OAO BALTIYSKIY BANK ν. ARTUR VLADIMIROVICH KIRILENKO, Αιτ. Αρ. 1340/09, 12 Aπριλίου, 2011 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2011:A144 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Μ. Χριστοδούλου, Π.Ε.Δ. Αιτ. Αρ. 1340/09 Μεταξύ: OAO BALTIYSKIY BANK Αιτήτριας - και - ARTUR VLADIMIROVICH KIRILENKO Καθ΄ ου η αίτηση Αίτηση 2.2.2011 αιτήτριας για συμπληρωματική Ε/Δ Ημερομηνία: 12 Aπριλίου, 2011 Εμφανίσεις: Για αιτήτρια: κα Χριστοδούλου για κ. Γ. Παμπορίδη Για καθ΄ου η αίτηση: κα Πελεκάνου για Χρ. Βασιλειάδη & Σία ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Η επιδίωξη της αιτήτριας για άδεια καταχώρισης συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης βάσει της Δ.48 θ.4
(2)εγείρει προς εξέταση δύο ζητήματα. Το πρώτο, κατά πόσο η δυνατότητα που παρέχεται για προσαρμογή της Δ.48 σε εναρκτήριες αιτήσεις (βλ. Τράπεζα Κύπρου Λτδ ν. Dynacon Ltd
(1998)1 A.A.Δ. 1978) μπορεί να εκληφθεί και ως δυνατότητα χρήσης των δικονομικών διατάξεων που αφορούν ενδιάμεσες αιτήσεις και, το δεύτερο - αν βεβαίως η απάντηση στο πρώτο ερώτημα είναι θετική - κατά πόσο η αιτήτρια στην παρούσα υπόθεση έχει τεκμηριώσει τον «καλό λόγο» του θ.4
(2)για άσκηση της ευχέρειας του Δικαστηρίου για χορήγηση της αιτούμενης άδειας. Όπως γίνεται αντιληπτό, ενώπιον του Δικαστηρίου εκκρεμεί προς εκδίκαση εναρκτήρια αίτηση και η ζητούμενη άδεια αποβλέπει αφενός μεν σε απάντηση ισχυρισμών που προβάλλονται στην ένσταση και αφετέρου σε διόρθωση ενός επουσιώδους κατά την άποψή μου λάθους που εμφιλοχώρησε στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση. Αναλυτικά:- Στις 9.6.09 το Επαρχιακό Δικαστήριο Petrogradsky της Αγίας Πετρούπολης καταδίκασε τον καθ΄ ου η αίτηση να καταβάλει στην αιτήτρια τράπεζα 700.000.000 ρούβλια (16 περίπου εκατομμύρια ευρώ), πλέον τόκους και άλλες επιβαρύνσεις. Ο καθ΄ ου η αίτηση εφεσίβαλε ανεπιτυχώς την απόφαση (στο εξής η Απόφαση) και τρεις μήνες μετά την απόρριψη της έφεσης, στις 10.12.09, η αιτήτρια αποτάθηκε στο παρόν Δικαστήριο για αναγνώριση, εγγραφή και εκτέλεση της Απόφασης. Παράλληλα, εξασφάλισε μονομερώς και ενδιάμεσο διάταγμα παγοποίησης περιουσιακών στοιχείων του καθ΄ ου η αίτηση στην Κύπρο, το οποίο έγινε αιτία να καταχωρηθούν διάφορες αιτήσεις εκ μέρους «ενδιαφερομένων» εταιρειών οι οποίες απορρίφθηκαν με ενδιάμεσες αποφάσεις του (παρόντος) Δικαστηρίου ημερ. 4.5 και 24.9.2010. Όπως απορρίφθηκε και η ένσταση για ακύρωση του ενδιάμεσου διατάγματος, το οποίο οριστικοποιήθηκε μετά από ακροαματική διαδικασία στις 2.10.10. Παρέμεινε επομένως η εκδίκαση της κυρίως αίτησης, η οποία βασίζεται στη Δ.48 των περί Πολιτικής Δικονομίας Κανονισμών, στον Κυρωτικό της Συνθήκης μεταξύ της Κυπριακής Δημοκρατίας και της Ένωσης Σοβιετικών Σοσιαλιστικών Δημοκρατιών για Παροχή Νομικής Συνδρομής σε Θέματα Αστικού και Ποινικού Δικαίου Νόμο του 1986, ως και στον περί Αποφάσεων Αλλοδαπών Δικαστηρίων (Αναγνώριση, Εγγραφή και Εκτέλεση Δυνάμει Συμβάσεως) Νόμο του 2000. Ο καθ΄ ου η αίτηση καταχώρισε την ένσταση του στην (κυρίως) αίτηση στις 2.3.11, προβάλλοντας πέντε
(5)λόγους για απόρριψη της. Ότι δηλαδή (α) η αίτηση είναι παράτυπη και αντικανονική, (β) η μετάφραση της ένορκης δήλωσης που τη συνοδεύει πάσχει και/ή είναι παράτυπη, (γ) οι ισχυρισμοί που περιέχονται στη συνοδευτική ένορκη δήλωση δεν δικαιολογούν την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος και (δ) δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις των Νόμων επί των οποίων βασίζεται η αίτηση για έκδοση του αιτούμενου διατάγματος. Η ένσταση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση δικηγόρου στο δικηγορικό γραφείο των δικηγόρων του καθ΄ ου η αίτηση, στο πλήρες περιεχόμενο της οποίας δεν χρειάζεται να γίνει αναφορά. Ό,τι απαιτείται για τις ανάγκες της παρούσας είναι ότι με την εν λόγω ένορκη δήλωση επισημαίνεται/προβάλλεται:-
- Λάθος σε σχέση με το όνομα του ενόρκως δηλούντα, το οποίο εμφιλοχώρησε στο τέλος της μεταφρασθείσας στα ελληνικά ένορκης δήλωσης. Δηλαδή ενώ η ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση γίνεται από τον Α.Α. Andreev, στο τέλος καταγράφεται ότι έγινε από τον καθ΄ ου η αίτηση,
- Ότι κανένα πιστοποιητικό δεν επισυνάφθηκε στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την (κυρίως) αίτηση, με το οποίο να αποδεικνύεται ότι η Απόφαση κατέστη εκτελεστή,
- Ο ισχυρισμός ότι ο Α.Α. Andreev δεν αποκαλύπτει την πηγή πληροφόρησης του σε σχέση με την περιουσιακή κατάσταση και τις οικονομικές δραστηριότητες του αιτητή, ούτε επισυνάπτει στην ένορκη του δήλωση οποιοδήποτε αποδεικτικό στοιχείο για τα περιουσιακά στοιχεία που κατ΄ ισχυρισμό έχει στην Κύπρο και
- Ότι δεν έχει αποδειχθεί (με την ένορκη δήλωση του Α.Α. Αndreev) ότι η υπόθεση σε σχέση με την οποία εκδόθηκε η Απόφαση εμπίπτει εντός της αποκλειστικής αρμοδιότητας κάποιας Αρχής της Κυπριακής Δημοκρατίας και, περαιτέρω, δεν έχει αποδειχθεί ότι δεν εκκρεμεί ενώπιον Δικαστικής Αρχής της Ρωσικής Ομοσπονδίας διαδικασία μεταξύ των ιδίων διαδίκων για το ίδιο αντικείμενο και ότι η διαδικασία έκδοσης της Απόφασης ήταν η πρώτη διαδικασία που ηγέρθηκε στη Ρωσική Ομοσπονδία. Με την καταχώριση της ένστασης η αιτήτρια αισθάνθηκε την ανάγκη να απαντήσει στους πιο πάνω ισχυρισμούς/επισημάνσεις, γι αυτό προχώρησε στην κατάθεση αίτησης - αντικείμενο της οποίας είναι η παρούσα - για άδεια καταχώρισης συμπληρωματικής/απαντητικής ένορκης δήλωσης. Τα ζητήματα που εγείρονται με τους εν λόγω ισχυρισμούς - προβάλλεται στη συνοδευτική ένορκη δήλωση- χρήζουν διευκρίνησης και πρέπει να απαντηθούν με συμπληρωματικές/απαντητικές ενόρκους δηλώσεις και είναι ορθό και δίκαιο να επιτραπεί στην αιτήτρια να προσφέρει περαιτέρω μαρτυρία υπό μορφή συμπληρωματικών και/ή απαντητικών ενόρκων δηλώσεων. Ειδικά για διόρθωση του λάθους που εμφιλοχώρησε στο τέλος της μετάφρασης σε σχέση με το όνομα του ενόρκως δηλούντα για την αιτήτρια και, περαιτέρω, για προσκόμιση γνωμάτευσης Διεθνούς Δικηγορικού Οίκου ότι η Απόφαση κατέστη εκτελεστή, καθώς επίσης ότι σε σχέση με το αντικείμενο της Απόφασης δεν είχε εγερθεί προηγούμενη διαδικασία στη Ρωσική Ομοσπονδία. Ο καθ΄ ου η αίτηση ενίσταται στο να δοθεί η αιτούμενη άδεια, προβάλλοντας ότι (α) η αίτηση είναι αντικανονική, (β) η αιτήτρια απέτυχε να τεκμηριώσει «τον καλό λόγο» της Δ.48 θ.4
(2), (γ) με την αίτηση επιχειρείται η διόρθωση μιας ελλιπούς κυρίως αίτησης, (δ) η νομική βάση της αίτησης δεν δίδει εξουσία στο Δικαστήριο να την εξετάσει και (ε) εμφιλοχώρησε καθυστέρηση στην υποβολή της, για την οποία κανένας λόγος δεν δίδεται. Όπως και η αίτηση έτσι και η ένσταση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση δικηγόρου, στην οποία ουσιαστικά επαναλαμβάνονται οι λόγοι ένστασης. Με μόνη διαφορά ότι η διατύπωση τους γίνεται με περισσότερα λόγια. Οι συνήγοροι των διαδίκων προώθησαν τις θέσεις των πελατών τους με γραπτές αγορεύσεις. Βασική θέση του ευπαιδεύτου συνηγόρου της αιτήτριας είναι ότι η αιτούμενη άδεια αποτελεί άσκηση συνταγματικά κατοχυρωμένου δικαιώματος (άρθρο 30) βάσει του οποίου πρέπει να δίδεται στον κάθε ένα που προσφεύγει στο Δικαστήριο η δυνατότητα προσαγωγής όλου του μαρτυρικού υλικού που είναι αναγκαίο για την εκδίκαση της υπόθεσης του και με ό,τι προβάλλεται στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση έχει τεκμηριωθεί ο «καλός λόγος» του θ.4
(2). Ο εν λόγω θεσμός, αντέτεινε ο ευπαίδευτος συνήγορος του καθ΄ ου η αίτηση, αφορά μόνο ενδιάμερες αιτήσεις και λαμβανομένου υπόψη ότι με την υπό κρίση αίτηση επιδιώκεται διόρθωση της κυρίως αίτησης το Δικαστήριο στερείται εξουσίας να την εξετάσει. Εν πάση περιπτώσει με όσα προβάλλονται στη συνοδευτική ένορκη δήλωση δεν έχει τεκμηριωθεί ο «καλός λόγος» που προνοείται από το θ.4
(2)για χορήγηση της αιτούμενης άδειας. Διεξήλθα με προσοχή τις εκατέρωθεν εισηγήσεις και σε σχέση με το πρώτο ζήτημα, αν δηλαδή παρέχεται δυνατότητα χρήσης δικονομικών διατάξεων - εδώ του θ.4
(2)- που αφορούν ενδιάμεσες αιτήσεις και για εναρκτήριες αιτήσεις, παρατηρώ τα ακόλουθα:- Το γεγονός ότι η αίτηση για αναγνώριση, εγγραφή και εκτέλεση της Απόφασης - που είναι εναρκτήρια αίτηση (βλ. και Udruzena Beogradska Banka v. Westacre Investments Inc
(1999)1 A.A.Δ. 124) - βασίζεται και στη Δ.48 δεν δίδει κατά την άποψή μου και δυνατότητα χρήσης των δικονομικών διατάξεων που αφορούν αποκλειστικά ενδιάμεσες αιτήσεις. Κι αυτό, γιατί ναι μεν αναγνωρίσθηκε νομολογιακά (βλ. Τράπεζα Κύπρου, ανωτέρω) ότι παρέχεται δυνατότητα προσαρμογής της Δ.48 και σε εναρκτήριες αιτήσεις, αλλά η αναγνώριση αυτή έγινε για σκοπούς υποβολής της (εναρκτήριας) αίτησης και δεν μπορεί να εκληφθεί ότι σε τέτοιου είδους αιτήσεις παρέχεται δυνατότητα χρήσης δικονομικών διατάξεων, όπως είναι ο θ.4
(2), που εφαρμόζονται αποκλειστικά σε ενδιάμεσες αιτήσεις. Άλλο προσαρμογή για σκοπούς υποβολής της αίτησης και άλλο εφαρμογή σε τέτοιου είδους αιτήσεις και δικονομικών διατάξεων που εφαρμόζονται μόνο σε ενδιάμεσες αιτήσεις. Υπενθυμίζεται σχετικά, ότι ο σκοπός για τον οποίο θεσπίσθηκε ο θ.4
(2)- τέλος του 1999 - ήταν η εξάλειψη των προβλημάτων που είχαν συσσωρευθεί λόγω της ερμηνείας που δόθηκε στον προηγούμενο κανονισμό από τη Νομολογία, ώστε γεγονότα σε ενδιάμεσες αιτήσεις να τίθενται ενώπιον του Δικαστηρίου με ένορκες δηλώσεις και όχι με προφορική μαρτυρία. Είναι στο πλαίσιο εξυπηρέτησης αυτού του σκοπού που έγινε πρόβλεψη για συμπληρωματικές ένορκες δηλώσεις, ώστε να δίδεται η δυνατότητα στους διαδίκους να θέτουν ενώπιον του Δικαστηρίου κατά τρόπο ολοκληρωμένο τα γεγονότα της υπόθεσης, αλλά υπό την προϋπόθεση τεκμηρίωσης «καλού λόγου». Στην παρούσα όμως περίπτωση ζητείται ενεργοποίηση του θ.4
(2)για άδεια καταχώρισης συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης σε σχέση με εναρκτήρια αίτηση και όχι ενδιάμεση. Τέτοια δυνατότητα κατά την άποψή μου δεν υπάρχει και αν η αιτήτρια επιθυμεί να προσκομίσει μαρτυρία κατά την ακρόαση της (εναρκτήριας) αίτησης της, μπορεί να το πράξει γιατί όπως είναι γνωστό η προσκόμιση μαρτυρίας σε τέτοιου είδους αιτήσεις όχι μόνο είναι επιτρεπτή αλλά και επιβεβλημένη. Κατ΄ ακολουθία των πιο πάνω κρίνω ότι δεν υπάρχει δικονομική δυνατότητα έγκρισης του αιτήματος για άδεια καταχώρισης συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης, αλλά δεν θα ΄ταν χωρίς σημασία να παρατηρήσω ότι ακόμη και στην περίπτωση που υπήρχε τέτοια δυνατότητα και πάλιν η αίτηση θα απορριπτόταν. Αυτό, γιατί με τη σκοπούμενη να καταχωρηθεί συμπληρωματική ένορκη δήλωση επιδιώκεται (α) να απαντηθούν ισχυρισμοί ότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις του Νόμου για εγγραφή, αναγνώριση και εκτέλεση της Απόφασης, θέμα για το οποίο μπορούν τα μέρη να επιχειρηματολογήσουν στο κατάλληλο στάδιο, (β) να διορθωθεί το λάθος που εμφιλοχώρησε στο τέλος της μετάφρασης της ένορκης δήλωσης του Andreev σε σχέση με το όνομα του ομνύοντα, λάθος που όπως παρατηρήθηκε είναι επουσιώδους σημασίας και (γ) να προσκομισθεί περαιτέρω μαρτυρία για αντίκρουση ισχυρισμών του καθ΄ ου ότι η αιτήτρια δεν έχει καταδείξει ότι η Απόφαση είναι εκτελεστή, θέμα το οποίο θα αποφασισθεί βάσει των προϋποθέσεων του Νόμου και στη βάση της μαρτυρίας που τα μέρη αναμένεται να προσκομίσουν στο Δικαστήριο κατά την ακρόαση της αίτησης. Για όλους τους πιο πάνω λόγους η αίτηση για άδεια καταχώρισης συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης απορρίπτεται με έξοδα εναντίον της αιτήτριας. Τα έξοδα να υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή , αλλά θα είναι πληρωτέα στο τέλος της δίκης. (Υπ.) Μ. Χριστοδούλου, Π.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο, Πρωτοκολλητής /κβπ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο