← Κύπρος

PRIMESCOPE ENTERPRISES LTD ν. MS CO HOTELS MANAGEMENT LTD κ.α., Αγ. Αρ. 6267/09, 12 Aπριλίου 2011

PRIMESCOPE ENTERPRISES LTD ν. MS CO HOTELS MANAGEMENT LTD κ.α., Αγ. Αρ. 6267/09, 12 Aπριλίου 2011 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2011:A146 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Λ. Παρπαρίνου, Π.Ε.Δ. Αγ. Αρ. 6267/09 ΜΕΤΑΞΥ:- PRIMESCOPE ENTERPRISES LTD, από τη Λευκωσία ΕΝΑΓΟΥΣΑΣ - και -

  1. MS & CO HOTELS MANAGEMENT LTD
  2. BORIS ZENKOV ΕΝΑΓΟΜΕΝΩΝ ---------------------------- Ημερομηνία: 12 Aπριλίου 2011 Για Εναγόμενους-Αιτητές: κ. Τριλλίδης Για Ενάγουσα-Καθ΄ ης η Αίτηση: κ. Σταυρινίδης ------------------- ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Σύμφωνα με την Έκθεση Απαιτήσεως της Εναγούσης η υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγή είναι παράγωγη αγωγή (derivative action) η οποία εγείρεται για λογαριασμό της εναγομένης
  3. Όπως αναφέρεται η Εναγομένη είναι εταιρεία περιορισμένης ευθύνης με μετοχικό κεφάλαιο €1.710 αποτελούμενο από 1000 μετοχές εκ €1.71 εκάστη. Η ενάγουσα κατέχει το 33% του μετοχικού της κεφαλαίου και είναι μειοψηφία. Ο εναγόμενος 2 κατέχει το 16.5% των μετοχών και είναι ο εκτελεστικός Διευθυντής και Οικονομικός Διαχειριστής της και έχει τον απόλυτο έλεγχο στο Διοικητικό Συμβούλιο της εναγομένης
  4. Δύο άλλοι διευθυντές συμμετέχουν τυπικά στο Διοικητικό Συμβούλιο. Η Εναγομένη 1 ασχολείται με τουριστικές ξενοδοχειακές και άλλες συναφείς εργασίες κυρίως στη Ρωσία. Κατέχει πολλά περιουσιακά στοιχεία στη Ρωσία και είναι μέτοχος σε διάφορες ρωσικές εταιρείες κολοσσούς. Μία εξ αυτών των εταιρειών είναι η OJCS Hotel "Budapest" όπου η αξία του 40% του μετοχικού κεφαλαίου που κατέχει η εναγομένη 1 εκτιμήθηκε ότι είναι USD40.000.
  5. Περί τον Απριλίου 2009 οι ενάγοντες τυχαία πληροφορήθησαν ότι το άνω μετοχικό κεφάλαιο της εναγόμενης 1 πωλήθηκε διά το άνω ποσό. Ουδέποτε έτυχαν ενημέρωσης η συγκατατέθησαν δια την πώληση αυτή. O εναγόμενος 2 σύμφωνα με τους ενάγοντες, προχώρησε στην άνω πώληση από μόνος του και απεκόμισε προσωπικό οικονομικό όφελος. Επίσης η εναγομένη 1 δεν διένεμε οποιοδήποτε μέρισμα ή κέρδος στην ενάγουσα από την άνω συναλλαγή. Είναι περαιτέρω ο ισχυρισμός της ότι ο εναγόμενος 2 προέβη σε δόλιες πράξεις, συνήψε συμφωνίες με τρίτα πρόσωπα χωρίς εξουσιοδότηση, διαχειρίστηκε με δόλιο τρόπο τα περιουσιακά στοιχεία της εναγομένης 1 προς ίδιον όφελος, οικειοποιήθηκε τα χρήματα της εναγομένης 1 και των μετόχων της και παραβίασε το καθήκον εμπιστοσύνης, φροντίδας και ικανότητας (duty of care and skill). Επίσης παραπονείται διά μη υποβολή ετήσιων λογαριασμών/ισολογισμών στο Φόρο Εισοδήματος-Έφορο Εταιρειών από το 2003 άλλα ούτε και Ετήσια Έκθεση κατά παράβαση του περί Εταιρειών Νόμου ΚΕΦ.
  6. Ακόμη καταλογίζεται στον Εναγόμενο 2 παραβίαση του καθήκοντός του ως εμπιστευματοδόχου της Εναγομένης
  7. Στις 4.9.2009 η ενάγουσα ζήτησε τη σύγκληση έκτακτης Γενικής Συνέλευσης των μετόχων με βάση το άρθρο 126 του περί Εταιρειών Νόμου ΚΕΦ. 113 και άρθρο 55 του Καταστατικού της εναγομένης 1 πλην όμως δεν υπήρξε ανταπόκριση. Η ενάγουσα υπολόγισε το ποσόν των 14.000.000 δολαρίων ως αποζημιώσεις που δικαιούται για ζημιές η απώλειες που υπέστη συνεπεία των δολίων πράξεων του εναγομένου
  8. Ο υπολογισμός αυτός έγινε με βάση το ποσοστό συμμετοχής της ενάγουσας στο μετοχικό κεφάλαιο της εναγόμενης
  9. Οι αξιώσεις της ενάγουσας είναι οι ακόλουθες:- "(A) Διάταγμα του Δικαστηρίου ότι ο Εναγόμενος 2, με την ιδιότητα του ως Διευθυντή της Εναγομένης 1, έχει διευθύνει και/ή διαχειριστεί τις εργασίες της Εναγομένης 1 και τα περιουσιακά στοιχεία αυτής προς ίδιον όφελος και/ή όφελος συνεργατών του κατά παράβαση του καθήκοντος εμπιστοσύνης και καθήκοντος φροντίδας και ικανότητας (duty of care and skill). (Β) Αποζημιώσει για το ποσό των USD$14.000.000 (Δεκατέσσερα Εκατομμύρια Δολάρια) ως ειδικές ζημιές εναντίον του Εναγομένου 2 για ζημιές ή απώλειες που υπέστησαν οι Ενάγοντες συνεπεία δόλιων πράξεων και/ή παράβασης καθήκοντος εμπιστοσύνης και/ή καθήκοντος κατά τους κανόνες της επιείκειας και/ή κατάχρησης θέσης, υπό την ιδιότητα του ως Διευθυντή της Εναγομένης 1 και/ή ως έχοντας τον έλεγχο αυτής που συντελέστηκαν με σκοπό την προώθηση και/ή εξυπηρέτηση του προσωπικού του οφέλους και/ή οφέλους συνεργατών του εις βάρος των συμφερόντων της Εναγομένης 1 και των μετόχων της και/ή για οικειοποίηση περιουσιακών στοιχείων της Εναγομένης 1 και/ή για δόλο ή απάτη σε βάρος της Ενάγουσας και/ή της Εναγομένης
  10. (Γ) Διάταγμα του Δικαστηρίου που να διατάσσει τον Εναγόμενο 2, υπό την ιδιότητα του ως Διευθυντή της Εναγομένης 1, να αποδώσει τα βιβλία και ετήσιους οικονομικούς ελεγμένους λογαριασμούς/καταστάσεις της Εναγομένης 1 από την ημερομηνία σύστασης της Εναγομένης 1 μέχρι την αποπεράτωση της παρούσας αγωγής. (Δ) Διάταγμα του Δικαστηρίου που να διατάσσει τον Εναγόμενο 2, υπό την ιδιότητα του ως Διευθυντή της Εναγομένης 1, να καταθέσει στο Πρωτοκολλητείο τους ετήσιους οικονομικούς ελεγμένους λογαριασμούς/καταστάσεις της Εναγομένης 1 για όλη την επίδικη περίοδο συνοδευόμενοι από ένορκη δήλωση αυτού για έλεγχο και πιστοποίηση του οφειλομένου ποσού το οποίο θα πρέπει να καταβληθεί στην Ενάγουσα για τις δόλιες πωλήσεις περιουσιακών στοιχείων της Εναγομένης 1 αναφορικά με κέρδη και μερίσματα που απεκόμισε παράνομα ο Εναγόμενος 2 και εις βάρος της Εναγομένης
  11. (Ε) Διάταγμα του Δικαστηρίου που να διατάσσει τον Εναγόμενο 2, υπό την ιδιότητα του ως Διευθυντής της Εναγομένης 1, να αποδώσει λογαριασμό/καταστάσεις για τα προσωπικά κέρδη και/ή οφέλη που απεκόμισε και/ή οικειοποιήθηκε ο ίδιος εις βάρος της Εναγομένης
  12. (ΣΤ) Διάταγμα του Δικαστηρίου που να απαγορεύει στους Εναγόμενους να αλλοιώσουν ή καταστρέψουν βιβλία, αποδείξεις, συμβόλαια και έγγραφα και/ή από του να παραποιήσουν τις καταχωρήσεις στα βιβλία και φακέλους της Εναγομένης
  13. (Ζ) Διάταγμα του Δικαστηρίου που να διατάσσει τους Εναγομένους όπως ενημερώσουν τους Ενάγοντες ως μειοψηφούντες μετόχους για την πώληση 40 μετοχών που κατείχε η Εναγομένη 1 στη Ρωσική εταιρεία OJSC HOTEL "BUDAPEST" έναντι ανταλλάγματος USD $ 40.000.000 (Σαράντα Εκατομμυρίων Δολαρίων) (Η) Διάταγμα του Δικαστηρίου που να διατάσσει τον Εναγόμενο 2 όπως αποκαλύψει τη Συμφωνία Πώλησης Μετοχών που υπόγραψε αυτός και συνομολόγησε για λογαριασμό της Εναγομένης 1 περί τα τέλη Φεβρουαρίου και αρχές Μαρτίου 2009 για την πώληση 40 μετοχών που κατείχε η Εναγομένη 1 στη Ρωσική εταιρεία OJSC HOTEL "BUDAPEST," στις Κυπριακές εταιρείες ARBEND HOLDINGS LTD (πώληση 11 μετοχών) και EASTLETON ENTERPRISES LTD (πώληση 29 μετοχών). Το αντάλλαγμα της εν λόγω πώλησης των μετοχών ήταν USD $ 40.000.000 (Σαράντα Εκατομμυρίων Δολαρίων) (Θ) Διάταγμα του Δικαστηρίου που να διατάσσει τους Εναγόμενους να παρουσιάσουν τα πρακτικά των συνεδριάσεων και της απόφασης του Διοικητικού Συμβουλίου σε σχέση με την πώληση των περιουσιακών στοιχείων της Εναγομένης 1 ως το αιτητικό (Η) ανωτέρω. (I) Διάταγμα του Δικαστηρίου που να διατάσσει τον Εναγόμενο 2 όπως δώσει εξηγήσεις γιατί δεν συγκάλεσε Έκτακτη Γενική Συνέλευση Μετόχων σε σχέση με τη Συμφωνία που υπόγραψε αυτός και συνομολόγησε για λογαριασμό της Εναγομένης 1 περί τα τέλη Φεβρουαρίου και αρχές Μαρτίου 2009 αναφορικά με την πώληση 40 μετοχών που κατείχε η Εναγομένη 1 στη Ρωσική εταιρεία OJSC HOTEL "BUDAPEST" στις Κυπριακές εταιρείες ARBEND HOLDINGS LTD και EASTLETON ENTERPRISES LTD. (ΙΑ) Διάταγμα του Δικαστηρίου που να διατάσσει τον Εναγόμενους όπως αποδώσουν το ανάλογο μέρισμα στην Ενάγουσα από τα κέρδη που αποκόμισε η Εναγομένη 1 και/ή ο Εναγόμενος 2 για ίδιο όφελος από τις δόλιες δοσοληψίες πώλησης περιουσιακών στοιχείων της Εναγομένης
  14. (IB) Διάταγμα του Δικαστηρίου που να διατάσσει τον διορισμό του κου NIKOLAY KALUGIN, ως επιπρόσθετου Διοικητικού Συμβούλου της Εναγομένης
  15. (ΙΓ) Τιμωρητικές Αποζημιώσεις. (ΙΕ) Οποιαδήποτε άλλη διαταγή το Δικαστήριο ήθελε κρίνει δικαία και ορθή και εκδώσει και/ή παραχωρήσει υπό τις περιστάσεις.» Τα νομικά σημεία που εγείρουν με τις υπερασπίσεις τους οι εναγόμενοι είναι ότι η ενάγουσα λανθασμένα χρησιμοποίησε το δικονομικό διάβημα της αγωγής αντί αιτήσεως σύμφωνα με το άρθρο 202 και/ή 211 του περί Εταιρειών Νόμου ΚΕΦ.
  16. Οι συνήγοροι εστίασαν τις αγορεύσεις τους στο κατά πόσο ικανοποιούνται οι προϋποθέσεις έγερσις παραγωγής αγωγής που σύμφωνα με το συνήγορό της Αιτήτριας δεν συμβαίνει αυτό. Επίσης κατά το συνήγορο της Αιτήτριας οι αιτούμενες θεραπείες θα μπορούσαν να επιδιωχθούν με αίτηση με βάση το άρθρο 202-211 το περί Εταιρειών Νόμου ΚΕΦ.
  17. Ακόμη αναφορικά με τον ισχυρισμό μη σύγκλισης Γενικής Συνέλευσης από την εναγομένη 1 ήταν η θέση του ότι η ενάγουσα μπορούσε να προχωρήσει σύμφωνα με τις πρόνοιες του άρθρου 126

(3)του ΚΕΦ. 113. Τι είναι παράγωγη αγωγή έχει αναλυθεί σε αρκετές αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου. (Βλ., μεταξύ άλλων, Πιριλλής κ.ά. ν. Κουή
(2004)1 Α.Α.Δ. 136, Θωμά κ.ά. ν. Ηλιάδη
(2006)1 (Β) Α.Α.Δ. 1263 και Χειμωνίδη ν. Investylia Public Co. Ltd, Π.Ε. 82/07, ημερ. 12.11.08). Σε αυτού του είδους την αγωγή, η εταιρεία τα δικαιώματα της οποίας επηρεάζονται, προστίθεται ως εναγομένη, κατ΄ όνομα και μόνο (nominal defendant), ώστε σε περίπτωση επιτυχίας της αγωγής η απόφαση να εκδοθεί υπέρ της, έστω και αν είναι εναγόμενη. Ο ενάγοντας είναι κατ΄ όνομα και μόνο ενάγοντας. Είχα την ευκαιρία να διαβάσω εκτενή ανάλυση περί παράγωγης αγωγής που έγινε από τον κ. Ναθαναήλ, Π.Ε.Δ, όπως ήταν τότε, εις την αγωγή 1623/97 απόφαση ημερ. 18.04.02 μεταξύ Κουή ν. Πιριλλή κ.α., Ε.Δ. Λάρνακας, να σημειωθεί ότι η πρωτόδικη απόφαση επικυρώθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο (βλ.
(2004)1 Α.Α.Δ 136) και με την οποία ανάλυση του κ. Ναθαναήλ συμφωνώ πλήρως. Παρατίθεται το σχετικό μέρος. «Η παράγωγη αγωγή, ονομαζόμενη έτσι διότι ο μέτοχος ενάγει προς επίρρωση απαίτησης, που στην πραγματικότητα ανήκει στην εταιρεία και άρα το δικαίωμα του να ενάγει απορρέει ή παράγεται από αυτή, αποτελεί ένα εφεύρημα του Court of Chancery κατά τον 18ο αιώνα όταν τα δικαιώματα ενός ατόμου συνέπιπταν με τα δικαιώματα πολλών άλλων και στην ίδια θέση ατόμων, που δεν μπορούσαν όλοι μαζί με πρακτικό τρόπο να συνενωθούν στην αγωγή και είχε ιδιαίτερη εφαρμογή στις περιπτώσεις μη εγγεγραμμένων εταιρειών. Στην πάροδο του χρόνου το στοιχείο αυτό άρχισε να εφαρμόζεται και στις περιπτώσεις εταιρειών που είχαν εγκαθιδρυθεί κάτω από κάποιο ειδικό κοινοβουλευτικό νομοθέτημα ή κάτω από τον Περί Εταιρειών Νόμο, σε σχέση με αδικήματα που έγιναν στην εταιρεία. ΄Αρχισαν έτσι να δημιουργούνται οι λεγόμενες αντιπροσωπευτικές αγωγές ("representative actions"). Ορισμένοι συγγραφείς θεωρούν ότι η παράγωγη αγωγή είναι και αποτελεί μέρος της αντιπροσωπευτικής ιδιότητας της αγωγής, άλλοι την θεωρούν ως ανεξάρτητη. Την έννοια και νομική αρχή επί της οποίας εδράζεται αυτή, αναλύει με πολλή σαφήνεια ο Lord Denning M.R. στην Wallersteiner v. Moir (No.2) 1 [1975] 1 All E.R. 849, στις σελ. 857 - 8. Το χαρακτηριστικό της παράγωγης αγωγής το θέτει επίσης το σύγγραμμα του Pennington "Company Law" 3η έκδ. στη σελ. 564 ως εξής: "Τhe derivative character of a representative action brought by a member to enforce a right vested in the company is shown by the fact that judgment is given in favour of the company, so that the plaintiff obtains no benefit thereby directly, and also by the fact that the plaintiff can sue only if the company could sue itself, so that if the company has been dissolved no derivative action may be brought." ΄Οπως πρόσθετα αναφέρεται στον Palmers´ Company Law, Τόμος 2ος, σελ. 8177 παρ. 8.804 (΄Εκδ. 2000 loose leaf): "The plaintiff is seeking to enforce, not his own right of action, but a right of action vested in or derived from company. Hence in modern discussions the action is referred to as derivative action. The alleged wrongdoers are made the defendants in the action but the company itself is joined as a nominal defendant in order that it can be bound by the judgment. If the action succeeds, any property or damages recovered go, not to the plaintiff, but to the company. The plaintiff shareholder can complain in a derivative action of wrongs committed before he became a member. Η παράγωγη αγωγή και το δικαίωμα σε αυτή, επειδή ακριβώς έχει την καταγωγή της από το Δίκαιο της Επιείκειας, περιορίζεται από διάφορους παράγοντες και δεν έχει εφαρμογή εναντίον ενός διευθυντή μιας εταιρείας που επέδειξε απλώς αμέλεια στην εκτέλεση των καθηκόντων του ούτε στις περιπτώσεις όπου η πράξη των διευθυντών ή της εταιρείας μπορεί να καλυφθεί από έγκριση με σχετικό ψήφισμα σε γενική συνέλευση. Επίσης το είδος αυτό της αγωγής υπόκειται στον κανόνα ότι ο ενάγων πρέπει να έρθει στο Δικαστήριο με καθαρά χέρια, και έτσι δεν έχει εφαρμογή όπου ο ενάγων ως μέτοχος έχει αποδεχθεί την λανθασμένη πράξη για την οποία μετέπειτα παραπονείται ή όπου ο ίδιος ενεργούσε ως μαριονέττα εκ μέρους εξωγενών της εταιρείας ατόμων, τα συμφέροντα των οποίων ήταν αντίθετα με αυτά της εταιρείας. Με άλλα λόγια, η αγωγή θα πρέπει να θεωρείται από κάθε άποψη ως καταχωρηθείσα bona fide προς όφελος της εταιρείας και όχι για την ευόδωση κάποιου λανθάνοντα στόχου, ενώ αποτελεί ταυτόχρονα όπλο και θεραπεία μόνο όπου δεν μπορούν να θεραπευθούν οι λανθασμένες πράξεις με οποιοδήποτε άλλο τρόπο. ΄Ετσι για παράδειγμα, αν η εταιρεία έχει διαλυθεί ή μπορεί εύκολα να οδηγηθεί σε διάλυση, τότε εναπόκειται στον εκκαθαριστή της να ενάγει τους αδικοπραγούντες εκ μέρους της εταιρείας (δέστε Palmer [πιό πάνω] σελ. 8170-80, παρ. 8-805). Η παράγωγη αγωγή μπορεί να εγερθεί όταν συνυπάρχουν δύο στοιχεία: (i) Το στοιχείο του δόλου και (ιι) το στοιχείο του ελέγχου από τους αδικοπραγούντες που αποτρέπει την εταιρεία να εγείρει την αγωγή στο δικό της όνομα (δέστε John Farrar: Company Law σελ. 364). Το στοιχείο του δόλου δεν έχει την αυστηρή στενή έννοια του δόλου στο κοινοδίκαιο αλλά επεκτείνεται στην ευρύτερη δυνατή έννοια την οποία μπορεί να προσλάβει ο όρος στο Δίκαιο της Επιείκειας. ΄Ετσι, δεν καλύπτει μόνο άμεσο όφελος στον ενεργήσαντα καθ΄ υπέρβαση εξουσιών διοικητικό σύμβουλο, αλλά καλύπτει ακόμη και κάθε έμμεση λήψη οφέλους περιλαμβανομένης και της απώλειας εκ μέρους της εταιρείας να χρησιμοποιήσει μια εμπορική δυνατότητα ή ευκαιρία που της δίνεται στην πορεία των εμπορικών δοσοληψιών της. (Cooke v. Deeks [1916] 1 A.C. 554, Eastmanco (Kilner House) Ltd. v. Greater London Council [1982] 1 All E.R. 437 και Menier v. Hooper´s Telegraph Works [1874] 9 Ch. App. 350). Στον Halsbury´s Laws of England 4η ΄Εκδ. Τόμος 7
(1), σελ. 701 παρ. 955 αναφέρεται ότι: "In such an action the plaintiffs have no larger right to relief than the company would have if plaintiff, and may maintain their action only when the acts complained of are of a fraudulent character .". Στον Palmer´s (supra) αναφέρονται στη σελ. 8186 παρ. 8.814 και τα εξής: «It is not possible to give a single, comprehensive definition of the equitable meaning of "fraud" for the purposes of this exception to the rule in Foss v. Harbottle. The most frequently cited statement is that of Lord Davey in Burland v. Earle that fraud embraces all cases where the wrongdoers "are endeavouring, directly or indirectly, to appropriate to themselves money, property or advantages which belong to the company or in which the other shareholders are entitled to participate." Derivative actions have thus been allowed where the wrongdoers made a concealed profit on the sale of property to the company, or where they diverted business from the company to another in which they were interested, as well as in cases of fraudulent misappropriation of corporate assets". Το στοιχείο του δόλου υπό την ευρύτατη αυτή έννοια συνυπάρχει και είναι συνυφασμένο και με τα ευρύτερα καθήκοντα που ο νόμος Περί Εταιρειών επιβάλλει σε ένα διοικητικό σύμβουλο μιας εταιρείας. ΄Ενα από τα κυριώτερα καθήκοντα είναι να μην παραβιάζει ο διευθυντής τη σχέση εμπιστοσύνης του απέναντι στην εταιρεία και ιδιαίτερα να μην την συναγωνίζεται. Το καθήκον ενός διοικητικού συμβούλου παραλληρίζεται με αυτό του αντιπροσώπου με τον αντιπροσωπευόμενο (Halsbury´s (supra) σελ. 705, σελ. 960), ενώ υπάρχει καθήκον στο κοινοδίκαιο να λαμβάνει εύλογη επιμέλεια στα θέματα διοίκησης της εταιρείας. Οι εξουσίες του διευθυντή δίνονται σε αυτόν από το νόμο για χρήση προς όφελος της ίδιας της εταιρείας (δέστε Pennington, πιό πάνω, σελ. 509 - 518). Το δεύτερο στοιχείο, αυτό του ελέγχου ικανοποιείται όταν η παράγωγη αγωγή μπορεί μόνο να εγερθεί διότι οι υπόλοιποι διευθυντές μπορούν με τον έλεγχο που διατηρούν είτε στις μετοχές που δίνουν δικαίωμα ψήφου, είτε διατηρώντας την πλειοψηφία των μετοχών είτε την πλειοψηφία στο διοικητικό συμβούλιο, να εμποδίσουν την έγερση της αγωγής και όπως αναφέρεται στην Ετήσια Αγγλική Δικονομική Πρακτική του 1979 σελ. 209, κάτω από τον υπότιτλο "Company, Actions by shareholders", στα σχόλια του Ο.15 r.12, παλαιότερου Ο.16 r.9 για τις αντιπροσωπευτικές αγωγές, "If the company cannot be made a plaintiff it must be made a defendant" (δέστε επίσης Gore-Browne on Companies 44η ΄Εκδ., Τόμος 2, σελ. 28.012 &13, παρ. 28.8.1 και Spokes v. Grosvenor Hotel Co. [1897] 2 Q.B. 124, 128). Θεωρείται αναγκαίο σε μια παράγωγη αγωγή για ένα ενάγοντα που βασίζεται σε δόλο να εγείρει, ειδικά, στη δικογραφία του και να αποδείξει κατά την ακρόαση ότι εκείνοι οι οποίοι έχουν τον έλεγχο της εταιρείας θα την εμπόδιζαν από του να ήγειρε αγωγή στο όνομα της. Εδώ, ο ενάγων ορθά δικογράφησε σχετικό ισχυρισμό στις παρ. 1 και 18 της ΄Εκθεσης Απαίτησης, περί της αδυναμίας της εταιρείας να λάβει μέτρα προς δική της προστασία ή τη μετακίνηση του εναγομένου ως διοικητικού συμβούλου λόγω της μετοχικής δομής και σύνθεσης του διοικητικού συμβουλίου (δέστε Palmer´s 20ή Εκδ. σελ. 503 και Birch v. Sullivan [1958] 1 All E.R. 56, όπου η αγωγή αναστάληκε ακριβώς διότι δεν υπήρχε ισχυρισμός στην ΄Εκθεση Απαίτησης ότι ο Ενάγων εμποδιζόταν από τον εναγόμενο να εγείρει την αγωγή εκ μέρους της εταιρείας). Ο έλεγχος μπορεί να λάβει διάφορες μορφές όπως τη δυνατότητα για τους διοικητικούς συμβούλους να περάσουν ψήφισμα που να εμποδίζουν την έγερση της αγωγής ή όταν διατηρούν τον έλεγχο των μετοχών που δίνουν δικαίωμα ψήφου, αν και, δεν είναι αναγκαίο να υπάρχει πάντοτε απόδειξη περί της ιδιοκτησίας της πλειονότητας των μετόχων που φέρουν δικαίωμα ψήφου. ΄Ετσι στην υπόθεση Pavlides ν. Jensen [1956] Ch. 565 το Δικαστήριο ήταν διατεθειμένο να ερευνήσει ακόμη και τις oνομαστικά κατεχόμενες μετοχές όσον αφορά το θέμα του πραγματικού ελέγχου, ενώ στην υπόθεση Prudential Assurance Co Ltd. v. Newman Industries Ltd (No.2) [1981] Ch. 257 λέχθηκε ότι ο έλεγχος της εταιρείας θεωρείται δεδομένος όταν οι αδικοπραγούντες: "(are) able by any means of manipulation of their position in the company to ensure that the action is not brought by the company." Οι περισσότερες υποθέσεις σχετίζονται με τη δυνατότητα ελέγχου ή την κατοχή άμεσα ή έμμεσα της πλειοψηφίας των μετοχών, αλλά μέσα από τις αποφάσεις θεωρείται ολοένα και πιο πολύ αποδεκτό ότι θα ήταν δίκαιο να επιτρέπεται η παράγωγη αγωγή και σε άλλες περιπτώσεις, όπου το γενικότερο συμφέρον της δικαιοσύνης το καθιστά επάναγκες, ακόμη και όπου οι αδικοπραγήσαντες διοικητικοί σύμβουλοι κατέχουν λιγότερο από το ήμισυ των μετοχών. Στον Palmer´s 20ή ΄Εκδ. σελ. 502, αναγνωρίζεται η δυνατότητα ύπαρξης περιπτώσεων όπου αν και η αδικοπραξία μπορεί να μην θεωρείται δόλος ή να ενεργοποιείται η νομοθετικά κατοχυρωμένη προστασία της μειονότητας, εν τούτοις το Δικαστήριο μπορεί να αποδεχθεί και περαιτέρω εξαιρέσεις του κανόνα στην Foss v. Hardbottle [1843] 2 Hare 461, όπως λέχθηκε και από τον Jessel M.R. στην Russel v. Wakefield Waterworks Co. [1875] L.R.20 Eq. 474. Στην Καναδική υπόθεση Glass v. Atkin [1967] 65 D.R.L. 2d 501, θεωρήθηκε ότι σε μια εταιρεία που τα μετοχικά συμφέροντα ήσαν ίσα κατά 50% σε κάθε κατηγορία μετόχων, οι ενάγοντες οι οποίοι κατείχαν το 50% μπορούσαν να εγείρουν παράγωγη αγωγή διότι ο εναγόμενος και η σύζυγος του, που μαζί κατείχαν το άλλο 50% μπορούσαν αποτελεσματικά να εμποδίσουν τη γενική συνέλευση από του να περάσει ψήφισμα προς έγερση αγωγής. ........................................................... Υπό την προϋπόθεση ότι ένας ενάγων εμπίπτει μέσα στις κατηγορίες που του παρέχουν το δικαίωμα για έγερση παράγωγης αγωγής, η αποζημίωση η οποία δίδεται συνίσταται είτε στην απώλεια που έχει υποστεί η εταιρεία ή στο κέρδος το οποίο έχει πραγματοποιήσει ο ένοχος διευθυντής. .....» Περαιτέρω, εις τον Gower's Principles of Modern Company Law, 4η έκδοση σελ 652 αναφέρονται. "The right to bring a derivative action is afforded the individual member as a matter of grace. Hence the conduct of a shareholder may be regarded by a court of equity as disqualifying him from appearing as plaintiff on the company's behalf. This will be the case, for example, if he participated in the wrong of which he complains. ...... But he must be a shareholder of record at the time when he brings his action. (Βλ. Birch v. Sullivan
(1957)1 W.L.R 1247)» Το Ανώτατο Δικαστήριο στη Θεόδωρος Πιριλλής κ.α.(άνω) εξέτασε παρόμοιο θέμα όπως το υπό εξέταση. Εις τη σελ. 147 αναφέρονται τα ακόλουθα:- «Ο ένατος λόγος έφεσης είναι ότι "Λανθασμένα το Δικαστήριο απένειμε αποζημιώσεις στην εναγομένη 3 διότι: (α) Η εναγομένη 3 δεν εξήντλησε τις μεθόδους που προνοεί το Κεφ. 113 για τη προστασία των μετόχων και (β) ουδείς των μετόχων επικαλέστηκε με σωστή διαδικασία την προστασία του Κεφ. 113." Ο λόγος αυτός εί­ναι συναφής με το δεύτερο και δέκατο λόγο έφεσης. Καλύπτεται με τα όσα αναφέραμε σχετικά με το δεύτερο λόγο έφεσης και τα όσα θα αναφέρουμε σχετικά με το δέκατο λόγο έφεσης. Ο δέκατος λόγος έφεσης είναι ότι "η εκδίκαση της αγωγής ήταν λανθασμένη γιατί παραβιάζει τον κανόνα Foss v. Harbottlle". Σύμφωνα με το δικηγόρο των εφεσειόντων, εάν ήθελε κριθεί ότι το ορθό δικονομικό μέτρο ήταν η αγωγή, αντί αίτησης βάσει του άρθρου 202 ή του άρθρου 211 του Κεφ. 113, τότε η αγωγή θάπρεπε να εγερθεί από την εταιρεία κατ' εφαρμογή του κανόνα στην υπόθεση Foss v. Harbottle [1843] 2 Hare 461 σύμφωνα με τον οποίο ο ορ­θός ενάγων σε υπόθεση η οποία αφορά αδίκημα το οποίο κατ' ισχυ­ρισμό διαπράχθηκε εναντίον εταιρείας είναι, κατά κύριο λόγο, η εταιρεία και όχι οποιοσδήποτε μέτοχος ή μέτοχοι της εταιρείας. Ούτε αυτός ο λόγος ευσταθεί. Εφόσον, στην προκείμενη περί­πτωση, οι μόνοι διευθυντές και μόνοι μέτοχοι της εταιρείας ήσαν μόνο δύο, ο εφεσείων 1 και ο εφεσίβλητος, με μετοχικό συμφέρον 50% ο καθένας, και, επομένως, ο εφεσείων 1 ως, κατά τον εφεσί­βλητο, ο αδικοπραγήσας κατά της εταιρείας, μπορούσε να ματαιώ­σει οποιαδήποτε απόφαση προς έγερση αγωγής εναντίον του, από την εταιρεία, ορθά ηγέρθη παράγωγη αγωγή από τον εφεσίβλητο. Το κριτήριο είναι κατά πόσο, ως είχαν τα πράγματα, η εταιρεία μπορούσε η ίδια να ενεργήσει ή όχι προς προστασία των συμφερό­ντων της. Το ακόλουθο απόσπασμα από την πρωτόδικη απόφαση προσεγγίζει ορθά το ζήτημα το οποίο προκύπτει από τον κανόνα στη Foss v. Harbottle και υιοθετούμε: "Οι περισσότερες υποθέσεις σχετίζονται με τη δυνατότητα ελέγχου ή την κατοχή άμεσα ή έμμεσα της πλειοψηφίας των με­τοχών, αλλά μέσα από τις αποφάσεις θεωρείται ολοένα και πιο πολύ αποδεκτό ότι θα ήταν δίκαιο να επιτρέπεται η παράγωγη αγωγή και σε άλλες περιπτώσεις, όπου το γενικότερο συμφέρον της δικαιοσύνης το καθιστά επάναγκες, ακόμη και όπου οι αδικοπραγήσαντες διοικητικοί σύμβουλοι κατέχουν λιγότερο από το ήμισυ των μετοχών. Στον Palmer's 20ή Έκδ. Σελ. 502, ανα­γνωρίζεται η δυνατότητα ύπαρξης περιπτώσεων όπου αν και η αδικοπραξία μπορεί να μην θεωρείται δόλος ή να ενεργοποιείται η νομοθετικά κατοχυρωμένη προστασία της μειονότητας, εν τούτοις το Δικαστήριο μπορεί να αποδεχθεί και περαιτέρω εξαι­ρέσεις του κανόνα στην Foss ν. Harbottle [1843] 2 Hare 461, όπως λέχθηκε και από τον Jessel M.R. στην Russel v. Wakefield Waterworks Co. [1875] L.R.20 Eq. 474. Στην Καναδική υπόθεση Glass v. Atkin [1967] 65 D.R.L. 2d 501, θεωρήθηκε ότι σε μια εταιρεία που τα μετοχικά συμφέροντα ήσαν ίσα κατά 50% σε κάθε κατηγορία μετόχων, οι ενάγοντες οι οποίοι κατείχαν το 50% μπορούσαν να εγείρουν παράγωγη αγωγή διότι ο εναγόμε­νος και η σύζυγος του, που μαζί κατείχαν το άλλο 50% μπορούσαν αποτελεσματικά να εμποδίσουν τη γενική συνέλευση από του να περάσει ψήφισμα προς έγερση αγωγής. Ακριβώς και εδώ παρόλο που ο ενάγων δεν κατέχει τη μειο­ψηφία των μετοχών, ενώ η πλειονότητα της νομολογίας εμπεριέχει αυτό ακριβώς το στοιχείο, αλλά είναι μετοχικά ισότιμος με τον εναγόμενο, έχει το δικαίωμα να εγείρει παράγωγη αγωγή εφόσον δεν θα μπορούσε να ενεργοποιήσει τον εταιρικό μηχα­νισμό για να κινήσει την αγωγή. Αυτό κατέστη πρόδηλο και απο­τελεί εύρημα του Δικαστηρίου από την ολότητα της μαρτυρίας, την όλη συμπεριφορά του εναγομένου και την ουσιαστική άρνη­ση του να συνεννοηθεί με τον ενάγοντα, γεγονός που ήταν ηλί­ου φαεινότερον με δηλώσεις όπως ότι «δεν το έκοψε ο νους του» να επικοινωνήσει μ' αυτόν για τα λογιστικά και άλλα θέματα της εταιρείας και ότι ούτε αγόραζε ούτε πωλούσε ούτε ήθελε άλλο συνέταιρο. Ο ενάγων επίσης κρίνεται και γίνεται σχετικό εύ­ρημα, βρέθηκε προ πραγματικής αδυναμίας εφόσον τα πράγμα­τα είχαν φθάσει ήδη σε αδιέξοδο ενώ φοβόταν ουσιαστικά και τον ενάγοντα." Εις την υπό εξέταση περίπτωση και σύμφωνα με τους ισχυρισμούς που προβάλλονται εις την Έκθεση Απαίτησης ισχύουν όλα τα πιο πάνω. Η εναγομένη εταιρεία παρουσιάζεται ότι δεν μπορεί από μόνη της να ενεργήσει προς προστασία των συμφερόντων της εν όψει του ότι ο εναγόμενος 2 έχει τον απόλυτο έλεγχο στο Διοικητικό Συμβούλιο της Εναγομένης 1, είναι ο Εκτελεστικός Διευθυντής της όπως και ο Οικονομικός της διαχειριστής. Ακόμη και αν η Ενάγουσα προχωρούσε στη διαδικασία άρθρο 126
(3)του ΚΕΦ. 113 δεν θα πετύχαινε οτιδήποτε εν όψει του ελέγχου που ασκεί ο εναγόμενος 2 εις την εταιρεία (εναγόμενη 1) και συνεπώς δεν θα επέτρεπε την έγερση της αγωγής στο όνομα της Εναγομένης 1. Δι΄ όλα τα πιο πάνω οι προδικαστικές ενστάσεις της Εναγομένης 1 και Εναγομένης 2 όπως προβάλλονται εις την παράγρ. 1 της Έκθεσης Υπεράσπισης και Ανταπαίτηση της πρώτης και παράγρ. 1 της Έκθεσης Υπεράσπισης του Εναγομένου 2, δεν μπορούν να επιτύχουν και απορρίπτονται. Τα έξοδα να ακολουθήσουν το αποτέλεσμα της παρούσης και να είναι εναντίον των εναγομένων 1 και 2 όπως αυτά θα υπολογιστούν από την Πρωτοκολλητή. (Υπ) Λ. Παρπαρίνος Π.Ε.Δ. ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ /γκ c:\my documents\parparinos 2010-11/interim decisions cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.