REXEL LUXEMBOURG SA ν. SEPI SARL κ.α., Αγωγή Αρ. 10046/10, 29 Μαρτίου, 2011 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2011:A121 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Μ. Χριστοδούλου, Π.Ε.Δ. Αγωγή Αρ. 10046/10 Μεταξύ: REXEL LUXEMBOURG S.A. Εναγόντων - και -
- SEPI S.A.R.L.
- ALPHA BANK CYPRUS LTD Εναγομένων Αίτηση ημερ. 25.11.10 της ενάγουσας για έκδοση προσωρινού διατάγματος τύπου Norwich Pharmacal Ημερομηνία: 29 Μαρτίου, 2011 Εμφανίσεις: Για ενάγουσα/αιτήτρια: κ. Χρ. Χριστοφόρου για Α. Νεοκλέους & Σία Για εναγόμενη 2/καθ΄ ης η αίτηση: κα Λιβέρα για κ.κ. Χρυσαφίνης & Πολυβίου ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Η ενάγουσα, ανώνυμη εταιρεία εγγεγραμμένη στο Λουξεμβούργο (στο εξής η αιτήτρια), διατείνεται ότι έπεσε θύμα καλοστημένης απάτης, αποτέλεσμα της οποίας ήταν η απόσπαση από τραπεζικό λογαριασμό που διατηρούσε στην τράπεζα BGL BNP Paridas S.A. συνολικού ποσού €1.602.
- Ό,τι όμως εδώ ενδιαφέρει είναι ο ισχυρισμός της ότι σημαντικό μέρος του προϊόντος της απάτης ύψους €952.000 μεταφέρθηκε σε λογαριασμό που τηρεί η εναγόμενη 1 στην Alpha Bank Λευκωσίας, το οποίο και διεκδικεί με αγωγή που καταχώρισε στις 25.11.10 επί γενικώς οπισθογραφημένου κλητηρίου εντάλματος. Ωστόσο, όπως ισχυρίζεται, για να προωθήσει την αγωγή εναντίον της εναγόμενης 1 χρειάζεται στοιχεία τόσο για τη διεύθυνση όσο και για τους αξιωματούχους της και στη βάση αυτή πρόσθεσε ως εναγόμενη 2 την Alpha Bank (στο εξής η Τράπεζα) αποβλέποντας σε έκδοση διατάγματος τύπου Norwich Pharmacal με το ακόλουθο περιεχόμενο:- «Δ. Διάταγμα του Δικαστηρίου που να διατάσσει την τράπεζα Alpha Bank Cyprus Ltd όπως αποκαλύψει στους Ενάγοντες πλήρη στοιχεία αναφορικά με τη διεύθυνση και ή το εγγεγραμμένο γραφείο της Εναγομένης 1 εταιρείας ως επίσης και τις ταυτότητες και διευθύνσεις των διευθυντών αυτής και/ή των φυσικών προσώπων που έχουν δικαίωμα υπογραφής (signatories) σε σχέση με τους τραπεζικούς λογαριασμούς που διατηρεί η Εναγομένη 1 με την Alpha Bank Cyprus Ltd.» Ταυτόχρονα με την καταχώριση της αγωγής, η αιτήτρια απευθύνθηκε μονομερώς στο Δικαστήριο για έκδοση δύο ενδιάμεσων διαταγμάτων. Το πρώτο, που αφορούσε την παγοποίηση του αναφερθέντος ποσού, χορηγήθηκε αυθημερόν, ενώ το δεύτερο που αφορούσε την έκδοση διατάγματος ως το πιο πάνω απαιτητικό (Δ) της αγωγής κρίθηκε ότι δεν έπρεπε να χορηγηθεί στην απουσία της Τράπεζας γι αυτό και δόθηκαν οδηγίες για επίδοση, όπως και έγινε. Η Τράπεζα ενίσταται στην έκδοση του αιτούμενου διατάγματος - το οποίο αποτελεί και το αντικείμενο της παρούσας - αλλά προτού γίνει αναφορά στους λόγους ένστασης που προβάλλει θα ΄ταν χρήσιμο να σκιαγραφηθούν οι ισχυρισμοί της αιτήτριας όπως αυτοί διατυπώνονται στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση. Έχουν ως ακολούθως:- Η αιτήτρια είναι πρωτοπόρος στον τομέα διανομής ηλεκτρικών συσκευών και μέλος του Ομίλου Εταιρειών Rexel, ο οποίος λειτουργεί 2.200 παραρτήματα με 28.000 υπαλλήλους σε 34 χώρες. Η εναγόμενη 1 είναι αλλοδαπή εταιρεία και ο όρος «S.A.R.L.» είναι το ακρωνύμιο του «Societe A Responsibilite Limitee», το οποίο αντιστοιχεί στην εταιρεία περιορισμένης ευθύνης του κυπριακού δικαίου. Πέραν τούτου, και παρά τις έρευνες που έγιναν, η αιτήτρια δεν γνωρίζει οτιδήποτε άλλο σε σχέση με την εταιρεία αυτή και η Τράπεζα οφείλει να της δώσει τις αιτούμενες πληροφορίες, γιατί χωρίς αυτές δεν θα είναι σε θέση να προωθήσει την αξίωση της για επανάκτηση του προϊόντος της απάτης που έγινε σε βάρος της. Σε σχέση δε με την ισχυριζόμενη απάτη διατυπώνονται (σε συντομία) οι ακόλουθοι ισχυρισμοί. Στις 28.9.10 η BGL BNP Paritas μετέφερε €952.000 από το λογαριασμό της αιτήτριας σε λογαριασμό της εναγόμενης 1 στην Alpha Bank Λευκωσίας, ενώ στις 12 και 13.10.10 μετέφερε ακόμη €650.000 σε άλλες τράπεζες προς όφελος εταιρείας με το όνομα Flash On Ltd του Hong Kong. Στις 27.10.10 ο Πρόεδρος του Ομίλου Εταιρειών REXEL, ο Jean-Charles Pauze, πληροφορήθηκε ότι υπήρχε ισχυρισμός ότι η μεταφορά των πιο πάνω ποσών έγινε κατόπιν οδηγιών που έδωσε τηλεφωνικώς ο ίδιος στον εκτελεστικό διευθυντή της αιτήτριας F. Stoltz και αφού συνομίλησε με το διευθυντή της BGL BNP Paridas. Ο Πρόεδρος του Ομίλου διαβεβαίωσε γραπτώς ότι ποτέ δεν έγινε κάτι τέτοιο και διατάχθηκε εσωτερική έρευνα για διακρίβωση των συνθηκών κάτω από τις οποίες έγινε η μεταφορά και προς τούτο, μεταξύ άλλων, ζητήθηκαν εξηγήσεις από τα πρόσωπα που εργάζονταν στο οικονομικό τμήμα της αιτήτριας. Τους F. Stoltz (εκτελεστικό διευθυντή), St. Nuremberg (οικονομικό διευθυντή), Katrine Grass (λογιστή) και U. Philippi (επιχειρησιακό διευθυντή). Για σκοπούς της παρούσας δεν χρειάζεται κατά την άποψή μου να γίνει πλήρης αναφορά στο τι ο καθένας από τους 4 πιο πάνω υπαλλήλους της αιτήτριας πρόβαλε. Είναι αρκετό να σημειωθεί ότι ο Stoltz ισχυρίσθηκε ότι στις 24.9.10 τον πήρε τηλέφωνο κάποιος άνδρας που του συστήθηκε ως Jean-Charles Pauze, πρόεδρος του Ομίλου, ο οποίος του ζήτησε την οικονομική συνδρομή της αιτήτριας για ένα ευαίσθητο και εμπιστευτικό θέμα που αφορούσε αγορά κτηρίου στη Λευκωσία αντί του ποσού των €4.200.000 και για το οποίο ο Όμιλος έπρεπε να καταβάλει ως προκαταβολή το ποσό των €2.300.
- Μάλιστα του ανέφερε ότι θα τον έπαιρνε τηλέφωνο η προσωπική του γραμματέας (κάποια Faure) για να του δώσει περισσότερες λεπτομέρειες, κάτι που έγινε στις 27.9.
- Η «Faure» λοιπόν του κατονόμασε ως πωλητή του κτηρίου την εναγόμενη 1 και του έδωσε οδηγίες να μεταφέρει στο λογαριασμό της IBAN CY 45 0090 0202 0002 0210 6037 0921 που διατηρούσε στην Alpha Bank Λευκωσίας €952.
- Κατ΄ ακολουθία τούτου ο Stoltz ζήτησε από το διευθυντή της BGL BNP Paridas αύξηση του παρατραβήγματος της αιτήτριας προκειμένου να γίνει το έμβασμα, αλλά ο διευθυντής της τράπεζας ζήτησε να μιλήσει προσωπικά με τον Πρόεδρο του Ομίλου, κάτι που έγινε. Με τη διαφορά όμως ότι μίλησε με το πρόσωπο που συστήθηκε στον Stoltz ως «Πρόεδρος», o οποίος μάλιστα τον απείλησε ότι αν δεν προχωρούσε στην αύξηση του παρατραβήγματος και δεν επέτρεπε τη μεταφορά των χρημάτων θα έκλειε αμέσως όλους τους λογαριασμούς που είχε η αιτήτρια και ο Όμιλος με την Τράπεζα. Κάτω απ΄ αυτές τις συνθήκες ο διευθυντής της BGL ενέκρινε αυθημερόν την αύξηση του παρατραβήγματος και στη συνέχεια μετέφερε τις €952.000 στο λογαριασμό της εναγόμενης 1, αφού την ιδία ημέρα στάληκε με φαξ στον Stoltz η «συμφωνία» αγοράς του κτηρίου της οδού Ακαδημίας 9 στην Αγλαντζιά, μόνο που όπως διαπιστώθηκε εκ των υστέρων κτήριο στην εν λόγω οδό και αριθμό δεν υπήρχε. Κάτι ανάλογο έγινε μεταγενέστερα και για τις €650.000 και όπως γίνεται αντιληπτό η υπόθεση καταγγέλθηκε (στις 28.10.10) στην Αστυνομία του Λουξεμβούργου και στη συνέχεια και στην Αστυνομία Κύπρου (ΜΟΚΑΣ). Αυτή είναι η ουσία της ισχυριζόμενης απάτης σε βάρος της αιτήτριας και όπως δηλώνεται οι έρευνες της αστυνομίας στο Λουξεμβούργο συνεχίζονται, με υποψίες ότι οι Stoltz και Nuremberg εμπλέκονται προσωπικά στην απάτη και μια ημέρα μετά την καταγγελία, στις 29.10, απολύθηκαν από τις θέσεις τους. H Τράπεζα, όπως ήδη έχει σημειωθεί, ενίσταται στην έκδοση του αιτούμενου διατάγματος, προβάλλοντας ουσιαστικά (α) θέμα δικαιοδοσίας και ή εξουσίας στην έκδοσή του, (β) έλλειψη επαρκών λόγων που να το δικαιολογούν, (γ) ότι το αίτημα αποβλέπει σε «ψάρεμα μαρτυρίας», (δ) ότι η αίτηση είναι πρόωρη και ικανοποίηση του αιτήματος θα της προκαλέσει αδικία και (ε) το αιτούμενο διάταγμα είναι πανομοιότυπο με το απαιτητικό Δ της αγωγής και ικανοποίηση του θα καταστήσει την αγωγή σε σχέση με την Τράπεζα άνευ αντικειμένου. Η ένσταση, όπως και η αίτηση, συνοδεύεται από ένορκη δήλωση υπαλλήλου της Τράπεζας, η οποία προς υποστήριξη των λόγων ένστασης διατυπώνει τους πιο κάτω ισχυρισμούς ή θέσεις:- Το Δικαστήριο στερείται δικαιοδοσίας να εκδώσει το αιτούμενο διάταγμα χωρίς τη συγκατάθεση των δικαιούχων του λογαριασμού, με τους οποίους η Τράπεζα δεσμεύεται από συμβατική υποχρέωση εμπιστοσύνης και για τους οποίους ισχύει το τραπεζικό απόρρητο του άρθρου 29
(2)του περί Τραπεζικών Εργασιών Νόμου (Ν.66
(1)/97. Περαιτέρω, (α) το περιεχόμενο του αιτούμενου διατάγματος ισοδυναμεί με «ψάρεμα μαρτυρίας», (β) η αίτηση είναι πρόωρη γιατί έχει καταχωρηθεί πριν την καταχώρηση των δικογράφων και αποβλέπει στην υποβοήθηση της αιτήτριας να προωθήσει την υπόθεση της, (γ) με την αίτηση δεν τεκμηριώνεται η αναγκαιότητα και/ή σκοπιμότητα της αποκάλυψης στο παρόν στάδιο, (δ) η έκδοση του διατάγματος θα προκαλέσει αδικία στην Τράπεζα τόσο λόγω της φύσης του όσο και λόγω του χρόνου των 5 ημερών μέσα στον οποίο ζητείται να γίνει η αποκάλυψη και (ε) ικανοποίηση του αιτήματος θα καταστήσει την αγωγή σ΄ ότι αφορά την Τράπεζα άνευ αντικειμένου, αφού το αιτούμενο διάταγμα είναι πανομοιότυπο με το απαιτητικό (Δ) του γενικώς οπισθογραφημένου κλητηρίου εντάλματος. Στο στάδιο των αγορεύσεων ο ευπαίδευτος συνήγορος της αιτήτριας εισηγήθηκε ότι τα περιστατικά της υπόθεσης την κατατάσσουν στις κλασσικές περιπτώσεις για ικανοποίηση αιτημάτων της εξεταζόμενης φύσεως και προς τούτο ανάπτυξε τις θέσεις του σε εμπεριστατωμένη γραπτή αγόρευση, παραπέμποντας το Δικαστήριο σε αγγλική κυρίως νομολογία. Αντίθετα, η ευπαίδευτη συνήγορος της Τράπεζας περιορίσθηκε στο να εισηγηθεί ότι το Δικαστήριο δεν πρέπει να ικανοποιήσει το αίτημα για τους λόγους που αναπτύσσονται στην ένσταση, κυρίως βάσει των προνοιών του άρθρου 29
(2)του περί Τραπεζικών Εργασιών Νόμου. Έχω μελετήσει με προσοχή την αίτηση και ένσταση, τις ενόρκους δηλώσεις που τις συνοδεύουν, καθώς επίσης και τα όσα οι ευπαίδευτοι συνήγοροι υποστήριξαν ή έθεσαν με τις αγορεύσεις τους ενώπιον του Δικαστηρίου. Αρχίζοντας με το θέμα της δικαιοδοσίας επαναλαμβάνω τα όσα σχετικά αποφάσισε το παρόν Δικαστήριο στην ενδιάμεση απόφαση του ημερ. 8.2.07 στην αγωγή 2952/06, J. Lasala κ.α. v. Τάσου Πατσαλίδη κ.α.: «Το υπό κρίση ζήτημα, κατά την άποψή μου, είναι άμεσα συνυφασμένο με την απάντηση που θα δοθεί στο ερώτημα κατά πόσο διατάγματα της αιτούμενης φύσεως είναι ή όχι δημιούργημα του Δικαίου της Επιείκειας. Θετική απάντηση στο ερώτημα θα επιφέρει την απόρριψη του λόγου ένστασης, γιατί σύμφωνα με το άρθρο 29
(1)(γ) του Περί Δικαστηρίων Νόμου τα Κυπριακά Δικαστήρια εφαρμόζουν τις αρχές της επιείκειας και είναι στο πλαίσιο αυτής της εφαρμογής που έχουν εξουσία να εκδίδουν παρεμπίπτοντα διατάγματα σύμφωνα με το άρθρο 32, που αποτελεί το ουσιαστικό δίκαιο έκδοσής τους (βλ. Parito, ανωτέρω). Το ότι οι αρχές του Δικαίου της Επιείκειας εφαρμόζονται και από τα Κυπριακά Δικαστήρια, εφόσον δεν γίνεται διάφορη ρύθμιση από τη νομοθεσία της Κύπρου, σχετική είναι και η υπόθεση Χριστοφίδη ν. Κοτζαναστάση
(1993)1 ΑΑΔ 718. Τέτοια ειδική νομοθετική ρύθμιση, που να μη επιτρέπει την έκδοση διαταγμάτων της αιτούμενης φύσης δεν υπάρχει, ούτε οιοσδήποτε συνήγορος επικαλέσθηκε κάτι τέτοιο. Επομένως, αν κριθεί ότι οι αιτούμενες θεραπείες είναι δημιούργημα του Δικαίου της Επιείκειας τότε το Δικαστήριο έχει εξουσία να τις παράσχει. Η φύση των αιτουμένων διαταγμάτων έχει ήδη προσδιοριστεί πιο πάνω. Πρόκειται για διατάγματα αποκάλυψης (disclosure) πληροφοριών και εγγράφων που στρέφονται κατά προσώπων που, όπως είναι η θέση των αιτητών, αναμείχθηκαν σε αδικοπραξίες ή παράνομες δραστηριότητες άλλου προσώπου (μη διάδικου εδώ), ή υποβοήθησαν το άλλο πρόσωπο στις επιλήψιμες δραστηριότητές του. Το ότι το Δίκαιο της Επιείκειας παρέχει τέτοια θεραπεία στο ζημιωθέν μέρος προκύπτει έκδηλα από τις υποθέσεις Norwich Pharmacal Co and Bankers Trust (εκτενής αναφορά στις οποίες θα γίνει πιο κάτω), κάτι που επισημάνθηκε και στις καναδικές αποφάσεις (που έθεσαν σε γνώση του Δικαστηρίου οι συνήγοροι των αιτητών) Glaxo Wellcome PLC v. M.N.R., 1998 Can LH 9071 (F.C.A.)
(1998)4 F.C. 439 (C.A.) και Alberta Treasury Branches v. Leahy, 2000 ABQB 575 (CanLII). Παραθέτω, σχετικά, το πιο κάτω απόσπασμα από την παρ. 70 της υπόθεσης Αlberta:- «
(70)The jurisdiction of the court to grant such relief is based on the ancient equitable bill of discovery which was the subject of renewed interest in a series of cases starting with Norwich. A concise summary of the remedy is contained in Stone J.A. ´s judgement in Glaxo Wellcome PLC v. M.N.R., 1998 CanLII 9071 (F.C.A.),
(1988)4 F.C. 439 (C.A.) at 458 (footnote references omitted). The equitable bill of discovery is in essence a form of pre-action discovery. It is of ancient origin. It developed alongside the procedures for discovery which are ordinarily available in the course of litigation and which, it is worth noting, also originated in the courts of equity. This remedy permits a court, acting through its equitable jurisdiction, to order discovery of a person against whom the applicant for the bill of discovery has no cause of action and who is not a party to contemplated litigation. While it appears that an independent action for discovery cannot be brought against a person who is in the position of a ´mere witness´ or bystander to the cause of action, the case law suggests that a bill of discovery may be issued against an individual who is in some way connected to or involved in the misconduct.» Διατάγματα λοιπόν της εξεταζόμενης φύσεως είναι δημιούργημα του δικαίου της επιείκειας και τα Κυπριακά Δικαστήρια ασφαλώς και έχουν δικαιοδοσία χορήγησης τους, εκτός και εάν υπάρχει ειδική νομοθετική ρύθμιση που δεν επιτρέπει τη χορήγηση τέτοιας θεραπείας. Κατά συνέπεια η προσοχή του Δικαστηρίου θα πρέπει να στραφεί στις πρόνοιες του άρθρου 29
(2)του περί Τραπεζικών Εργασιών Νόμου, το οποίο όπως έγινε εισήγηση απαγορεύει την αποκάλυψη των αιτούμενων πληροφοριών λόγω τραπεζικού απορρήτου. Το εν λόγω άρθρο έχει ως ακολούθως:- «29-
(1)Απαγορεύεται σε οποιοδήποτε σύμβουλο, τον πρώτο εκτελεστικό διευθυντή, διευθυντή, λειτουργό, υπάλληλο ή εκπρόσωπο τράπεζας και σε οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο το οποίο έχει με οποιοδήποτε τρόπο πρόσβαση στα αρχεία τράπεζας, να παρέχει, κοινοποιεί, αποκαλύπτει ή χρησιμοποιεί προς ίδιο όφελος οποιεσδήποτε πληροφορίες αναφορικά με το λογαριασμό συγκεκριμένου πελάτη της τράπεζας, είτε ενόσω η εργοδότηση ή η επαγγελματική του σχέση με την τράπεζα, ανάλογα με την περίπτωση, συνεχίζεται, είτε μετά τον τερματισμό της.
(2)Το εδάφιο
(1)δεν εφαρμόζεται στις περιπτώσεις όπου- (α) Ο πελάτης ή οι εξουσιοδοτημένοι αντιπρόσωποί του παρέχει ή παρέχουν τη γραπτή συγκατάθεσή τους για το σκοπό αυτό ή (β) ο πελάτης έχει κηρυχτεί σε πτώχευση ή αν ο πελάτης είναι εταιρεία, η εταιρεία ευρίσκεται υπό διάλυση ή (γ) έχει εγερθεί δικαστική διαδικασία μεταξύ της τράπεζας και του πελάτη ή του εγγυητή του αναφορικά με το λογαριασμό του πελάτη ή (δ) οι πληροφορίες παρέχονται στην αστυνομία δυνάμει των διατάξεων οποιουδήποτε νόμου ή σε δημόσιο λειτουργό που είναι κατάλληλα εξουσιοδοτημένος από το σχετικό Νόμο να λάβει τις πληροφορίες αυτές ή σε δικαστήριο κατά τη δίωξη ή εκδίκαση ποινικού αδικήματος δυνάμει του σχετικού Νόμου ή (ε) έχει επιδοθεί στην τράπεζα δικαστικό διάταγμα κατάσχεσης χρημάτων που βρίσκονται σε πίστη λογαριασμού πελάτη ή (στ) οι πληροφορίες απαιτούνται από συνάδελφο που εργοδοτείται από την ίδια τράπεζα ή τη μητρική της ετιαρεία ή θυγατρική εταιρεία της τράπεζας ή της μητρικής της εταιρείας ή εγκεκριμένο ελεγκτή ή νομικό σύμβουλο της τράπεζας, για την εκτέλεση των καθηκόντων τους ή (ζ) οι πληροφορίες είναι αναγκαίες για την αξιολόγηση του αξιόχρεου πελατών αναφορικά ή σε σχέση με καλόπιστη (bona fide) εμπορική πράξη ή μέλλουσα εμπορική πράξη εφόσον οι πληροφορίες που απαιτούνται είναι γενικής φύσης και σε καμιά περίπτωση δε σχετίζονται με στοιχεία λογαριασμού συγκεκριμένου πελάτη ή (η) Η παροχή των πληροφοριών επιβάλλεται για λόγους δημόσιου συμφέροντος ή για λόγους προστασίας των συμφερόντων της τράπεζας.» Υιοθετώντας επί του προκειμένου τις εισηγήσεις των ευπαιδεύτων συνηγόρων των αιτητών παρατηρώ αφενός μεν ότι δυνάμει του άρθρου 29
(1)η απαγόρευση αφορά πληροφορίες που δίδονται από λειτουργούς της Τράπεζας προς ιδίο όφελος, κάτι που δεν ισχύει στην παρούσα και αφετέρου δεν ζητούνται πληροφορίες αναφορικά με το λογαριασμό, αλλά για τα πρόσωπα που κρύβονται πίσω απ΄ αυτό και κατά την άποψή μου υπό τα περιστατικά της υπόθεσης τυγχάνουν εφαρμογής οι πρόνοιες του άρθρου 29
(2)(η). Κι αυτό γιατί η φύση των ζητούμενων πληροφοριών - στη βάση των όσων η αιτήτρια ισχυρίζεται - εξυπηρετεί το δημόσιο συμφέρον που είναι η καταστολή δόλιων πράξεων ή εγκλημάτων και σε τέτοιες περιπτώσεις το δημόσιο συμφέρον υπερέχει έναντι της εμπιστευτικής σχέσης τράπεζας-πελάτη (βλ. Tournier v. National Privincial and Union Bank of England
(1923)All E.R.550). Σχετικά παραπέμπω και στο πιο κάτω απόσπασμα από την υπόθεση Ι.Β.L. ν. Planet
(1990)J.L.R. 294:- "The issue of confidentiality was considered in the Norwich Pharmacal case. The court was entitled to order discovery of documents for the purpose of legal proceedings if the public interest in the administration of justice required it. The court found that in the circumstances of the case the public interest in the confidentiality of the information was outweighed by the interests of justice. The court applies the incidental test in the present case. Of course, we have weighed confidentiality in the balance in reaching our decision. But we do not share Mr. Ο΄Connell's fears for the future of the finance industry. Confidentiality depends upon legitimate private business affairs being properly conducted. Here, there is a strong prima facie case to the contrary.". Κατ΄ ακολουθία των πιο πάνω η θέση της τράπεζας ότι δεν μπορεί να δώσει τις ζητούμενες πληροφορίες λόγω τραπεζικού απορρήτου ή λόγω της σχέσης εμπιστευτικότητας με τον πελάτη της δεν ευσταθεί. Αντίθετα, στη βάση των ισχυρισμών της αιτήτριας προβάλλονται ισχυροί λόγοι ότι (η αιτήτρια) έχει δικαίωμα να αναζητήσει το προϊόν της αδικοπραξίας που έγινε σε βάρος της χωρίς η τράπεζα να χρειάζεται τη συγκατάθεση του πελάτη της για να της δώσει τις πληροφορίες που ζητά. Σχετικά παραθέτω αυτούσιο το πιο κάτω απόσπασμα από την υπόθεση Βankers Trust Co v. Sharipa & Others
(1980)3 All E.R. 358:- "The Plaintiff, who has been defrauded, has a right in equity to follow the money. He is entitled, in Atkin LJ's words, to lift the latch of the banker's door: see Banque Belge Pour L΄ Etranger v. Hambrouck [1921] 1 KB 321 at 325. The Customer, who has prima facie been guilty of fraud, cannot bolt the door against him. Owing to his fraud, he is disentitled from relying on the confidential relationship between him and the bank· see Initial Services Ltd v. Putterill [1968] 1 Q.B.396, 405 if the plaintiffs equity is to be of any avail, he must be given access to the bank's books and documents - for that is the only way of tracing the money or knowing what has happened to it". Έχοντας καταλήξει όπως πιο πάνω είναι το κατάλληλο στάδιο να εξετασθεί κατά πόσο η νομική αρχή της υπόθεσης Norwich Pharmacal, όπως αυτή εξελίχθηκε μεταγενέστερα, τυγχάνει εφαρμογής και στα περιστατικά της παρούσας υπόθεσης. Σχετικά μεταφέρω και για τους σκοπούς της παρούσας τα όσα κατέγραψε το παρόν δικαστήριο στην ενδιάμεση του απόφαση ημερ. 8.2.07 στην υπόθεση Lasala (ανωτέρω):- «Τα γεγονότα της υπόθεσης Νorwich ήταν, κατ΄ ουσία, απλά. Οι εφεσείοντες ήταν ιδιοκτήτες και δικαιούχοι της πατέντας «furazolidone», την οποία χρησιμοποιούσαν σε χημικά παρασκευάσματα. Σε κάποιο στάδιο διαπίστωσαν ότι άγνωστα πρόσωπα είχαν επέμβει στην πατέντα τους, εισάγοντας παράνομα στην Αγγλία αντίστοιχα παρασκευάσματα. Τα ονόματα των εισαγωγέων ήταν γνωστά στις τελωνειακές αρχές στη βάση σχετικών εγγράφων, γι΄ αυτό ζήτησαν την αποκάλυψη τους προκειμένου να κινηθούν δικαστικά εναντίον τους. Οι τελωνειακές αρχές αρνήθηκαν, προβάλλοντας ότι δεν είχαν εξουσία να το πράξουν. Κατ΄ ακολουθία τούτου οι εφεσείοντες ήγειραν αγωγή εναντίον τους αξιώνοντας, μεταξύ άλλων, διάταγμα αποκάλυψης των ονομάτων των (παράνομων) εισαγωγέων. Το Δικαστήριο ικανοποίησε το αίτημα τους αλλά η πρωτόδικη απόφαση ανατράπηκε κατ΄ έφεση. Αποφασίσθηκε ότι η Norwich Pharmacal δεν είχε αιτία αγωγής εναντίον των τελωνείων και, επομένως, δεν νομιμοποιείτο σε διάταγμα αποκάλυψης και, δεύτερο, τα ονόματα των εισαγωγέων δόθηκαν στις τελωνειακές αρχές εμπιστευτικά και, επομένως, δεσμεύονταν από καθήκον δημοσίου συμφέροντος να μην τα αποκαλύψουν. Η απορριπτική απόφαση του Εφετείου εφεσιβλήθηκε με επιτυχία στη Βουλή των Λόρδων. Ό,τι ενδιαφέρει για τους σκοπούς της παρούσας είναι το ακόλουθο απόσπασμα:- «Although as a general rule no independent action for discovery would lie against a person against whom no reasonable cause of action could be alleged, or who was in the position of a mere witness in the strict sense, the rule did not apply where (a) without discovery of the information in the possession of the person against whom discovery was sought no action could be begun against the wrongdoer, and (b) the person against whom discovery was sought had himself, albeit through no fault of his own, been involved in the wrongful acts of another so as to facilitate the wrongdoing. In such circumstances although he might have incurred no personal liability, he was under a duty to assist the person who had been wronged by giving him full information and disclosing the identity of the wrongdoer». Η καθιερωθείσα από την υπόθεση Νorwich νομική αρχή ακολουθήθηκε έκτοτε από τα Αγγλικά Δικαστήρια (βλ. British Steel Corp v. Granada Television Ltd
(1981)1 All E.R. 417, Harrington v. North Politechic
(1984)3 All E.R. 666) ως και από τα Καναδέζικα (βλ. υποθέσεις Glaxo Wellcome και Alberto, ανωτέρω). Κοινή συνισταμένη των εν λόγω αποφάσεων είναι ότι η υπό αναφορά νομική αρχή αποτελεί αυτοτελή αιτία αγωγής και μπορεί να προωθηθεί με αγωγή - όπως έγινε και στην παρούσα - εναντίον προσώπων τα οποία κατέχουν πληροφορίες, λόγω της ανάμειξης ή της διευκόλυνσης που παρείχαν στην τέλεση της παράνομης πράξης, έστω κι αν οι ίδιοι μπορεί να μην έχουν προσωπική ευθύνη. Το καθήκον των προσώπων αυτών, επισημάνθηκε, έγκειται στην παροχή βοήθειας στο πρόσωπο που αδικήθηκε, κι αυτό εκπληρώνεται με το να αποκαλύψει τις πληροφορίες που κατέχει και που σχετίζονται με την αδικοπραξία. Η πιο πάνω νομική αρχή, όπως αναγνωρίσθηκε στη μεταγενέστερη υπόθεση Asworth Hospital Authority v. MGN LTD
(2002)4 All E.R. 193, αποτελεί μια εύκαμπτη θεραπεία η οποία, λαμβανομένων υπόψη των μεταβαλλόμενων καταστάσεων, θα πρέπει να ασκείται και σε περιπτώσεις που προηγουμένως δεν ασκείτο. Έτσι, η εφαρμογή της επεκτάθηκε σε υποθέσεις (α) που αφορούσαν παραβάσεις συμβολαίου ή άλλες αδικοπραξίες, (β) όπου ναι μεν η ταυτότητα του αδικοπραγήσαντος ήταν γνωστή, αλλά η αποκάλυψη σημαντικών πληροφοριών ήταν αναγκαία για την ετοιμασία και καταχώρηση της απαίτησης ή όπου ο αιτητής επιζητεί ελλείπων μέρος από την όλη υπόθεση (βλ. ΑΧΑ Equity & Law Life Assurance Society PLC v. National Westminster Bank PLC
(1998)CLC 1177, Aoot Kalmneft v. Denton Wild Sapte
(2002)1 Lloyd´s Rep. 417 2001 WL 1729042 και (γ) σε υποθέσεις όπου το τρίτο πρόσωπο, το πρόσωπο δηλαδή από το οποίο ζητούνται πληροφορίες, ενδεχομένως να μην είναι αθώο αλλά να είναι μέρος στην αδικοπραξία (βλ. CHC Software v. Hopkins and Wood
(1993)FSR 241). Στην κρινόμενη περίπτωση, οι καθ΄ ων η αίτηση, με βάση τα όσα οι αιτητές έχουν θέσει υπόψη του Δικαστηρίου, κατέχουν ή φαίνεται να κατέχουν πληροφορίες λόγω της ανάμειξης τους στον ισχυριζόμενο δόλο ή αδικοπραξίες του Κυπριανού και των συνεργατών του. Το στοιχείο αυτό, όπως προκύπτει από την πιο πάνω νομολογία, νομιμοποιούσε τους αιτητές σε έγερση αγωγής εναντίον τους, σύμφωνα με τη νομική αρχή της Νorwich Pharmacal. Eίχαν, επομένως, αγώγιμο δικαίωμα εναντίον των καθ΄ ων, το οποίο και άσκησαν. Το κατά πόσο, όμως, θα επιτύχουν στην έκδοση της αιτούμενης θεραπείας είναι θέμα που συναρτάται με την ικανοποίηση των προϋποθέσεων που έχουν αναγνωρισθεί από τη σχετική νομολογία, καθώς επίσης και από την ικανοποίηση των προϋποθέσεων του άρθρου 32 του Περί Δικαστηρίων Νόμου. Οι προϋποθέσεις που πρέπει να ικανοποιούνται για έκδοση θεραπείας Νorwich Pharmacal κωδικοποιήθηκαν, τρόπο τινά, στην υπόθεση Mitsui & Co v. Nexen Petroleum UK Ltd
(2005)3 All E.R. 511, σελ. 518. Παραθέτω αυτούσιο το σχετικό απόσπασμα:- «[21] The three conditions to be satisfied for the court to exercise the power to order Norwich Pharmacal relief are: (
- i)a wrong must have been carried out, or arguably carried out, by an ultimate wrongdoer; (
- ii)there must be the need for an order to enable action to be brought against the ultimate wrongdoer; and (iii) the person against whom the order is sought must: (
- a)be mixed up in so as to have facilitated the wrongdoing; and (
- b)be able or likely to be able to provide the information necessary to enable the ultimate wrongdoer to be sued.» Στην υπό κρίση περίπτωση η Τράπεζα, με όσα έχουν τεθεί υπόψη του Δικαστηρίου, κατέχει ή φαίνεται να κατέχει πληροφορίες για τα πρόσωπα που «κρύβονται» πίσω από τον επίδικο λογαριασμό και τα οποία εκ πρώτης όψεως απέσπασαν με επιλήψιμο τρόπο υπέρογκα ποσά από την αιτήτρια. Το στοιχείο αυτό, όπως προκύπτει από την αναφερθείσα νομολογία, νομιμοποιούσε την αιτήτρια σε έγερση αγωγής εναντίον της Τράπεζας σύμφωνα με τη νομική αρχή Norwich Pharmacal και, περαιτέρω, και σε καταχώριση αίτησης για αποκάλυψη των πληροφοριών που κατέχει ή φαίνεται να κατέχει και οι οποίες είναι απαραίτητες για την αιτήτρια για να προωθήσει την αγωγή της εναντίον των αδικοπραγήσαντων. Το κατά πόσο όμως θα επιτύχει στην έκδοση της ενδιάμεσης θεραπείας που ζητεί είναι θέμα που συναρτάται με την ικανοποίηση τόσο των προϋποθέσεων που έχουν αναγνωρισθεί κυρίως από την υπόθεση Mitsui & Co (ανωτέρω) όσο και με την ικανοποίηση των τριών γνωστών προϋποθέσεων του άρθρου 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου. Κατά την άποψή μου ικανοποιούνται, σε βαθμό μάλιστα που η περίπτωση - όπως επεσήμαναν οι ευπαίδευτοι συνήγοροι της αιτήτριας - θα μπορούσε να χαρακτηρισθεί κλασσική στο είδος της. Αναλυτικά:- 1. Οι τρεις προϋποθέσεις που έθεσε η υπόθεση Mitsui & Co (ανωτέρω) είναι φανερό ότι ικανοποιούνται έκδηλα. Κι αυτό γιατί έχει καταδειχθεί (α) η διάπραξη, ή τουλάχιστον εκ πρώτης όψεως διάπραξη, αδικοπραξίας σε βάρος της αιτήτριας, (β) ότι η αιτήτρια χρειάζεται τις αιτούμενες πληροφορίες γιατί χωρίς αυτές δεν θα είναι σε θέση να προωθήσει την αγωγή της εναντίον των προσώπων που κατ΄ ισχυρισμό διέπραξαν σε βάρος της αδικοπραξίες και (γ) η Τράπεζα είναι σε θέση, κάτι που η ίδια δεν αρνείται, να προμηθεύσει την αιτήτρια με τις πληροφορίες που ζητά και οι οποίες είναι αναγκαίες για να προωθήσει την αγωγή της εναντίον των προσώπων που όπως ισχυρίζεται την εξαπάτησαν και 2. Έκδηλα ικανοποιούνται και οι τρεις προϋποθέσεις του άρθρου 32. Σχετικά είναι αρκετό να επισημανθεί ότι με το υλικό που τέθηκε υπόψη του Δικαστηρίου η αιτήτρια έχει καταδείξει (α) συζητήσιμη υπόθεση, που δεν είναι άλλη από την αδικοπραξία που όπως ισχυρίζεται διαπράχθηκε σε βάρος της με αποτέλεσα να της αποσπάσουν υπέρογκα ποσά (β) ότι έχει ορατή προοπτική να δικαιούται σε θεραπεία, δηλαδή σε απόφαση για επανάκτηση του προϊόντος της ισχυριζόμενης αδικοπραξίας και (γ) ότι η Τράπεζα είναι σε θέση να δώσει τις αιτούμενες πληροφορίες, χωρίς τις οποίες δεν μπορεί να προωθήσει την αγωγή της και κατά συνέπεια θα είναι αδύνατο να αποδοθεί δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο. Ικανοποιούνται λοιπόν σωρευτικά όλες οι προϋποθέσεις για έκδοση του αιτούμενου διατάγματος και ό,τι παρέμεινε προς εξέταση είναι η θέση της Τράπεζας ότι η έκδοση του θα καταστήσει την αγωγή εναντίον της άνευ αντικειμένου και, περαιτέρω, θα της προκαλέσει αδικία. Πράγματι έχει νομολογιακά καθιερωθεί πως είναι ανεπιθύμητη η έκδοση διαταγμάτων με τα οποία αποφασίζονται τελεσίδικα τα όσα ζητούνται με την αγωγή (βλ. Michael v. Brevinos
(1969)1 CLR 578). Το ανεπιθύμητο ωστόσο δεν ταυτίζεται και με απαγόρευση (βλ. Kώστα ν. Χ"Κυπρή κ.α.
(2000)1 Α.Α.Δ. 169) και έχω την άποψη ότι η φύση του αιτούμενου διατάγματος είναι τέτοια που το γενικά «ανεπιθύμητο» δεν έχει θέση στην παρούσα περίπτωση. Αντίθετα, λαμβανομένου υπόψη αφενός μεν ότι η αιτήτρια έθεσε υπόψη του Δικαστηρίου ικανοποιητικά στοιχεία ότι έπεσε θύμα σοβαρής απάτης και αφετέρου χωρίς τις πληροφορίες που ζητά δεν θα είναι σε θέση να προωθήσει την αγωγή της εναντίον των προσώπων που όπως φαίνεται την εξαπάτησαν, το «ανεπιθύμητο» μετατρέπεται υπό τα περιστατικά της υπόθεσης σε «επιθυμητό» και αναγκαίο. Έπεται ότι η σχετική θέση δεν ευσταθεί και απορρίπτεται. Όπως δεν ευσταθεί και η άλλη θέση, ότι δηλαδή η έκδοση του διατάγματος θα προκαλέσει στην Τράπεζα αδικία και οι 5 ημέρες που προβλέπει το αιτητικό για αποκάλυψη είναι λίγες. Το τι αδικία θα της προκαλέσει η έκδοση του διατάγματος δεν το έχω αντιληφθεί και σε σχέση με το χρόνο μέσα στον οποίο ζητείται η αποκάλυψη είναι αρκετό να παρατηρήσω ότι αν οι 5 ημέρες γίνουν από το Δικαστήριο 10 τότε η ισχυριζόμενη «καταπίεση» θα παύσει εν πάση περιπτώσει να υφίσταται. Για όλους τους πιο πάνω λόγους, ασκώντας τη διακριτική ευχέρεια που έχει το Δικαστήριο επί του θέματος, εκδίδεται διάταγμα με το οποίο διατάσσεται η Τράπεζα όπως μέσα σε 10 ημέρες από την κοινοποίηση του διατάγματος είτε σ΄ αυτή είτε στους δικηγόρους της αποκαλύψει εγγράφως στην αιτήτρια ή τους δικηγόρους της:-
- Τη διεύθυνση που της έχει δώσει η εναγόμενη
- Τα ονόματα και διευθύνσεις που της έχουν δοθεί για τους διευθυντές και γραμματέα της εναγόμενης 1 και
- Τα ονόματα και διευθύνσεις των προσώπων που έχουν δικαίωμα υπογραφής σε σχέση με τον τραπεζικό λογαριασμό που τηρεί η εναγόμενη 1 σ΄ αυτή. Σ΄ ότι αφορά τα έξοδα, τα οποία ανάγονται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου, κρίνω ότι πρέπει να είναι έξοδα δίκης και θα επιδικασθούν προς όφελος της αιτήτριας και εναντίον της εναγόμενης 1 μόνο στην περίπτωση που επιτύχει στην αγωγή της. Κι αυτό ενόψει του ότι εναντίον της Τράπεζας η αιτήτρια μόνο απαίτηση για αποκάλυψη έχει και η Τράπεζα, κατά την άποψή μου, καταχώρισε ένσταση για να αποφύγει ενδεχόμενες απαιτήσεις εναντίον της εκ μέρους της εναγόμενης 1 στην περίπτωση που έδιδε τις πληροφορίες χωρίς δικαστικό διάταγμα. (Υπ.) Μ. Χριστοδούλου, Π.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο, Πρωτοκολλητής /κβπ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο