρηση της αίτησης οδηγεί στην εκ νέου εξέταση των δεδομένων και στο εκ νέου εγχείρημα για την «.εξισορρόπηση δύο παραγόντων. Πρώτον, της φυσιολογικής προσδοκίας του ενάγοντα να δρέψει άμεσα τους καρπούς της νίκης του στο δικαστικό αγώνα που διεξήγαγε. Και, δεύτερον, την ανάγκη η ενδεχόμενη επιτυχία της έφεσης να μη χάσει τη σημασία της μένοντας χωρίς κανένα αντίκρυσμα (βλ. I. Aristidou v. N. Aristidou
(1985)1 C.L.R. 649, Christofi and Others v. Iacovidou
(1985)1 C.L.R. 713, Charalambous v. Nicolaides & Neophytou
(1985)1 C.L.R. 737, Νοεφύτου ν. Δημητρίου
(1989)1 Α.Α.Δ. 592, ABP Holdings Ltd και Άλλοι ν. Κιταλίδη και Άλλων (Αρ. 1)
(1994)1 Α.Α.Δ. 287 και Θωμά ν. Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας,
(1997)1 Α.Α.Δ. 797)» (Loukos Trading Co. Ltd v. Ρεινμποου Πλήτσιηγκ και Ντάϊγκ Κο. Λτδ
(2000)1 (Β) Α.Α.Δ. 1014, 1018). Η αίτηση ανέδειξε δύο ουσιώδεις αδυναμίες του διατάγματος ημερ. 29.10.10 κάθε μία από τις οποίες δικαιολογεί την ακύρωσή του. Πρώτον, η καθυστέρηση των καθ΄ ων η αίτηση στην υποβολή της αίτησης για την εξασφάλιση του διατάγματος ημερ. 29.10.10 (η οποία προσεγγίζει το ένα έτος) δίδει έρεισμα στη μομφή περί καταχρηστικής συμπεριφοράς. Υπενθυμίζω τα εξής αδιαμφισβήτητα γεγονότα: Η κρίσιμη απόφαση εξεδόθηκε στις 13.11.09 και οι καθ΄ ων η αίτηση παρέμειναν αδρανείς για ένα περίπου έτος. Αυτοί σε ουδεμία ενέργεια προέβηκαν είτε για να συμμορφωθούν με την απόφαση είτε για να εξασφαλίσουν την αναστολή της. Αυτοί αντέδρασαν μόνον όταν εξασφαλίστηκε το ένταλμα κατάσχεσης κινητής περιουσίας τους, καταχωρώντας την αίτηση για την αναστολή εκτέλεσης τόσον της απόφασης ημερ. 13.11.09 όσον και του εντάλματος. Κρίνω πως εάν, πράγματι, οι καθ΄ ων η αίτηση πίστευαν ειλικρινά πως δικαιούνται την αναστολή θα προχωρούσαν στο απαραίτητο ένδικο διάβημα αμέσως μετά την έκδοση της απόφασης ημερ. 13.11.09 (δείτε, για ανάλογη εφαρμογή, Χαψίδης ν. Νικολαΐδου
(2000)1 (Β) Α.Α.Δ. 1493, 1495 - 6). Η δικαιολογία που η μάρτυρας Μαρία Πέτρου επιχειρεί να δώσει όσον αφορά στην καθυστέρηση στην καταχώρηση της αίτησης για αναστολή, δεν πείθει. Εφ΄ όσον δεν αμφισβητείται πως οι καθ΄ ων η αίτηση γνώριζαν για την έκδοση της απόφασης ημερ. 13.11.09, εύλογα θα ανέμενε κάποιος πως αυτοί θα ενδιαφερόντουσαν να μάθουν τί ακριβώς οφείλουν στην αιτήτρια προς το σκοπό συμμόρφωσης με την απόφαση αυτή. Δεύτερον, ουδεμία αναφορά γίνεται από τους καθ΄ ων η αίτηση σε αφερεγγυότητα της αιτήτριας ή σε άρνησή της να υπακούσει σε διατακτικό δικαστικής απόφασης ή σε οιανδήποτε άλλη σχετική αδυναμία της. Συνεπώς, η ανάγκη όπως η ενδεχόμενη επιτυχία της έφεσης να μην χάσει τη σημασία της, ανάγκη την οποίαν επιδιώκει να ικανοποιήσει διάταγμα αναστολής εκτέλεσης δικαστικής απόφασης, παραμένει αδιευκρίνιστη και μετέωρη. Πέραν της γενικόλογης αναφοράς της μάρτυρος Μαρίας Πέτρου στην ανάγκη αυτή τίποτε το συγκεκριμένο δεν υποδεικνύεται εκ μέρους των καθ΄ ων η αίτηση. Συναφώς αναφέρω πως οι όροι που τέθηκαν στο διάταγμα ημερ. 29.10.10 δεν διαφοροποιούν την κατάσταση. Ζήτημα όρων εγείρεται μόνον όταν συντρέχουν οι προϋποθέσεις χορήγησης της αναστολής (Louhos Trading Ltd κ.α. v. Ρεινμποου Πλάστινγκ και Νεαϊγκ Κο Λτδ
(2000)1 (Β) Α.Α.Δ. 1014, 1018 - 9). Στην προκειμένη περίπτωση τέτοιες προϋποθέσεις δεν συντρέχουν. Για όλους αυτούς τους λόγους, η αίτηση επιτυγχάνει, τα δε έξοδά της επιδικάζονται υπέρ της αιτήτριας. Είναι γεγονός πως, κατ΄ αρχήν, διάδικος ο οποίος εμφανίζεται αυτοπροσώπως ενώπιον του Δικαστηρίου (χωρίς δικηγόρο) και επιτυγχάνει δεν δύναται να διεκδικεί έξοδα (Γρηγορίου ν. Τράπεζα Κύπρου Λτδ
(1996)1 (Β) Α.Α.Δ. 1111). Εντούτοις, στην περίπτωση όπου ένας δικηγόρος εμφανίζεται αυτοπροσώπως και χειρίζεται προσωπικώς την υπόθεσή του με επιτυχία δικαιούται έξοδα. Παραθέτω το ακόλουθο απόσπασμα από την απόφαση Buckland v. Watts
(1996)2 All.E.R. 985: «Although a solicitor who conducts his own case successfully can claim costs for his professional services reasonably incurred, a lay litigant appearing in person is not entitled to remuneration for the expenditure of time and labour in the preparation of his case as he does not possess professional legal skill». (δείτε την Γεωργιάδης ν. Υπουργικού Συμβουλίου
(1999)ε Α.Α.Δ. 35). Το διάταγμα ημερ. 29.10.10 ακυρώνεται. Τα έξοδα της αίτησης, ως αυτά θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο, επιδικάζονται υπέρ της ενάγουσας - αιτήτριας και εναντίον των εναγομένων - καθ΄ ων η αίτηση. (Υπ.)............................................. Α. Κ. Λυκούργου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΧΡΓ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.