← Κύπρος

LIBERTY LIFE INSURANCE PUBLIC COMPANY LTD ν. ΓΕΩΡΓΙΟΥ ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΥ κ.α., Αγωγή αρ: 4660/06, 6 Απριλίου, 2011

LIBERTY LIFE INSURANCE PUBLIC COMPANY LTD ν. ΓΕΩΡΓΙΟΥ ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΥ κ.α., Αγωγή αρ: 4660/06, 6 Απριλίου, 2011 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2011:A135 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Α. Κ. Λυκούργου, Ε.Δ. Αγωγή αρ: 4660/06 LIBERTY LIFE INSURANCE PUBLIC COMPANY LTD Ενάγοντες και

  1. ΓΕΩΡΓΙΟΥ ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΥ
  2. ΔΙΑΜΑΝΤΗ ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΥ
  3. ΛΟΥΚΑ ΧΡΙΣΤΟΦΗ
  4. ΜΑΡΙΑΣ ΧΡΙΣΤΟΦΗ Εναγομένων -------------------------------- 6 Απριλίου,
  5. Για τους ενάγοντες - αιτητές, εμφανίζεται ο κ. Λ. Παρπαρίνος για τον κ. Α. Μαρκίδη. Για τους δικηγόρους κ.κ. Λ. Παπαφιλίππου και Σία - καθ΄ ων η αίτηση, εμφανίζεται ο κ. Χρ. Χριστοφίδης. Απόφαση για την αίτηση ημερ. 4.6.2010 (αίτημα για την αναθεώρηση πιστοποιητικού καταλόγου εξόδων) --------------------------------------------- Προκύπτουν από το φάκελο της διαδικασίας και δεν έχουν αμφισβητηθεί τα εξής κρίσιμα γεγονότα: Η υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγή εκκρεμεί. Η προγραμματισθείσα για τις 12.5.10 ακρόαση όσον αφορά στους εναγομένους αρ. 1, 3 και 4 δεν τελεσφόρησε γιατί παρεμβλήθηκε η διακοπή της συνεργασίας μεταξύ των εναγόντων - αιτητών («οι αιτητές») και των δικηγόρων κ.κ. Λ. Παπαφιλίππου και Σία - καθ΄ων η αίτηση («οι καθ΄ ων η αίτηση»). Οι δεύτεροι ειδοποίησαν για το γεγονός πως έπαυσαν να ενεργούν ως δικηγόροι των αιτητών (ειδοποίηση ημερ. 17.3.10, καταχωρισμένη στο φάκελο της διαδικασίας). Οι αιτητές διόρισαν νέο δικηγόρο (ειδοποίηση ημερ. 4.6.10, καταχωρισμένη στο φάκελο της διαδικασίας). Στις 12.5.10 οι καθ΄ ων η αίτηση υπέβαλαν κατάλογο για τη ψήφιση της αμοιβής τους («ο κατάλογος»). Διά του καταλόγου ζητείται η ψήφιση είκοσι

(20)κονδυλίων συμποσουμένων στις €3.242 καθώς και η ψήφιση €486,30, ως ο φόρος προστιθέμενης αξίας που αναλογεί στις €3.
  1. Διά του καταλόγου δεν ζητείται η ψήφιση τόκου. Ο κατάλογος φηφίσθηκε κατά τη διαδικασία που έλαβε χώραν ενώπιον του Πρωτοκολλητή στις 27.5.10 και στις 28.5.10, παρουσία συνηγόρων των δύο πλευρών. Το διοριστήριο (retainer) που οι αιτητές υπέγραψαν και επί τη βάσει του οποίου οι καθ΄ ων η αίτηση παρέσχαν τις υπηρεσίες τους παραπέμπει σε αμοιβή «συμφώνως προς τας κλίμακας των Δικαστικών Θεσμών». Μεταξύ των αιτητών και των καθ΄ ων η αίτηση δεν συμφωνήθηκε ο,τιδήποτε περαιτέρω. Κατά τη διαδικασία ψήφισης του καταλόγου υπεβλήθηκε, συνοπτικά και με παραπομπή σε άλλη συναφή διαδικασία, ένσταση σύμφωνα με την οποίαν κατά την ψήφιση αμοιβής δικηγόρου ο Πρωτοκολλητής δεν έχει εξουσία να αναγνωρίσει τόκο. Παρομοίως, συνοπτικά και με παραπομπή σε συναφή απόφασή του, ο Πρωτοκολλητής απέρριψε την ένσταση. Κατέληξε ψηφίζοντας την αμοιβή των καθ΄ ων η αίτηση στο συνολικό ποσόν των €2.167,10, ανεγνώρισε ότι το ποσόν αυτό είναι τοκοφόρο και καθόρισε την 3.12.08 (ως την ημερομηνία έναρξης απόδοσης τόκου. Τέλος, ο Πρωτοκολλητής υπελόγισε πως στην ψηφισθείσα αμοιβή αντιστοιχεί φόρος προστιθέμενης αξίας ύψους €297,
  2. Οι αιτητές αμφισβητούν την ορθότητα της επιμέρους απόφασης του Πρωτοκολλητή διά της οποίας απερρίφθηκε η ένσταση τους και αμφισβητούν την ορθότητα της κατάληξής του. Διά της υπό συζήτησιν αίτησης, την οποία κατεχώρισαν στις 4.6.10 («η αίτηση»), επιδιώκουν την αναθεώρηση του σχετικού πιστοποιητικού (review of taxation). Προσδιορίζουν, ως σφάλματα του Πρωτοκολλητή, όσα προέβαλαν κατά τη διαδικασία ημερ. 27.5.10 και 28.5.10 καθώς και το γεγονός πως ο Πρωτοκολλητής καθόρισε την αξία των χαρτοσήμων που επικολλήθηκαν στον κατάλογο στο ύψος των €162,10 αντί στα €95,
  3. Οι αιτητές επικαλούνται, ως νομικό υπόβαθρο της αίτησης, την Δ.59 θ.18, τη Δ.29 και τη Δ.48 θ.θ. 1 έως και 9, 11 έως και 13 των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών, τα άρθρα 33 και 43 του περί Δικαστηρίων Νόμου (Ν.14/60, ως αυτός τροποποιήθηκε στη συνέχεια) καθώς και τη νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Την αίτηση υποστηρίζει ένορκη δήλωση της Έλενας Τιμοθέου, υπαλλήλου των αιτητών. Η αίτηση αντιμετωπίζει την γραπτή ένσταση των καθ΄ ων η αίτηση, οι λόγοι της οποίας συνοψίζονται ως εξής:
(1)Η αίτηση είναι παράτυπη, αντικανονική και αυτή δεν βασίζεται επί των ορθών νομοθετικών διατάξεων.
(2)Οι αιτητές κωλύονται να αμφισβητήσουν τα ψηφισθέντα έξοδα εφ΄ όσον δεν υπέβαλαν ένσταση για κάθε κονδύλι.
(3)Οι ενστάσεις που υπεβλήθηκαν από τους αιτητές κατά τη διαδικασία ψήφισης των εξόδων ή και κάποιες από αυτές αφορούν σε θέματα εκτός της διαδικασίας αυτής.
(4)Η αίτηση είναι λανθασμένη, καταχρηστική, σκανδαλώδης και ενοχλητική διότι αφορά σε ζητήματα τα οποία δεν μπορούν να αποτελούν αντικείμενο της διαδικασίας αναθεώρησης πιστοποιητικού εξόδων.
(5)Η επίδικη διαδικασία ψήφισης εξόδων καθώς και οι σχετικές αποφάσεις του Πρωτοκολλητή υπήρξαν νόμιμες. Την ένσταση υποστηρίζει ένορκη δήλωση του δικηγόρου Χριστόφορου Θεοδώρου. Κρίνω πρόσφορο να παραθέσω αυτούσια την επίμαχη απόφαση του Πρωτοκολλητή όσον αφορά στο ζήτημα του τόκου επί της ψηφισθείσας αμοιβής. Ο Πρωτοκολλητής απεφάσισε τα εξής: «. λαμβάνοντας υπόψη το άρθρο 33
(2)του περί Δικαστηρίων Νόμου που αναφέρεται στην επιβολή τόκου στις αποφάσεις των Δικαστηρίων, καθώς και όλους τους Θεσμούς της Δ.59, των Θεσμών περί Πολιτικής Δικονομίας που αναφέρεται στα έξοδα και κυρίως τη Δ.30 και όπως είναι νομολογημένο σε αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου ότι ο υπάλληλος επί τη ψηφίσεως (ο Πρωτοκολλητής) κατά τη διαδικασία ψήφισης εξόδων η άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας, θεωρείται ως άσκηση οιονεί δικαστικής λειτουργίας, απορρίπτω την ένσταση του κ. Τεουλίδη και θα προχωρήσω στη ψήφιση του καταλόγου με επιβολή τόκο επί των εξόδων». (δείτε στο πρακτικό ημερ. 28.5.10 της διαδικασίας που έλαβε χώρα ενώπιον του Πρωτοκολλητή εν σχέσει με την αγωγή αρ. 1331/2006 (Ε.Δ. Λευκωσίας) Liberty Life Insurance Public Company Ltd v. Ηλία Ιωάννου κ.α., συνημμένο στην αίτηση). Η ακρόαση της αίτησης διεξήχθηκε με αγορεύσεις των δύο πλευρών. Ας σημειωθεί πως στις περιπτώσεις όπου υποβάλλονται έξοδα για ψήφιση, ο επιτετραμμένος για το έργο αυτό (taxing officer), δηλαδή ο Πρωτοκολλητής, εγκρίνει ή απορρίπτει κάθε ένα κονδύλι και, αναλόγως, καθορίζει το ύψος του κατά την άσκηση διακριτικής ευχέρειας. Κινείται δε εντός πλαισίου στο οποίο συνεκτιμώνται και τα γεγονότα της υπόθεσης καθώς και το αποτέλεσμά της. Η εξουσία του Δικαστηρίου να αναθεωρεί κατάλογο εξόδων, που ψηφίσθηκε από τον Πρωτοκολλητή, προβλέπεται στη Δ.59 θ.17. Οιοσδήποτε αμφισβητεί την ορθότητα της απόφασης του Πρωτοκολλητή εν σχέσει με κονδύλι για το οποίο υπέβαλε ένσταση, κατά τη διαδικασία ψήφισης του καταλόγου, δύναται, εντός επτά
(7)ημερών από την έκδοση του σχετικού πιστοποιητικού, να επιδιώξει την αναθεώρησή του. Η αναθεώρηση επιδιώκεται εν σχέσει με το συγκεκριμένο κονδύλι ή μέρος αυτού και το Δικαστήριο δύναται να εκδώσει διάταγμα ως κρίνει δίκαιο. Όμως, το πιστοποιητικό καθίσταται τελικό και οριστικό (final and conclusive) εν σχέσει με όλα όσα παρέμειναν αδιαμφισβήτητα. Καθοδήγηση για τις παραμέτρους αναθεώρησης τέτοιας απόφασης του Πρωτοκολλητή παρέχουν οι αποφάσεις Γεωργιάδης ν. Υπουργικού Συμβουλίου
(1999)3 Α.Α.Δ. 35, Pavlos Varella Trading Co Ltd κ.α ν. Δημοκρατίας
(2003)3 Α.Α.Δ. 398 και Βούρου κ.α. ν. Τεγγεράκη
(2005)1 (Α) Α.Α.Δ.
  1. Οι αποφάσεις αυτές είναι ευθυγραμμισμένες με όσα ισχύουν στη Μεγάλη Βρετανία. Ως θέμα πρακτικής το Δικαστήριο σπανίως επεμβαίνει για να αναθεωρήσει τα αποτελέσματα άσκησης αυτής της διακριτικής ευχέρειας του Πρωτοκολλητή. Το πράττει σε εξαιρετικές περιπτώσεις και μόνον εφ΄ όσον συντρέχει είτε υπέρμετρη χρέωση είτε καταφανές σφάλμα (gross mistake) είτε σφάλμα αρχής. Χαρακτηριστικό του τρόπου αντιμετώπισης, από τη νομολογία, του ζητήματος της αναθεώρησης αποφάσεων του Πρωτοκολλητή εν σχέσει με την ψήφιση εξόδων είναι το ακόλουθο απόσπασμα από την απόφαση Brown n. Sewell (1880 - 81) 16 Ch. D 517: «. the rule is a most valuable one, that the court will not interfere with the decision of the taxing master in a question of amount, unless a gross mistake has been made. If that were not so, a large part of the time of the High Court and of the Court of Appeal would be occupied with questions of taxation». Έχω μελετήσει τα ενώπιόν μου δεδομένα και διαπιστώνω, κατ΄ αρχάς, πως η αίτηση κατεχωρίσθηκε εμπροθέσμως. Διαπιστώνω, περαιτέρω, πως δι΄ αυτής επιδιώκεται η αναθεώρηση επί μέρους απόφασης του Πρωτοκολλητή εν σχέσει με κονδύλι για το οποίο υπεβλήθηκε, κατά τη διαδικασία ψήφισής του, ένσταση. Διεξήλθα τα συνημμένα στην αίτηση πρακτικά των διαφόρων διαδικασιών που έλαβαν χώραν ενώπιον του Πρωτοκολλητή και διαπιστώνω πως το ζήτημα του τόκου ηγέρθηκε και κατά τη διαδικασία ημερ. 27.5.10 και 28.5.
  2. Το γεγονός ότι κατά τη διαδικασία ημερ. 27.5.10 και 28.5.10 η σχετική ένσταση των αιτητών υπεβλήθηκε κατά τρόπον συνοπτικό και με παραπομπή δεν επηρεάζει. Όπως προκύπτει από το πρακτικό της διαδικασίας ημερ. 27.5.10 και 28.5.10 η ένσταση αυτή έγινε κατανοητή από τον Πρωτοκολλητή ο οποίος, άλλωστε, εξέδωσε την επίμαχη απόφασή του, παρομοίως κατά τρόπον συνοπτικό και με παραπομπή σε ήδη αποφασισθέντα. Δεν συμβαίνει, όμως, το ίδιο με το ζήτημα των χαρτοσήμων. Τέτοιο ζήτημα δεν ηγέρθηκε κατά τη διαδικασία ψήφισης των εξόδων και, άρα, η σχετική απόφαση του Πρωτοκολλητή δεν μπορεί να αποτελεί αντικείμενο αναθεώρησης. Περαιτέρω, η αίτηση καταγράφει στο σώμα της την ορθή δικαιοδοτική βάση για την επιδιωκόμενη θεραπεία. Το γεγονός πως αντί του ορθού θ.17 της Δ.59 καταγράφεται ο θ.18 συντιστά παρατυπία δυναμένη να θεραπευθεί με τον τρόπο που προβλέπει η Δ.64, εφ΄ όσον συντρέχουν οι προϋποθέσεις που τάσσει η σχετική νομολογία (Wunderlich v. Παναγιώτου
(1999)1 (Α) Α.Α.Δ. 336, 375 - 6). Σημειώνω πως έως και τις 23.12.99, οπότε διά κανονισμού κατηργήθηκε ο θ.3 της Δ.59 και αναριθμήστηκαν, αναλόγως, οι θεσμοί που ακολουθούν, δικαιοδοτική βάση για την αναθεώρηση πιστοποιητικού ψηφισθέντων εξόδων παρείχε ο θ.18 της Δ.59. Έτσι, αποδίδω την καταγραφή, στο σώμα της αίτησης, του θ.18 αντί του ορθού θ.17 σε παραδρομή. Επιπλέον, σημειώνω πως η παραδρομή αυτή δεν επηρέασε δυσμενώς τους καθ΄ ων η αίτηση οι οποιοι εξ αρχής αντιλήφθηκαν τί ακριβώς επιδιώκεται διά της αίτησης και ενήργησαν αναλόγως. Με αυτά τα δεδομένα προκρίνω τη θεραπεία της παρατυπίας. Εκδίδω διάταγμα διά του οποίου η αναφορά σε «Δ.59, θ.18» στο σώμα της αίτησης αντικαθίσταται διά της αναφοράς σε «Δ.59, θ.17». Περαιτέρω, διαπιστώνω πως η αίτηση είναι βάσιμη και επί της ουσίας σε όση έκταση αφορά στην απόφαση του Πρωτοκολλητή να αναγνωρίσει τόκο επί τη ψηφισθείσας αμοιβής. Αναγνωρίζοντας πως η ψηφισθείσα αμοιβή των καθ΄ ων η αίτηση είναι τοκοφόρα και καθορίζοντας, μάλιστα, την 3.12.08 ως την ημερομηνία έναρξης απόδοσης του τόκου, ο Πρωτοκολλητής έσφαλε καταφανώς και σε θέμα αρχής. Το δε σφάλμα του αυτό οδηγεί σε υπέρμετρη χρέωση των αιτητών. Επί του ζητήματος τούτου ο Πρωτοκολλητής ενήργησε αυτόκλητος εφ΄ όσον ανεγνώρισε υπέρ των καθ΄ ων η αίτηση μία αξίωση την οποία αυτοί δεν προέβαλαν διά του καταλόγου που κατεχώρισαν. Υπενθυμίζω πως διά του καταλόγου ζητείται μόνον η ψήφιση είκοσι
(20)κονδυλίων καθώς και του αναλογούντος φόρου προστιθέμενης αξίας. Επιπλέον, ο Πρωτοκολλητής ενήργησε καθ΄ υπέρβασιν εξουσίας εφ΄ όσον ούτε το άρθρο 33
(2)του Ν.14/60, το οποίο αυτός επικαλείται ως το νομικό έρεισμα της απόφασής του, ούτε οιαδήποτε άλλη νομοθετική διάταξη, ούτε το κοινοδίκαιο (common law), ούτε οι αρχές της επιείκειας (τα οποία εφαρμόζονται στη Δημοκρατία δυνάμει του άρθρου 29
(1)(γ) του Ν.14/60) παρέχουν εξουσία επιδίκασης τόκου επί ψηφισθείσας δικηγορικής αμοιβής. Ειδικότερα σημειώνω τα ακόλουθα: Το άρθρο 33
(2)του Ν.14/60 είναι σαφές και δεν επιδέχεται διασταλτικής ερμηνείας. Το άρθρο αυτό περιορίζεται να ρυθμίσει την επιδίκαση τόκου εν σχέσει μόνον με απόφαση Δικαστηρίου. Στη νομική ορολογία ο όρος «απόφαση Δικαστηρίου» χρησιμοποιείται με δύο έννοιες: Η πρώτη αναφέρεται στο πλήρες κείμενο της απόφασης του Δικαστηρίου, δηλαδή τόσον στο σκεπτικό όσον και στο δηλωτικό μέρος ως προς το αποτέλεσμα. Η δεύτερη περιορίζεται στο μέρος της απόφασης του Δικαστηρίου που είναι καθοριστικό για τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις των διαδίκων (Χάσικος κ.α. ν. Χαραλαμπίδη
(1990)1 Α.Α.Δ. 389). Σε κάθε, όμως, περίπτωση απόφαση Δικαστηρίου συνιστά η εξωτερίκευση της κρίσης του για την επίλυση, ενδιαμέσως ή τελικώς, αναλόγως, ενός ή περισσοτέρων από τα επίδικα θέματα ή θέματος παρεμπίπτοντος (Apak Argo Industries Ltd v. Union des Cooperatives Argicoles de Cereales de Semences (Αρ.1)
(1992)1 (Β) Α.Α.Δ. 1166, 1167). Οι οιεσδήποτε αποφάσεις του Πρωτοκολλητή δεν δύνανται να εξομοιώνονται με αποφάσεις Δικαστηρίου και, εν πάση περιπτώσει, οι οιεσδήποτε αποφάσεις του Πρωτοκολλητή δεν δύνανται να εξομοιώνονται με αποφάσεις Δικαστηρίου για τους σκοπούς του άρθρου 33
(2)του Ν.14/60. Τα πράγματα δεν διαφοροποιούνται εξ αιτίας του χαρακτηρισμού της διαδικασίας ψήφισης εξόδων από τον Πρωτοκολλητή ως οιονεί δικαστικής. Ο χαρακτηρισμός αυτός αποδίδει την ανάγκη όπως τηρούνται, κατά τη διαδικασία αυτή, εγγυήσεις για την ορθότητα και το αδιάβλητό της. Έτσι, μεταξύ άλλων, η ψήφιση εξόδων γίνεται από πρόσωπο ανεξάρτητο και αμερόληπτο και στα πλαίσια διαδικασίας όπου δίδεται στο κάθε ενδιαφερόμενο η ευκαιρία να ακουσθεί. Το κοινοδίκαιο (common law) αναγνωρίζει μεν τη δυνατότητα θεμελίωσης αξίωσης για τόκο παρά την απουσία σχετικής νομοθετικής διάταξης όμως καθορίζει περιοριστικά τις περιπτώσεις: Αξίωση για τόκο δύναται να θεμελιωθεί
(1)όπου υπάρχει ρητή συμφωνία για πληρωμή τόκου,
(2)όπου η συμφωνία για πληρωμή τόκου εξυπακούεται από προηγούμενες δοσοληψίες μεταξύ των μερών ή από τη φύση της συναλλαγής ή λόγω επαγγελματικού ή εμπορικού εθίμου ή συνήθειας και
(3)υπό τύπον αποζημίωσης για παράβαση σύμβασης νοουμένου ότι, εάν η σύμβαση εκτελείτο, το αναίτιο μέρος θα είχε δικαίωμα να πληρωθεί και τόκο (Κολακίδης και Συνέταιροι ν. Θεοδοσίου Λτδ
(1997)1 (Γ) Α.Α.Δ. 1671, 1674 - 5). Στην προκείμενη περίπτωση και επί τη βάσει του διοριστηρίου (retainer) που υπέγραψαν οι αιτητές δεν υπήρξε συμφωνία μεταξύ των μερών για την καταβολή τόκου επί της αμοιβής των καθ΄ ων η αίτηση. Και ούτε τέθηκε ενώπιον του Πρωτοκολλητή οιονδήποτε άλλο γεγονός το οποίο να δύναται να αποδείξει τη συνδρομή οιασδήποτε από τις άλλες δύο περιπτώσεις που αναφέρονται αμέσως προηγουμένως [υπό
(2)και
(3)]. Τέλος, η επιείκεια (equity), η οποία, επίσης, αναγνωρίζει τη δυνατότητα θεμελίωσης αξίωσης για τόκο, παρά την απουσία σχετικής νομοθετικής ρύθμισης, θέτει, ως προϋπόθεση, την ύπαρξη μίας ιδιαίτερης σχέσης μεταξύ των μερών. Τέτοια σχέση είναι συνήθως σχέση εμπιστευτικότητας (fiduciary). Η νομολογία αναφέρει πως η σχέση εμπιστευτικότητας μεταξύ δικηγόρου και πελάτη δικαιολογεί, στην κατάλληλη περίπτωση και υπό προϋποθέσεις, τη θεμελίωση δικαιώματος του δεύτερου να διεκδικήσει τόκο όταν ο πρώτος παρέλαβε χρήματα για λογαριασμό του. Όμως, η σχέση εμπιστευτικότητας μεταξύ δικηγόρου και πελάτη δεν δικαιολογεί τη θεμελίωση αξίωσης για τόκο όταν ο δικηγόρος διεκδικεί τόκο επί της ψηφισθείσας αμοιβής του (Halsbury's Laws of England, fourth edition, reissue, Volume 32, para. 130, note 7 και Volume 44
(1), para. 360). Για όλους τους πιο πάνω λόγους, η αίτηση επιτυγχάνει μερικώς. Η αίτηση επιτυγχάνει όσον αφορά στο ζήτημα του τόκου. Η αίτηση αποτυγχάνει όσον αφορά στο ζήτημα των χαρτοσήμων. Εκδίδεται διάταγμα διά του οποίου η απόφαση του Πρωτοκολλητή ημερ. 27.5.10 και 28.5.10 εν σχέσει με τον τόκο επί της ψηφισθείσας αμοιβής των καθ΄ ων η αίτηση ακυρώνεται. Δίδονται οδηγίες στον Πρωτοκολλητή να διορθώσει το Πιστοποιητικό Καταλόγου Εξόδων ημερ. 27.5.10 και 28.5.10 αναλόγως. Η μερική επιτυχία της αίτησης δικαιολογεί την επιδίκαση εξόδων υπέρ των αιτητών κατά το ήμισυ. Τα έξοδα της αίτησης, ως αυτά θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή κατά το ήμισυ και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο, επιδικάζονται υπέρ των αιτητών και εναντίον των καθ΄ ων η αίτηση. (Υπ)........................................ Α. Κ. Λυκούργου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΧΡΓ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.