← Κύπρος

ΚΩΣΤΑΣ ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ ν. ΓΕΝΙΚΟΣ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑΣ ΤΗΣ ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ κ.α., Αρ. Αγωγής: 4261/09, 31 Μαρτίου, 2011

ΚΩΣΤΑΣ ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ ν. ΓΕΝΙΚΟΣ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑΣ ΤΗΣ ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ κ.α., Αρ. Αγωγής: 4261/09, 31 Μαρτίου, 2011 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2011:A131 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: X. Ι. ΠΟΓΙΑΤΖΗ, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 4261/

  1. ΚΩΣΤΑΣ ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ, ΩΣ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΤΗΣ ΤΗΣ ΠΕΡΙΟΥΣΙΑΣ ΤΟΥ ΑΠΟΒΙΩΣΑΝΤΟΣ ΚΩΣΤΑ ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ, ΤΕΩΣ ΑΠΟ ΤΗ ΜΑΛΟΥΝΤΑ, Ενάγων, - και - ΓΕΝΙΚΟΣ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑΣ ΤΗΣ ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, 2 ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ,
  2. ΚΤΗΜΑΤΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΛΤΔ,
  3. EUROLIFE LTD,
  4. ΚΕΡΜΙΑ ΛΤΔ,
  5. KERMIA PROPERTIES & INVESTMENTS LTD, Εναγόμενοι. ------------------- ΑΙΤΗΣΗ ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑΣ 14 ΜΑΙΟΥ, 2010, ΓΙΑ ΠΑΡΑΚΟΗ 31 Μαρτίου,
  6. ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Αιτητής παρών, εμφανίζεται αυτοπροσώπως. Για Καθ΄ ων η Αίτηση-Εναγομένους 2-6: κα Μ. Ναθαναήλ για Χρυσαφίνη & Πολυβίου ΔΕΠΕ. ------------------- ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Με την παρούσα Αίτηση ο Αιτητής αιτείται την τιμωρία των Καθ΄ ων η Αίτηση-Εναγομένων 2-6 για το λόγον ότι παρέλειψαν να συμμορφωθούν με Διάταγμα Δικαστηρίου ημερ. 26 Απριλίου, 2010, για Ένορκη Αποκάλυψη Εγγράφων. ΠΑΡΑΔΕΚΤΑ ΓΕΓΟΝΟΤΑ Τα πιο κάτω γεγονότα προβάλλουν ως Παραδεκτά, τόσο από το Φάκελο Δικογραφίας, όσο και από τις θέσεις των δύο πλευρών.
  7. Στις 26 Απριλίου, 2010, στην παρουσία των Δικηγόρων όλων των διαδίκων, εκδόθηκε εκ συμφώνου Διάταγμα το οποίο διέτασσε τους Εναγομένους όπως αποκαλύψουν ενόρκως όλα τα σχετικά έγγραφα που βρίσκονται ή εβρίσκοντο στην κατοχή ή εξουσία τους σε σχέση με κάθε ή οποιοδήποτε επίδικο θέμα στην παρούσα Αγωγή, για τον Εναγόμενο 1 μέχρι τις 25.6.2010 και για τους Εναγομένους 2-6 τις 5.5.
  8. Το εν λόγω Διάταγμα συντάχθηκε την επόμενη, 27.4.2010, και στη σύνταξη του φαίνεται και η Οπισθογράφηση: «Αν εσείς οι πιο πάνω αναφερόμενοι Εναγόμενοι 1-6 παραλείψετε να συμμορφωθείτε με το παρόν Διάταγμα, εσείς μεν οι κατά νόμον υπεύθυνοι υπόκεισθε σε σύλληψη, η δε περιουσία σας σε κατάσχεση».
  9. Το εν λόγω Διάταγμα επιδόθηκε στις 30.4.2010 στη Μαλβίνα Ναθαναήλ, Δικηγόρο στο Δικηγορικό Γραφείο που εκπροσωπεί τους Εναγομένους 2-6 για τους εν λόγω Εναγομένους.
  10. Σε ανταπόκριση του πιο πάνω Διατάγματος, οι Εναγόμενοι 2-6 καταχώρισαν στις 5 Μαίου, 2010, Ε/Δ της Τούλλας Παπαδοπούλου, η οποία αυτούσια έχει ως εξής: «
  11. Είμαι εκ των Εσωτερικών Νομικών Συμβούλων των εναγομένων 2, 3, 5 και 6, έχω θετική γνώση των γεγονότων που αφορούν την ως άνω υπόθεση και είμαι δεόντως εξουσιοδοτημένη από τους εναγομένους 2, 3, 4, 5 και 6 να προβώ εις την παρούσαν ένορκον δήλωσιν.
  12. Έχω στην κατοχή μου ή την φύλαξή μου τα έγγραφα τα οποία αναφέρονται στο επισυνημμένο «Παράρτημα 1» της παρούσης Ένορκης Δήλωσης και τα οποία σχετίζονται με τα επίδικα θέματα της παρούσας Αγωγής και τα αποκαλύπτω κατόπιν οδηγιών του Δικαστηρίου.
  13. Επιφυλάσσομαι όπως αποκαλύψω περαιτέρω έγγραφα εάν αυτά έρθουν στην αντίληψή μου νοουμένου βέβαια ότι προηγηθεί σχετικό διάταγμα του Δικαστηρίου για αποκάλυψη περαιτέρω εγγράφων.» ΙΣΧΥΡΙΣΜΟΙ ΔΙΑΔΙΚΩΝ Η πιο πάνω εξέλιξη δεν άφησε ικανοποιημένο τον Αιτητή, ο οποίος καταχώρισε την παρούσα Αίτηση ισχυριζόμενος ότι η πιο πάνω Ε/Δ είναι λανθασμένη και/ή αντικανονική και/ή ελαττωματική και/ή αντινομική, διότι έχει υποβληθεί κατά παράβαση της Δ.28, θ.2 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Συγκεκριμένα, η Ε/Δ που γίνεται από διάδικο εναντίον του οποίου εκδίδεται Διάταγμα Αποκάλυψης βάσει της Δ.28, θ.1, θα πρέπει να είναι σύμφωνα με τον Τύπο 22, με τον οποίο δεν συμμορφώθηκαν οι Καθ΄ ων η Αίτηση. Αλλά ούτε πλήρης Αποκάλυψη υπήρξε από πλευράς Καθ΄ ων η Αίτηση, αφού αυτοί έχουν στην κατοχή και την εξουσία τους πλήθος εγγράφων από το 1899 (έτος ιδρύσεως του), καθώς έχουν προβεί ακόμα και σε εκδόσεις βιβλίων που αφορούν στα επίδικα θέματα. Τις πιο πάνω θέσεις αντικρούουν οι Καθ΄ ων η Αίτηση, ισχυριζόμενοι ότι συμμορφώθηκαν πλήρως με το Διάταγμα και με τους αντίστοιχους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας. ΠΑΡΑΚΟΗ ΔΙΑΤΑΓΜΑΤΟΣ: ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Η Αίτηση βασικά στηρίζεται στον Περί Δικαστηρίων Νόμο 14/60, Άρθρο 42 και στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας, Δ.42Α, Δ.28, θ.θ.1&2, καθώς και στις συμφυείς εξουσίες και πρακτική του Δικαστηρίου. Υπάρχει αρκετή Νομολογία που καθορίζει τα κριτήρια και τη διαδικασία που πρέπει να διέπει το θέμα. Η τελευταία Απόφαση επί του θέματος, παρόλον ότι είναι Ποινική Έφεση, αναλύει με σαφήνεια τις νομικές αρχές και συγκρίνει την ποινική πρόνοια του Άρθρου 137, του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154 με την αστική. Συγκεκριμένα, στην Ελισάβετ Θεοφάνους ν. CCC Laundries (Paphos) Limited κ.α. Ποινική Έφεση 236/08, ημερ. 12.11.09, ο Νικολαϊδης, Δ, ανέφερε: «Το ΄Αρθρο 162 του Συντάγματος παρέχει σε κάθε δικαστήριο της Δημοκρατίας εξουσία να διατάσσει τη φυλάκιση οιουδήποτε προσώπου που δεν υπακούει σε απόφαση ή διαταγή του δικαστηρίου μέχρι τη συμμόρφωσή του με την απόφαση αυτή, αλλά η φυλάκιση, εν πάση περιπτώσει, δεν μπορεί να υπερβεί τους δώδεκα μήνες. Στη νομοθεσία μας έχουμε δύο πρόνοιες σχετικές με απείθεια ή παρακοή διατάγματος. Από τη μια το άρθρο 137 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154 προβλέπει ότι όποιος απειθεί σε διάταγμα, ένταλμα ή διαταγή δεόντως εκδοθείσα από δικαστήριο, λειτουργό ή πρόσωπο που ενεργεί υπό οιανδήποτε επίσημη ιδιότητα, είναι ένοχος πλημμελήματος και υπόκειται σε φυλάκιση δύο ετών, εκτός όταν ρητά καθορίζεται άλλη ποινή ή διαδικασία συναφώς με την απείθεια αυτή. Από την άλλη, το άρθρο 42 του περί Δικαστηρίων Νόμου του 1960, Ν.14/60, αναφέρει ότι κάθε δικαστήριο έχει εξουσία να εξαναγκάζει σε υπακοή προς οιονδήποτε διάταγμα εκδοθέν υπ΄ αυτού, το οποίο διατάσσει ή απαγορεύει την εκτέλεση οιασδήποτε πράξης, διά προστίμου ή φυλάκισης, ή μεσεγγύησης αγαθών. Δυνατόν, επιπροσθέτως, να επιδικαστεί στο πρόσωπο προς το συμφέρον του οποίου εκδόθηκε το διάταγμα τέτοιο ποσό υπό μορφή αποζημίωσης, όπως το δικαστήριο ήθελε θεωρήσει πρέπον. Η φύση της δικαιοδοσίας των δύο άρθρων απασχόλησε στο παρελθόν τη νομολογία. Η δικαιοδοσία των δικαστηρίων για την αντιμετώπιση καταφρονητικών πράξεων για το κύρος, την υπόσταση και την αποτελεσματικότητα των αποφάσεών τους, αντλείται από το δικαιοδοτικό νόμο. Στη χώρα μας ο νόμος αυτός είναι ο περί Δικαστηρίων Νόμος, ο οποίος προσδιορίζει και οριοθετεί την αστική και ποινική δικαιοδοσία του Επαρχιακού Δικαστηρίου. Το αντικείμενο του άρθρου 42 του Ν.14/60 είναι η παροχή δικαιοδοσίας στο Επαρχιακό Δικαστήριο για εξαναγκασμό προς υπακοή σε διατάγματά του. Όπως σημειώνεται και στην υπόθεση Αναφορικά με τον Αρχιεπίσκοπο Κύπρου (Αρ.4)

(1993)1 Α.Α.Δ. 961, 970, τα μέσα τα οποία παρέχονται για εξαναγκασμό υποταγής σε διατάγματα είναι κατά κύριο λόγο εκείνα του ποινικού δικαίου για την τιμωρία των αδικοπραγούντων. Η ανυπακοή διατάγματος από το πρόσωπο προς το οποίο τούτο απευθύνεται, συνιστά αστική καταφρόνηση, ενώ πράξεις τρίτων, υπονομευτικές του κύρους της δικαιοσύνης, συνιστούν ποινική καταφρόνηση του δικαστηρίου (Lee v. Walker
(1985)1 All E.R. 781 και Αναφορικά με τον Αρχιεπίσκοπο Κύπρου, ανωτέρω). Τα τιμωρητικά μέσα στη διάθεση του πολιτικού δικαστηρίου για πειθαναγκασμό σε υπακοή σε διατάγματά του, δεν μεταβάλλουν τον αστικό χαρακτήρα της διαδικασίας ή το στόχο στον οποίο σκοπεί, την εξασφάλιση συμμόρφωσης προς τη διαταγή του δικαστηρίου (Pooley v. Wheatham
(1880)15 Ch D 435). Οι πράξεις που συνιστούν το πλημμέλημα της καταφρόνησης του δικαστηρίου συνιστούν ποινικό αδίκημα, η εκδίκαση του οποίου ανάγεται στην ποινική δικαιοδοσία του Επαρχιακού Δικαστηρίου. Αντίθετα, η δικαιοδοσία για πειθαναγκασμό του παρακούοντος διάταγμα του δικαστηρίου σε συμμόρφωση, ανάγεται στην αστική δικαιοδοσία του δικαστηρίου, γεγονός που προσδίδει στις πράξεις ανυπακοής το χαρακτηρισμό αστικής καταφρόνησης. Όπως πολύ σωστά επισημάνθηκε στην υπόθεση Krashias Shoe Factory Ltd v. Adidas Sportschuhfabriken Adi Dassier KG
(1989)1 Α.Α.Δ. 750, το άρθρο 42 του Ν.14/60 είναι δικαιοδοτικό και προσδιορίζει τη δικαιοδοσία του Επαρχιακού Δικαστηρίου για την τιμωρία προσώπων, φυσικών και νομικών, για παρακοή διαταγμάτων. Καθορίζει τα μέσα για την εξασφάλιση συμμόρφωσης προς τα διατάγματα με την επιβολή προστίμου, φυλάκισης ή με την έκδοση διατάγματος για τη μεσεγγύηση αγαθών. Όμως, ούτε ο τρόπος επίκλησης, ούτε το πλαίσιο άσκησης της δικαιοδοσίας για τιμωρία για ανυπακοή ρυθμίζονται από το άρθρο 42 (βλέπε ακόμα Χριστοδούλου ν. Χριστοδούλου
(2003)1 Α.Α.Δ. 1085). Η διαδικασία για την αστική καταφρόνηση του δικαστηρίου είναι oιoνεί ποινική και η κατηγορία θα πρέπει να αποδειχθεί με την ίδια αυστηρότητα που απαιτείται σε μια ποινική κατηγορία. Το αστικό δικαστήριο δεν έχει δικαιοδοσία να χειριστεί πράξεις που υπονομεύουν τη δικαστική διαδικασία, εκτός αν έχουν διαπραχθεί ενώπιον του δικαστηρίου (Constantinides v. Ekdotiki Eteria Vima Ltd and others
(1983)1 C.L.R. 348). Η αστική καταφρόνηση διαπράττεται οποτεδήποτε διάδικος δεν υπακούει σε διαταγή του δικαστηρίου. Πρόκειται για μια κατ΄ εξαίρεση διαδικασία η οποία έχει σχεδιαστεί για να εφοδιάσει το πολιτικό δικαστήριο με την πανοπλία ενός ποινικού δικαστηρίου, με σκοπό την αποτελεσματικότητα της πολιτικής διαδικασίας (Constantinides v. Ekdotiki Eteria Vima Ltd and others, ανωτέρω). Παρά τον αστικό χαρακτήρα της διαδικασίας για καταφρόνηση και το μανδύα της πολιτικής δικαιοδοσίας που την περιβάλλει, το αίτημα για καταδίκη για ανυπακοή διατάγματος του δικαστηρίου αποβλέπει στην τιμωρία του παραβάτη. Κατά συνέπεια η αίτηση για καταδίκη προσλαμβάνει το χαρακτήρα κατηγορίας η απόδειξη της οποίας υπόκειται στους κανόνες που διέπουν την απόδειξη ποινικού αδικήματος, δηλαδή απόδειξη της κατηγορίας γενικά και των συστατικών της στοιχείων ειδικά, πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας (Παπαχρυσοστόμου ν. Σιδερά
(1993)1 Α.Α.Δ. 309). Όπως επισημαίνεται στη Mouzouris and Another v. Xylophagou Plantations Ltd
(1977)1 C.L.R. 287 για να στοιχειοθετηθεί η καταφρόνηση πρέπει να αποδειχθεί ηθελημένη ανυπακοή του καθ΄ ου η αίτηση προς την απόφαση του δικαστηρίου, δηλαδή πρόθεση ανυπακοής προς το διάταγμα του δικαστηρίου. Το αποτέλεσμα της ανυπακοής από μόνο του δεν αρκεί. Πρέπει να συνοδεύεται από πρόθεση καταστρατήγησης του διατάγματος του δικαστηρίου» ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ Με βάση τα πιο πάνω, προχωρώ να εξετάσω τα επιχειρήματα της κάθε πλευράς:
  1. Είναι γεγονός ότι η Δ.28, θ.12 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας θεωρεί, επιπρόσθετα με τις άλλες προβλεπόμενες συνέπειες, ως Παρακοή Διατάγματος την παράλειψη συμμόρφωσης με Διάταγμα Αποκάλυψης.
  2. Μάλιστα η Δ.28,θ.13 θεωρεί ότι «η επίδοση οποιουδήποτε Διατάγματος για Αποκάλυψη ή Επιθεώρηση που γίνεται στο Δικηγόρο οποιουδήποτε διαδίκου θα είναι ικανοποιητική επίδοση για να στηρίξει Αίτηση για Παρακοή του Διατάγματος αυτού». Με την επιφύλαξη όμως ότι ο διάδικος εναντίον του οποίου καταχωρίζεται Αίτηση Παρακοής, θα διατηρεί το δικαίωμα να αποδείξει ότι δεν είχε ειδοποίηση ή γνώση του εν λόγω Διατάγματος.
  3. Η πιο πάνω πρόνοια της Δ.28, θ.13 φαίνεται να έρχεται σε αντίθεση με τις επιτακτικές πρόνοιες για προσωπική επίδοση, όπως αυτές περιλαμβάνονται τόσο στη Δ.42Α, αλλά και τη σχετική Νομολογία (Krashias Shoe Factory Ltd v. Adidas
(1989)1 A.A.Δ (Ε) 750).
  1. Φυσικά αμφότερες οι πιο πάνω αντιφατικές πρόνοιες απαντώνται ως μέρος των ίδιων Θεσμών, επομένως εκ πρώτης όψεως δεν φαίνεται η μια να υπερισχύει της άλλης. Δεν θεωρώ ορθό όμως να υπεισέλθω σε μία λεπτομερή ανάλυση του πιο πάνω θέματος εφόσον καμία πλευρά δεν έδωσε έμφαση σ΄ αυτό και η παρούσα Αίτηση θα αποφασιστεί σε άλλη βάση.
  2. Έχω εξετάσει τον ισχυρισμό του Αιτητή ότι οι Καθ΄ ων η Αίτηση δεν συμμορφώθηκαν με τον Τύπο 22 και τον βρίσκω αδικαιολόγητο. Ο Τύπος 22 απλώς παρέχει καθοδήγηση για το πώς μπορεί να διατυπώνονται οι ισχυρισμοί διαδίκου εναντίον του οποίου έχει εκδοθεί Διάταγμα Αποκάλυψης.
  3. Το γεγονός ότι η Τούλλα Παπαδοπούλου αναφέρει στην Παράγραφο 3 της Ε/Δ της για Αποκάλυψη ότι επιφυλάσσεται να αποκαλύψει περαιτέρω έγγραφα εάν αυτά έρθουν στην αντίληψη της, σημαίνει ότι όντως αποκάλυψε αυτά των οποίων η ίδια γνωρίζει την ύπαρξη. Αυτό ακριβώς αναφέρει στην Παράγραφο 2 της Ε/Δ της.
  4. Η πιο πάνω τοποθέτηση, σε συνδυασμό με το ψηλό επίπεδο απόδειξης που απαιτείται λόγω της φύσης της διαδικασίας, όπως επιζητείται πιο πάνω, δεικνύουν ότι ο Αιτητής απέτυχε να ικανοποιήσει τα απαιτούμενα κριτήρια γι΄ αυτό και η Αίτηση θα πρέπει να αποτύχει. Ως εκ τούτου, η Αίτηση απορρίπτεται, με Έξοδα υπέρ των Καθ΄ ων η Αίτηση-Εναγομένων 2-6 και σε βάρος του Αιτητή, όπως αυτά θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή στην αντίστοιχη Κλίμακα και εγκριθούν από το Δικαστήριο, θα είναι δε πληρωτέα μετά το πέρας όλης της υπόθεσης. [Υπ.] Χ. Ι. Πογιατζής, Π.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΣΓ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.