Ελληνική Τράπεζα [Χρηματοδοτήσεις] Λτδ ν. Βιομηχανία Πλεκτών Τρικόζα Λτδ, Αρ. Αγωγής: 7128/04, 14 Απριλίου 2011 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2011:A151 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Αρ. Αγωγής: 7128/04 14 Απριλίου 2011 (Ν. ΤΑΛΑΡΙΔΟΥ ΚΟΝΤΟΠΟΥΛΟΥ, Επ. Δ|στής) Μεταξύ: Ελληνική Τράπεζα [Χρηματοδοτήσεις] Λτδ. Ενάγουσας και
- Βιομηχανία Πλεκτών Τρικόζα Λτδ.
- Μιχάλης Χριστοδουλίδης
- Ιουστίνη Τορνάρη Εναγομένων . . . . . . Εμφανίσεις κ. Ν. Πουμπουρίδης, για την ενάγουσα. κα. Κ. Γεωργιάδου, για τον εναγόμενο
- ΑΠΟΦΑΣΗ Με την αγωγή οι ενάγοντες διεκδικούν το ποσό των ΛΚ1,212.62 πλέον τόκους δυνάμει συμφωνίας ενοικιαγοράς που έγινε μεταξύ της ενάγουσας και της εναγομένης 1 με εγγυητές του εναγόμενους 2 και
- Η υπεράσπιση του εναγόμενου 2 είναι ότι η Λαϊκή Τράπεζα Λτδ. διόρισε ανεξάρτητο παραλήπτη της εναγομένης 1 τον Μάιο
- Καθήκον του ήταν να διαχειρίζεται την περιουσία της εναγομένης 1 χωρίς οι εναγόμενοι 2 και 3 να έχουν ευθύνη για τις πράξεις του. Ο ανεξάρτητος παραλήπτης παρέδωσε σε τρίτο πρόσωπο τα αντικείμενα της ενοικιαγοράς χωρίς την έγκριση και γνώση της ενάγουσας. Επομένως, οι εναγόμενοι 2 και 3 δεν μπορεί να είναι υπόλογοι για το υπόλοιπο της ενοικιαγοράς. Η ενάγουσα τερμάτισε την συμφωνία ενοικιαγοράς με επιστολή ημερομηνίας 13 Ιουνίου 2002 και κάλεσε την εναγομένη 1 να της παραδώσει τα αντικείμενα ενοικιαγοράς, ήτοι διάφορα συστήματα κλιματισμού. Ο ΜΕ1 Σταύρος Σταύρου ανέφερε ότι ο κ. Αβραάμ, διαχειριστής, επικοινώνησε με τους ενάγοντες τον Δεκέμβριο 2002 και τους είπε ότι θα πωλούσε τα αντικείμενα για να εξοφλήσει το οφειλόμενο ποσό της ενοικιαγοράς. Η ενάγουσα ζήτησε όπως ο διαχειριστής εξασφαλίσει την έγκριση των εναγομένων 2 και 3 προτού πραγματοποιήσει την πώληση. Τέτοια έγκριση δεν εξασφαλίσθηκε και η ενάγουσα κάλεσε τον διαχειριστή να της παραδώσει τα αντικείμενα στις 7.5.
- Η ενάγουσα δεν είχε υπόψη της συμφωνία του διαχειριστή και του εναγόμενου 2 να αγοράσει ο ίδιος τα αντικείμενα. Ο διαχειριστής τελικά πώλησε τα αντικείμενα και κατέβαλε στους ενάγοντες το ποσό των ΛΚ1,500.00 στις 7.5.
- Οι ενάγοντες αφού πήραν τα χρήματα υπέγραψαν βεβαίωση ότι δεν έχουν πλέον απαίτηση έναντι της εναγομένης 1 για τα αντικείμενα αλλά παρέμεινε υπόλοιπο το οφειλόμενο ποσό. Ο κ. Αβραάμ είχε αναλάβει διαχειριστής για την περιουσία της εναγομένης 1 πριν τον τερματισμό του συμβολαίου ενοικιαγοράς. Μετά τον τερματισμό της συμφωνίας η τράπεζα επικοινώνησε με τους εγγυητές και τον διαχειριστή της εναγομένης
- Ο διαχειριστής τους είπε ότι θα εξοφλούσε το οφειλόμενο ποσό μαζί με τους εγγυητές. Ο τερματισμός έγινε στις 13 Ιουνίου 2002 και μέχρι τις αρχές του 2003 το οφειλόμενο ποσό δεν είχε εξοφληθεί και τα αντικείμενα ήταν ακόμη στην κατοχή του διαχειριστή. Ισχυρίζεται ότι ο ίδιος τηλεφώνησε του Μιχάλη Αβραάμ και του είπε ότι ήταν υπεύθυνος για να εξασφαλίσει τη συγκατάθεση των εγγυητών για την πώληση των αντικειμένων. Ήταν κατηγορηματικός ότι η τράπεζα ουδέποτε έδωσε τη συγκατάθεση για την πώληση των αντικειμένων και είναι μόνο μετά την πώληση που η τράπεζα έλαβε γνώση της πώλησης. Είναι φανερό ότι ο ΜΕ1 είχε πει κάτι διαφορετικό ενόρκως στα πλαίσια της αγωγής 7127/
- Σε εκείνη την υπόθεση είχε πει ότι η πώληση πραγματοποιήθηκε κατόπιν συγκατάθεσης της τράπεζας. Όταν πληροφορήθηκε για το περιεχόμενο της προηγούμενης του μαρτυρίας είπε ότι δεν θυμάται τι είπε σε προηγούμενη διαδικασία. Πρόσθεσε ότι στα πλαίσια της αγωγής 7127/04 δεν είχε όλα τα γεγονότα και στοιχεία μπροστά του και γι'αυτό προέβη σε τέτοια λάθη. Διευκρίνισε ότι η τράπεζα δεν είχε δώσει τη συγκατάθεση για την πώληση των αντικειμένων απλά ήλθε σε συνεννόηση με τον διαχειριστή με αποτέλεσμα να υπογράψει το τεκμήριο 9 μετά την πώληση των αντικειμένων. Δεν γίνεται πιστευτός ο ισχυρισμός του μάρτυρα ότι δεν ήξερε καλά τα γεγονότα τότε ή ότι δεν θυμάται τι έγινε σε προηγούμενη δικαστική διαδικασία. Ο ΜΕ1 είχε πει ότι ήταν παρών κατά την πληρωμή του ποσού των ΛΚ1500.00 συνεπώς δεν γίνεται πιστευτός ο ισχυρισμός του ότι κατά την ακρόαση της αγωγής 7127/04 δεν είχε υπόψη του το τεκμήριο
- Αναπόφευκτα δεν γίνεται πιστευτή η μαρτυρία του αναφορικά με τη συνεννόηση της τράπεζας και του διαχειριστή της εναγομένης 1 για τα αντικείμενα. Δεν είναι γνωστό στο Δικαστήριο κατά πόσο η τράπεζα πράγματι εξουσιοδότησε την πώληση των αντικειμένων ή κατά πόσο της γνωστοποιήθηκε η πώληση εκ των υστέρων με αποτέλεσμα να αποδεχθεί τα χρήματα. Όπως και να έγιναν τα πράγματα η τράπεζα ουδέποτε ενημέρωσε τους εγγυητές για το τεκμήριο
- Εφόσον θέση του ΜΕ1 ήταν ότι ο διαχειριστής ήταν υπεύθυνος να εξασφαλίσει την έγκριση των εγγυητών για την πώληση είναι παράδοξο ότι η τράπεζα δεν ενημέρωσε τους εγγυητές για το τεκμήριο
- Ο εναγόμενος 2 ήταν θετικός μάρτυρας και συνεπής στην εκδοχή των γεγονότων που πρόβαλε στο Δικαστήριο. Ήταν διευθυντής της εναγομένης 1 αλλά εξήγησε ότι μετά τον Μάιο 2002, δηλαδή μετά το διορισμό του διαχειριστή εκ μέρους πιστωτή της εναγομένης 1, δεν είχε καμία ανάμιξη στη διοίκηση της εταιρείας. Ακολούθως, υπέβαλε πρόταση στον διαχειριστή της εναγομένης 1 να αγοράσει το κατάστημα στην οδό Αφροδίτη 39-41 και την επιχείρηση μαζί με τα αντικείμενα ενοικιαγοράς για το ποσό των ΛΚ120.
- Ο διαχειριστής αρνήθηκε την εν λόγω προσφορά και εν αγνοία του εναγομένου 2 παρέδωσε τα αντικείμενα της ενοικιαγοράς στους ιδιοκτήτες του καταστήματος. Ο εναγόμενος 2 πληροφορήθηκε ότι ο διαχειριστής είχε πωλήσει τα αντικείμενα στους ιδιοκτήτες του καταστήματος μετά την έγερση της αγωγής 7127/04 όταν η δικηγόρος ζήτησε απόδειξη που αφορούσε την πώληση των αντικειμένων ενοικιαγοράς. Η τράπεζα δεν ενημέρωσε τον εναγόμενο 2 για την πώληση των αντικειμένων κατά τον ουσιώδη χρόνο. Ισχυρίσθηκε ότι η ενάγουσα τράπεζα θα μπορούσε να είχε εξασφαλίσει καλύτερη τιμή για τα αντικείμενα ενοικιαγοράς εάν είχε πάρει κατοχή των αντικειμένων από τον τερματισμό της συμφωνίας ενοικιαγοράς. Αντ'αυτού τα αντικείμενα έμειναν στην κατοχή του διαχειριστή της εναγομένης 1 για μεγάλο χρονικό διάστημα. Οι ενάγοντες δεν κατόρθωσαν να αποδείξουν τις συνθήκες κάτω από τις οποίες συντάχθηκε και υπογράφθηκε το τεκμήριο
- Η μαρτυρία του ΜΕ1 δεν ήταν καθόλου βοηθητική διότι στην αγωγή 7127/04 είπε διαφορετικά πράγματα. Επιπρόσθετα η τράπεζα δεν κάλεσε τον μάρτυρα που συνέταξε το έγγραφο ή μάρτυρα που ήταν παρών κατά την υπογραφή του τεκμηρίου
- Το μόνο που είναι γνωστό είναι ότι τα αντικείμενα ήταν στην κατοχή του διαχειριστή από τον Μάιο 2002 και δύο χρόνια μετά τον Μάιο 2004 πραγματοποιήθηκε συμφωνία με την οποία η τράπεζα αποδέχθηκε το ποσό των ΛΚ1.500 έναντι του οφειλόμενου ποσού των καθυστερημένων δόσεων των συμβολαίων ενοικιαγοράς. Το τεκμήριο 9 δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι είναι ολοκληρωμένη συμφωνία. Είναι μία απόδειξη που ετοιμάσθηκε μετά από προφορική συνεννόηση μεταξύ του διαχειριστή και της τράπεζας. Περαιτέρω δεν προκύπτει καθαρό νόημα από τη γραμματική και φυσική ερμηνεία των λέξεων που περιέχονται στο τεκμήριο
- Στην αρχή της βεβαίωσης αναφέρεται ότι 'πήραμε από τον κ. Μιχάλη Αβραάμ ως αντιπρόσωπο της εταιρείας.το ποσό των ΛΚ5.5000 έναντι του χρέους που οφείλεται δυνάμει των συμβολαίων ενοικιαγοράς'. Όμως δεν διευκρινίζεται στο έγγραφο ποιο είναι το υπόλοιπο. Στη συνέχεια καταγράφεται η εξής δήλωση της τράπεζας: 'Δηλώνουμε, περαιτέρω ότι καμία άλλη απαίτηση έχουμε σε σχέση με τα αντικείμενα ενοικιαγοράς των πιο πάνω συμβολαίων.' Δια την ορθή ερμηνεία μιας συμφωνίας είναι ανάγκη να ληφθούν υπόψη κάποιοι κανόνες που διέπουν το ζήτημα αυτό. Ο γενικός κανόνας είναι ότι σκοπός της ερμηνείας της συμφωνίας είναι να εξευρεθεί η πρόθεση των μερών. Στην Αλεξάνδρου Λτδ ν. Συμβούλιο Αποχετεύσεως Λευκωσία[1], λέχθηκε ότι διαπιστώνεται η πρόθεση των μερών από τη γλωσσική διατύπωση της συμφωνίας. Όμως η ερμηνεία που θα αποδοθεί σε αυτές τις λέξεις δεν μπορεί να βρεθεί εντελώς ανεξάρτητα και ασύνδετα από το πραγματικό υπόβαθρο που πλαισιώνει τη σύναψη της συμφωνίας. Επίσης στην Κουνούνα ν. Κώστας Κυριάκου Υιοί Λτδ[2], ως και επίσης στην Λάμπρου ν. Παράσχου[3], επεξηγήθηκε ότι ο σκοπός των μερών μπορεί να συναχθεί μόνο από το σύνολο του κειμένου και όταν η σύμβαση είναι σαφής ως προς το νόημα της, το Δικαστήριο δεν μπορεί να προσδώσει διαφορετικό νόημα στη σύμβαση από αυτό που οι ίδιες οι λέξεις της σύμβασης ενέχουν. Η υπόθεση Φούτας ν. Εταιρεία Βάσος Λτδ[4], επεξηγεί ότι η προσαγωγή εξωγενούς μαρτυρίας για την ορθή ερμηνεία των όρων της σύμβασης επιτρέπεται όποτε διαπιστώνεται η ύπαρξη κενού ή αμφιβολιών. Τούτο ισχύει όχι μόνο σε σχέση με την ερμηνεία της συμφωνίας αλλά και για την εφαρμογή της. Παραθέτω πιο κάτω απόσπασμα αυτής της απόφασης το οποίο είναι βοηθητικό. "When any doubt arises upon the true meaning or sense of the words themselves,or any difficulty as to their application under the surrounding circumstances, the sense and meaning of the language may be investigated and ascertained by evidence dehors the instrument itself; for both reason and common sense agree that by no other means can the language of the instrument be made to speak the real mind of the party." Ελεύθερη μετάφραση: "Όταν υπάρχει αμφιβολία σε σχέση με την πραγματική ερμηνεία και έννοια των λέξεων της σύμβασης ή υπάρχει δυσκολία σε σχέση με την εφαρμογή τους έχοντας υπόψη τα πραγματικά περιστατικά της υπόθεσης τότε η ερμηνεία των λέξεων μπορεί να εξεταστεί και να διαπιστωθεί λαμβάνοντας υπόψη μαρτυρία που βρίσκεται εκτός του κειμένου της σύμβασης. Η λογική και κοινή λογική υπαγορεύουν ότι πρέπει να αποδοθεί τέτοια ερμηνεία στις λέξεις της σύμβασης που να φανερώνουν την πραγματική πρόθεση του συμβαλλόμενου μέρους." Για τον καθορισμό των δικαιωμάτων και ευθυνών των μερών σημασία έχει η πρόθεση των μερών κατά τη σύναψη της συμφωνίας. Αυτοί οι κανόνες επεξηγήθηκαν με σαφήνεια από τον Δικαστή κ. Π. Καλλή στην απόφαση Μετάλλικα Ηρακλής Μιχαηλίδης Λτδ. ν G&C Exhaust Systems Ltd.[5] στο ακόλουθο απόσπασμα: 'Σύμφωνα με τους ερμηνευτικούς κανόνες μία σύμβαση πρέπει να ερμηνεύεται σύμφωνα με το λεκτικό της και με τρόπο που θα πραγματοποιείται η πρόθεση των μερών, όπως αυτή συνάγεται από το σύνολο της σύμβασης... Αν οι πρόνοιες μίας συμφωνίας εκφράζονται με σαφήνεια και δεν υπάρχει τίποτα που καθιστά ικανό το Δικαστήριο να το ερμηνεύσει με τρόπο διαφορετικό από εκείνο που επιτρέπεται από το λεκτικό του, χωρίς αμφιβολία πρέπει να επικρατήσει το λεκτικό. Αν όμως οι πρόνοιες και οι φράσεις είναι αντιφατικές και αν υπάρχουν λόγοι οι οποίοι φαίνονται στην όψη του εγγράφου οι οποίοι προσφέρουν απόδειξη της πραγματικής πρόθεσης των μερών, τότε εκείνη η πρόθεση θα επικρατήσει έναντι της φανερής και συνήθους έννοιας των λέξεων.' Δεν είναι γνωστό ποια είναι η πρόθεση των μερών αφού οι ενάγοντες δεν προσκόμισαν αξιόπιστη μαρτυρία για αποδείξουν ότι το τεκμήριο 9 δεν είναι εξοφλητική απόδειξη της οφειλής των εναγομένων. Υπάρχουν στοιχεία που δείχνουν ότι οι ενάγοντες δεν συνέταξαν το τεκμήριο 9 με σκοπό να διαγράψουν την οφειλή των εναγομένων. Τον Φεβρουάριο 2005 εξασφάλισαν απόφαση εναντίον της εναγομένης 1 στα πλαίσια της αγωγής. Οι εναγόμενοι 2 και 3 απέρριψαν τη διαδικασία τριτοδιάδικου εναντίον του Μιχάλη Αβραάμ και καταδικάστηκαν και στα έξοδα της διαδικασίας τριτοδιάδικου τον Νοέμβριο
- Η αξίωση των εναγομένων βασίζεται σε συμφωνία ενοικιαγοράς. Δηλαδή, η εναγομένη 1 πλήρωνε ενοίκιο για την κατοχή και χρήση των αντικειμένων ενοικιαγοράς με δικαίωμα όπως αποκτήσει τα αντικείμενα ενοικιαγοράς κατά τη λήξη της συμβατικής περιόδου. Επομένως, η δήλωση που καταγράφεται στο τέλος του τεκμήριου 9 ότι οι ενάγοντες δεν έχουν άλλη απαίτηση αναφορικά με τα αντικείμενα ενοικιαγοράς θα μπορούσε να ερμηνευθεί ως απόδειξη εξόφλησης της οφειλής εάν επικρατήσει η φυσική και κανονική ερμηνεία των λέξεων της τελευταίας πρότασης. Οι ενάγοντες όφειλαν να αποδείξουν την απαίτηση τους και ότι οφείλεται συγκεκριμένο υπόλοιπο. Δεν προσκόμισαν μαρτυρία για να αποδείξουν τα πραγματικά γεγονότα που πλαισιώνουν τη σύνταξη και υπογραφή του τεκμηρίου
- Η μαρτυρία του ΜΕ1 δεν έχει διαφωτίσει το Δικαστήριο για την πρόθεση των μερών κατά τη σύνταξη του τεκμηρίου
- Θα πρέπει να επικρατήσει η ερμηνεία των λέξεων που καταγράφονται στο τεκμήριο 9 ως κείμενο στο σύνολο του. Αφού διάβασα το τεκμήριο 9 ως κείμενο στο σύνολο του δεν μπορούσα να καταλήξω σε συμπέρασμα ότι έχει εξοφληθεί όλη η απαίτηση των εναγόντων εναντίον της εναγομένης
- Στην αρχή του κειμένου υπάρχει αναφορά ότι έχει πληρωθεί ποσό έναντι του υπολοίπου. Μετά καταγράφεται ότι έχει πληρωθεί το ποσό των ΛΚ1500.00 έναντι του συμβολαίου ενοικιαγοράς που αφορά την παρούσα αγωγή. Στο τέλος υπάρχει δήλωση ότι η τράπεζα δεν έχει άλλη απαίτηση σε σχέση με τα αντικείμενα ενοικιαγοράς. Όμως δεν υπάρχει δήλωση ότι υπάρχει πλήρη εξόφληση του οφειλόμενου ποσού. Με δεδομένο ότι η τράπεζα προχώρησε και εξασφάλισε δικαστική απόφαση εναντίον της εναγομένης 1 μετά την σύνταξη του τεκμηρίου 9 σε συνδυασμό με την κατάσταση λογαριασμού που κατέθεσε ο ΜΕ1, και που δείχνει ότι η τράπεζα στα βιβλία της θεωρούσε ότι ακόμη οφείλετο υπόλοιπο ποσό από τους εναγόμενους, θεωρώ ότι το τεκμήριο 9 από μόνο του δεν αποδεικνύει ότι η τράπεζα έχει απαλλάξει την εναγομένη 1 από το χρέος. Εφόσον δεν υπάρχει απαλλαγή της εναγομένης 1 δεν απαλλάσσεται ούτε ο εγγυητής, εναγόμενος
- Ο ΜΕ1 κατέθεσε λεπτομερή κατάσταση λογαριασμού (τεκμήριο 12) που δείχνει πώς προκύπτει το υπόλοιπο. Στο τεκμήριο 12 υπάρχει καταγραφή όλων των πιστώσεων και των χρεώσεων του λογαριασμού. Ο ΜΕ1 εξήγησε ότι η πληρωμή του ποσού των ΛΚ1500 καταβλήθηκε πρώτα έναντι των οφειλομένων τόκων ύψους ΛΚ493.26 και μετά έναντι του οφειλομένου κεφαλαίου. Το συμβόλαιο τερματίσθηκε στις 13.6.2002 και χρεώθηκε νόμιμος τόκος επί του οφειλόμενου ποσού από την ημέρα τερματισμού του συμβολαίου. Οι ενάγοντες έχουν αποδείξει ακριβώς πώς προκύπτει το ολικό οφειλόμενο ποσό. Κατά πόσο θα πρέπει να απαλλαγεί ο εγγυητής λόγω αμέλειας ή κακού χειρισμού των αντικειμένων από ενάγοντες Υπάρχει μαρτυρία που δείχνει ότι οι ενάγοντες δεν επέδειξαν μεγάλη σπουδή στη διεκδίκηση των αντικειμένων ενοικιαγοράς. Οι ενάγοντες καθυστέρησαν να διεκδικήσουν τα αντικείμενα ενοικιαγοράς μετά τον τερματισμό της συμφωνίας και έδωσαν χρόνο στο διαχειριστή να πληρώσει το χρέος. Δεν φαίνεται να ενημερώθηκαν οι εγγυητές όταν πραγματοποιήθηκε η πώληση των αντικειμένων. Δεν μπορούσα να καταλήξω σε ασφαλή συμπέρασμα κατά πόσο τα αντικείμενα πωλήθηκαν κατόπιν εξουσιοδότησης της ενάγουσας. Όμως σε κάποιο στάδιο οι ενάγοντες έλαβαν γνώση της πώλησης και αποδέχθηκαν ποσό χρημάτων έναντι του οφειλόμενου ποσού για να αποδεσμεύσουν τα αντικείμενα. Το άρθρο 97 του περί Συμβάσεων Νόμου προνοεί ότι στην περίπτωση που ο πιστωτής τελέσει πράξη ασυμβίβαστη με τα δικαιώματα του εγγυητή, ή παραλείψει να τελέσει πράξη η οποία επιβάλλεται από τις υποχρεώσεις του προς τον εγγυητή, και συνέπεια αυτού παραβλάπτεται η τελική ικανοποίηση του ιδίου του εγγυητή από τον πρωτοφειλέτη, ο εγγυητής απαλλάσσεται. Μη σωστό χειρισμό των αντικειμένων ενοικιαγοράς θα μπορούσε να αποτελέσει πράξη ασυμβίβαστη με τα δικαιώματα του εγγυητή. Με βάση τις αρχές της επιείκειας το δικαστήριο δύναται να παρέμβει και να απαλλάξει τον εγγυητή των υποχρεώσεων του εάν ο πιστωτής δεν ενεργήσει επιμελώς αναφορικά με εξασφαλίσεις που έχουν δοθεί έναντι του χρέους. Στην Αγγλική υπόθεση Mutual Loan Association v Sullow
(1858)5 C.B. 448, το Δικαστήριο απάλλαξε τους εγγυητές αναφορικά με την αξία των εξασφαλίσεων που δόθηκαν για το χρέος όταν αποδείχθηκε ότι πιστωτής ενήργησε κακόβουλα και πώλησε τις εξασφαλίσεις για ποσό πολύ χαμηλότερο της αξίας τους. Ο πιστωτής οφείλει να ενεργήσει ορθά αναφορικά με δοθείσες εξασφαλίσεις αλλά αυτό το καθήκον δεν έχει επεκταθεί σε γενικό καθήκον να ενεργήσει επιμελώς σε σχέση με δοθείσες εξασφαλίσεις ως αυτό το καθήκον προκύπτει με βάση τον περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου. Τέτοια ευρεία και γενική προσέγγιση στο καθήκον του πιστωτή να επενεργεί επιμελώς κατά τον χειρισμό τέτοιων εξασφαλίσεων έχει απορριφθεί από το Privy Council στην Αγγλική υπόθεση China and South Sea Bank Ltd. v Tan Soon Gin
(1990)1 A.C. 536. Το Δικαστήριο μπορεί να παρέμβει μόνο στην περίπτωση που οι εξασφαλίσεις έχουν χαθεί ή παραδοθεί, ή η κατάσταση των εξασφαλίσεων έχει αλλοιωθεί ανεπανόρθωτα, ως συνέπεια των ενεργειών και/ή πράξεων του πιστωτή. Σε άλλες περιπτώσεις ο πιστωτής είναι ελεύθερος να ενεργήσει με τρόπο που εξασφαλίζει καλύτερα το συμφέρον του πιστωτή. Στην Αγγλική υπόθεση Taylor v Bank of New South Wales
(1886)11 App. Cas. 596, ο πρωτοφειλέτης υποθήκευσε τη φάρμα του και τις μετοχές του προς όφελος της τράπεζας. Για το χρέος αυτό υπήρχαν και προσωπικές εγγυήσεις. Όταν το χρέος δεν πληρώθηκε η τράπεζα συγκατατέθηκε στην πώληση μερικών μετοχών για την πληρωμή του χρέους. Αυτή η ενέργεια δεν απάλλαξε τους εγγυητές και θεωρήθηκε ότι ήταν αναμενόμενη ενέργεια εκ μέρους της τράπεζας για να εξασφαλίσει την πληρωμή του χρέους. Οι εγγυητές σίγουρα έπρεπε να αναμένουν τέτοια εξέλιξη των πραγμάτων αφού γι'αυτό δόθηκαν τέτοιες εξασφαλίσεις για το χρέος. Νοείται ότι εάν η τράπεζα συγκατατεθεί σε τέτοιες πωλήσεις όταν εν γνώσει της η πώληση πραγματοποιείται για ποσό πολύ μικρότερο από την αξία των εξασφαλίσεων δυνατόν αυτός να αποτελέσει λόγος για την απαλλαγή των εγγυητών για την πραγματική αξία των εξασφαλίσεων. Ο ΜΕ1 παραδέχθηκε ότι η τράπεζα έδωσε χρόνο στον διαχειριστή να πληρώσει το χρέος αλλά η παράταση χρόνου που δόθηκε δεν έγινε επίσημα. Στην ουσία η τράπεζα καθυστέρησε να καταχωρήσει την παρούσα αγωγή. Η τράπεζα έδωσε χρόνο για την αποπληρωμή του χρέους ανταποκρινόμενη στην υπόσχεση του διαχειριστή και των εγγυητών ότι θα εξοφλούσαν το χρέος. Παράλληλα απέστειλε επιστολή στους εναγόμενους ημερομηνίας 13.6.200 με την οποία τερμάτισε τη συμφωνία ενοικιαγοράς και ζήτησε επιστροφή των αντικειμένων. Είναι γεγονός ότι ο εναγόμενος 2 υπέβαλε προσφορά για την αγορά της επιχείρησης που περιλαμβάνει και την αγορά των αντικειμένων ενοικιαγοράς όμως δεν είναι γνωστές οι λεπτομέρειες αυτής της προσφοράς. Δεν είναι γνωστό κατά πόσο με την εν λόγω προσφορά θα υπήρχε πλήρη εξόφληση του χρέους. Ο εναγόμενος 2 δεν προσκόμισε μαρτυρία για να αποδείξει ότι εν τέλει τα αντικείμενα ενοικιαγοράς πωλήθηκαν σε αξία πολύ χαμηλότερη της πραγματικής τους αξίας. Ως ανέφερα πιο πάνω δεν προκύπτει από τη μαρτυρία των εναγόντων κατά πόσο υπήρχε εξουσιοδότηση και ή έγκριση της τράπεζας για την πώληση των αντικειμένων. Από τη μαρτυρία των εναγόντων δεν προκύπτει ούτε και το αντίθετο ότι η τράπεζα βρέθηκε προ τετελεσμένου γεγονότος με την πώληση των αντικειμένων. Αλλά ο εναγόμενος 2 ισχυρίσθηκε στη μαρτυρία του ότι η πώληση πραγματοποιήθηκε χωρίς ο διαχειριστής να πάρει έγκριση από τους ενάγοντες. Εάν όντως έτσι έχουν τα πράγματα πώς μπορεί να ευθύνεται η τράπεζα για πράξεις του διαχειριστή για τις οποίες δεν ήταν ενήμερη. Η τράπεζα ζήτησε την επιστροφή των αντικειμένων με επιστολή ημερομηνίας 7 Μαΐου 2003 και ήγειρε αγωγή εναντίον της εναγομένης στην οποία μεταξύ άλλων διεκδικούσε διάταγμα δικαστηρίου για την επιστροφή των αντικειμένων. Επομένως, εάν επηρεάσθηκε η δυνατότητα του εγγυητή να στραφεί εναντίον της εναγομένης 1 αυτό δεν οφείλεται σε πράξεις τις ενάγουσας. Εν πάση περιπτώσει ο εναγόμενος 2 δεν έχει αποδείξει τέτοια ζημιά διότι η τράπεζα είχε το δικαίωμα να ρευστοποιήσει τα αντικείμενα για να εξοφληθεί το υπόλοιπο οφειλόμενο, και δεν έχει δοθεί μαρτυρία ότι η εν λόγω πώληση δεν ήταν για την πραγματική αξία των αντικειμένων ή ότι υπήρξε πολύ καλύτερη προσφορά για την πώληση των αντικειμένων. Σημειώνεται επίσης ότι ο εναγόμενος 2 έχει εγκαταλείψει τη διαδικασία τριτοδιάδικου στην οποία ισχυρίζεται ότι ο διαχειριστής προχώρησε στην πώληση των αντικειμένων με αποτέλεσμα να του προκαλέσει ζημιά. Ο εναγόμενος 2 δεν έχει αποδείξει ότι η συναλλαγή του Μιχάλη Αβραάμ ήταν άδικη και αυθαίρετη σε σχέση με την πώληση των αντικειμένων και επομένως δεν μπορεί να στοιχειοθετηθεί η θέση του εναγόμενου 2 ότι η τράπεζα διέπραξε κάτι το ασυμβίβαστο με τα δικαιώματα του ως εγγυητή. Αναφορικά με την καθυστέρηση στην πώληση των αντικειμένων σημειώνεται ότι και ο εναγόμενος 2 ζήτησε χρόνο από την ενάγουσα εταιρεία διά να εξοφληθεί το χρέος. Επομένως, δεν μπορεί τώρα αυτό να προβάλλεται ως επιχείρημα για να απαλλαγεί ο εναγόμενος 2 των ευθυνών του ως εγγυητής. Για όλους τους πιο πάνω λόγους καταλήγω στο συμπέρασμα ότι η ενάγουσα ουδέποτε απάλλαξε την εναγομένη 1 της οφειλής της για το χρέος και επίσης θεωρώ ότι δεν έχει αποδειχθεί ότι οι ενάγοντες έχουν ενεργήσει με τρόπο μεμπτό με αποτέλεσμα ο εναγόμενος 2 λόγω των ενεργειών της τράπεζας να μην μπορεί να ικανοποιηθεί έναντι της εναγομένης 1. Εκδίδεται απόφαση υπέρ της ενάγουσας και εναντίον του εναγόμενου 2 αλληλέγγυα και/ή κεχωρισμένα με τους εναγόμενους εναντίον των οποίων έχει ήδη εκδοθεί απόφαση για το ποσό των €2071.88 (ευρώ) πλέον τόκο 8% από 22/7/04 μέχρι 14/10/08 και τόκο 5.5% από 15/10/08 μέχρι εξοφλήσεως. Τα έξοδα της αγωγής επιδικάζονται εναντίον του εναγόμενου όπως αυτά υπολογισθούν από τον πρωτοκολλητή. Ν. Ταλαρίδου-Κοντοπούλου Επαρχιακός Δικαστής Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1] 1 ΑΑΔ
(1999)σελ. 630 [2] 1 ΑΑΔ
(2001)2126 [3] 1 ΑΑΔ
(1993)σελ. 397 [4] 1 ΑΑΔ
(1993)σελ. 168 [5] 1 ΑΑΔ
(2001)σελ. 500 cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο