ΠΕΤΡΟΥ ΚΛΗΡΙΔΗ ν. ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΑΡΚΤΙΝΟΣ ΛΤΔ, Αγωγή Αρ. 4126/08, 8 Απριλίου, 2011 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2011:A138 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Μ. Χριστοδούλου, Π.Ε.Δ. Αγωγή Αρ. 4126/08 Μεταξύ: ΠΕΤΡΟΥ ΚΛΗΡΙΔΗ Ενάγοντα - και - ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΑΡΚΤΙΝΟΣ ΛΤΔ Εναγόμενης Αίτηση εναγόμενης για διαγραφή παραγράφου της Ε/Α Ημερομηνία: 8 Απριλίου, 2011 Εμφανίσεις: Για εναγόμενη/αιτήτρια: κα Κ. Γεωργίου Για ενάγοντα/καθ΄ ου η αίτηση: κ. Ν. Παναγιώτου ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Το Μάιο του 2008 δημοσιεύτηκαν στην εφημερίδα "ΠΟΛΙΤΗΣ", η οποία εκδίδεται από την εναγόμενη, άρθρα με τα οποία η εφημερίδα κατάγγελλε ότι ο φιλικός διακανονισμός της διαφοράς, που είχε προκύψει μεταξύ της Κυπριακής Δημοκρατίας και της εργοληπτικής εταιρείας Μedcon Construction Ltd σε σχέση με την ανέγερση του Νοσοκομείου Λεμεσού, συνιστούσε σκάνδαλο σε βάρος του δημοσίου και προϊόν παρεμβάσεων και σκοπιμοτήτων. Ο ενάγοντας, Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας, θεώρησε ότι δύο από τα δημοσιεύματα ημερ. 21.5.08 υπό τον τίτλο «Συνωμοσία σιωπής αλλά και διαπλοκής» και «Γαργάρα το σκάνδαλο» τον δυσφημούσαν - αφού τον παρουσίαζαν ως έναν από τους πρωταγωνιστές του διακανονισμού. Στη βάση αυτή καταχώρισε στις 16.7.08 αγωγή επί γενικώς οπισθογραφημένου κλητηρίου εντάλματος εναντίον της εκδότριας εταιρείας για αποζημιώσεις λόγω δυσφήμισης και/ή λιβέλου, αλλά στην έκθεση απαίτησης του δεν περιορίσθηκε μόνο στα δύο κατ΄ ισχυρισμό λιβελλογραφήματα. Με την παρ. 11 περιέλαβε ακόμη τρία δημοσιεύματα ημερ. 16 και 17.5.08, στα οποία εγείρονταν ερωτήματα για τη «. βιασύνη (της Γενικής Εισαγγελίας) να κλείσει η διαφορά .» και σε σχέση με αυτά επεφύλαττε το δικαίωμα να αναφερθεί κατά την ακροαματική διαδικασία. Δεκατέσσερις μήνες μετά την καταχώριση της έκθεσης απαίτησης, στις 6.7.2010, η εναγόμενη κατάθεσε την υπεράσπισή της, με βασικό ισχυρισμό ότι η δημοσίευση των επίδικων άρθρων αποτελούσε άσκηση του δικαιώματος ελεύθερης έκφρασης και ταυτόχρονα ανταπόκριση στην αποστολή της για πληροφόρηση του κοινού για ένα σοβαρό θέμα δημοσίου ενδιαφέροντος. Σ΄ ότι δε αφορά την παρ. 11 της έκθεσης απαίτησης, πέραν της άρνησης, διατύπωνε τη θέση ότι αυτή δεν ήταν αναγκαία και επεφύλασσε το δικαίωμα να προχωρήσει με αίτηση διαγραφής, κάτι που έπραξε δύο ημέρες μετά. Με την αίτηση - που είναι το αντικείμενο της παρούσας -ζητεί βάσει της Δ.19 θ.26 τη διαγραφή ολόκληρης της παραγράφου 11 ως μη αναγκαίας και/ή ως σκανδαλώδους και/ή που τείνει να προκαταλάβει και/ή περιπλέξει και/ή καθυστερήσει την εκδίκαση της υπόθεσης και/ή ως καταχρηστικής. Στη συνοδευτική δε ένορκη δήλωση διατυπώνονται ουσιαστικά οι πιο κάτω ισχυρισμοί:- Η παράγραφος 11 δεν είναι ξεκάθαρο πού αποβλέπει και σε τι θα εξυπηρετήσει τον ενάγοντα. Κατά συνέπεια αν δεν διαγραφεί θα δημιουργήσει αμηχανία στην εναγόμενη και θα τη φέρει σε μειονεκτική θέση αφού δεν θα γνωρίζει τι θα επιχειρήσει ο ενάγοντας να εισάξει κατά την ακροαματική διαδικασία. Περαιτέρω, αν με την εν λόγω παράγραφο ο ενάγοντας αποβλέπει στο να στηρίξει αξίωση για αυξημένες αποζημιώσεις τότε θα έπρεπε να την περιλάβει στην παρ. 10, με την οποία ζητεί τέτοιες αποζημιώσεις και όχι σε ξεχωριστή παράγραφο. Εν πάση περιπτώσει, η παρ. 11 δεν μπορεί να χρησιμεύσει είτε σαν αιτία αγωγής είτε για προβολή ισχυρισμού ότι τα δημοσιεύματα που αναφέρονται σ΄ αυτή τον αφορούν, αφού ήδη προβάλλει τέτοιο ισχυρισμό στην παρ. 6 της έκθεσης απαίτησης του. Η αίτηση προσέκρουσε σε ένσταση, όπου προβάλλεται ότι η παρ. 11 της έκθεσης απαίτησης (α) είναι σχετική με την αξίωση του ενάγοντα (β) δεν είναι σκανδαλώδης ούτε τείνει να επηρεάσει δυσμενώς την εναγόμενη, αλλά αντίθετα την ευνοεί γιατί γνωρίζει επακριβώς τι θα αντιμετωπίσει στη δίκη (γ) δεν πρέπει να διαγραφεί γιατί θα επιφέρει ανεπανόρθωτη ζημιά στον ενάγοντα και (δ) οι λόγοι που προβάλλονται για διαγραφή της είναι νομικά ανεπαρκείς για να δικαιολογήσουν το εξαιρετικό και ακραίο αίτημα της διαγραφής. Όπως και η αίτηση έτσι και η ένσταση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση, με την οποία απορρίπτονται τα όσα η εναγόμενη ισχυρίζεται για την παρ. 11 της έκθεσης απαίτησης. Με την εν λόγω παράγραφο, προβάλλεται, γίνεται αναφορά και σε άλλα δημοσιεύματα της εναγόμενης για το ίδιο θέμα και επομένως ό,τι περιέχεται σ΄ αυτή είναι αναγκαίο για τη δίκαιη εκδίκαση της υπόθεσης και το τι εννοεί η εναγόμενη με τον όρο «σκανδαλώδης» δεν είναι κατανοητό. Όπως δεν είναι κατανοητή και η θέση της ότι η επίδικη παράγραφος θα περιπλέξει ή καθυστερήσει την εκδίκαση της υπόθεσης και επισύρεται επί του προκειμένου η προσοχή του Δικαστηρίου τόσο στο περιεχόμενο της εν λόγω παραγράφου, το οποίο σύμφωνα με τον ομνύοντα είναι απόλυτα σχετικό με την αξίωση του ενάγοντα, όσο και στην παραδοχή της εναγόμενης ότι για το ίδιο θέμα προηγήθηκαν άλλα δημοσιεύματα. Οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των μερών προώθησαν τις θέσεις των πελατών τους με εμπεριστατωμένες αγορεύσεις, αλλά επί του παρόντος προέχει η παράθεση των βασικών κανόνων που η νομολογία έχει καθιερώσει σε σχέση με τη σύνταξη και το περιεχόμενο των δικογράφων, καθώς επίσης και σε ποιες περιπτώσεις το Δικαστήριο επεμβαίνει με το δραστικό μέσο της διαγραφής όταν παραβιάζονται οι σχετικοί κανόνες. Τα δικόγραφα, παρατηρήθηκε στην υπόθεση Παγκύπριος Εταιρεία Αρτοποιών Λτδ ν. Σαββίδη
(1997)1 ΑΑΔ 685, καθορίζουν το πλαίσιο της δίκης και η σύνταξη τους διέπεται από ιδιαίτερους δικονομικούς κανόνες που ενσωματώνονται στη Δ.19 και (οι οποίοι) διασφαλίζουν την αποτελεσματική διεξαγωγή της δίκης. Με πιο θεμελιακό το θ.4, ο οποίος προνοεί ότι «Every pleading shall contain, and contain only, a statement in a summary form of the material facts on which the party pleading relies for his claim or defence, as the case may be, but not the evidence by which they are to be proved,." Παραβίαση των κανόνων δικογράφησης μπορεί να οδηγήσει σε ενεργοποίηση του θ.26, ο οποίος προνοεί ότι «The Court or a judge may, at any stage of the proceedings, order to be struck out or amended any matter in any indorsement or pleading which may be unnecessary or scandalous or which may tend to prejudice, embarrass, or delay the fair trial of the action". H έννοια του ουσιαστικού (material) του θ.4 και του μη αναγκαίου (unnecessary) του θ.26 συσχετίζεται με ό,τι είναι απαραίτητο (Bruce v. Odhams Press Ltd. [1936] 1 Κ.Β. 697, 712) και πότε ένα δικόγραφο μπορεί να χαρακτηρισθεί ως embarrassing σχετικό είναι το πιο κάτω απόσπασμα από τη σελ. 147 του συγγράμματος των Bullen & Leake «Precedents of Pleadings», 12η έκδοση:- «Accordingly, a pleading is embarrassing which is ambiguous or unintelligible or which states immaterial matter and so raises irrelevant issues which may involve expense, trouble and delay and thus will prejudice the fair trial of the action, and so is a pleading which contains unnecessary or irrelevant allegations." Σύμφωνα με τη νομολογία, η διαγραφή αποτελεί δραστικό μέτρο το οποίο πρέπει να ασκείται με μεγάλη προσοχή και σύνεση και μόνο σε πολύ ξεκάθαρες περιπτώσεις Drummond Jackson v. British Medical Association and Others
(1970)1 All E.R. 1094 και In re Pelmako Development Ltd
(1991)1 AAΔ 246). Σχετικά δεν πρέπει να διαφεύγει της προσοχής του Δικαστηρίου ότι οι διάδικοι πρέπει να απολαμβάνουν κάθε δυνατής ελευθερίας στη σύνταξη των δικογράφων τους και το Δικαστήριο επεμβαίνει μόνο όταν παρατηρείται κατάχρηση του δικαιώματος αυτού, κι αυτό όταν εισάγουν στο δικόγραφο τους δηλώσεις ή ισχυρισμούς που είναι αχρείαστοι και τείνουν να επηρεάσουν, ενοχλήσουν ή καθυστερήσουν την εκδίκαση της υπόθεσης (Knowles v. Roberts
(1888)38 Ch.D. 263, Mavromoustakis v. Yeroudes
(1965)1 C.L.R. 176 και Williams and Glyns Bank v. The Ship "Maria"
(1984)1 C.L.R, 821). Όπως δεν πρέπει να διαφεύγει της προσοχής ότι όταν ένα δικόγραφο περιέχει κάποιο αχρείαστο θέμα το γεγονός αυτό καθ΄ εαυτό δεν αποτελεί επαρκή λόγο για διαγραφή, αν κατά τα άλλα είναι αβλαβές (Rock v. Rurssell, 84 L.T.J. 45 και The Annual Practice του 1958, σελ. 477). Παρόμοια δεν διαγράφονται ισχυρισμοί απλά και μόνο διότι είναι αχρείαστοι, εκτός κι αν είναι εμφανώς άσχετοι (Rossage v. Rossage
(1960)1 All.E.R. 600). Όμως αν καταγράφονται εντελώς επουσιώδη θέματα με τέτοιο τρόπο που ο άλλος διάδικος θα πρέπει να απαντήσει, με αποτέλεσμα την πρόκληση εξόδων, ταλαιπωρίας και καθυστέρησης στην εκδίκαση της υπόθεσης, τότε δικαιολογείται η διαγραφή τους (βλ. The Annual Practice του 1958, σελ. 477). Τέλος σημειώνεται ότι η διαμόρφωση δικαστικής κρίσης σε αιτήματα της εξεταζόμενης φύσεως συναρτάται από πολλούς παράγοντες και ένα σημαντικό ερώτημα είναι κατά πόσο το αμφισβητούμενο θέμα είναι σχετικό. Κι αυτό γιατί το θέμα της σχετικότητας είναι ταυτόσημο με τη δεκτότητα που χρησιμοποιείται για τη μαρτυρία και μόνο για σχετικά θέματα επιτρέπεται η προσκόμιση μαρτυρίας (βλ. Christie v. Christie
(1873)L.R.8). Έχοντας κατά νουν τις νομικές αρχές που διέπουν το θέμα της διαγραφής, διεξήλθα με προσοχή το περιεχόμενο της έκθεσης απαίτησης, τα όσα τα μέρη διατυπώνουν στις ενόρκους δηλώσεις που συνοδεύουν την αίτηση και την ένσταση και τα οποία απετέλεσαν και τον πυρήνα των εισηγήσεων των ευπαιδεύτων συνηγόρων τους. Κατέληξα ότι στη βάση των αρχών που έχει καθιερώσει η νομολογία για καταφυγή στο μέτρο της διαγραφής - το οποίο πρέπει να ασκείται με φειδώ - δεν συντρέχουν λόγοι για ικανοποίηση του αιτήματος. Αφενός μεν γιατί το περιεχόμενο της παρ. 11 της έκθεσης απαίτησης είναι σχετικό με την υπόθεση του ενάγοντα και αφετέρου δεν έχω αντιληφθεί τη θέση της εναγόμενης ότι η μη διαγραφή της επίδικης παραγράφου θα έχει ως αποτέλεσμα την πρόκληση εξόδων, ταλαιπωρίας ή καθυστέρηση στην εκδίκαση της υπόθεσης. Αναλυτικά:-
- Το περιεχόμενο της παρ. 11 της έκθεσης απαίτησης δεν μπορεί κατά την άποψή μου να κριθεί ως αχρείαστο για την υπόθεση, αφού με την εν λόγω παράγραφο γίνεται αναφορά σε προηγούμενα δημοσιεύματα της εφημερίδας για το ίδιο θέμα, κάτι που παραδέχεται και η εναγόμενη στην παρ. 14(α) της έκθεσης υπεράσπισης. Με μόνη διαφορά ότι στα προηγούμενα δημοσιεύματα εγείρονταν ερωτήματα για τη βιασύνη της Γενικής Εισαγγελίας - προϊστάμενος της οποίας είναι ο ενάγοντας - «να κλείσει τη διαφορά», ενώ με τα δημοσιεύματα ημερ. 21.5 φαίνεται να καταλογίζονται ευθύνες για τον «φιλικό διακανονισμό» προσωπικά στον ενάγοντα. Επομένως, τα δημοσιεύματα ημερ. 16 και 17.5 αποτέλεσαν το προοίμιο των δημοσιευμάτων που ο ενάγοντας θεωρεί ότι τον έχουν δυσφημίσει και στη βάση αυτή δεν μπορεί να εμποδιστεί ο ενάγοντας να τα επικαλεσθεί. Όπως δεν μπορεί να εμποδιστεί να τα επικαλεσθεί και η εναγόμενη, η οποία στην παρ. 14 της έκθεσης υπεράσπισης της αναφέρει ότι ο τρόπος διευθέτησης των απαιτήσεων που είχε η Κυπριακή Δημοκρατία έναντι των εργολάβων (της Medco) αποτέλεσε το αντικείμενο δημοσιευμάτων και σε προηγούμενες εκδόσεις της. Συναφώς, εγείρεται κατά την άποψή μου το παράδοξο να επιδιώκεται από την εναγόμενη να εμποδιστεί ο ενάγοντας να επικαλεσθεί τα εν λόγω δημοσιεύματα και την ίδια στιγμή να αφήνει ανοικτό το ενδεχόμενο να τα προσαγάγει η ίδια ως μαρτυρία στο πλαίσιο των υπερασπίσεων που προβάλλει. Κάτι τέτοιο, έχω την άποψη, δεν θα εξυπηρετούσε τη δίκαιη δίκη και στη βάση αυτή η αίτηση θα μπορούσε να απορριφθεί χωρίς να απαιτείται η εξέταση των περαιτέρω λόγων ένστασης.
- Παρά την πιο πάνω κατάληξη, ακόμα και στην περίπτωση που το περιεχόμενο της παρ. 11 κρινόταν αχρείαστο - που δεν είναι - και πάλιν το Δικαστήριο δεν θα προχωρούσε στο δραστικό μέτρο της διαγραφής. Κι αυτό, αφενός μεν γιατί το περιεχόμενο της δεν συνιστά ουσιαστικά αμφισβητούμενο θέμα και αφετέρου δεν έχω αντιληφθεί πώς η μη διαγραφή θα προκαλούσε βλάβη στην εναγόμενη ή καθυστέρηση στην εκδίκαση της υπόθεσης. Τη στιγμή μάλιστα που με όσα η εναγόμενη ισχυρίζεται στην παρ. 14 της έκθεσης υπεράσπισης θα διατηρήσει τη δυνατότητα προσκόμισης μαρτυρίας για τα εν λόγω δημοσιεύματα. Σχετικά δεν θα ήταν χωρίς σημασία να σημειωθεί ότι στο στάδιο των αγορεύσεων ο ευπαίδευτος συνήγορος του ενάγοντα εκδήλωσε ετοιμότητα να συγκατατεθεί στην έκδοση του αιτούμενου διατάγματος, νοουμένου ότι και η άλλη πλευρά θα δεσμευόταν να μην προσκομίσει μαρτυρία για τα δημοσιεύματα στα οποία αναφέρεται η παρ.
- Η εκφρασθείσα όμως ετοιμότητα δεν βρήκε θετική ανταπόκριση από την άλλη πλευρά και επί του προκειμένου επαναλαμβάνω την παραδοξότητα που επεσήμανε πιο πάνω το Δικαστήριο. Δηλαδή, η εναγόμενη να θεωρεί ως μη αναγκαία την επίδικη παράγραφο και να ζητά τη διαγραφή της ώστε να στερήσει από τον ενάγοντα τη δυνατότητα να προσκομίσει μαρτυρία σε σχέση με τα δημοσιεύματα ημερ. 16 και 17.5 και την ίδια στιγμή να διατηρεί για τον εαυτό της τη δυνατότητα που επιδιώκει να στερήσει από τον ενάγοντα. Για όλους τους πιο πάνω λόγους η αίτηση απορρίπτεται με έξοδα εναντίον της εναγόμενης. Τα έξοδα να υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή, αλλά θα είναι πληρωτέα στο τέλος της δίκης. (Υπ.) Μ. Χριστοδούλου, Π.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο, Πρωτοκολλητής /κβπ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο