Κ. Π. Ιωάννου Λίμιτεδ ν. Συμβουλίου Κεντρικού Σφαγείου Κοφίνου, Αρ. Αγωγής: 2109/03, 20 Aπριλίου, 2011 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2011:A156 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Α. Ρ. Λιάτσου, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 2109/03 Μεταξύ: Κ. Π. Ιωάννου Λίμιτεδ Εναγόντων και Συμβουλίου Κεντρικού Σφαγείου Κοφίνου Εναγομένων ----------------- 20 Aπριλίου,
- Για τους ενάγοντες: κ. Θ. Κορφιώτης Για τους εναγόμενους: κ. Κ. Μιχαηλίδης Α Π Ο Φ Α Σ Η Α. ΕΙΣΑΓΩΓΗ - ΑΔΙΑΜΦΙΣΒΗΤΗΤΑ ΓΕΓΟΝΟΤΑ. Η ενάγουσα εταιρεία ασχολείτο, κατά πάντα ουσιώδη για την αγωγή χρόνο, μεταξύ άλλων και με την πώληση και εμπορία φορτηγών οχημάτων, ψυκτικών θαλάμων και άλλων συναφών μηχανημάτων. Εναγόμενο είναι το Κεντρικό Σφαγείο Κοφίνου, μέσω του Συμβουλίου του, νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου, το οποίο ιδρύθηκε με βάση τον περί Σφαγείων Νόμο, Ν.69/
- Έχει ως βασικό σκοπό ύπαρξής του τη σφαγή ζώων στο Σφαγείο Κοφίνου και τη μεταφορά των σφαγίων στους διάφορους πελάτες, κρεοπώλες. Η επαναπροκήρυξη από τους εναγόμενους, κατά ή περί την 17.11.1987, προσφοράς για την προμήθεια δώδεκα οχημάτων-ψυγείων, ήταν η απαρχή του κύκλου των γεγονότων που συνθέτουν το υπόβαθρο στήριξης της επίδικης διαφοράς. Εύκολα γίνεται αντιληπτό ότι από τη χρονική αυτή στιγμή μέχρι και της μέρας καταχώρησης της υπό κρίση αγωγής, 18.2.2003, μεσολάβησε σημαντικός χρόνος, δεκαπέντε περίπου έτη. Μέχρι δε της έναρξης της ακροαματικής διαδικασίας, το χρονικό αυτό διάστημα επεκτάθηκε στα είκοσι. Η καθυστέρηση που παρατηρήθηκε δεν είναι χωρίς σημασία. Αποτελεί, από μόνη της, επίδικο θέμα. Καταγράφεται, συνοπτικά στο παρόν σημείο, ζήτημα το οποίο θα αναλυθεί σε κατοπινό στάδιο της απόφασης, ότι η πλευρά των εναγομένων θέτει πως λόγω της μεγάλης και, ως ισχυρίζεται, αδικαιολόγητης καθυστέρησης στην καταχώρηση της αγωγής, τα δικαιώματά της έχουν επηρεαστεί καίρια, καθότι δεν τους ήταν δυνατό να τύχουν ακριβοδίκαιης δίκης και ή να δυνηθούν να αποδείξουν την υπεράσπισή τους. Προέχει η αποτύπωση της βάσης αγωγής των εναγόντων, όπως αυτή προβάλλει μέσα από τις δικογραφημένες τους θέσεις, η αναφορά των θέσεων υπεράσπισης των εναγομένων, η παράθεση της μαρτυρίας και οι εισηγήσεις των ευπαίδευτων συνηγόρων. Το Δικαστήριο θα επιχειρήσει να μεταφέρει λιτά τις εκατέρωθεν θέσεις και να απλοποιήσει την έκθεση των επίδικων θεμάτων, αναγνωρίζοντας το δύσκολο του εγχειρήματος αυτού, δεδομένου ότι τα δικόγραφα καταλαμβάνουν συνολική έκταση εβδομήντα περίπου σελίδων, η προσφερθείσα μαρτυρία ήταν ιδιαίτερα εκτεταμένη, κάλυψε μεγάλο αριθμό δικασίμων και περιλαμβάνει εκατοντάδες τεκμήρια, οι δε αγορεύσεις ήταν εκτενείς και διεξοδικές. Β. Η ΑΞΙΩΣΗ. Είναι η δικογραφημένη θέση των εναγόντων ότι κατά ή περί την 26.2.1988 υπέβαλαν προς τους εναγόμενους προσφορά για προμήθεια δώδεκα οχημάτων-ψυγείων. Η συνολική τιμή της ανήλθε στις Λ.Κ.295.
- Κατά ή περί την 3.6.1988 οι εναγόμενοι τους πληροφόρησαν ότι η προσφορά έγινε αποδεκτή υπό την προϋπόθεση ότι θα τηρούντο όλοι οι όροι, πρόνοιες και προδιαγραφές της. Η τελική παραγγελία ήταν για εννέα οχήματα-ψυγεία 16 τόνων (τα οποία θα αναφέρονται στη συνέχεια ως τα μεγάλα οχήματα) και άλλα τρία 9/11 τόνων (τα οποία θα αναφέρονται στη συνέχεια ως τα μικρά οχήματα), η δε συνολική τιμή ανήλθε στις Λ.Κ.320.
- Λίγες μέρες αργότερα, την 17.6.1988, οι εναγόμενοι κατέβαλαν στους ενάγοντες το ποσό των Λ.Κ.16.000, ως προκαταβολή, όπως σχετικά προνοούσαν οι όροι της προσφοράς. Κατά ή περί την 9.3.1989, τα μεγάλα οχήματα, αφού επιθεωρήθηκαν και εγκρίθηκαν από τις αρμόδιες αρχές της Κυπριακής Δημοκρατίας, ενεγράφησαν επ΄ ονόματι των εναγομένων και εκδόθηκαν τα σχετικά πιστοποιητικά εγγραφής τους. Αμέσως μετά, οι ενάγοντες παρέδωσαν ένα από τα μεγάλα οχήματα στους εναγόμενους, προκειμένου να διεξαχθεί έλεγχος εκ μέρους τους για την καταλληλότητά του. Εκπρόσωποι των τελευταίων αρνήθηκαν να παραλάβουν τα μεγάλα οχήματα, υποδεικνύοντας αριθμό ισχυριζόμενων προβλημάτων που παρουσιάζονταν στο όχημα, με πιο σημαντικό το πρόβλημα της κατανομής του βάρους του φορτίου. Οι ενάγοντες θέτουν ότι δεν υπήρχε οποιοδήποτε πρόβλημα καταλληλότητας των οχημάτων αυτών. Ισχυρίζονται περαιτέρω ότι ήταν η λανθασμένη και η μη κατάλληλη φόρτωση του φορτίου των σφαγίων εκ μέρους των εναγομένων που δημιουργούσε πρόβλημα στην κατανομή του βάρους. Συνεπώς, και επικαλούμενοι αντισυμβατική συμπεριφορά των εναγομένων στην άρνησή τους να παραλάβουν τα μεγάλα οχήματα, διεκδικούν αποζημιώσεις, στηριζόμενοι σε πολλαπλές βάσεις δικογράφησης, στις οποίες το Δικαστήριο θα αναφερθεί σε κατοπινό στάδιο της απόφασης. Γ. Η ΥΠΕΡΑΣΠΙΣΗ. Οι εναγόμενοι - πέραν μιας σειράς αναφορών τους στην έκθεση υπεράσπισής τους περί αδυναμίας τους, ελλείψει στοιχείων, ως αποτέλεσμα της παρόδου μεγάλου χρονικού διαστήματος, να ελέγξουν τους ισχυρισμούς των εναγόντων - θέτουν ως βασική θέση υπεράσπισής τους ότι οι προσφοροδότες-ενάγοντες δεν συμμορφώθηκαν προς τους ουσιώδεις όρους των εγγράφων και της διακήρυξης της προσφοράς. Ισχυρίζονται πιο συγκεκριμένα, ότι, κατά παράβαση των συμφωνηθέντων, καθυστέρησε η παράδοση των οχημάτων, ότι η συναρμολόγησή τους έγινε στην Κύπρο, ότι δεν εξασφαλίστηκαν πιστοποιητικά καταλληλότητάς τους, γνωστά ως ΑΤΡ, για κάθε όχημα και ότι τα οχήματα δεν ήταν αποδεκτής ποιότητας και κατάλληλα για τους σκοπούς για τους οποίους προορίζονταν. Θέτουν περαιτέρω ότι οι ενάγοντες παραδέχθηκαν ότι τα οχήματα δεν ανταποκρίνονταν προς τις προδιαγραφές και τους όρους των προσφορών και προσπάθησαν με διάφορες μετατροπές να επιλύσουν τα προβλήματα. Η προσπάθειά τους απέτυχε και ως αποτέλεσμα οι εναγόμενοι αρνήθηκαν να παραλάβουν τα μεγάλα οχήματα, λόγω της ακαταλληλότητάς τους. Είναι η τελική θέση των εναγομένων ότι ουδεμία αντισυμβατική συμπεριφορά επέδειξαν και, συνακόλουθα, οι ενάγοντες δεν δικαιούνται σε οποιεσδήποτε αποζημιώσεις. Επικουρικά, αρνούνται ότι οι ενάγοντες υπέστησαν τις δικογραφημένες ή οποιεσδήποτε ζημιές και αξιούν την απόρριψη της αγωγής με έξοδα εις βάρος τους. Δ. Η ΜΑΡΤΥΡΙΑ. Προς απόδειξη της υπόθεσής της η πλευρά των εναγόντων παρουσίασε τη μαρτυρία του διευθύνοντα συμβούλου και κύριου μέτοχού της Κυριάκου Ιωάννου, ΜΕ1, του μηχανολόγου αυτοκινήτων Άλκη Λογγίνου, ΜΕ2, του μηχανολόγου-μηχανικού Ανδρέα Πίττα, ΜΕ3, του υπαλλήλου της Τράπεζας Κύπρου Χριστόδουλου Παπαλαμπριανού, ΜΕ4, και του Παύλου Ιωάννου, ΜΕ5, υιού του ΜΕ1 και υπαλλήλου των εναγόντων. Για τους εναγόμενους κατέθεσαν ο εκτελών καθήκοντα Γενικού Διευθυντή τους Στέλιος Γεωργιάδης, ΜΥ1, και ο πρώην δήμαρχος Λευκωσίας - και υπό την ιδιότητά του αυτή Πρόεδρος των εναγομένων μέχρι και το 2001 - Λέλλος Δημητριάδης, ΜΥ
- Στο παρόν στάδιο κρίνεται ικανοποιητική, για σκοπούς παρακολούθησης της υπόθεσης, παράθεση σύνοψης και μόνο της μαρτυρίας. Τα βασικά της μέρη, αναλόγως του θέματος που καλύπτουν, θα ενσωματωθούν στα εξεταζόμενα στη συνέχεια επίδικα κεφάλαια. Ο ΜΕ1, με παραπομπή στα ενώπιον του Δικαστηρίου κατατεθέντα τεκμήρια, και ιδίως στην αλληλογραφία που είχαν κατά τον επίδικο χρόνο τα αντίδικα μέρη, παρέθεσε το ιστορικό της προκήρυξης της υπό αναφορά προσφοράς και την όλη εξέλιξη των μεταξύ των μερών σχέσεων, μέχρι τη στιγμή της απόρριψης από τους εναγόμενους των μεγάλων οχημάτων. Ήταν η βασική του θέση πως η ενάγουσα εταιρεία τήρησε την κάθε προδιαγραφή της προσφοράς, με αποτέλεσμα τα μεγάλα οχήματα να ήταν καθόλα κατάλληλα. Συμφώνησε ότι οι εναγόμενοι προέβαλαν κατ΄ επανάλειψη τη θέση ότι τα οχήματα αυτά παρουσίαζαν διάφορα προβλήματα, με πιο ουσιαστικό το ισχυριζόμενο υπέρβαρο του οπίσθιου άξονα και της έλλειψης ασφάλειας κατά την οδήγηση. Επέμενε όμως ότι ήταν ο λανθασμένος τρόπος φόρτωση των σφαγίων εκ μέρους των υπαλλήλων των εναγομένων που οδηγούσε στην υπερφόρτωση του οπίσθιου άξονα και δημιουργούσε το πρόβλημα της ανασφαλούς οδήγησης των οχημάτων. Η δεύτερη παράμετρος της μαρτυρίας του κινήθηκε γύρω από το ζήτημα των προσπαθειών που κατέβαλε να περιορίσει τις ζημιές της ενάγουσας, όταν οι εναγόμενοι απέρριψαν τα εννέα μεγάλα οχήματα. Με λεπτομερή παράθεση των σχετικών γεγονότων και με παρουσίαση μεγάλου αριθμού αποδείξεων επιχείρησε να τεκμηριώσει το ύψος της απώλειας. Η μαρτυρία του κινήθηκε γύρω από τη θέση ότι για σειρά ετών, μέχρι και το 1994, και προβαίνοντας σε εκτεταμένες μετατροπές επί των επίδικων οχημάτων - μεταξύ των οποίων το διαχωρισμό τους σε πλαίσιο, ψυκτικό μηχανισμό και ψυκτικό θάλαμο - κατέστησε δυνατή την πώλησή τους σε διάφορα φυσικά και νομικά πρόσωπα, επιτυγχάνοντας έτσι να περιορίσει τις ζημιές. Παρεμβάλλω ότι στο κατάλληλο στάδιο, αυτό της εξέτασης των αποζημιώσεων, το Δικαστήριο θα αναφερθεί εκτεταμένα στον τρόπο υπολογισμού των ζημιών από τους ενάγοντες και στη μαρτυρία που παρουσίασαν προς αυτή την κατεύθυνση. Η μαρτυρία του ΜΕ2 προσφέρθηκε προκειμένου να παρουσιάσει το περιεχόμενο έκθεσής του, Τεκμ. 144, σχετικής με δοκιμαστική οδήγηση ενός εκ των μεγάλων οχημάτων, η οποία έλαβε χώρα στις 29.5.1989, στην παρουσία και υπαλλήλων των εναγομένων. Του είχε ζητήσει προηγουμένως ο ΜΕ1 να προσφέρει τις υπηρεσίες του, εξηγώντας του ότι οι εναγόμενοι προέβαλλαν ισχυρισμούς περί ύπαρξης προβλημάτων στην κατανομή του βάρους στους δύο άξονες και στη συμπεριφορά του οχήματος στο δρόμο, όταν αυτό ήταν φορτωμένο. Σύμφωνα με την έκθεσή του o ίδιος έλεγξε την οδική συμπεριφορά του εν λόγω οχήματος, το οποίο ήταν ήδη φορτωμένο όταν ο μάρτυρας αφίχθηκε στις εγκαταστάσεις του Κεντρικού Σφαγείου στην Κοφίνου, οδηγώντας το τρεις συνεχόμενες φορές. Σε κάθε περίπτωση είχε διαφορετικά πρόσωπα ως συνοδηγούς. Δεν εντόπισε να προκαλούνται οποιοιδήποτε κραδασμοί, πλην των συνηθισμένων αναταράξεων της καμπίνας οδηγού, οι οποίες παρατηρούνται σε όλα τα μεγάλα οχήματα λόγω της αντίστασης του αέρος. Ήταν η γνώμη του πως τα επίδικα οχήματα ήταν απόλυτα ασφαλή για οδήγηση σε οποιοδήποτε δρόμο. Επεσήμανε όμως ότι, ασχέτως με το πόσο ασφαλές είναι ένα φορτηγό όχημα, θα πρέπει ο οδηγός του να είναι έμπειρος και να λαμβάνεται σοβαρά υπόψη η ορθή κατανομή του φορτίου. Η μαρτυρία του ΜΕ3 κινήθηκε γύρω από τον ορθό τρόπο φόρτωσης οχήματος, τον οποίο καθόρισε ως σημαντικό παράγοντα για την ασφάλεια και λειτουργικότητα οποιωνδήποτε μέσων μεταφοράς, την υπερφόρτωση των αξόνων και την αξιολόγηση προσφορών. Επεκτείνοντας, κατέθεσε ότι η ορθή φόρτωση σχετίζεται άμεσα με την οδική συμπεριφορά του οχήματος, εφόσον η υπερφόρτωση κάποιου από τους άξονες ή η απότομη μετατόπιση φορτίου, επηρεάζουν την ασφαλή οδήγηση. Αναφερόμενος ιδιαίτερα στα φορτηγά οχήματα, τόνισε ότι αυτά λόγω του ύψους, του βάρους και γενικά των μηχανικών τους χαρακτηριστικών, παρουσιάζουν περισσότερες κλίσεις κατά τις στροφές, λιγότερη δυνατότητα αύξησης ή μείωσης της ταχύτητας και μειωμένη ποιότητα κύλισης. Επεξήγησε περαιτέρω ότι η υπερφόρτωση οποιουδήποτε άξονα δεν προϋποθέτει απαραίτητα φόρτωση του οχήματος πέραν του μέγιστου επιτρεπόμενου φορτίου, καθότι, ακόμη και με λιγότερο φορτίο, μπορεί να προκύψει υπερφόρτωση άξονα λόγω λανθασμένης τοποθέτησης του βάρους σε ένα από τους δύο άξονες. Τέλος, και από την εμπειρία του ως μέλος της Τεχνικής Επιτροπής του Κεντρικού Συμβουλίου Προσφορών, κατέθεσε ότι είναι αδιανόητο αυτός που ζητά να προμηθευτεί οχήματα να αναμένει την άφιξή τους στην Κύπρο, προκειμένου να προβεί σε δοκιμαστικές ζυγίσεις για να διαπιστώσει αν αυτά μεταφέρουν το μέγιστο επιθυμητό φορτίο, αντί να προβεί στους αναγκαίους υπολογισμούς κατά το στάδιο της αξιολόγησης της προσφοράς. Με τη μαρτυρία των δύο τελευταίων μαρτύρων που παρουσίασαν, των ΜΕ4 και ΜΕ5, οι ενάγοντες στόχευαν στην απόδειξη του μέρους των αξιούμενων ζημιών που περιστρέφεται γύρω από τις χρεώσεις της Τράπεζας Κύπρου και των οφειλόμενων τόκων, ως αποτέλεσμα των πιστώσεων που δημιουργήθηκαν, προκειμένου οι ενάγοντες να συμμορφωθούν με τους όρους της προσφοράς. Σκόπευαν, περαιτέρω, στην τεκμηρίωση των επιπτώσεων που υπέστησαν από τη μη αποπληρωμή εκ μέρους τους των πιστωτικών διευκολύνσεων που έλαβαν, λόγω της άρνησης των εναγομένων να παραλάβουν τα μεγάλα οχήματα και της μη καταβολής του τιμήματος αγοράς τους. Το τμήμα αυτό της μαρτυρίας θα απασχολήσει αναλυτικότερα το Δικαστήριο κατά την εξέταση του κεφαλαίου των αποζημιώσεων. Η εκ μέρους των εναγομένων προώθηση της βασικής τους θέσης πως το διάστημα που μεσολάβησε μεταξύ των ουσιαστικών για την υπόθεση γεγονότων και της καταχώρησης της αγωγής είχε καταλυτική επίδραση στην παρουσίαση της υπεράσπισής τους, είχε αντίκτυπο και στο ίδιο το περιεχόμενο της μαρτυρίας που πρόσφεραν στο Δικαστήριο. Καθότι, αυτό που έντονα αναδύεται μέσα από τις καταθέσεις και των δύο μαρτύρων υπεράσπισης είναι η προβαλλόμενη άγνοιά τους και η αδυναμία ανάκλησης, λόγω παρόδου του χρόνου, των επίδικων γεγονότων. Πιο συγκεκριμένα: Ο ΜΥ1 δεν είχε οποιαδήποτε ανάμειξη με τα επίδικα θέματα, αφού αυτά έλαβαν χώρα προτού ο ίδιος αναλάβει καθήκοντα Γενικού Διευθυντή των εναγομένων. Κατονόμασε στη μαρτυρία του τα πρόσωπα τα οποία κατά το χρόνο υποβολής της προσφοράς ήταν οι αρμόδιοι υπάλληλοι των εναγομένων και τα οποία είχαν άμεση σχέση, τόσο με την εξέταση της προσφοράς, όσο και με τα γεγονότα που ακολούθησαν μέχρι και την απόρριψη των μεγάλων οχημάτων. Επεξήγησε δε τους λόγους για τους οποίους τα πρόσωπα αυτά δεν βρίσκονται πλέον στην υπηρεσία των εναγομένων. Βασικά, είτε λόγω αφυπηρέτησής τους, είτε επειδή τέθηκαν σε διαθεσιμότητα για διάφορες αιτίες. Ισχυρίστηκε αδυναμία εντοπισμού τους, απροθυμία τους να καταθέσουν ενώπιον του Δικαστήριο και, περαιτέρω, απώλεια όγκου εγγράφων σχετικών με την υπόθεση. Το υπόλοιπο μέρος της κατάθεσής του εξαντλείται στη χρονική παράθεση των σχετικών με την υπόθεση γεγονότων, όπως αυτά προβάλλουν μέσα από τα ενώπιον του Δικαστηρίου κατατεθέντα τεκμήρια, με επίκεντρο τη μεταξύ των διαδίκων ανταλλαγείσα αλληλογραφία. Πέραν της γενικής του θέσης ότι λόγω της παρέλευσης του χρόνου τού ήταν αδύνατο να θυμηθεί λεπτομέρειες και να διαφωτίσει επαρκώς το Δικαστήριο, ο ΜΥ2 κατέθεσε ότι ο προσφοροδότης - οι ενάγοντες - δεν τήρησε τις προδιαγραφές και τη μεταξύ τους συμφωνία, αφού, αφενός, καθυστέρησε να παραδώσει τα οχήματα και, αφετέρου, αυτά αποδείχθηκε ότι ήταν ελαττωματικά σε σχέση με το βάρος του φορτίου και τη σταθερότητα στο δρόμο. Τόνισε ότι οι εναγόμενοι δεν είχαν οποιοδήποτε λόγο προβολής αδικαιολόγητων προσκομμάτων στην παραλαβή των μεγάλων οχημάτων, αφού τα είχαν άμεση ανάγκη. Ήταν η βασική του θέση ότι οι εναγόμενοι αρνήθηκαν να τα παραλάβουν διότι αυτά εξακολουθούσαν να ήταν ελαττωματικά, παρά τις ουσιαστικές τροποποιήσεις που οι ενάγοντες, με δική τους πρωτοβουλία, έκαναν. Καταλήγοντας, επαναβεβαίωσε ότι οι εναγόμενοι ενήργησαν με πολύ περίσκεψη, με πολύ καλή πίστη και με πρόθεση «πραγματικά να βοηθήσουμε όσο μπορούσαμε την κατάσταση. Δυστυχώς η Ενάγουσα δεν αφήκε εις το Συμβούλιον τότε άλλη επιλογή». Ε. ΟΙ ΑΓΟΡΕΥΣΕΙΣ. Με εκτεταμένες, εμπεριστατωμένες και πολυεπίπεδες αγορεύσεις, οι ευπαίδευτοι συνήγοροι υποστήριξαν τις θέσεις τους. Με ενδελεχή αναφορά στη νομική διάσταση των ζητημάτων, ιδιαίτερη έμφαση έδωσαν στην ανάλυση της αδυναμίας διεξαγωγής δίκαιης δίκης, ως αποτέλεσμα της τεθείσας αργοπορίας στην καταχώρηση της αγωγής, της καθυστέρησης στο χρόνο παράδοσης, της καταλληλότητας των επίδικων εννέα μεγάλων οχημάτων και της απόρριψής τους. Επικέντρωσαν, περαιτέρω, την προσοχή τους στο θέμα της ύπαρξης ή μη ζημιών και του τρόπου υπολογισμού των τυχόν αποζημιώσεων. Παρέλκει, στο στάδιο αυτό της απόφασης, λεπτομερής παράθεση των ανάλογων θέσεων των συνηγόρων. Σε κατοπινό στάδιο, και κατά την εξέταση των σχετικών επίδικων θεμάτων, θα τεθούν, σε όση έκταση κριθεί επιβεβλημένο, οι προσεγγίσεις τους. ΣΤ. ΤΟ ΔΕΔΙΚΑΣΜΕΝΟ - Η ΚΑΘΥΣΤΕΡΗΣΗ ΣΤΗΝ ΚΑΤΑΧΩΡΗΣΗ ΤΗΣ ΑΓΩΓΗΣ. Προέχει, ως θέμα λογικής προτεραιότητας, η εξέταση της θέσης των εναγομένων περί ύπαρξης δεδικασμένου και περί αδυναμίας διεξαγωγής δίκαιης δίκης ως αποτέλεσμα υπέρμετρης καθυστέρησης στην καταχώρηση της αγωγής. α. Το δεδικασμένο. Έγινε, επιδερμική πρέπει να λεχθεί, επίκληση δεδικασμένου από τον ευπαίδευτο συνήγορο των εναγομένων κατά τη διάρκεια της ακροαματικής διαδικασίας. Στηρίχθηκε στο γεγονός ότι προηγήθηκε άλλη αγωγή μεταξύ των ιδίων διαδίκων, η αγωγή 11699/98 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας, Τεκμ.
- Ο γνωστός κανόνας του δεδικασμένου και η ανάγκη εφαρμογής του, επεξηγούνται, με αναφορά σε όλες τις σημαντικές διαχρονικά επί του θέματος αποφάσεις, από τον Ηλιάδη, Δ. στην σχετικά πρόσφατη απόφαση Ανδριανή Χαραλάμπους v. Μαρίας Χαραλάμπους,
(2008)ΑΑΔ 1298. Ο πιο πάνω κανόνας εδράζεται σε δύο αρχές: Του οφέλους του δημοσίου συμφέροντος από την τελεσίδικη εκδίκαση μιας διαφοράς και του αποκλεισμού της ενόχλησης οποιουδήποτε προσώπου δύο φορές για το ίδιο θέμα. Η εφαρμογή δε της αρχής του δεδικασμένου προϋποθέτει τελεσιδικία της απόφασης, ταύτιση διαδίκων και ταύτιση επίδικων θεμάτων. Ως θέμα γενικής πολιτικής του δικαίου η παράλειψη διαδίκου να εγείρει σε προηγούμενη δικαστική διαδικασία στα δικογραφήματά του ή την επιχειρηματολογία που ανέπτυξε ή να προσκομίσει μαρτυρία αναφορικά με οτιδήποτε θα μπορούσε να στηρίξει την υπόθεση ή υπεράσπιση του, δε δικαιολογεί ούτε επιτρέπει νέο δικαστικό αγώνα με αντικείμενο ό,τι παραλείφθηκε. Αυτό θα σήμαινε την τμηματική εκδίκαση των διαφορών κατ΄ επιλογήν του διαδίκου και τη διαιώνιση τους. Έτσι η αρχή της τελεσιδικίας, που είναι κοινωνικά επιβεβλημένη, θα υφίστατο καίριο πλήγμα. (K.S.R. Commercio S.A. κ.ά. v. Bluecoral Navigation Ltd
(1995)1 ΑΑΔ 309). Προς αποφυγή καταχώρησης πλειάδας αγωγών, ο κανόνας του δεδικασμένου έχει επεκταθεί κατά τρόπο που να καλύπτει όλες τις βάσεις αγωγής που ένας διάδικος θα μπορούσε να περιλάβει στα δικόγραφά του μετά από λογική έρευνα. Παράλειψή του να το πράξει του αποστερεί το δικαίωμα έγερσης νέας αγωγής. Ο κανόνας εφαρμόζεται όχι μόνο σε θέματα που είχαν εξεταστεί στην πρώτη διαδικασία, αλλά και σε κάθε θέμα το οποίο ήταν στενά συνυφασμένο με τη διαδικασία αυτή και που οι διάδικοι, με λογική προσοχή, θα μπορούσαν να είχαν εγείρει. Δεν εντοπίζεται πεδίο εφαρμογής των πιο πάνω αρχών στην υπό κρίση περίπτωση. Το επίδικο θέμα της αγωγής 11699/98 ήταν εντελώς διαφορετικό από τα θέματα που καλύπτουν την παρούσα υπόθεση. Είχε ως θεμέλιο άλλη προσφορά και η αξίωση των εναγόντων εναντίον των εναγομένων κάλυπτε μη καταβληθέντες τόκους με βάση τους όρους της προσφοράς αυτής. Συνεπώς, δεν υπήρχε ταύτιση επίδικων θεμάτων και, κατ΄ ακολουθία, δεν υπάρχει πεδίο εφαρμογής του κανόνα του δεδικασμένου. β. Η καθυστέρηση στην καταχώρηση της αγωγής. Οι εναγόμενοι έθεσαν θέμα απόρριψης της αγωγής, στηριζόμενοι σε μεγάλη και αδικαιολόγητη καθυστέρηση στην καταχώρησή της, για πρώτη φορά με Αίτησή τους ημερ. 7.2.2006, την οποία, ουσιαστικά, στήριξαν νομικά στο Άρθρο 30 του Συντάγματος. Αίτημά τους, κατά το χρόνο εκείνο, ήταν η απόρριψη της αγωγής χωρίς αυτή να εκδικαστεί επί της ουσίας της. Το Δικαστήριο, με Ενδιάμεση Απόφασή του ημερ. 17.11.2006, και στηριζόμενο στο λόγο της απόφασης του Ανωτάτου Δικαστηρίου Νίκος Σιακόλας v. Federal Bank of Lebanon
(1998)1 ΑΑΔ 1338, κατέληξε ότι δεν θα έπρεπε να προχωρήσει στην εξέταση του θέματος της κατ΄ ισχυρισμό παρέκκλισης από τα θέσμια δίκαιης δίκης στο προκαταρκτικό εκείνο στάδιο και μέσα στα πλαίσια της υπό κρίση Αίτησης. Είναι ζήτημα το οποίο, όπως η νομολογία επιτάσσει, θα πρέπει να αποφασιστεί στα πλαίσια του συνόλου της δίκης, όπου και διαπιστώνεται εάν η δίκη υπήρξε δίκαιη. Με τα πιο πάνω ως δεδομένα, η πλευρά των εναγομένων επανέρχεται, στο τελικό πλέον στάδιο, εγείροντας το ζήτημα της αδυναμίας διεξαγωγής δίκαιης δίκης. Είναι η θέση του κ. Μιχαηλίδη ότι μέσα από την χρονοβόρα δικαστική διαδικασία, η οποία κάλυψε δεκάδες μέρες ακρόασης, κατέστη φανερό ότι δίκαιη δίκη δεν υπήρξε. Επεξηγώντας σχετικά, ανέφερε ότι η δίκη κινήθηκε ουσιαστικά πάνω σε έγγραφα τα οποία παρουσίασαν ως τεκμήρια επί το πλείστον οι ενάγοντες, διότι οι εναγόμενοι, ως η μαρτυρία που τέθηκε εκ μέρους τους, δεν είχαν στην κατοχή τους, λόγω ριζικών αλλαγών του χώρου τους και του προσωπικού, όλα τα αναγκαία έγγραφα. Πρόσθεσε ακόμη ότι οι μάρτυρες που ασχολήθηκαν με τα επίδικα θέματα δεν υπάρχουν πλέον, καθότι εγκατέλειψαν το Σφαγείο, και μάλιστα «υπό όχι φιλικάς συνθήκας». Ολοκληρώνοντας τη σχετική προσέγγισή του, ανέφερε ότι η όλη υπόθεση της ενάγουσας ως προς τα γεγονότα κινήθηκε στα όσα ανέφερε ουσιαστικά ο ΜΕ1, ο οποίος σε πολλές περιπτώσεις δεν θυμόταν επακριβώς τα γεγονότα, και κανένας δεν μπορεί να αποκλείσει ότι μπορεί να υπήρξαν και άλλα βασικά έγγραφα τα οποία είτε παρέπεσαν, είτε κατεστράφησαν, είτε απωλέσθησαν, είτε εσκεμμένα δεν παρουσιάστηκαν από τους ενάγοντες. Στην υπόθεση Νάσα Παταπίου Χριστοφίδου v. Δημήτρης Παπαχρυσοστόμου, ως διαχειριστή της περιουσίας της Θεοφίλης Παπαδοπούλου,
(2009)1 ΑΑΔ 1360, εξετάστηκε το ζήτημα της επαρκούς δικογράφησης της καθυστέρησης ως λόγου υπεράσπισης και η υποχρέωση του ενάγοντα να προωθήσει την αξίωσή του χωρίς υπέρμετρη καθυστέρηση. Λέχθηκαν τα εξής σχετικά, στις σελ. 1367-8: "Καταρχήν το ζήτημα της καθυστέρησης στην έγερση μιας αγωγής, ως λόγος υπεράσπισης, θα πρέπει να δικογραφείται με επαρκή λεπτομέρεια. Θα πρέπει δηλαδή, στην έκθεση υπεράσπισης, να εγείρεται αυτή η συγκεκριμένη υπεράσπιση του δικαίου της επιείκειας, δηλαδή θα πρέπει να αναφέρονται επαρκή στοιχεία σύμφωνα με τα οποία ο ενάγων, παρόλο που είχε πλήρη γνώση των γεγονότων, από τα οποία πηγάζει το αγώγιμο του δικαίωμα, καθυστέρησε την καταχώριση της αγωγής του με αποτέλεσμα να προκαλείται δυσμενής επηρεασμός στον εναγόμενο (Δέστε: Bullen and Leake and Jacob's, Precedents of Pleadings, 12η έκδοση, σελ. 1154). Είναι θεμελιωμένο ότι ένας ενάγοντας θα πρέπει να προωθήσει την αξίωση του χωρίς υπέρμετρη καθυστέρηση, σύμφωνα με το αξίωμα vigilantibus et non dormientibus lex succurrit. To δίκαιο της επιεικείας δεν θέτει οποιοδήποτε συγκεκριμένο χρονικό όριο για την προώθηση ενός αγώγιμου δικαιώματος αλλά το δικαστήριο εξετάζει το ζήτημα υπό το φως των περιστάσεων της κάθε υπόθεσης. Κατά την εξέταση αυτή, με σκοπό να αποφασιστεί το κατά πόσον υπήρξε τέτοια καθυστέρηση που να συνιστά κώλυμα στην προώθηση της υπόθεσης (laches) τα κύρια σημεία που λαμβάνονται υπόψη είναι: (α) Η συγκατάθεση του ενάγοντα στην παράβαση των δικαιωμάτων του από τον εναγόμενο, μετά που ο ενάγοντας έχει πλήρη γνώση των ουσιωδών γεγονότων, και (β) οποιαδήποτε αλλαγή έχει συμβεί, στο μεταξύ, στον εναγόμενο, η οποία τον επηρεάζει δυσμενώς. Θεωρείται γενικά άδικο να παρέχεται σε ένα ενάγοντα θεραπεία, όταν εκείνος με τη συμπεριφορά του έχει δείξει ότι αποποιήθηκε ή απεμπόλησε τα δικαιώματα του (Δέστε: Halsbury's Laws of England, 3η έκδοση, τόμος 14, σελ. 641)." Οι αρχές που διέπουν το θέμα της καθυστέρησης στην καταχώρηση της αγωγής, σε συνάρτηση με τη σύμφυτη εξουσία του Δικαστηρίου να απορρίψει την αγωγή λόγω αργοπορίας στην προώθησή της, η οποία συνιστά κατάχρηση διαδικασίας, έχουν τεθεί σε μια σειρά από αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου, κωδικοποίηση των οποίων εντοπίζεται στην Κώστας Ιακωβίδης κ.ά. v. Γεώργιου Γεωργίου
(1999)1 ΑΑΔ 1048. Στην τελευταία αυτή απόφαση το πρωτόδικο Δικαστήριο απέρριψε αίτηση η οποία στηριζόταν στα Άρθρα 30
(2)του Συντάγματος και 6
(1)του περί της Ευρωπαϊκής Συμβάσεως διά την προάσπιση των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων (Κυρωτικός) Νόμου του 1962, όπως και στις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Αξίωσή της ήταν η απόρριψη ή αναστολή αγωγής λόγω παράλειψης λήψεως των αναγκαίων και λογικών μέτρων για την προώθηση και αποπεράτωσή της σε λογικό χρονικό διάστημα ή και λόγω άλλων εσκεμμένων ενεργειών που είχαν ως αποτέλεσμα την αδικαιολόγητη καθυστέρηση στην εκδίκαση της αγωγής. Με κατευθυντήρια την απόφαση της Δικαστικής Επιτροπής της Βουλής των Λόρδων Grovit v. Doctor
(1997)2 All E.R. 417, το Ανώτατο Δικαστήριο κατέληξε ότι το Δικαστήριο έχει συμφυή εξουσία να απορρίψει αγωγή λόγω καθυστέρησης στην προώθησή της, η οποία συνιστά κατάχρηση της διαδικασίας. Εντόπισε περαιτέρω ότι η απόφαση Grovit διατυπώνει δύο αρχές πάνω στις οποίες μπορεί να ασκηθεί η σχετική διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου: Η πρώτη αναφέρεται στο κακόπιστο αυτό καθ΄ εαυτό της πρόθεσης του ενάγοντα και η δεύτερη στον κίνδυνο να μην υπάρξει δίκαιη δίκη ως απόρροια της καθυστέρησης. Αναιτιολόγητη και μεγάλη καθυστέρηση μεταξύ της γένεσης ισχυριζόμενου αγώγιμου δικαιώματος και της καταχώρησης της αγωγής, αποτελεί λόγο απόρριψής της, όπως επιβεβαιώνεται στην πρόσφατη απόφαση Γιαννάκης Φράγκου κ.ά. v. Κυριάκου Στυλιανίδη
(2007)1 ΑΑΔ
- Στην υπόθεση αυτή, η βάση της αγωγής, που καταχωρήθηκε στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού τον Οκτώβριο του 2003, δημιουργήθηκε, κατ΄ ισχυρισμό των εναγόντων, από παράβαση έγγραφης συμφωνίας ημερ. 22.2.
- Το χρονικό διάστημα που παρήλθε επέφερε δραστικές αλλαγές και ολέθριες συνέπειες σε σχέση με τα γεγονότα που κάλυπταν την επίδικη διαφορά. Τα πρόσωπα που έλαβαν μέρος στη συμφωνία είχαν προ πολλού αποβιώσει, οι δε διαχειριστές τους δεν είχαν ιδία γνώση της συναλλαγής. Εν τέλει, η καθυστέρηση είχε ως άμεσο αποτέλεσμα ο διαχειριστής της περιουσίας του αποβιώσαντος εναγόμενου να βρίσκεται σε πλήρη αδυναμία να αντιμετωπίσει την υπόθεση του ενάγοντα, δεδομένου ότι αγνοούσε πλήρως τα γεγονότα στα οποία αυτή στηριζόταν. Περαιτέρω, λόγω και πάλι της παρόδου του χρόνου, οποιαδήποτε έγγραφα δυνατό να υπήρχαν, δεν μπορούσαν, υπό τις περιστάσεις, να ανευρεθούν για να παρουσιαστούν στο Δικαστήριο. Με αυτά ως υπόβαθρο, το Ανώτατο Δικαστήριο συμφώνησε με την απόρριψη της αγωγής, υιοθετώντας τις επιπτώσεις παρόμοιας καθυστέρησης στη Χαράλαμπος Ιερείδης κ.ά. v. Γεωργίας Παναγιώτου
(2006)1 ΑΑΔ 498, όπου λέχθηκε: «Η αγωγή όμως ήταν απορριπτέα και για ένα άλλο ανεξάρτητο λόγο. Η πρωτοφανής και αναιτιολόγητη καθυστέρηση στην έγερση της αγωγής από τη γένεση του αγώγιμου δικαιώματος θα έπρεπε να οδηγήσει το πρωτόδικο Δικαστήριο στην άρνηση να της επιληφθεί. Ξεκινώντας από τη μαρτυρία της ίδιας της Εφεσίβλητης, και από την πιο ευνοϊκή γι΄ αυτή ημερομηνία, παρατηρούμε πως η ίδια είπε ότι οι γονείς της τη διαβεβαίωναν πως θα της μεταβίβαζαν το σπίτι με το γάμο της. Ο γάμος έγινε το 1971, ενώ η αγωγή καταχωρίστηκε στις 17.1.1996, 25 χρόνια δηλαδή μετά. Η καθυστέρηση δεν ηγέρθη ως λόγος απόρριψης της αγωγής στην υπεράσπιση. Διατυπώθηκε όμως ως λόγος έφεσης. Έχουμε τη γνώμη πως το πιο πάνω χρονικό διάστημα που διέρρευσε, για τη διεκδίκηση του ισχυριζόμενου δικαιώματος, πλήττει άμεσα το δημόσιο συμφέρον σε ό,τι αφορά την ορθή απονομή της δικαιοσύνης. Με την πάροδο αναιτιολόγητου, και αντικειμενικά μεγάλου χρονικού διαστήματος, στη δικαστική διεκδίκηση δικαιώματος ενδέχεται να παρεμβληθούν μεταβολές πραγματικών καταστάσεων, ακόμη και η βιολογική ύπαρξη ενδιαφερομένων μερών, εδώ του πατέρα της εφεσίβλητης, που καθιστούν δύσκολη και εν πολλοίς αδύνατη, τη δίκαιη δίκη». Στην απόφαση Α.Α. v. Δημοκρατίας
(2009)2 ΑΑΔ 140, εξετάστηκαν τα όρια της δίκαιης δίκης. Τονίζεται, στη σελ. 146, πως: «Κάθε κατηγορούμενος, αλλά και κάθε διάδικος σε πολιτική διαδικασία, θα πρέπει να μπορεί να συμμετέχει ουσιαστικά στη διαδικασία (V. v. U.K., December 16, ECHR 1999-IX)». Ηγέρθηκε, κατ΄ αρχάς, εκ μέρους των εναγόντων, ζήτημα μη επαρκούς δικογράφησης του εξεταζόμενου ισχυρισμού περί καθυστέρησης. Δεν ευθυγραμμίζεται η κρίση του Δικαστηρίου με την πιο πάνω θέση των εναγόντων. Στην παράγρ. 73 της έκθεσης υπεράσπισης και σε εννέα αριθμημένες υποπαραγράφους της που ακολουθούν, δίδονται πλήρεις λεπτομέρειες και εντοπίζεται επαρκέστατη δικογράφηση των λόγων επί των οποίων εδράζεται η θέση των εναγομένων περί αδυναμίας τους να αντιμετωπίσουν την υπόθεση των εναγόντων λόγω της ισχυριζόμενης μακράς και αδικαιολογήτου καθυστέρησης. Συνοψίζονται στην επίκληση απώλειας των σχετικών εγγράφων της εποχής και μη εντοπισμού ή απομάκρυνσης από την υπηρεσία των εναγομένων των προσώπων που διαχειρίστηκαν την επίδικη προσφορά. Ιχνηλάτη για κατάληξη στο εγερθέν ζήτημα της καθυστέρησης και των συνεπειών της συνιστούν τα γεγονότα της υπόθεσης. Είναι κοινό έδαφος ότι τα γεγονότα επί των οποίων εδράζεται η καταχώρηση της αγωγής είχαν ως αφετηρία τα προβλήματα που οδήγησαν στην άρνηση των εναγομένων να παραλάβουν τα επίδικα οχήματα και τοποθετούνται χρονικά στο έτος
- Δεν αμφισβητείται ότι για τα αμέσως επόμενα χρόνια ήταν αδύνατο να καταχωρηθεί η αξίωση, καθότι χρειάστηκε σημαντικό χρονικό διάστημα προκειμένου να αποκρυσταλλωθούν οι ισχυριζόμενες ζημιές. Χωρίς αμφιβολία, ήταν άλλωστε και η ίδια η θέση του ΜΕ1, μετά δύο περίπου χρόνια, ήτοι γύρω στο 1990, έγινε κατορθωτή η πώληση σε τρίτους των επίδικων οχημάτων. Στην καλύτερη δε περίπτωση για τους ενάγοντες, ο όλος κύκλος των δεδομένων που κάλυπταν την αποσαφήνιση της απαίτησής τους, συμπεριλαμβανομένου του διεκδικούμενου τόκου, ολοκληρώθηκε μερικά χρόνια πριν την καταχώρηση της αγωγής. Οι πιο πάνω περιστάσεις, οδηγούν στο αναπόδραστο συμπέρασμα ότι καθυστέρηση στην έγερση της αγωγής υπήρξε και δεν παρέχεται βάση στήριξης ισχυρισμού περί του αντιθέτου. Η δε επίκληση από τον ευπαίδευτο συνήγορο των εναγόντων της αναμφισβήτητης πολυπλοκότητας των γεγονότων, δεν παρέχει, υπό τις συνθήκες, στέρεο έδαφος οικοδόμησης θέσης απουσίας οποιασδήποτε αργοπορίας προσφυγής στο Δικαστήριο. Το κρίσιμο ερώτημα όμως είναι κατά πόσο η καθυστέρηση αυτή δημιούργησε δεδομένα τέτοια, που να δικαιολογούν αφ εαυτής την απόρριψη της αγωγής. Προσεκτική ανάλυση επιμαρτυρεί ότι η όποια καθυστέρηση εντοπίζεται δεν μπορεί να αποδοθεί σε κακοπιστία των εναγόντων, δεν επέδρασε δυσμενώς στα δικαιώματα των εναγομένων, ούτε, γενικότερα, δημιούργησε κίνδυνο μη διεξαγωγής δίκαιης δίκης. Επεξηγώ: Οι εναγόμενοι στήριξαν το όλο οικοδόμημα των επιχειρημάτων τους περί ύπαρξης κακοπιστίας στη θέση ότι σκόπιμα οι ενάγοντες ανέμεναν την παρέλευση τόσων ετών, προσδοκώντας να μην υπάρχει δυνατότητα εντοπισμού των σχετικών με την υπόθεση εγγράφων από τους εναγόμενους και εξαφάνισης των προσώπων που θα μπορούσαν να δώσουν μαρτυρία σχετική με τα επίδικα θέματα. Τα επιχειρήματα όμως αυτά, αντικριζόμενα υπό το πρίσμα της λογικής και της αναμφισβήτητης μαρτυρίας, είναι έκθετα σε απόρριψη και δεν μπορούν να οδηγήσουν σε τεκμηρίωση κακόπιστης πρόθεσης. Καθότι, με ποιο σκεπτικό θα ανέμενε κάποιος ότι οποιαδήποτε έγγραφα θα εξαφανίζονταν ή δεν θα μπορούσαν να εντοπιστούν ή δεν θα ήταν στην κατοχή πλέον ενός νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου, το οποίο ιδρύθηκε με βάση νόμο και το οποίο είναι υπόχρεο να τηρεί αρχείο δυνάμει του νόμου περί Κρατικού Αρχείου, Ν.208/91; Ούτε βεβαίως θα μπορούσαν να προβλέψουν οι ενάγοντες ότι οι, κατά τη θέση του ευπαίδευτου συνήγορου των εναγομένων, βασικοί μάρτυρες, της πλευράς που εκπροσωπεί, θα έφευγαν «υπό όχι φιλικάς συνθήκας» από την υπηρεσία του Σφαγείου και θα ήταν προβληματική η παρουσίασή τους στο Δικαστήριο. Περαιτέρω, οι ουσιαστικές θέσεις των εναγομένων περί επηρεασμού των δικαιωμάτων τους από την παρέλευση του χρόνου, εδράστηκαν στους ισχυρισμούς περί αδυναμίας εντοπισμού μαρτυρικού υλικού, είτε έγγραφης μορφής, είτε υπό τύπο παρουσίασης προφορικής μαρτυρίας. Και πάλι τα ενώπιον του Δικαστηρίου δεδομένα δεν υποστηρίζουν τις εξεταζόμενες στο σημείο αυτό θέσεις των εναγομένων. Στην πορεία της δικαστικής διαμάχης οι δύο αντιμαχόμενες πλευρές προέβησαν σε εκατέρωθεν αποκάλυψη εγγράφων, πολύ πριν αρχίσει η ακροαματική διαδικασία. Ήταν αποκάλυψη εκτεταμένης μορφής και περιλάμβανε εκατοντάδες έγγραφα. Αξίζει να σημειωθεί ότι στη διαδικασία αποκάλυψης ουδέποτε αναφέρθηκε οποιοδήποτε πρόβλημα εντοπισμού εγγράφων ή μη κατοχής εγγράφων. Ενώπιον δε του Δικαστηρίου, στα πλαίσια πλέον της ακρόασης, παρουσιάστηκαν ως τεκμήρια - σημαντικός αριθμός από κοινού, σε κάποιο άλλο επίσης σημαντικό βαθμό χωρίς ένσταση, και κάποια μετά από εξέταση σχετικών ενστάσεων - εκατοντάδες έγγραφα. Τα τεκμήρια αυτά καλύπτουν το όλο φάσμα των γεγονότων, όπως αυτά εκτυλίχθηκαν προ της ζήτησης της επίδικης προσφοράς, τα γεγονότα του χρόνου προσφοράς, τα προβλήματα που ανέκυψαν, τη μεταξύ των διαδίκων αλληλογραφία, τις εκθέσεις των εμπειρογνωμόνων των δύο πλευρών γύρω από το ζήτημα της καταλληλότητας ή μη των επίδικων οχημάτων και ό,τι αποδείξεις αφορούν τη ζημιά που αξιώνουν οι ενάγοντες. Είναι, επιγραμματικά, έγγραφα το περιεχόμενο των οποίων καλύπτει το φάσμα των ουσιαστικών δεδομένων της υπό κρίση υπόθεσης υπό το φως των επίδικων θεμάτων της. Η γενική και εν πολλοίς αόριστη αναφορά του ευπαίδευτου συνήγορου των εναγομένων ότι δεν αποκλείεται να υπάρχουν και άλλα έγγραφα που αφορούν την υπόθεση και ότι ουσιαστικά η εκδίκασή της στηρίχθηκε στα όσα οι μάρτυρες εναγόντων κατέθεταν, δεν μπορεί να στοιχειοθετήσει θέση περί απώλειας βασικών εγγράφων η οποία επιδρά κατά τρόπο καταλυτικό και πλήττει τα όρια της δίκαιης δίκης. Όπως έχει ήδη αναφερθεί, τα ενώπιον του Δικαστηρίου τεκμήρια είναι εκτεταμένα σε αριθμό. Προσθέτω ότι προσεκτική ανασκόπησή τους καταδεικνύει ότι δεν καλύπτουν μόνο, χρονολογικά, όλο το διάστημα μεταξύ γένεσης αγώγιμου δικαιώματος και έγερσης της αγωγής, αλλά, πολύ πιο σημαντικό, συνδέονται μεταξύ τους περιγράφοντας, εξελικτικά, την όλη πορεία της επίδικης διαφοράς. Είναι γεγονός, και ορθή η αναφορά του κ. Μιχαηλίδη, πως ζητήθηκε, κατά την αντεξέταση του ΜΕ1, η παρουσίαση κάποιων εγγράφων τα οποία δεν ήταν σε θέση να παρουσιάσει λόγω μη εντοπισμού τους. Ήταν όμως αυτά έγγραφα περιθωριακής σημασίας, τα οποία σε καμία περίπτωση κάλυπταν οποιοδήποτε ουσιαστικό για την υπόθεση ζήτημα, στοιχείο δηλαδή τέτοιας δηλαδή μορφής, που να οδηγεί σε επιτυχία της θέσης των εναγομένων περί πρόκλησης σε αυτούς ανεπανόρθωτης ζημιάς, υπό τύπο αδυναμίας τους να αντιμετωπίσουν την υπόθεση των εναγόντων. Σε ό,τι αφορά το δεύτερο σκέλος, της μη ανεύρεσης μαρτύρων, η ανάλογη θέση των εναγομένων είναι επίσης διάτρητη. Κατ΄ αρχάς, το εξεταζόμενο ζήτημα τέθηκε από τον ευπαίδευτο συνήγορο στη βάση ότι οι ουσιαστικοί μάρτυρες έχουν αποχωρήσει, για διάφορους λόγους, από την υπηρεσία των εναγομένων. Δεν υπάρχει όμως οποιαδήποτε μαρτυρία ότι τα πρόσωπα αυτά δεν εντοπίζονται ή ότι, για κάποιο λόγο, είναι αδύνατη η παρουσία τους στο Δικαστήριο μετά την παρέλευση τόσων χρόνων. Αφέθηκε να εννοηθεί ότι η αποχώρηση κάποιων από αυτούς «όχι υπό φιλικάς συνθήκας», θα επιδρούσε στην ποιότητα της μαρτυρίας τους. Δεν είναι όμως αυτό το κριτήριο στην εξεταζόμενη περίπτωση των ισχυριζόμενων συνεπειών λόγω της καθυστέρησης. Δεν έγινε καν προσπάθεια κλήτευσης, όπως είναι η ορθή διαδικασία, των εν λόγω προσώπων. Η δε αναφορά του κ. Μιχαηλίδη ότι μίλησε με κάποιους από αυτούς, οι οποίοι και του ανέφεραν ότι δεν θυμούνται τα γεγονότα, δεν μπορεί βεβαίως να αξιολογηθεί, καθότι δεν δύναται να υποκαταστήσει μαρτυρία η οποία έπρεπε να δοθεί στα πλαίσια της ορθής πορείας της διαδικασίας. Υπάρχει όμως και στοιχείο πιο ουσιαστικό, άμεσα συνδεδεμένο με τη μαρτυρία που θα μπορούσε να δοθεί προφορικά στο Δικαστήριο: Επικαλέστηκε η πλευρά των εναγομένων ασθενή μνήμη ως απόρροια της παρόδου μεγάλου χρονικού διαστήματος. Ενώπιον όμως του Δικαστηρίου, υπάρχει υπό τύπο εγγράφων, η αλληλογραφία μεταξύ των διαδίκων και οι εκθέσεις των εμπειρογνωμόνων τους, το ιστορικό και η πορεία της αντιδικίας. Με βάση αυτό, εύκολη θα ήταν η ανάκληση στη μνήμη των βασικών γεγονότων από τους πρωταγωνιστές. Παρά ταύτα, δεν έγινε καμία προσπάθεια παρουσίασης ως μαρτύρων των προσώπων αυτών, ούτε καν του εμπειρογνώμονα ο οποίος τον τότε χρόνο κλήθηκε από τους εναγόμενους να αποφανθεί περί της καταλληλότητας των επίδικων οχημάτων και του οποίου η σχετική επιστολή κατατέθηκε ως Τεκμ.
- Καταληκτικά, επί του θέματος της υπέρμετρης καθυστέρησης, οι εναγόμενοι απέτυχαν να αποδείξουν ότι η οποιαδήποτε αργοπορία στην καταχώρηση της αγωγής δημιούργησε κίνδυνο μη δίκαιης δίκης ή δυσμενή επηρεασμό τους στην υπεράσπιση των δικαιωμάτων τους. H πιο πάνω κατάληξη του Δικαστηρίου ανοίγει το δρόμο για εξέταση της ουσίας της υπόθεσης. Ζ. ΤΑ ΠΙΣΤΟΠΟΙΗΤΙΚΑ ΑΤΡ. Προβάλλεται ως βασική θέση των εναγομένων, στην προσπάθειά τους να στηρίξουν την υπεράσπισή τους που περιστρέφεται γύρω από το ζήτημα της παράβασης από τους ενάγοντες των όρων προσφοράς, ότι οι τελευταίοι δεν εκπλήρωσαν την υποχρέωση που είχαν να παρουσιάσουν για κάθε προσφερόμενο αυτοκίνητο πιστοποιητικό ATP, το οποίο θα εξέδιδε αρμόδιος γερμανικός οργανισμός. Πιο αναλυτικά, δέχονται οι εναγόμενοι ότι πιστοποιητικά αυτής της μορφής τους απεστάλησαν, αλλά θέτουν ότι δεν εξεδόθησαν με τη διαδικασία που συμφωνήθηκε μεταξύ των μερών και ούτε είναι δυνατό να εξεταστεί κατά πόσο αυτά που απεστάλησαν ήταν ή όχι έγκυρα τελικά. Προεκτείνοντας ο ευπαίδευτος συνήγορος για τους εναγόμενους, τόνισε ότι εάν το Συμβούλιο των πελατών του γνώριζε ότι τα εν λόγω πιστοποιητικά εκδόθηκαν με τον τρόπο που ο διευθυντής των εναγόντων, ΜΕ1, επεξήγησε στο Δικαστήριο, η προσφορά δεν θα κατακυρωνόταν στους ενάγοντες, αφού αυτή δεν θα ήταν πλέον η χαμηλότερη. Είναι επιβεβλημένη η παραπομπή στο σχετικό όρο της προσφοράς και σε αλληλογραφία μεταξύ των διαδίκων, που έλαβε χώρα κατά τον επίδικο χρόνο, και η οποία κατατέθηκε εκ συμφώνου, προκειμένου να γίνει κατανοητή η εξεταζόμενη προσέγγιση των εναγομένων. Τα πιστοποιητικά ΑΤΡ εκδίδονται μετά από τεχνική εξέταση η οποία καθορίζεται από τους κανονισμούς, γνωστούς ως Agreement for the Transport of Perishables, και αφορούν την ασφαλή μεταφορά τροφίμων με οχήματα-ψυγεία. Σύμφωνα με την παράγρ. 5.1 της επίδικης προσφοράς, Τεκμ. 23, οι ενάγοντες είχαν την ευθύνη να προμηθεύσουν το Σφαγείο με πιστοποιητικό ΑΤΡ, τάξης C, αποδεκτό σε όλες τις χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Προστίθεται στην πιο πάνω παράγραφο ότι στην περίπτωση που ο προμηθευτής προτείνει τη συναρμολόγηση κάποιων κομματιών των ψυκτικών θαλάμων στην Κύπρο, θα πρέπει να επιβεβαιώσει ότι το εν λόγω πιστοποιητικό εξακολουθεί να είναι αποδεκτό σε όλες τις Ευρωπαϊκές χώρες και θα πρέπει να επεξηγήσει ξεκάθαρα στην προσφορά του τη διαδικασία που θα ακολουθήσει για έκδοσή του. Μετά την υποβολή της επίδικης προσφοράς εκ μέρους των εναγόντων, και προτού αυτή τους κατακυρωθεί, οι εναγόμενοι τους απέστειλαν επιστολή, Τεκμ. 24, με την οποία τους ζητούσαν να επιβεβαιώσουν ότι κάθε ένα από τα προσφερόμενα αυτοκίνητα θα δοκιμαζόταν και θα εκδίδετο για κάθε όχημα ξεχωριστό πιστοποιητικό ΑΤΡ. Ζητούσαν επίσης να πληροφορηθούν τη μέθοδο απόκτησης των πιστοποιητικών. Η απάντηση των εναγομένων καλύπτεται από το Τεκμ.
- Επιβεβαιώνουν ότι κάθε προσφερόμενο όχημα θα ελεγχθεί και θα καλύπτεται από το εν λόγω πιστοποιητικό. Προσθέτουν ακόμη, προς απάντηση του Τεκμ. 24, ότι το ΑΤΡ θα εκδοθεί από το Association Technical Inspection (TUV) στο Μόναχο, το οποίο είναι γραφείο ελέγχου, επίσημα αναγνωρισμένο από την Κυβέρνηση της Γερμανίας. Ακολούθησε νέα επιστολή των εναγόντων, Τεκμ. 29, οι οποίοι, πάντα σε αναφορά με την υποβληθείσα προσφορά τους, επιβεβαίωναν και πάλι ότι τα οχήματα θα παραδίδοντο πλήρως συναρμολογημένα και με πιστοποιητικά ΑΤΡ, κατ΄ ακολουθία των όρων των προσφορών. Επαναβεβαίωναν επίσης ότι τα πιστοποιητικά θα εκδίδοντο από το TUV. Το Τεκμ. 31 είναι και αυτό σχετικό με το υπό εξέταση ζήτημα των ΑΤΡ, τη σπουδαιότητά τους και τη σημασία που οι εναγόμενοι απέδιδαν σε αυτά. Είναι απόσπασμα των πρακτικών ημερ. 7.5.1988, που αφορούν συνεδρία του Συμβουλίου των εναγομένων, κατά την οποία εξετάστηκαν οι προσφορές. Στην παράγρ. 4(α), αναφέρεται: «
- Στη διάρκεια της μελέτης των τεχνικών διαφορών προέκυψε ότι το Συμβούλιο αποδίδει ιδιαίτερη σημασία στην ικανοποίηση των πιο κάτω: (α) Κάθε ένα αυτοκίνητο-ψυγείο πρέπει να διέλθει την τεχνική εξέταση που καθορίζεται από τους Κανονισμούς γνωστούς σαν AGREEMENT FOR THE TRANSPORT OF PERISHABLES, «ΑΤΡ» και να εφοδιαστεί με το σχετικό πιστοποιητικό.» Ακολούθως, περατώνοντας το Συμβούλιο την εξέταση των προσφορών, ομόφωνα αποφάσισε να επιλέξει την προσφορά των εναγόντων. Στην απόφασή του αυτή, όπως φαίνεται στην παράγρ. 7 του Τεκμ. 31, βαρύνουσα σημασία διαδραμάτισε το γεγονός ότι η πιο πάνω προσφορά, χωρίς την προσθήκη του κόστους για την έκδοση ΑΤΡ, που ήταν Λ.Κ.72.000, ήταν η χαμηλότερη. Η αμέσως επόμενη, του οίκου KMC, δεν περιλάμβανε κόστος για έκδοση ΑΤΡ. Χωρίς αυτή την προσθήκη ήταν μεν χαμηλότερη από αυτή των εναγόντων, εάν όμως προστίθετο το ποσό των Λ.Κ.72.000 για έκδοση των υπό αναφορά πιστοποιητικών, όπως ήταν η απαίτηση των εναγομένων, τότε η προσφορά της KMC θα ήταν κατά πολύ υψηλότερη εκείνης των εναγόντων. Υπό αυτές τις συνθήκες πληροφορήθηκαν οι ενάγοντες, στις 3.6.1988, ότι η προσφορά τους έγινε αποδεκτή. Μετά την κατακύρωση πλέον της προσφοράς, ο πρόεδρος του Συμβουλίου των εναγομένων, ΜΥ2, απέστειλε προς τους ενάγοντες επιστολή ημερ. 6.10.1988, Τεκμ. 51, με την οποία, πέραν των άλλων, τους πληροφορούσε ότι το Συμβούλιο επιθυμούσε να παρευρίσκεται σε όλους τους ελέγχους οι οποίοι θα λάμβαναν χώρα στη Γερμανία για την έκδοση των πιστοποιητικών ΑΤΡ και ζητούσε, επειγόντως, ενημέρωση ως προς τον τόπο και χρόνο διενέργειας αυτών των ελέγχων. Οι ενάγοντες, τέσσερις μέρες μετά, ως απάντηση, γνωστοποίησαν στους εναγόμενους, με το Τεκμ. 52, τη διεύθυνση των προμηθευτών των ψυκτικών θαλάμων. Έχοντας παραθέσει τα σχετικά με το υπό κρίση θέμα των πιστοποιητικών ΑΤΡ, όπως αυτά προκύπτουν από τα ενώπιον του Δικαστηρίου εκ συμφώνου κατατεθέντα τεκμήρια, καταγράφω, συνοπτικά, και τη μόνη σχετική μαρτυρία, όπως αυτή προσφέρθηκε από το ΜΕ
- Παρά την εκτεταμένη επί του ζητήματος αντεξέτασή του, τα όσα ουσιαστικά κατέθεσε ο μάρτυρας περικλείονται στα ακόλουθα: Επεξήγησε ότι κατασκευαστής των επίδικων ψυκτικών θαλάμων ήταν η εταιρεία F.X. Kogel GmbH & Co της τότε Δυτικής Γερμανίας (θα αναφέρεται στη συνέχεια ως Kogel), η οποία είχε και έγκριση από την αρμόδια αρχή - την προαναφερθείσα TUV, που εδρεύει στο Μόναχο - όχι μόνο να κατασκευάζει τέτοιους ψυκτικούς θαλάμους, αλλά και να εκδίδει τα αναγκαία πιστοποιητικά ΑΤΡ Class C. Αδειούχα κατέστη αφού, όπως εξήγησε ο μάρτυρας τη διαδικασία, υπέβαλε πρωτότυπο ψυκτικό θάλαμο προς έγκριση στην πιο πάνω αρχή, την οποία και έλαβε. Η ληφθείσα αυτή έγκριση τής παρείχε το δικαίωμα να κατασκευάζει πλέον ανάλογους ψυκτικούς θαλάμους και να εκδίδει τα αναγκαία πιστοποιητικά ΑΤΡ. Η Kogel, ως η κατασκευάστρια εταιρεία, απέστειλε τον απαραίτητο αριθμό τμημάτων (panels) στους ενάγοντες, προκειμένου, αφού συναρμολογηθούν, να ετοιμαστεί το κουβούκλιο του ψυκτικού θαλάμου. Για κάθε ψυκτικό θάλαμο χρειάζονταν έξη τμήματα, ήτοι πάτωμα, οροφή, δεξιά και αριστερή πλευρά, μπροστινό και πίσω μέρος. Τα υπό αναφορά τμήματα, έστω και αποσυναρμολογημένα, ήταν νόμιμα και σύμφωνα με το δείγμα, με αποτέλεσμα να δίδεται το δικαίωμα στην κατασκευάστρια εταιρεία να αποτείνεται στην αρμόδια αρχή, TUV, η οποία και έκδιδε τα πιστοποιητικά ΑΤΡ, χωρίς να χρειάζεται σε κάθε περίπτωση να ελεγχθεί ο αντίστοιχος ψυκτικός θάλαμος. Η συναρμολόγηση των τμημάτων δεν ενείχε ιδιαίτερη δυσκολία. Οι επίδικοι ψυκτικοί θαλάμοι, πάντα κατά το ΜΕ1, συναρμολογήθηκαν στην Κύπρο, στην Αμαξοποιία Στέλιος στο χωριό Σωτήρα. Η εργασία συναρμολόγησης, έγινε από υπαλλήλους της πιο πάνω αμαξοποιίας οι οποίοι, παρά τη μη ύπαρξη ιδιαίτερης δυσκολίας, είχαν εκπαιδευτεί για το σκοπό αυτό. Την επίβλεψη του όλου έργου είχε τις πρώτες έξη μέρες ο Γερμανός αρχιτεχνικός της κατασκευάστριας Kogel. Στην παρουσία του συναρμολογήθηκαν τέσσερις με πέντε ψυκτικοί θάλαμοι. Με βάση αυτά, εκδόθηκαν στη συνέχεια ξεχωριστά πιστοποιητικά ΑΤΡ για κάθε ένα από τα οχήματα, τα οποία και παραδόθηκαν στους εναγομένους. Είναι ορθή η θέση του ευπαίδευτου συνήγορου για τους εναγόμενους, και επιβεβαιώνεται από τη μεταξύ των μερών αλληλογραφία, ότι το Συμβούλιο του Σφαγείου έδινε ιδιαίτερη σημασία στην ύπαρξη και κάλυψη των επίδικων οχημάτων με πιστοποιητικά ΑΤΡ Class C. Σε όλη την πορεία, από το στάδιο της εξέτασης των προσφορών μέχρι και της απόφασης για κατακύρωση της προσφοράς στους ενάγοντες και ακολούθως της συνεχούς αναζήτησης πληροφοριών σχετικά με τα υπό αναφορά πιστοποιητικά, εύκολα εντοπίζεται ότι οι εν λόγω βεβαιώσεις είχαν ιδιαίτερη σημασία για τους εναγόμενους. Το επέβαλλε άλλωστε η φύση του φορτίου, ήτοι η μεταφορά σφαγίων. Το ερώτημα είναι εάν είναι βάσιμοι οι ισχυρισμοί που προβάλλουν οι εναγόμενοι περί μεμπτής συμπεριφοράς των εναγόντων σχετικά με το ζήτημα αυτό, συμπεριφοράς δηλαδή που συνιστούσε παραβίαση των υποχρεώσεων που ανέλαβαν με βάση τους όρους της επίδικης προσφοράς. Παρά τη φαινομενική διάσταση μεταξύ των όσων ο ΜΕ1 κατάθεσε με αναφορές των σχετικών τεκμηρίων που παρατέθηκαν στο προηγούμενο στάδιο της απόφασης, προσεκτική ανάλυση και σύγκριση θα καταδείξει ότι δεν υφίσταται ουσιαστική αντίφαση ή διαφοροποίηση. Προτού όμως επεξηγηθεί η κατάληξη αυτή του Δικαστηρίου, ορθό είναι να τονιστεί ότι η μόνη σχετική με το θέμα μαρτυρία είναι αυτή που καλύπτεται από τα όσα κατέθεσε ο ΜΕ
- Αναπόφευκτο είναι να αξιολογηθεί σε συνάρτηση με τα ενώπιον του Δικαστηρίου κατατεθέντα τεκμήρια, αλλά και σε αναφορά με το ίδιο το περιεχόμενό της και την όλη εικόνα που ο μάρτυρας άφησε στο Δικαστήριο κατά την πολυήμερη εξαντλητική αντεξέτασή του. Προκύπτει, από τους ίδιους τους όρους της προσφοράς, ως βασική υποχρέωση των εναγόντων η κάλυψη με πιστοποιητικά ΑΤΡ του κάθε ενός ξεχωριστά των οχημάτων. Η εμπλοκή του γερμανικού γραφείου TUV ήταν επίσης ουσιαστική προϋπόθεση, προκειμένου να εξασφαλίζεται, στον αναγκαίο βαθμό, η ποιότητα και συμβατότητα των επίδικων ψυκτικών θαλάμων με τους κανονισμούς. Ο ΜΕ1 καταθέτοντας επεξήγησε με κάθε λεπτομέρεια τη διαδικασία έκδοσης των ΑΤΡ και την πορεία που ακολουθήθηκε στην παρούσα περίπτωση. Τα όσα κατέθεσε δεν αντιφάσκουν με τα ενώπιον του Δικαστηρίου κατατεθέντα τεκμήρια. Αντίθετα, διαφωτίζουν τα σχετικά γεγονότα. Ό,τι έχει σημασία για το υπό κρίση θέμα, με βάση τις δεσμεύσεις που ανέλαβαν οι ενάγοντες, ήταν η εξασφάλιση των πιστοποιητικών. Και παραμένει αναντίλεκτο ότι αυτά εκδόθηκαν και παρουσιάστηκαν στους εναγόμενους. Είναι η άγνοια των τελευταίων ως προς τη διαδικασία έκδοσης που έδωσε βάση στήριξης των εξεταζόμενων θέσεών τους. Κατέθεσε ο ΜΕ1, και παρέμεινε αναντίλεκτο, ότι τα ίδια τα τμήματα (panels) τα οποία συνθέτουν τους ψυκτικούς θαλάμους, είχαν ήδη δοκιμαστεί και πιστοποιηθεί ως κατάλληλα με βάση προηγούμενο πρότυπο, η δε διαδικασία σύνθεσής τους για σχηματισμό του ψυκτικού θαλάμου έγινε κατά τον ενδεδειγμένο τρόπο και αφού προηγήθηκε εκπαίδευση των τεχνικών, αλλά και επίβλεψη επί τόπου από τον αρμόδιο υπάλληλο, αρχιτεχνικό, της κατασκευάστριας Kogel, όπως και η τελευταία επιμαρτυρεί μέσω της επιστολής της Τεκμ.
- Η μαρτυρία του αυτή, παρά τη χρονοβόρα και ενδελεχή αντεξέτασή του, δεν κλονίστηκε. Ούτε και προσφέρθηκε περί του αντιθέτου μαρτυρία για αντίκρουση των θέσεων που προέβαλε γύρω από τον τρόπο έκδοσης των εν λόγω πιστοποιητικών. Στην πορεία δε της κατάθεσής του, με δεδομένα τα αναλυτικά στοιχεία που παρέθετε, διεφάνη ξεκάθαρα ότι ήταν γνώστης της όλης διαδικασίας και των τεχνικών θεμάτων που την κάλυπταν. Το Δικαστήριο δεν έχει καμιά αμφιβολία ότι τα όσα σχετικά κατέθεσε ανταποκρίνονται στην αλήθεια και μόνο. Καταληκτικά, η μεταξύ των μερών συμφωνία δεν προέβλεπε τη συναρμολόγηση στη Γερμανία των ψυκτικών θαλάμων από την κατασκευάστρια εταιρεία και ακολούθως την έγκριση από το ΤUV και ως αποτέλεσμα την έκδοση των πιστοποιητικών. Ούτε και ήταν οποιασδήποτε ουσιαστικής σημασίας οι επεξηγήσεις που ζητούσαν οι εναγόμενοι ως προς τον τρόπο έκδοσης αυτών των πιστοποιητικών. Η σύνδεση δε των επί μέρους τμημάτων των ψυκτικών θαλάμων στην Κύπρο, ήταν δυνατή με βάση τον ίδιο τον όρο 5.1 της προσφοράς, Τεκμ.
- Τελικά, η έκδοση των υπό αναφορά ΑΤΡ για κάθε ένα ξεχωριστά των επίδικων οχημάτων, όπως επιβεβαιώνεται από την Kogel, Τεκμ. 65, η αποστολή τους, επίσης μέρος του Τεκμ. 65, και η λήψη τους από τους εναγόμενους, Τεκμ. 66, η επιβεβαίωση από τις γερμανικές αρχές της αποδεκτότητας των πιστοποιητικών που εκδίδει το TUV απ΄ όλες τις χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης, πλην της Ελλάδας, Τεκμ. 67, και η παράλειψη παρουσίασης περί του αντιθέτου μαρτυρίας, αφήνουν μετέωρους και έκθετους προς απόρριψη τους ισχυρισμούς των εναγομένων περί αδυναμίας διαπίστωσης ή αμφιβολιών για την εγκυρότητα των ΑΤΡ. Κατ΄ ακολουθία των πιο πάνω, κρίνεται αβάσιμη η τεθείσα υπεράσπιση περί παραβίασης εκ μέρους των εναγόντων των όρων προσφοράς που αφορούν την έκδοση των πιστοποιητικών ΑΤΡ, Class C. Η. ΤΟ ΖΗΤΗΜΑ ΤΗΣ ΚΑΤΑΛΛΗΛΟΤΗΤΑΣ ΤΩΝ ΜΕΓΑΛΩΝ ΟΧΗΜΑΤΩΝ. Το Συμβούλιο Κεντρικού Σφαγείου, σε συνεδρία του ημερ. 12.4.1989, τα πρακτικά της οποίας κατατέθηκαν ως Τεκμ. 94, εξέτασε το ζήτημα της καταλληλότητας των εννέα μεγάλων οχημάτων και της ταύτισής τους με τις προδιαγραφές που οι όροι της επίδικης προσφοράς καθόριζαν. Ήταν έντονη η άποψη ότι τα οχήματα αυτά δεν πληρούσαν τις προδιαγραφές, ενείχαν κινδύνους για την ασφάλεια του προσωπικού και τρίτων κι ως εκ τούτου θα έπρεπε να απορριφθούν αμέσως. Τελικά, μετά από εισήγηση του νομικού τους συμβούλου, απεφασίσθη να σταλεί σχετική επιστολή στους ενάγοντες, το Τεκμ. 98, το οποίο φέρει ημερομηνία 14.4.
- Σε αυτή, αφού γίνεται αναφορά σε προηγούμενες επισημάνσεις των εναγομένων, σύμφωνα με τις οποίες τα μεγάλα οχήματα δεν ανταποκρίνονται στις προδιαγραφές και όρους των προσφορών, προστίθεται: «κατά συνέπειαν ταύτα ως έχουν σήμερον δεν μπορούν να γίνουν αποδεκτά από το Συμβούλιον.» Πληροφορείτο περαιτέρω η αντίδικη πλευρά ότι η επιθυμία της να προβεί σε τροποποιήσεις στα εν λόγω οχήματα, προκειμένου να καταστούν σύμφωνα με τα προβλεπόμενα στις προσφορές «είναι θέμα ιδικής σας πρωτοβουλίας και ευθύνης και το Συμβούλιον ουδεμίαν επ΄ αυτού γνώμην επιθυμεί να εκφράση». Μετά την εξέλιξη αυτή οι εναγόμενοι προχώρησαν στην αναζήτηση και αγορά μεταχειρισμένων αυτοκινήτων, προκειμένου να καλύψουν τις ανάγκες του Κεντρικού Σφαγείου. Παρά τις μεταγενέστερες προσπάθειες των εναγόντων, που έλαβαν τη μορφή διάφορων μετατροπών και επεμβάσεων στα επίδικα οχήματα, στα πρακτικά του Συμβουλίου ημερ. 29.5.1989, Τεκμ. 113, επιβεβαιώνεται η απόρριψή τους, αφού αυτά, κατά τους εναγόμενους, δεν έχουν βελτιωθεί ικανοποιητικά. Καταλήγει ως εξής το σχετικό απόσπασμα του Τεκμ. 113: «Συνεπώς η θέση του Συμβουλίου ότι τα αυτοκίνητα είναι ακατάλληλα και δεν μπορούν να παραληφθούν δεν είναι δυνατό να αλλάξει». Ο ισχυρισμός περί ελαττωματικότητας των μεγάλων οχημάτων και μη συμβατότητάς τους με τους όρους και προδιαγραφές των προσφορών, αποτελεί τον πυρήνα της υπεράσπισης. Προέβαλε ο ευπαίδευτος συνήγορος για τους ενάγοντες ότι οι εναγόμενοι δεν προσκόμισαν οποιαδήποτε μαρτυρία η οποία να στηρίζει τον ισχυρισμό τους περί ελαττωματικότητας, παρά το σχετικό βάρος που έχουν για απόδειξη της θέσης αυτής (Κώστας Στρατής v. Πεντέλης-Εταιρείας Μωσαϊκών Λτδ
(1999)1 ΑΑΔ 1708, 1712). Εισηγήθηκε περαιτέρω ότι μέσα από τη μεταξύ των μερών ανταλλαγείσα αλληλογραφία αναδύονται, σε τελική ανάλυση, ως μοναδικά ζητήματα που οδήγησαν στη μη παραλαβή, τα προβλήματα κατανομής του φορτίου στους δύο άξονες και της σταθερότητας κατά την οδήγηση. Προεκτείνοντας δε, ανέφερε ότι διάφορα άλλα ζητήματα που ηγέρθηκαν σε προηγούμενο στάδιο επιλύθηκαν με έγγραφη συμφωνία των μερών, Τεκμ.
- Παρεμβάλλω, ότι το Τεκμ. 72 αφορά συμφωνία των διαδίκων ημερ. 16.2.1989, με σκοπό την εξεύρεση λύσης σε σχέση με τα προβλήματα που είχαν εν τω μεταξύ δημιουργηθεί αναφορικά με τα επίδικα μεγάλα οχήματα. Το περιεχόμενό του δεν υποστηρίζει την πιο πάνω προσέγγιση του ευπαίδευτου συνήγορου για γενική επίλυση των μεταξύ των μερών διαφορών. Καθότι η αποδοχή από τους ενάγοντες των όρων που τέθηκαν με το Τεκμ. 72, είχε ως μόνο συμφωνημένο αποτέλεσμα, όπως η παράγρ. 6 διαλαμβάνει, την εκατέρωθεν απόσυρση, μόνιμα, των απαιτήσεων για καθυστερήσεις στην παράδοση των οχημάτων. Ξεκάθαρα δε συμφωνείται ότι: «Κατά τα άλλα όλοι οι άλλοι όροι του Συμβολαίου παραμένουν εν ισχύει και η παρούσα διευθέτηση γίνεται υπό πλήρη επιφύλαξη και άνευ επηρεασμού των δικαιωμάτων του Συμβουλίου βάσει του Συμβολαίου.» Θέση που επαναλαμβάνεται λίγες μέρες μετά, στην επιστολή των εναγομένων προς τους ενάγοντες ημερ. 1.3.1989, Τεκμ. 77, όταν τους ζητήθηκε η υπογραφή εντύπων για εγγραφή των οχημάτων. Αναφέρεται στην παράγρ. 3 του πιο πάνω Τεκμηρίου: «Όλοι οι όροι των προσφορών και οι υποχρεώσεις της εταιρείας σας που πηγάζουν από το σχετικό συμβόλαιο εξακολουθούν να υφίστανται στο ακέραιο». Μετά την πιο πάνω παρεμβολή, επανέρχομαι στο ζήτημα της ακαταλληλότητας. Εύκολα εντοπίζεται από τα ενώπιον του Δικαστηρίου τεκμήρια, συγκεκριμένα από επιστολές των εναγομένων προς τους ενάγοντες, μεταξύ άλλων τα Τεκμ. 85 και 104, ότι τα επικαλούμενα προβλήματα, της κατανομής του βάρους στους δύο άξονες των μεγάλων οχημάτων όταν αυτά ήταν φορτωμένα και της σταθερότητας κατά την οδήγηση, συνιστούσαν τη βάση στήριξης των θέσεών τους περί μη τήρησης των προδιαγραφών. Είναι γεγονός ότι η μόνη μαρτυρία που προσφέρθηκε σχετικά με το εξεταζόμενο ζήτημα της υπερφόρτωσης προέρχεται από την πλευρά των εναγόντων. Συνίσταται, πέραν των όσων ανέφερε ο ΜΕ1, από όσα ενόρκως κατέθεσαν οι ΜΕ2 και 3, οι οποίοι παρουσιάστηκαν ως εμπειρογνώμονες. Είναι κοινή συνισταμένη της μαρτυρίας τους ότι θέμα υπερφόρτωσης δεν υφίστατο. Ήταν ο λανθασμένος τρόπος φόρτωσης εκ μέρους των υπαλλήλων των εναγομένων και η άγνοιά τους ως προς τους κανόνες σωστής φόρτωσης που οδηγούσε στη δημιουργία τέτοιου προβλήματος. Επεξηγώντας οι μάρτυρες τη θέση τους, ανέφεραν ότι τα σφάγια δεν διευκολύνουν την ισομερή κατανομή του βάρους, καθότι είναι πολλών ειδών και με διαφορετικά βάρη το καθένα. Κατέθεσαν περαιτέρω ότι οι εναγόμενοι, αντί να ακολουθήσουν τους κανόνες ασφάλειας ως προς τη φόρτωση, επέμεναν στη θέση τους για φόρτωση με σειρά παράδοσης των σφαγίων στους πελάτες τους, γεγονός που καθιστούσε αναπόφευκτη την υπερφόρτωση άξονα και που είχε αρνητικές επιπτώσεις στην ασφαλή οδήγηση. Παρά την, κατά τη θέση τους, καταλληλότητα των οχημάτων, συμφώνησαν και οι δύο εμπειρογνώμονες ότι συγκεκριμένες μετατροπές σε αυτά θα επέτρεπαν τη φόρτωση σφαγίων χωρίς να απαιτείται ιδιαίτερη προσοχή προς αποφυγή υπερφόρτωσης. Σε αυτές τις μετατροπές ενέπιπταν η αύξηση του μεταξονίου από 5.10 σε 5.60 μέτρα, η τοποθέτηση μεγαλύτερων μπροστινών τροχών και η προσθήκη δύο επιπρόσθετων ελασμάτων, φέρσων (leaf springs), στις σούστες των οχημάτων. Το μεταξόνιο είναι η απόσταση μεταξύ του κέντρου του μπροστινού τροχού με το κέντρο του πισινού. Δεδομένου δε, σύμφωνα με το ΜΕ3, ότι τα επίδικα αυτοκίνητα προσφέρονται από το εργοστάσιο έχοντας διάφορες, προκαθορισμένες, θέσεις τοποθέτησης του πισινού άξονα, ήταν εύκολη η μεταφορά του πιο πίσω, κατά 50 εκατοστά, και η αύξηση έτσι του μεταξονίου από 5.10 σε 5.60 μέτρα. Τεχνικά η όλη αυτή διαδικασία δεν είναι δύσκολη, ούτε πολύπλοκη και μπορούσε να γίνει χωρίς ιδιαίτερο πρόβλημα στην Κύπρο. Ως προς το ζήτημα της ασφάλειας κατά την οδήγηση των εν λόγω εννέα οχημάτων, η μαρτυρία επίσης προέρχεται αποκλειστικά και μόνο από την πλευρά των εναγομένων, με βασικότερη αυτή του ΜΕ
- Ήταν, λιτά, η ουσία της, ότι τα αυτοκίνητα δεν παρουσίαζαν κανένα πρόβλημα και ήταν απόλυτα ασφαλή. Απέδωσε δε την περί αντιθέτου θέση των εναγομένων σε άγνοια και έλλειψη εμπειρίας των υπαλλήλων τους για την οδική συμπεριφορά μεγάλων και φορτωμένων οχημάτων. Εισηγήθηκε ο ευπαίδευτος συνήγορος για τους ενάγοντες ότι η μαρτυρία που παρουσίασε η πλευρά που εκπροσωπεί δεν αμφισβητήθηκε από τους εναγόμενους και επομένως παρέμεινε αναντίλεκτη. Είναι ορθή η πιο πάνω προσέγγιση και θα ήταν αναιτιολόγητη, υπό τις συνθήκες, η απόρριψη της σχετικής μαρτυρίας και ιδίως αυτής των ΜΕ2 και 3, οι οποίοι κατέθεσαν ως εμπειρογνώμονες μάρτυρες και η εμπειρογνωμοσύνη των οποίων τεκμηριώθηκε μέσα από τα ακαδημαϊκά τους προσόντα, αλλά και την εμπειρία τους. Το γεγονός ότι δεν παρουσιάστηκε αντικρουστική μαρτυρία δεν είναι το μόνο που οδηγεί στην αποδοχή των όσων κατέθεσαν γύρω από την καταλληλότητα των επίδικων εννέα μεγάλων οχημάτων και στα ανάλογα ευρήματα του Δικαστηρίου. Η μαρτυρία τους, όχι μόνο δεν κλονίστηκε κατά την αντεξέταση, αλλά και επιβεβαιώνεται από σειρά τεκμηρίων. Πιο συγκεκριμένα: Τα υπό αναφορά οχήματα ενεγράφησαν από το αρμόδιο τμήμα της Κυπριακής Δημοκρατίας, το Τμήμα Οδικών Μεταφορών, στις 9.3.1989 και τα σχετικά πιστοποιητικά εγγραφής κατατέθηκαν ως Τεκμ.
- Σύμφωνα με αυτά, το κάθε αυτοκίνητο επιτρέπεται να κυκλοφορεί με μέγιστο επιτρεπόμενο βάρος 17.500 κιλά και καθαρό ωφέλιμο φορτίο, δηλαδή φορτίο το οποίο επιτρέπεται να μεταφέρει, 9.300 κιλά. Στις 5.4.1989, ο διευθυντής του πιο πάνω τμήματος, με επιστολή του προς τους ενάγοντες, μέρος του Τεκμ. 96, επιβεβαιώνει την εγγραφή των επίδικων οχημάτων, την πλήρωση των προνοιών των περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κίνησης Κανονισμών (ΚΔΠ 66/84) και την παραχώρηση σε κάθε ένα από τα οχήματα, με βάση τις πρόνοιες του Καν. 50, μεικτού αξονικού βάρους 6.500 κιλών στον μπροστινό άξονα και 11.000 κιλών στον πισινό. Γίνεται επίσης αναφορά στην επιστολή αυτή σε δοκιμαστική φόρτωση, που έλαβε χώρα προκειμένου να διαπιστωθεί η καταλληλότητα των οχημάτων, και κατά την οποία παρουσιάστηκε υπερφόρτωση κατά 1.780 κιλά πέραν του επιτρεπομένου των 11.000 κιλών στον πισινό άξονα. Ήταν η θέση της τεχνικής υπηρεσίας του Τμήματος Οδικών Μεταφορών ότι τα σφάγια τοποθετήθηκαν λανθασμένα, με αποτέλεσμα να υπάρχει ανορθόδοξη κατανομή βάρους στους άξονες (πισώβαρο). Προχωρώντας ο διευθυντής, εισηγείται να γίνεται ορθότερη τοποθέτηση των κρεάτων, ούτως ώστε να επιτυγχάνεται σωστή κατανομή του αξονικού βάρους και σταθερότητα του οχήματος κατά την οδήγηση. Καταλήγει δε ως εξής: «Ανεξάρτητα όμως από τα πιο πάνω η Τεχνική Υπηρεσία του Τμήματος Οδικών Μεταφορών είναι της γνώμης ότι η επέκταση του μεταξονίου των πιο πάνω οχημάτων από 5.10 μέτρα στα 5.60 μέτρα θα βελτιώσει την κατάσταση σε ικανοποιητικό βαθμό». Σύμφωνα με το Τεκμ. 115 - επίσης επιστολή του Διευθυντή του Τμήματος Οδικών Μεταφορών Λευκωσίας, αυτή τη φορά προς τον Πρόεδρο του Συμβουλίου Κεντρικού Σφαγείου - Ανώτερος Τεχνικός Επιθεωρητής του εν λόγω τμήματος παρευρέθηκε στο χώρο του Κεντρικού Σφαγείου στις 29.5.1989, όπου και παρακολούθησε τον τρόπο φόρτωσης σφαγίων σε ένα από τα επίδικα οχήματα, του οποίου το μεταξόνιο είχε επεκταθεί από 5.10 σε 5.60 μέτρα. Διαπιστώθηκε κατά τη ζύγιση ότι αυτή τη φορά ο πισινός άξονας ήταν υπερφορτωμένος μόνο κατά 460 κιλά, σε αντίθεση με τον μπροστινό, ο οποίος μπορούσε να δεχθεί επιπλέον νόμιμο βάρος 450 κιλών. Ήταν η θέση του αρμόδιου τμήματος ότι το επιπλέον βάρος δεν θα επιδρούσε στον πισινό άξονα, αλλά θα κατανεμόταν στον μπροστινό αν τα σφάγια τοποθετούντο σε κενό χώρο που υπήρχε, αμέσως μετά από το μπροστινό τοίχωμα του αμαξώματος. Επαλήθευε, περαιτέρω, ότι το ωφέλιμο φορτίο του οχήματος που μπορούσε να μεταφέρεται μέσα στα αποδεκτά πλαίσια των αξονικών μεικτών βαρών του, είναι μεγαλύτερο από τα 9.000 κιλά που απαιτούσαν οι εναγόμενοι. Επιβεβαίωνε, τέλος, ότι το υπό αναφορά όχημα θεωρείτο κατάλληλο για κυκλοφορία και επιδέχετο το ωφέλιμο φορτίο των 9.000 κιλών, χωρίς υπερφόρτωση στους άξονές του. Έθεσε επιπρόσθετα ο ευπαίδευτος συνήγορος για τους εναγόμενους ότι οι τροποποιήσεις που επέφεραν οι ενάγοντες στα οχήματα, προκειμένου να τα καταστήσουν κατάλληλα, έγιναν χωρίς την έγκριση του Σφαγείου και ήταν εκτός των προδιαγραφών. Πριν την απόρριψη, στις 12.4.1989, των εννέα μεγάλων οχημάτων, οι τροποποιήσεις αφορούσαν στην προσθήκη των δύο ελασμάτων και στην αλλαγή των μπροστινών τροχών με μεγαλύτερους. Οι μετατροπές αυτές έγιναν προκειμένου να φορτώνεται ο μπροστινός άξονας με το απαιτούμενο βάρος των 6.500 κιλών. Εγκρίθηκαν δε από την κατασκευάστρια εταιρεία, Nissan, όπως σχετικές επιστολές της, μέρος των Τεκμ. 60 και 76, επιβεβαιώνουν. Οι προσθήκες αυτές ήταν και σε γνώση των εναγομένων, ως επιμαρτυρεί το Τεκμ. 76, οι οποίοι, μέχρι και τα τελικά στάδια, όχι μόνο δεν αντέδρασαν, αλλά και υπέγραψαν τα έντυπα για την εγγραφή των εννέα οχημάτων, στα οποία έγγραφα επισυναπτόταν η έγκριση της Nissan για τις υπό αναφορά μετατροπές, Τεκμ. 76 και
- Οι λόγοι για τους οποίους απέρριψαν τελικά τα οχήματα επικεντρώθηκαν στην, κατά τη θέση τους, υπερφόρτωση και στη μη ασφάλεια κατά την οδήγηση. Η τρίτη τροποποίηση αφορούσε την αύξηση του μεταξονίου και προέκυψε, προκειμένου να λυθεί η μεταξύ των μερών διαφορά ως προς την υπερφόρτωση. Ήταν ζήτημα το οποίο, εν πάση περιπτώσει, αφορούσε το χρόνο μετά την απόρριψη. Για το σύνολο των επεμβάσεων αυτών, αντεξετάστηκαν σε έκταση οι ΜΕ1, 2 και 3 και ιδιαίτερα ο τελευταίος. Σταθερή τους θέση ήταν ότι οι τροποποιήσεις δεν συνιστούσαν σοβαρή απόκλιση από τις προδιαγραφές, τέτοια που να δικαιολογούσε απόρριψη των οχημάτων. Επεξήγησαν περαιτέρω ότι η εκτέλεση των μετατροπών δεν ενείχε οποιαδήποτε τεχνική δυσκολία, ούτε αλλοίωνε το χαρακτήρα των αυτοκινήτων. Η εγγραφή των οχημάτων, που ακολούθησε τις τροποποιήσεις που αφορούσαν την προσθήκη ελασμάτων και μεγαλύτερων τροχών, επιβεβαιώνει τη σχετική μαρτυρία των εναγόντων και, συνακόλουθα, την καταλληλότητα των οχημάτων. Σε τελική ανάλυση, και με βάση τις προδιαγραφές των προσφορών, Τεκμ. 23, τα εννέα μεγάλα οχήματα έπρεπε να ήταν ικανά να μεταφέρουν εννέα τόνους σφάγια το καθένα. Τη δυνατότητα αυτή την είχαν και ως κατάλληλα ενεγράφησαν στο Τμήμα Οδικών Μεταφορών. Συμπληρώνεται, παρενθετικά, ότι οι μετατροπές που επιχειρήθηκαν, μετά την απόρριψη πλέον των συγκεκριμένων οχημάτων, έγιναν, όπως πειστικά τέθηκε από το ΜΕ1, προκειμένου να ικανοποιηθούν οι εναγόμενοι και να τα παραλάβουν. Όχι, όπως επεξήγησε, γιατί τα οχήματα ήταν ακατάλληλα, αλλά για να λυθεί η όλη διαφορά και σε μια ύστατη προσπάθεια των εναγόντων να αποφύγουν οικονομική κατάρρευσή τους. Ήταν τα πιεστικά αυτά οικονομικά δεδομένα που επιδρούσαν και κατέστησαν επιτακτική την εισήγηση των εναγόντων για περαιτέρω τροποποιήσεις - όπως αυτή του μεταξονίου - και όχι η αποδοχή τους ότι τα προσφερόμενα οχήματα ήταν ακατάλληλα. Ως αποτέλεσμα του συνόλου των πιο πάνω, είναι η κατάληξη του Δικαστηρίου πως τα επίδικα εννέα μεγάλα οχήματα ήταν καθόλα κατάλληλα και τηρούσαν τις προδιαγραφές. Οι περί του αντιθέτου θέσεις της Υπεράσπισης παρέμειναν αστήρικτες και απορρίπτονται. Θ. Η ΚΑΘΥΣΤΕΡΗΣΗ ΠΑΡΑΔΟΣΗΣ ΤΩΝ ΟΧΗΜΑΤΩΝ. Εισηγήθηκε ο ευπαίδευτος συνήγορος για τους εναγόμενους ότι το Σφαγείο δικαιούτο να απορρίψει τα μεγάλα αυτοκίνητα και για ένα επιπρόσθετο λόγο, την, κατά τη θέση του, αδικαιολόγητη καθυστέρηση παράδοσής τους. Επιχειρώντας να θεμελιώσει την προσέγγισή του αυτή, έθεσε ότι συμβατική υποχρέωση των εναγόντων ήταν να παραδώσουν τα επίδικα οχήματα, καθόλα έτοιμα να μεταφέρουν σφάγια, εντός τρισήμισυ μηνών από τις 3.6.1988, οπόταν και κατακυρώθηκε η προσφορά. Παρά ταύτα, ακολουθήθηκε μια χρονοβόρα διαδικασία μετατροπών, με αποτέλεσμα να ήταν αδύνατη η παράδοσή τους μέχρι και τον Απρίλιο του 1989, όταν και απερρίφθησαν. Προέβαλε ο κ. Μιχαηλίδης ως ενισχυτικό της θέσης του το στοιχείο των συνεχών διαμαρτυριών των εναγομένων «διά την απαράδεκτον καθυστέρησιν» και την, συνακόλουθη, επιφύλαξη των δικαιωμάτων τους. Η αντίθετη θέση του ευπαίδευτου συνήγορου για τους ενάγοντες ήταν ότι οι δύο πλευρές, με συμφωνία τους, Τεκμ. 72, είχαν επιλύσει το ζήτημα της οποιασδήποτε καθυστέρησης. Πρόσθεσε ακόμη πως ο χρόνος παράδοσης δεν θεωρείται ουσιώδης όρος της σύμβασης πώλησης, ότι οι εναγόμενοι ούτως ή άλλως δεν τον κατέστησαν ουσιώδη και ότι εν πάση περιπτώσει η έκταση του χρόνου δεν πρέπει να αποσυνδέεται από την αντισυμβατική ενέργειά τους να μην παραλαμβάνουν τα οχήματα γιατί δήθεν αυτά ήταν ακατάλληλα. Κατά τον επίδικο χρόνο, σε εφαρμογή ήταν ο περί Πωλήσεως Αγαθών Νόμος, Κεφ.
- Το άρθρο 11 προέβλεπε τα εξής: «Unless a different intention appears from the terms of the contract, stipulations as to time of payment are not deemed to be of the essence of a contract of sale. Whether any other stipulation as to time is of the essence of the contract or not depends on the terms of the contract.» Στην υπό κρίση περίπτωση καθορίστηκε, στη μεταξύ των μερών συμφωνία, ως χρόνος παράδοσης το διάστημα των τρισήμισυ μηνών. Αναφέρονται τα ακόλουθα σχετικά στο σύγγραμμα Chitty on Contracts, 20ή Έκδοση, 2ος Τόμος, παράγρ. 43-243: «Express stipulation. The parties are at liberty to stipulate in their contract that time is to be of the essence in relation to the seller's obligation to deliver within an agreed time. If no such stipulation is inserted, but a time for delivery is nevertheless fixed, the question whether time is of the essence depends on the terms of the contract. There is no presumption or rule of law that stipulations as to time of delivery are of the essence of the contract but, in commercial contracts, they are frequently so construed». Ήταν η ουσιαστική προέκταση των εξεταζόμενων θέσεων της πλευράς των εναγομένων, όπως την ανέπτυξε ο ευπαίδευτος συνήγορός τους, ότι εφόσον πρόκειτο περί προσφορών, ο χρόνος θα πρέπει να θεωρηθεί στην παρούσα περίπτωση ότι ήτο ουσιώδης, δεδομένης και της ανάγκης που υπήρχε για παραλαβή των οχημάτων και διεξαγωγή απρόσκοπτα των εργασιών του Σφαγείου. Το Δικαστήριο δεν συμφωνεί με την πιο πάνω προσέγγιση, για τους λόγους που θα επεξηγήσει σε αναφορά με τα ουσιαστικά για το ζήτημα γεγονότα, όπως αυτά αναδύονται κατά τρόπο αδιαμφισβήτητο: Παραμένει αναντίλεκτο ότι οι εναγόμενοι ουδέποτε κατέστησαν ουσιώδη όρο το θέμα του χρόνου παράδοσης. Ούτε από τους όρους προσφορών συνάγεται κάτι τέτοιο. Αντίθετα, παρά τις παρατηρήσεις στις οποίες προέβαιναν κατά διαστήματα για καθυστέρηση, συζητούσαν με τους ενάγοντες τις διάφορες ενστάσεις που είχαν σχετικά με την καταλληλότητα των οχημάτων και έδιναν χρόνο και περιθώρια για επανειλημμένους ελέγχους. Τελικά, οι ίδιοι οι εναγόμενοι, στις 16.2.1989, ετοίμασαν και εισηγήθηκαν την υπογραφή της μεταξύ των μερών συμφωνίας, Τεκμ. 72, με βάση την οποία οι οποιεσδήποτε απαιτήσεις για καθυστέρηση στην παράδοση των οχημάτων «θα αποσυρθούν μόνιμα τόσο από πλευράς σας όσο και από πλευράς του Συμβουλίου». Καθίσταται έκδηλο από την πιο πάνω συμφωνία, πέραν της εγκατάλειψης της οποιασδήποτε απαίτησης είχε σχέση με το ζήτημα της καθυστέρησης, ότι ο χρόνος δεν ήταν το ουσιώδες για την πλευρά των εναγομένων. Οι οποίοι, σε όλες τις περιπτώσεις εξέφραζαν απλά την ανησυχία τους για καθυστέρηση, χωρίς οτιδήποτε περαιτέρω. Ό,τι ήταν το ουσιαστικό για την πλευρά τους, αφορούσε την καταλληλότητα των επίδικων οχημάτων και τη συμβατότητά τους με τις προδιαγραφές. Αυτός ήταν άλλωστε και ο λόγος που τα απέρριψαν στις 12.4.1989, όπως εντοπίζεται στα Τεκμ. 94 και
- Ως προς το ζήτημα της καθυστέρησης, το Συμβούλιο έθετε απλά θέμα επιφύλαξης των δικαιωμάτων του για διεκδίκηση αποζημιώσεων, ανεχόμενο την οποιαδήποτε επέκταση του χρόνου πέραν των τρισήμισυ μηνών. Εν πάση περιπτώσει λοιπόν, η χαλαρότητα αυτή που επέδειξαν δεν τους παρείχε το δικαίωμα να τερματίσουν τη μεταξύ τους συμφωνία χωρίς επαρκή προειδοποίηση, έστω κι αν εκληφθεί ως ουσιώδης ο χρόνος λόγω της φύσης του συμβολαίου. Και τέτοια προειδοποίηση δεν δόθηκε ποτέ. Άλλωστε, πέραν ενός σημείου, ήταν η αδικαιολόγητη άρνηση των εναγομένων να αποδεχθούν τα οχήματα που συνέδραμε στην επέκταση του χρόνου παράδοσής τους. Καταληκτικά, η προβαλλόμενη καθυστέρηση δεν περιλαμβάνεται στους λόγους απόρριψης, όπως ξεκάθαρα τέθηκαν, στοιχείο που από μόνο του εκθεμελιώνει την εξεταζόμενη θέση των εναγομένων. Ι. ΟΙ ΑΠΟΖΗΜΙΩΣΕΙΣ. Το αποτέλεσμα της δικαστικής κρίσης ως προς το θέμα της καταλληλότητας και, αντίστοιχα, η απόρριψη των λοιπών σχετικών θέσεων υπεράσπισης, ανοίγει το δρόμο για διεκδίκηση αποζημιώσεων εκ μέρους των εναγόντων. Τα είδη των αξιούμενων αποζημιώσεων, η βάση στήριξής τους και η μαρτυρία που προσφέρθηκε - από την πλευρά των εναγόντων και μόνο, μέρος της οποίας συνιστούν και εκατοντάδες έγγραφα που κατέθεσαν ως τεκμήρια - καλύπτονται από πολυπλοκότητα. Το Δικαστήριο θα επιχειρήσει να απλοποιήσει το όλο ζήτημα με αναφορά στις βασικές θέσεις που στηρίζονται οι αξιώσεις, όπως αυτές κωδικοποιούνται στην έκθεση απαίτησης και υποστηρίζονται από το μαρτυρικό υλικό. Η αξίωση των εναγόντων μπορεί να διαχωριστεί, σε πρώτο στάδιο, σε δύο κατηγορίες: Στο μέρος της προσφοράς που κάλυπτε τα εννέα μεγάλα οχήματα και σε αυτό που αφορά τα τρία μικρά. α. Τα τρία μικρά οχήματα. Όπως ήδη αναφέρθηκε, τα μικρά οχήματα παρελήφθησαν τελικά από τους εναγόμενους το Μάιο του 1999, Τεκμ.
- Η συμφωνηθείσα τιμή αγοράς ήταν τότε Λ.Κ.61.214,10 (€104.590,50). Προέβαλε ο ευπαίδευτος συνήγορος για τους εναγόμενους ότι οι ενάγοντες κωλύονται, μετά από τόσα χρόνια, να προβάλλουν απαίτηση για την αξία των μικρών αυτοκινήτων. Έθεσε μάλιστα, με υπόβαθρο την πάγια θέση του Συμβουλίου για ακαταλληλότητα των μεγάλων οχημάτων και αντισυμβατική συμπεριφορά των εναγόντων, ότι οι ζημιές των εναγομένων ήταν πολύ μεγάλες. Προεκτείνοντας, υπέβαλε ότι οι εναγόμενοι αφαίρεσαν το τίμημα των τριών μικρών αυτοκινήτων από τις ζημιές που υπέστησαν κι έτσι δεν οφείλεται οτιδήποτε σήμερα. Προχώρησαν, με απλά λόγια, σε συμψηφισμό. Ανεξάρτητα από την κατάληξη του Δικαστηρίου ως προς το ζήτημα της καταλληλότητας, κατάληξη που από μόνη της εκθεμελιώνει τις προαναφερθείσες θέσεις των εναγομένων, ο ισχυρισμός περί ζημιών και συμψηφισμού τους με το τίμημα των τριών μικρών οχημάτων, είναι αστήρικτος. Οι εναγόμενοι δεν νομιμοποιούνται στην αφαίρεση ποσών που οφείλουν με βάση στήριξης συμψηφισμό και μάλιστα για ζημιές που ουδέποτε διεκδίκησαν και απέδειξαν δικαστικά. Είναι νομολογημένο ότι στο δικαϊκό μας σύστημα δεν τυγχάνει εφαρμογής ο συμψηφισμός ποσών που απορρέουν από αμοιβαίες αλλά ανεξάρτητες υποχρεώσεις (Ηeatron Co Ltd v. Πολύκαρπου Nικολάου
(1999)1 ΑΑΔ 577, 582-3). Ενόψει των πιο πάνω, οι ενάγοντες δικαιούνται σε υπέρ τους απόφαση γι΄ αυτό το μέρος της αξίωσης για το ποσό των €104.590,50 (το αντίστοιχο των τότε Λ.Κ.61.214,10). Δικαιούνται επίσης προς όφελός τους απόφαση για ποσό €169,15 (το αντίστοιχο των τότε Λ.Κ.99), που αφορά την παροχή υπηρεσιών συντήρησης για τα τρία μικρά οχήματα και δυνάμει των τιμολογίων, Τεκμ. 116, 117 και 119. Τα πιο πάνω ποσά θα φέρουν τον εκάστοτε νόμιμο τόκο από της ημερομηνίας καταχώρησης της αγωγής. Στην κατάληξη ως προς το ζήτημα του τόκου λήφθηκε υπόψη η καθυστέρηση που παρατηρήθηκε εκ μέρους των εναγομένων στην καταχώρηση της παρούσας αγωγής, δεδομένου ότι η συγκεκριμένη απαίτηση ήταν αποκρυσταλλωμένη από το Μάιο του 1989 και καμιά δικαιολογία δόθηκε για την πάροδο του μεγάλου χρονικού διαστήματος μέχρι και της προσφυγής στο Δικαστήριο. β. Τα εννέα μεγάλα οχήματα. Πιο πολύπλοκο, όπως ήδη έχει καταγραφεί, είναι το θέμα των αποζημιώσεων που κινείται γύρω από τα όσα καλύπτουν τα εννέα μεγάλα οχήματα. β
(1). Οι ζημιές που απορρέουν από την αντισυμβατική απόρριψη. Ήταν, συνοπτικά, η θέση του ΜΕ1 ότι μετά την απόρριψη των οχημάτων αυτών από τους εναγόμενους, κατέβαλε χρονοβόρα και επίπονη προσπάθεια για πώλησή τους, προκειμένου να περιορίσει τις ζημιές των εναγόντων. Η προσπάθειά του ολοκληρώθηκε γύρω στο 1995, δηλαδή πέντε περίπου χρόνια μετά την απόρριψη. Επειδή ήταν αδύνατη η πώληση των οχημάτων με τη μορφή που είχαν, ως οχήματα-ψυγεία δηλαδή, καθότι δεν υπήρχε διαθέσιμη αγορά, τα αποσυναρμολόγησε σε τρία μέρη, ήτοι πλαίσιο, ψυκτική καμπίνα και ψυκτικό μηχανισμό. Ακολούθως, άρχισε να επισκέπτεται διάφορους ιδιώτες, βιομηχανίες, κρατικούς και ημικρατικούς οργανισμούς. Όπως χαρακτηριστικά το έθεσε, γύριζε από πόρτα σε πόρτα και υπέβαλλε προσφορές. Οι μετατροπές των οχημάτων ήταν απαραίτητες, προκειμένου αυτά να είναι σύμφωνα με τις απαιτήσεις της αγοράς. Έτσι, και ανάλογα με τις ανάγκες, τα μετέτρεψε σε διάφορα εξειδικευμένα οχήματα, όπως σκυβαλοχήματα, οχήματα-σκούπες κλπ. Για να γίνουν κατορθωτές οι μετατροπές οι ενάγοντες υπέστησαν διάφορα έξοδα, στα οποία περιλαμβάνονταν η αγορά εξαρτημάτων και τα έξοδα εργασίας και υπηρεσιών που τους πρόσφεραν διάφορα μηχανουργεία. Mε τα πιο πάνω ως δεδομένα, το εξεταζόμενο, αξιούμενο αυτό μέρος της ζημιάς, εξειδικεύεται από τους ενάγοντες ως εξής: Η συνολική τιμή της επίδικης προσφοράς ανερχόταν στο ποσό των Λ.Κ.320.190.
- Αφαιρουμένου του τιμήματος αγοράς για τα μικρά οχήματα, των Λ.Κ.61.214,10 δηλαδή, παραμένει, ως υπόλοιπο, το ποσό των Λ.Κ.258.975,
- Αυτό αντιστοιχούσε με την αξία των εννέα μεγάλων οχημάτων. Αφαιρουμένης και της προκαταβολής που δόθηκε, Λ.Κ.16.000, το ποσό περιορίζεται στις Λ.Κ.242.975,
- Η προσπάθεια πώλησης των εννέα μεγάλων οχημάτων, με την ολοκλήρωσή της, απέφερε καθαρό εισπραχθέν ποσό Λ.Κ.183.323,
- Παρεμβάλλω στο σημείο αυτό ότι ορθή μαθηματική πράξη πρόσθεσης των ποσών των παραγρ. 23Θ μέχρι 23Τ της έκθεσης απαίτησης, που καθορίζονται ως τα καθαρά εισπραχθέντα, αποφέρει, ως αποτέλεσμα, το ποσό των Λ.Κ.181.323,
- Προφανώς γιατί, εκ λάθους - όπως συμφώνησε και ο κ. Κορφιώτης κατά την ακρόαση ημερ. 1.9.2009 και ζήτησε ανάλογη τροποποίηση - αναφέρεται ως συνολική τιμή πώλησης των δύο οχημάτων της παραγρ. 23Θ, το ποσό των Λ.Κ.47.200, αντί του ορθού Λ.Κ.49.200, όπως και το Τεκμ. 145(α) βεβαιώνει. Το λάθος αυτό είχε ως αποτέλεσμα και τη μείωση κατά Λ.Κ.2.000 της καθαρής τιμής πώλησης. Αναφέρεται δηλαδή Λ.Κ.24.070 αντί Λ.Κ.26.
- Παρά ταύτα, στη γενική παράγραφο 23Η της έκθεσης απαίτησης καταγράφεται το ορθό ποσό των Λ.Κ.183.323,
- Το πιο πάνω καθαρό εισπραχθέν ποσό των Λ.Κ.183.323,38, προκύπτει μετά την αφαίρεση από το συνολικό ποσό που εισέπραξαν από τις νέες πωλήσεις οι ενάγοντες, των εξόδων που είχαν προκειμένου να μετατρέψουν τα επίδικα εννέα οχήματα και τους ψυκτικούς θαλάμους και μηχανισμούς, σε κατάλληλα να ανταποκριθούν στις απαιτήσεις και προδιαγραφές των νέων αγοραστών. Η διαφορά μεταξύ του ποσού αυτού και του ποσού των Λ.Κ.242.975,90, ήτοι Λ.Κ.59.652,52, ισοδυναμεί με την αξιούμενη σε αυτό το κεφάλαιο ζημιά. Ας τεθεί η νομική πλευρά του μέρους αυτού των εξεταζόμενων αποζημιώσεων, προτού το Δικαστήριο επανέλθει στην αξιολόγηση των ενώπιόν του δεδομένων. Το άρθρο 31 του Κεφ. 267 όριζε ότι είναι καθήκον του αγοραστή να παραλάβει τα αγαθά και να πληρώσει γι΄ αυτά σύμφωνα με τους όρους της σύμβασης. Έχει ήδη αποφασιστεί ότι η απόρριψη των εννέα μεγάλων οχημάτων και η άρνηση πληρωμής των αγαθών αυτών, ήταν εσφαλμένη και συνιστούσε αντισυμβατική συμπεριφορά εκ μέρους των εναγομένων. Συνεπώς, κατ΄ ακολουθία του άρθρου 56 του πιο πάνω περί Πωλήσεως Αγαθών Νόμου, οι ενάγοντες είχαν νόμιμο δικαίωμα δικαστικής διεκδίκησης αποζημιώσεων για μη αποδοχή. Το Κεφ. 267 βασιζόταν στο Αγγλικό Sale of Goods Act, 1893 και το άρθρο 56 είναι ταυτόσημο με το άρθρο 50(β) του Αγγλικού αυτού νομοθετήματος. Στην έκταση που αφορά την υπό κρίση περίπτωση, εντοπίζονται τα ακόλουθα σχετικά στο σύγγραμμα Halsbury's Laws of England, 3η Έκδοση, Τόμος 34, στις παράγρ. 245, 242 και
- «
- Where the property has not passed to the buyer, the seller's only remedy, subject to the possibility of obtaining specific performance of the contract of sale, is to sue for damages for non-acceptance». «
- Measure of damages. The measure of damages is the estimated loss directly and naturally resulting, in the ordinary course of events, from the buyer's bridge of contract. This rule, which is the ordinary rule of the ascertainment of damages for bridge of contract, can be displaced by the express terms of the contract, but they must be such as plainly to show that it is intended to displace the rule.» «
- Market-price rule for ascertaining measure of damages. Where there is an available market for the goods in question, the measure of damages is prima facie to be ascertained by the difference between the contract price and the market or current price at the time or times when the goods ought to have been accepted, or, if no time was fixed for acceptance, then at the time of the refusal to accept. This rule, however is only a prima facie rule and must be read subject to the overriding effect of the general rule previously stated, and of the further provision that nothing in the Sale of Goods Act, 1893, affects the right of the buyer or the seller to recover interest or special damages in any case where by law interest or special damages may be recoverable. The prima facie rule is founded upon the general duty of the seller to mitigate his damage by taking all reasonable steps to minimize his loss, and, where, a buyer in breach of a contract for the sale of goods refuses to accept or pay for them, the reasonable step for the seller to take in normal circumstance is to sell the goods for the best price that he can. The difference between the market or current price at which he sells them and the contract price which he would have obtained for them is the true measure of the damages consequent upon the buyer's breach of the contract.» Τίθεται, συναφώς, ως εξής το ζήτημα των αρχών που διέπουν τον υπολογισμό των εξεταζόμενων αποζημιώσεων στο σύγγραμμα Pollock & Mulla Indian Contract and Specific Relief Acts, 9th Edition, p. 550: «The Supreme Court has held that there are two principles on which damages are calculated in the case of breach of contract of sale of goods: The first is that as far as possible the injured party should be placed in as good a situation as if the contract had been performed i.e to provide compensation for pecuniary loss which naturally flows from the breach; the other is the plaintiff has to mitigate damages and he is debarred from claiming any part of the damage which is due to his neglect to take such steps». Το μέτρο της αποζημίωσης του πωλητή σε περίπτωση αντισυμβατικής απόρριψης των πωληθέντων αγαθών αποτέλεσε αντικείμενο εξέτασης και στην Andreas Christodoulou v. Costas Kazafaniotis
(1988)1 CLR 325. Λέχθηκε, στις σελ. 326-7: «The learned trial Judge relied for that purpose on the provisions of section 56 of the Sale of Goods Law, Cap. 267 which provides: "Where the buyer wrongfully neglects or refuses to accept and pay for the goods, the seller may sue him for damages for non-acceptance". This section corresponds to section 50 subsection 1 of the English Sale of Goods Act 1893, which, however, has two more subsections that deal with the normal measure of damages for non-acceptance in general and the measure of damages where there is an available market. These two subsections have been omitted from our section. We have therefore to fall back on the general method of computing the loss directly and naturally arising from the buyer's breach, as provided by Section 73 of our Contract Law, Cap. 149 and to our Case Law to which the principles governing the measure of damages in cases of contract for the sale of goods have been settled. In the case of Shacolas v. Michaelides and Another
(1967)1 C.L.R. 290, it was held that the measure of damages for non-acceptance of goods sold, is the estimated loss directly and naturally resulting in the ordinary course of events from the buyer's breach of contract. In Spyros Anastasiou v. Apostolis Stylianou
(1974)1 C.L.R. 62 it was held that the "compensation which must be paid to him should be measured by ascertaining the difference between the contract and the market price on the date when payment was made, subject of course to the limitation that the Law imposes a duty upon the plaintiff to take all reasonable steps to mitigate his loss caused by the breach of contract and debars him from claiming compensation for any part of the damages which is due to his neglect to do so." It may usefully be added here that if the seller retains the goods after the breach, he cannot recover from the buyer any further loss if the market falls. The learned trial Judge indeed went into this aspect of the case and observed that though the sale of goods was effected at some unreasonable, as one might say, time from the date of the breach, there was no evidence adduced before him that there was any difference in the market price of the goods between the date that the appellant failed to take delivery of the goods, that is the date of the breach and the date they were sold to the third person and he assessed the damages on the basis of the difference between the agreed price and the price at which they were so sold at two-hundred pounds, being the damage suffered by the respondent as a result of the breach and which he awarded to him by way of damages with his judgment.» Ορίζεται ως εξής η «διαθέσιμη αγορά» στο σύγγραμμα Benjamin's Sale of Goods, The Common Law Library, Fourth Edition p.815-7: «Τhe meaning of "available market''.the availability of buyers and sellers, and their ready capacity to supply or to absorb the relevant goods is the basic concept of an "available market'': it is submitted that there is no need to add to this the test of a price liable to fluctuations in accordance with supply and demand, as occurs in official exchanges or certain commodity markets. A fixed market price may render section 50
(3)ineffective as a ground of substantial damages, but it should not make the term "available market'' inapplicable. A fluctuating market price indicates the existence of an available market, but it should not be a necessary test: "there must be sufficient traders, who are in touch with each other''». «The size of the alleged market will be relevant to the decision whether it is an available market: thus, a few sales of small quantities of the relevant goods will not constitute an available market». Και στην υπόθεση Shearson Lehman Hutton Inc. and another v. Maclaine Watson and Co Ltd and others (no.2) [1990] 3 All E.R. 723: «Ιf the seller actually offers the goods for sale there is no available market unless there is one actual buyer on that day at a fair price; that if there is no actual offer for sale, but only a notional or hypothetical sale for the purposes of s. 50
(3), there is no available market unless on that day there are in the market sufficient traders potentially in touch with each other to evidence a market in which the actual on notional seller could if he wished, sell the goods.» Ως προς το ζήτημα του χρόνου, μεταπώλησης, των εξόδων και του τρόπου μετατροπής προκειμένου να μεταπωληθούν τα αγαθά, αναφέρονται τα εξής στο σύγγραμμα Benjamin's, παράγρ. 16-057, σελ.815-6, παράγρ. 16-069, σελ. 824 και παράγρ. 16-059, σελ. 817: «The "ready'' or "immediate'' accessibility to substitute buyers or sellers should not be taken too literally .it is submitted that the temporal test should be one of a reasonable time after the breach, given the nature of the goods in question and the business situation of the plaintiff. With some types (or quantities) of goods, negotiations with potential buyers would take several days to achieve a sale. It is most unlikely that there will be an available market where the goods in question have been (or were to be) specially manufactured to suit the particular requirements of the buyer: the chance of resale of such goods within a reasonable time after the breach is too limited and fortuitous. » «If there is no available market for the goods in their condition at the time of the buyer's failure to accept them, the seller is entitled to deal with the goods "in any reasonable way'', e.g. by adapting them to suit another customer. The seller's damages will then include the cost of adaptation, as well as the loss of profit at the first sale. Although the seller need not incur speculative expenditure, there may be circumstances in which it would be reasonable for the seller to incur a limited amount of expenditure to adapt the goods in such a way as to make them readily saleable» «.A seller who cannot find a substitute buyer for a large quantity of goods may have to mitigate by dividing it into separate sales of quantities which are readily saleable». Σε σχέση με το καθήκον του ζημιωθέντος μέρους να μετριάσει την ζημιά του καταγράφονται τα ακόλουθα στο πιο πάνω σύγγραμμα, παράγρ. 16-044, σελ. 806: «In the sale of goods, this principle of mitigation is a foundation on the normal rule for the measure of damages which requires the innocent party to act immediately upon the breach, and buy or sell in the market, if there is an available market.» Στην απόφαση Γεώργιος Ταμπούρας v. Κυριακής Κολάνη άλλως Κίκας Κολάνη
(2008)1 ΑΑΔ 384, επιβεβαιώνεται η νομολογιακή αρχή ότι ο ενάγων έχει καθήκον να μετριάσει όσο το δυνατό τις ζημιές που υπέστη. Επεξηγείται επίσης, σε αναφορά με τα όσα καταγράφονται στο σύγγραμμα McGregor on Damages 15η Έκδοση, σελ. 187, παράγρ. 308, ότι η αρχή που επιβάλλει στον ενάγοντα να μετριάσει τη ζημιά του ισχύει με την ίδια δύναμη τόσο στις υποθέσεις συμβατικής διάρρηξης, όσο και σε αυτές των αστικών αδικημάτων. Όπως δε εντοπίζεται στην απόφαση Muriel Beaumont κ.ά. ν. Νίκος Παπακλεοβούλου, Πολιτική Έφεση Αρ.102/2007 ημερομ. 21.4.2010: «Η υποχρέωση του ενάγοντα για μείωση της ζημιάς, είναι να ενεργήσει μέσα στα πλαίσια της λογικής. Το κατά πόσο ο ενάγων σε κάθε περίπτωση ενήργησε ή όχι εύλογα, είναι θέμα γεγονότων και όχι νόμου. Το κριτήριο και οι περιορισμοί απασχόλησαν τα Δικαστήρια σε πολλές υποθέσεις. Μια από αυτές είναι η υπόθεση Banco de Portugal v. Waterlow
(1932)All ER Rep. 181(HL) στην οποία το Αγγλικό Τριτοβάθμιο Εφετείο, αναφερόμενο στις δυσκολίες εφαρμογής του κανόνα, έθεσε το θέμα ως εξής:- «Where the sufferer from a breach of contract finds himself in consequence of that breach placed in a position of embarrassment the measures which he may be driven to adopt in order to extricate himself ought not to be weighed in nice scales at the instance of the party whose breach of contract has occasioned the difficulty. It is often easy after an emergency has passed to criticise the steps which have been taken to meet it, but such criticism does not come well from those who have themselves created the emergency. The law is satisfied if the party placed in a difficult situation by reason of the breach of a duty owed to him has acted reasonably in the adoption of remedial measures and he will not be held disentitled to recover the cost of such measures merely because the party in breach can suggest that other measures less burdensome to him might have been taken.» Σε ελεύθερη μετάφραση:- «Όταν το αναίτιο μέρος σε αθέτηση συμβολαίου βρίσκεται συνεπεία αυτής της αθέτησης σε δυσχερή θέση, τα μέτρα στα οποία μπορεί να οδηγηθεί να υιοθετήσει προκειμένου να βγει από τη δύσκολη κατάσταση, δεν πρέπει να σταθμίζονται σε ζυγαριές ακριβείας κατ' απαίτηση του μέρους το οποίο με την αθέτηση της συμφωνίας προκάλεσε αυτή τη δυσκολία. Είναι συχνά εύκολο μετά το πέρας μιας έκτακτης κατάστασης, να επικρίνονται τα μέτρα τα οποία έχουν ληφθεί για την αντιμετώπισή της, αλλά τέτοια κριτική δε δικαιολογείται προερχόμενη από εκείνους οι οποίοι δημιούργησαν την έκτακτη κατάσταση. Ο νόμος ικανοποιείται αν το μέρος το οποίο βρίσκεται σε δύσκολη κατάσταση λόγω της παράβασης οφειλόμενου προς αυτόν καθήκοντος, ενήργησε εύλογα στην υιοθέτηση διορθωτικών μέτρων και δεν θα θεωρείται ότι αποστερείται του δικαιώματος να ανακτήσει το κόστος αυτών των μέτρων απλά και μόνο επειδή το μέρος το οποίο ευθύνεται για την αθέτηση μπορεί να εισηγηθεί ότι λιγότερο επαχθή για αυτόν μέτρα θα μπορούσαν είχαν ληφθεί.» Σε τελική ανάλυση, φαίνεται ότι η ουσία του θέματος απολήγει στο κατά πόσο ο ενάγων, σε σχέση με το καθήκον για μείωση της ζημιάς του, ενήργησε εύλογα έναντι του εναγόμενου.» Το βάρος απόδειξης ισχυρισμού ότι ο ζημιωθείς δεν έλαβε εύλογα μέτρα για μετριασμό της ζημιάς του, φέρει ο εναγόμενος (Muriel Beaumont, ανωτέρω). Υπό το πρίσμα των πιο πάνω αρχών, θα επιλυθεί η υπό εξέταση διαφορά. Εισηγήθηκε ο ευπαίδευτος συνήγορος για τους εναγόμενους ότι τα επίδικα εννέα μεγάλα οχήματα μπορούσαν να διατεθούν σε προηγούμενο στάδιο, ως είχαν. Πρόσθεσε ότι οι ενάγοντες δεν παρουσίασαν καμία μαρτυρία ότι έλαβαν όλα τα αναγκαία μέτρα και ότι κατέβαλαν κάθε προσπάθεια για διάθεσή τους και ελάττωση της ζημιάς. Η πιο πάνω προσέγγιση δεν βρίσκει σύμφωνο το Δικαστήριο. Κατ΄ αρχάς, το βάρος απόδειξης, ως ήδη λέχθηκε, του ισχυρισμού ότι οι ενάγοντες δεν έλαβαν μέτρα για μετριασμό της ζημιάς, το έφερε η πλευρά των εναγομένων. Καμία σχετική μαρτυρία παρουσίασαν προς απόσεισή του, ούτε και η αντεξέταση του ΜΕ1 ενίσχυσε τη θέση τους. Αντίθετα, μέσα από την - χωρίς αντίκρουση - μαρτυρία των εναγόντων, καταδεικνύεται ότι η πλευρά τους, μετά την απόρριψη, κατέβαλε συνεχείς, χρονοβόρες και επίπονες προσπάθειες για διάθεση των οχημάτων και περιορισμό της ζημιάς που προέκυψε. Η εξειδικευμένη φύση των συγκεκριμένων αγαθών περιόριζε και τον κύκλο των ενδιαφερομένων αγοραστών. Αυτό οδήγησε, δικαιολογημένα, στην απόφαση αποσυναρμολόγησης και εκτεταμένων, σε πολλές περιπτώσεις, τροποποιήσεων, προκειμένου να καταστεί δυνατή και η πώλησή τους. Ο ΜΕ1 εξήγησε, με κάθε λεπτομέρεια, τις όλες προσπάθειες διάθεσης των οχημάτων. Η μαρτυρία του γίνεται αποδεκτή καθότι, όχι μόνο δεν αντικρούστηκε, αλλά και επιβεβαιώνεται από όγκο τεκμηρίων, τα οποία επιμαρτυρούν τη μακροχρόνια προσπάθεια διάθεσης, το δύσκολο και επίπονο της όλης διαδικασίας και το εκτεταμένο χρονικό διάστημα που απαιτείτο για διεκπεραίωσή της. Τα δεδομένα της αγοράς κατά τους ουσιώδεις χρόνους, δόθηκαν επίσης από το ΜΕ
- Οι σχετικές θέσεις του γίνονται αποδεκτές. Εύκολα εντοπίζεται από το περιεχόμενο της μαρτυρίας του ότι ήταν γνώστης της αγοράς, αποτέλεσμα της μακράς εμπειρίας του με το συγκεκριμένο τομέα πώλησης οχημάτων. Είναι, συνακόλουθα, κατάληξη του Δικαστηρίου ότι οι ενάγοντες έλαβαν κάθε δυνατό και εύλογο μέτρο για περιορισμό της ζημιάς τους. Ως απόρροια, δικαιούνται σε αποζημιώσεις με μέτρο τη διαφορά μεταξύ της τελικής τιμής πώλησης των αγαθών και της συμφωνηθείσας μεταξύ των διαδίκων. Λαμβανομένων βεβαίως υπόψη, ως μέρος της ζημιάς, των λογικών εξόδων μετατροπής των οχημάτων-αγαθών, προκειμένου να ανταποκριθούν, λόγω της ιδιομορφίας τους, στις νέες συνθήκες αγοράς. Ο τελικός καθορισμός του ποσού των αποζημιώσεων συναρτάται με την απάντηση στο ερώτημα: Τι απέδειξαν μέσα από τη μαρτυρία που πρόσφεραν οι ενάγοντες ως τέτοια ζημιά; Η απάντηση θα δοθεί με βάση την αξιολόγηση της μαρτυρίας τους. Αυτής του ΜΕ1 επί του προκειμένου και των σχετικών τεκμηρίων που κατατέθηκαν, και υπό το πρίσμα της βασικής νομικής αρχής που διέπει το ζήτημα απόδειξης ειδικών ζημιών. Της λεπτομερούς δηλαδή δικογράφησής τους και της αυστηρής απόδειξής τους. Κατά την κυρίως εξέταση του ΜΕ1 ηγέρθη ένσταση από τον ευπαίδευτο συνήγορο των εναγομένων όταν ο μάρτυρας αυτός επιχείρησε να αναφερθεί στις ζημιές που υπέστη η ενάγουσα εταιρεία. Η ένσταση έγινε αποδεκτή στη βάση ότι οι ειδικές ζημιές για τις οποίες επιχειρήθηκε να δοθεί μαρτυρία, δεν καταγράφοντο με την απαραίτητη λεπτομέρεια στην έκθεση απαίτησης. Ως αποτέλεσμα, η έκθεση απαίτησης τροποποιήθηκε με διάταγμα του Δικαστηρίου ημερ. 6.4.
- Στο τροποποιημένο πλέον κείμενο, το υπό εξέταση συγκεκριμένο μέρος των αξιούμενων αποζημιώσεων δικογραφείται με κάθε λεπτομέρεια. Καλύπτει 16 σελίδες και υποδιαιρείται σε 12 κεφάλαια με αρίθμηση από 23Θ μέχρι και 23Τ. Επειδή δε και η παράγρ. 23Υ, που ακολουθεί, έχει άμεση σχέση με το είδος των εξεταζόμενων αποζημιώσεων, θα ληφθεί υπόψη στο παρόν μέρος της απόφασης. Οι παραγρ. 23Θ, Κ, Λ, Μ, Ν, Ξ, Ο και Ρ αφορούν τις πωλήσεις των εννέα οχημάτων-πλαισίων/καμπίνα σε διάφορους αγοραστές και συμπεριλαμβάνουν τις μετατροπές που έγιναν σε αυτά προκειμένου να ανταποκρίνονται στις νέες προδιαγραφές. Με λεπτομέρεια δε καταγράφονται τόσο το τίμημα πώλησης όσο και τα έξοδα μετατροπών. Υπενθυμίζοντας ότι τα υπό αναφορά οχήματα διαχωρίστηκαν σε τρία μέρη - πλαίσιο, ψυκτικό θάλαμο και ψυκτικό μηχανισμό - προκειμένου να καταστεί δυνατή η διάθεσή τους, προσθέτω ότι η παράγρ. 23 Ι καλύπτει την πώληση τριών εκ των ψυκτικών θαλάμων μαζί με τρεις ψυκτικούς μηχανισμούς, η παράγρ. 23Π την πώληση των υπόλοιπων έξη ψυκτικών θαλάμων και οι παράγρ. 23Σ και 23Τ την πώληση των υπόλοιπων έξη ψυκτικών μηχανισμών. Τέλος, η παράγρ. 23Υ περιλαμβάνει ποσό εξόδων τα οποία υπέστηκαν οι ενάγοντες, προκειμένου να ικανοποιήσουν αντισυμβατικές απαιτήσεις των εναγομένων προτού λάβει χώρα η απόρριψη των εννέα μεγάλων οχημάτων, αλλά και άλλα έξοδα που υπέστηκαν μετά την τελική απόρριψη, ούτως ώστε να καταστεί δυνατή η αποσυναρμολόγηση, για να ακολουθήσει η διάθεση των οχημάτων αυτών σε άλλους αγοραστές. Η μαρτυρία που πρόσφεραν οι ενάγοντες, πάντα ως προς το εξεταζόμενο αυτό μέρος των αποζημιώσεων, συνίσταται από τα όσα κατέθεσε ο ΜΕ1 και ολοκληρώνεται με την παράθεση των σχετικών τεκμηρίων, κατά κύριο λόγο τιμολογίων. Η αντεξέταση του ΜΕ1 μπορεί να χαρακτηριστεί, με μία λέξη: Εξαντλητική. Παρά την έκτασή της όμως, οι ουσιαστικές αναφορές του μάρτυρα παρέμειναν ακλόνητες. Κι όχι μόνο αυτό: Επιβεβαιώθηκε, μέσα από τις λεπτομερείς του απαντήσεις, η βασική του θέση για το αναγκαίο των αλλαγών και μετατροπών των επίδικων οχημάτων και ενδυναμώθηκε η συσχέτιση της μαρτυρίας του με το κάθε επί μέρους ποσό των αξιούμενων αποζημιώσεων. Ο μάρτυρας, με θαυμαστή ακρίβεια, παρά την παρόδο του χρόνου - ως αποτέλεσμα, ως διεφάνη, τόσο της μακράς του εμπειρίας, όσο και της έντονης προσωπικής εμπλοκής του με τα επίδικα ζητήματα - έδωσε λεπτομερείς εξηγήσεις και συνδύασε την κάθε αναφορά του με τα δεκάδες τεκμήρια, δίνοντας με αυτό τον τρόπο περαιτέρω ενίσχυση των θέσεών του. Έτσι, οι αναφορές του, σε σχέση με τα αξιούμενα ποσά της παραγρ. 23Θ της έκθεσης απαίτησης, συσχετίστηκαν με τα Τεκμ. 145 και 146, της παραγρ. 23 Ι με τα Τεκμ. 147-149, της παραγρ. 23Κ με τα Τεκμ. 150-155, της παραγρ. 23Λ με τα Τεκμ. 156-163, της παραγρ. 23Μ με τα Τεκμ. 164-168, της παραγρ. 23Ν με τα Τεκμ. 169-174, της παραγρ. 23Ξ με τα Τεκμ. 175-178, της παραγρ. 23 Ο με τα Τεκμ. 179 και 180, της παραγρ. 23Π με τα Τεκμ. 181-193, της παραγρ. 23Ρ με τα Τεκμ. 194 και 195, της παραγρ. 23Σ με τα Τεκμ. 196 και 197, της παραγρ. 23Τ με τα Τεκμ. 198 και 199 και της παραγρ. 23Υ με τα Τεκμ. 199(α) και
- Όπως δε θα εξειδικευθεί στο αμέσως επόμενο στάδιο, ο μάρτυρας δεν δίστασε, σε καμία περίπτωση, να παραδεχθεί ότι κάποια ποσά κακώς συμπεριλήφθηκαν στις λεπτομέρειες της αξίωσης και ζήτησε την αφαίρεσή τους. Προσθέτω ότι οι υποβολές της υπεράσπισης περί πλαστότητας των Τεκμηρίων-τιμολογίων, παρέμειναν μετέωρες ελλείψει στήριξής τους από οποιαδήποτε σχετική μαρτυρία. Ο ευπαίδευτος συνήγορος για τους εναγόμενους έδωσε ιδιαίτερη έμφαση κατά την αντεξέταση στα όσα καλύπτονται από την παράγρ. 23Π της έκθεσης απαίτησης, στην προσπάθειά του να καταδείξει το λανθασμένο των μαθηματικών πράξεων και τη σύγχυση του μάρτυρα. Πράγματι, ο ΜΕ1, παρά τη γενική του τοποθέτηση ότι έλεγξε την ορθότητα των συγκεκριμένων ποσών, αδυνατούσε να επεξηγήσει περαιτέρω. Δεν υπάρχει όμως τίποτε το επιλήψιμο. Προφανώς η όλη παρανόηση ξεκινά από λανθασμένη βάση. Θα εξηγήσω γιατί: Η παράγραφος 23Π καλύπτει προσφορά των εναγόντων προς τους εναγόμενους ημερ. 15.9.1993, η οποία καμία σχέση έχει με την επίδικη. Οι εναγόμενοι είχαν ζητήσει να προμηθευτούν με έξη ψυκτικούς θαλάμους μαζί με έξη ψυκτικούς μηχανισμούς. Τον Ιανουάριο του 1994 η εν λόγω προσφορά κατακυρώθηκε προς όφελος των εναγόντων για το ποσό των Λ.Κ.7.200 πλέον ΦΠΑ για κάθε ψυκτικό θάλαμο και επίσης Λ.Κ.7.200 πλέον ΦΠΑ για κάθε ψυκτικό μηχανισμό. Επειδή οι εναγόμενοι επιθυμούσαν να αγοράσουν ψυκτικούς μηχανισμούς νεότερου τύπου, με αέριο φιλικό προς το περιβάλλον, οι ενάγοντες προμηθεύτηκαν έξη καινούργιους ψυκτικούς μηχανισμούς από το Ισραήλ. Ως εκ τούτου, τα μόνα σχετικά αγαθά για το υπό κρίση ζήτημα των αποζημιώσεων, είναι οι έξη ψυκτικοί θάλαμοι οι οποίοι είχαν αποσυναρμολογηθεί από τα επίδικα μεγάλα οχήματα. Συνεπώς, σχετικό και μόνο είναι το ποσό των Λ.Κ.7.200, πολλαπλασιαζόμενο επί έξη, ήτοι Λ.Κ.43.
- Από αυτό το ποσό είναι που θα έπρεπε ο ευπαίδευτος συνήγορος για τους εναγόμενους να αφαιρέσει τα ποσά εξόδων, συνολικά Λ.Κ.10.618,37, προκειμένου να καταλήξει στο καθαρό ποσό που και οι ενάγοντες ισχυρίζονται στην παράγρ. 23Π π της έκθεσης απαίτησης, ότι εισέπραξαν, ήτοι Λ.Κ.32.581,
- Ήταν η αφαίρεση, λανθασμένα, του ποσού των εξόδων από ποσό Λ.Κ.86.400, το οποίο συμπεριλάμβανε και τους νέους ψυκτικούς μηχανισμούς, που δημιούργησε την όλη ασάφεια. Είναι κατάληξη ότι οι ενάγοντες, μέσα από τη μαρτυρία που πρόσφεραν, και η οποία έγινε αποδεκτή από το Δικαστήριο για τους λόγους που εξηγήθηκαν στο προηγούμενο στάδιο και με την επιφύλαξη και αφαίρεση των ποσών που θα καταγραφούν αμέσως πιο κάτω, απέδειξαν το ύψος των ζημιών που καλύπτουν οι παράγρ. 23Η μέχρι και 23Υ της έκθεσης απαίτησης. Τα ποσά αυτά, όπως είναι δικογραφημένα, ανέρχονται, συνολικά, σε Λ.Κ.65.810,94, ήτοι το άθροισμα του ποσού των Λ.Κ.59.652,52 της γενικής παραγράφου 23Η και Λ.Κ.6.158,42 της παραγρ. 23Υ. Από το πιο πάνω συνολικό ποσό θα πρέπει να αφαιρεθούν τα ποσά τα οποία ο ίδιος ο ΜΕ1 απέσυρε στην πορεία της μαρτυρίας του. Συγκεκριμένα: - Ποσό Λ.Κ.35 που καλύπτεται από την παράγρ. 23Κ ε
(8)και το Τεκμ. 155
(7), Τιμολόγιο αρ. 196. - Ποσό Λ.Κ.40 που καλύπτεται από την παράγρ. 23Κ ε
(14), Τεκμ. 155
(12), Τιμολόγιο αρ. 912. - Ποσό Λ.Κ.333,20 που καλύπτεται από την παράγρ. 23Κ ε
(15), Τεκμ. 155
(13), Τιμολόγιο αρ.
- - Ποσό Λ.Κ.48,75 που καλύπτεται από την παράγρ. 23Μ θ, Τεκμ. 168(δ), Τιμολόγιο
- - Ποσό Λ.Κ.15 που καλύπτεται από την παράγρ. 23Υ ι, Τεκμ. 199 (α)
(12), Τιμολόγιο αρ. 00188. - Ποσό Λ.Κ.235 που καλύπτεται από την παράγρ. 23Υ ξ, Τεκμ. 199 (α)
(17), Τιμολόγιο αρ. 17076. - Ποσό Λ.Κ.10 που καλύπτεται από την παράγρ. 23Υ ρ, Τεκμ. 199(α)
(20), Τιμολόγιο αρ.
- - Ποσό Λ.Κ.310 που καλύπτεται από την παράγρ. 23Υ αη. Το συνολικό ποσό που δεν δικαιούνται οι ενάγοντες σε σχέση με τις αξιώσεις των παραγρ. 23Η μέχρι 23Υ, ανέρχεται στις Λ.Κ.1.026,
- Αφαίρεση του ποσού αυτού από το συνολικό των Λ.Κ.65.810,94, οδηγεί στο ποσό για το οποίο δικαιούνται προς όφελός τους απόφαση. Ήτοι Λ.Κ.64.783,99, αντίστοιχα σε €110.
- Ενόψει των πιο πάνω, οι ενάγοντες δικαιούνται σε υπέρ τους απόφαση γι΄ αυτό το μέρος της αξίωσης, για το ποσό των €110.690, το οποίο θα φέρει τον εκάστοτε νόμιμο τόκο από της ημερομηνίας καταχώρησης της αγωγής. Δεδομένου ότι και στην περίπτωση αυτή, παρά την προ πολλών ετών αποκρυστάλλωση της απαίτησης, οι ενάγοντες παρέλειψαν, αδικαιολόγητα και πάλι, να προσφύγουν νωρίτερα στο Δικαστήριο. β
(2)Το απωλεσθέν κέρδος. Ο ευπαίδευτος συνήγορος για τους ενάγοντες, στηριζόμενος στο δικαστικό λόγο της απόφασης W L Thompson Ltd v. R. Robinson (Gunmakers) Ltd, [1955] 1 All E.R 154, επιχείρησε να τεκμηριώσει το μέρος των αξιώσεων των εναγομένων που αφορά την απώλεια κερδών. Στην πιο πάνω απόφαση ο Δικαστής Upjohn εφαρμόζοντας τις αρχές που τέθηκαν στην παλαιότερη υπόθεση In Re Vic Mill [1913] 1 Ch. D. 465, επιδίκασε προς όφελος των εναγόντων αποζημιώσεις και για απωλεσθέντα κέρδη (loss of profit). Οι πιο πάνω υποθέσεις αναλύονται στο σύγγραμμα McGregor on Damages, 16th Edition, para. 935, p. 621,
- Καταγράφονται τα εξής: «The defendant refused to accept a Vanguard car which he had bought from the plaintiff car dealers at the retail selling price fixed by the manufacturers. The plaintiffs returned the car to their suppliers, but nevertheless successfully claimed from the defendant their loss of profit on the repudiated sale since, as Vanguards were readily available for sale, they had sold one less Vanguard than they otherwise would have done. In awarding this loss of profit to the plaintiffs Upjohn J. applied Re Vic Mill. In that case the plaintiffs had contracted to manufacture for and sell to the defendant certain machines, and the defendant became unable to accept the machines, in circumstances discharging the contract by breach, at a time when the plaintiffs had manufactured some of the machines but not others. The plaintiffs sold the machines already manufactured, after making small alterations to them, to a third party at a price similar to the contract price. Nevertheless they were held entitled to the profit they would have made on their sale to the defendant and were not confined to recovering the trivial cost of alteration since it was fallacious to suppose that, in the words of Hamilton L.J. "the second customer was a substituted customer, (and) that, had all gone well, the makers would not have had both customers, both orders and both profits". Similarly, the profit that the plaintiffs would have made on the sale to the defendant on the machines that have not been manufactured at the time of the breach was also held recoverable, because, as Buckley L.J. said, the defendant ''failed to produce any evidence to show that if the works had been employed to execute the orders under the contract they (i.e. the plaintiffs) would have been unable to execute other orders which they had received."» Εισηγήθηκε ο κ. Κορφιώτης ότι στην παρούσα υπόθεση οι ενάγοντες, ενόψει του ότι ήταν εξουσιοδοτημένοι και αποκλειστικοί αντιπρόσωποι στην Κύπρο του εργοστασίου Nissan, το οποίο κατασκευάζει τα οχήματα, και ενόψει του ότι μπορούσαν ανά πάσα στιγμή να αγοράζουν και να εισάγουν προϊόντα από τα εργοστάσια Kogel και Thermoking, τα οποία κατασκεύαζαν τους ψυκτικούς θαλάμους και ψυκτικούς μηχανισμούς αντίστοιχα, είχαν την πραγματική δυνατότητα να πωλούν ανά πάσα στιγμή, στον οποιοδήποτε ενδιαφερόμενο αγοραστή, άλλα από τα επίδικα οχήματα, ψυκτικούς θαλάμους και ψυκτικούς μηχανισμούς, ίδιων ή και παρόμοιων προδιαγραφών. Επομένως, πρόσθεσε, και με γνώμονα τις πιο πάνω αρχές, στην ζημιά των εναγόντων, από την αντισυμβατική συμπεριφορά των εναγόμενων να μην αποδεχτούν και να μην παραλάβουν τα εννέα οχήματα-ψυγεία, περιλαμβάνεται και το κέρδος που θα έκαναν ανά όχημα από την πώληση των εννέα οχημάτων-ψυγείων στους εναγόμενους, εφόσον ουσιαστικά θα μπορούσαν να πωλήσουν στους νέους αγοραστές είκοσι επτά νέα εμπορεύματα, χωρίς να έχουν την ανάγκη να τους προμηθεύσουν με τα είκοσι επτά επίδικα. Το κέρδος αυτό καθορίστηκε από το ΜΕ1 σε Λ.Κ. 1.500 ανά όχημα, το οποίο και αξιώνεται. Οι εξεταζόμενες θέσεις της πλευράς των εναγόντων είναι έκθετες σε απόρριψη. Αφενός τα σχετικά γεγονότα της παρούσας υπόθεσης, όπως συνοπτικά θα εκτεθούν αμέσως πιο κάτω, δεν παρέχουν βάση για εφαρμογή των αρχών που επικαλέστηκε ο ευπαίδευτος συνήγορος, και, αφετέρου, έστω κι αν είχαν εφαρμογή, η μαρτυρία που προσφέρθηκε για απόδειξη της αξιούμενης αυτής ζημιάς δεν θα ήταν επαρκής. Επεξηγώ: Η υποστηρικτική μαρτυρία για τους ενάγοντες, προσφέρθηκε από το ΜΕ
- Η παράθεση των ακόλουθων αποσπασμάτων, κατά την αντεξέτασή του, θα καταδείξει και το άτοπο των επιχειρημάτων του ευπαίδευτου συνήγορού τους: «Ε: Έχεις κάποιο αποδεικτικό στοιχείο που να αποδεικνύει ότι από το 1988-1996 έφερες μόνο 2, 3, 4 Nissan αυτοκίνητα, ή 5; Α: Εδώ που βρισκόμαστε τώρα όχι. Για να θυμίσω, να τονίσω ότι το CK20, το απορριφθέν όχημα, ο τύπος του CK20 στην περίοδο που εξετάζουμε τώρα, είχε αντικατασταθεί ούτως ή άλλως. Και να ήθελα να φέρω νέο CK20 παραμελώντας να διαθέσω τα παλιά, δεν υπήρχε τρόπος. Είχε αντικατασταθεί το μοντέλο αυτό επειδή πέρασε ο χρόνος στο μεταξύ.» ................................. «Ε: Πόσα υπολογίζεις στην προσφορά σου την αξία του σιασί-πλαίσιο, όταν υπέβαλες την προσφορά στην Επαρχιακή Διοίκηση Αμμοχώστου για τα δύο σκυβαλοφόρα οχήματα; Α: Πρώτο και κύριο βασικό κριτήριο ήταν το ότι θέλαμε κατεπειγόντως να διαθέσουμε αυτά τα απορριφθέντα σιασί-πλαίσια. Και επομένως, ανάλογα με την κάθε περίπτωση εκουτσουρέφκαμε όλα μας τα κόστα, και προπαντός τίποτε από τα overhead μας και τα λειτουργικά μας έξοδα δεν υπολογίζοντο, με μοναδικό στόχο να πετύχει η πώληση. Άρα, στην κάθε κοστολόγηση διαφορετική ήταν και η άθροιση των κόστων.» ............................. «Ε: Δηλαδή έκαμνες προσφορές επί ζημιά σου σε γνώση σου; Α: Ναι.» Προκύπτει λοιπόν ξεκάθαρα ότι αφ΄ ης στιγμής δεν υπήρχε παραγωγή των συγκεκριμένων οχημάτων, εκ των πραγμάτων δεν παρεχόταν και η δυνατότητα πώλησης άλλων αυτού του τύπου σε νέους αγοραστές. Ούτε υπήρχε, συνεπώς, και απώλεια κέρδους. Πέραν όμως τούτου, και πλέον σημαντικό, είναι το γεγονός ότι ο κύκλος των νέων αγοραστών δεν ήταν δεδομένος, ούτε και τεκμηριώθηκε ότι οι ενάγοντες θα ήταν σε θέση να διαθέσουν άλλα οχήματα και να εκτελέσουν νέες παραγγελίες, τις οποίες και να απώλεσαν συνεπεία της ανάγκης διάθεσης των επίδικων οχημάτων. Καθότι, η πώληση των επίδικων αγαθών και η επιτυχία εξασφάλισης αγοραστών γι΄ αυτά, οφειλόταν αποκλειστικά στο γεγονός ότι οι ενάγοντες είχαν ως μόνο στόχο την πώληση των αντικειμένων αυτών, ακόμη και με ζημιά τους. Ήταν αυτό το στοιχείο που βοήθησε αποφασιστικά στη διάθεσή τους. Άγνωστο παραμένει αν θα ήταν ικανοί να πωλήσουν προϊόντα τους, υπό άλλες, ομαλές συνθήκες αγοράς, σε ενδιαφερόμενους αγοραστές ή αν οι αγοραστές θα ενδιαφέρονταν να αγοράσουν, υπό κανονικές συνθήκες προσφοράς και ζήτησης, τα αγαθά αυτά σε άλλες τιμές. Έστω όμως κι αν οι ενάγοντες ξεπερνούσαν τον πιο πάνω σκόπελο, θα προέβαλλε ανυπέρβλητο εμπόδιο απόδειξης του ύψους των απωλεσθέντων κερδών τους. Ο ΜΕ1 καθόρισε, επιγραμματικά, το κέρδος στις Λ.Κ.1.500 ανά όχημα. Η μαρτυρία όμως που προσφέρθηκε κατέδειξε ότι δεν υπήρχε διαθέσιμη αγορά για πώληση των συγκεκριμένων οχημάτων, ως είχαν. Ακόμη, ότι ο συγκεκριμένος τύπος οχημάτων είχε πια αντικατασταθεί. Εάν λοιπόν θα ήταν δυνατή η πώληση, ξεχωριστά πλέον, είκοσι επτά νέων εμπορευμάτων και η εκτέλεση των νέων αυτών παραγγελιών, θα έπρεπε να προσφερόταν μαρτυρία που να παρείχε στέρεη βάση υπολογισμού των απωλεσθέντων κερδών. Μαρτυρία δηλαδή που θα κάλυπτε το αναμενόμενο κέρδος από την πώληση των ξεχωριστών αγαθών, ήτοι, πλαίσιο, ψυκτικό θάλαμο, ψυκτικό μηχανισμό. Τέτοια μαρτυρία δεν παρουσιάστηκε. γ. Οι τόκοι ως ειδική ζημιά - δικηγορικά έξοδα - άλλα αξιούμενα έξοδα. Το τελευταίο κεφάλαιο των αξιούμενων αποζημιώσεων στηρίζεται γύρω από τη θέση της πλευράς των εναγόντων ότι βρέθηκαν - λόγω της άρνησης των εναγομένων να παραλάβουν τα επίδικα οχήματα και της μη αποπληρωμής του τιμήματός τους, εξαιρουμένης της προκαταβολής ύψους Λ.Κ.16.000 - σε πραγματική αδυναμία να αποπληρώσουν τα δάνεια που συνήψαν, τα συνακόλουθα τραπεζικά έξοδα και τις πιστωτικές διευκολύνσεις που εξασφάλισαν προκειμένου να πληρώσουν το κόστος των οχημάτων αυτών. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα τη χρέωσή τους με τόκους από τραπεζικούς οργανισμούς, τους οποίους τόκους αξιώνουν ως αποζημιώσεις. Πέραν των τόκων αυτών, αξιώνουν την καταβολή των δικηγορικών εξόδων στα οποία καταδικάστηκαν όταν οι τραπεζικοί οργανισμοί έλαβαν εναντίον τους νομικά μέτρα. Ζητούν, τέλος, ανάκτηση ποσών τα οποία κατέβαλαν για έξοδα αποθήκευσης και/ή άφιξης και/ή εκφόρτωσης και/ή εκτελωνισμού των δώδεκα οχημάτων-πλαισίων, των δώδεκα ψυκτικών μηχανισμών, των δώδεκα ψυκτικών θαλάμων, για έξοδα καυσίμων, για εγκατάσταση των δώδεκα ψυκτικών μηχανισμών στα οχήματα και για τη συναρμολόγηση και/ή εφαρμογή των ψυκτικών θαλάμων στα οχήματα (παράγρ. 23ΦΑ ε, στ, 23 ΦΒ ε, στ, ζ και 23ΦΓ στ, ζ, η, θ, ι της έκθεσης απαίτησης). Είναι η θέση του κ. Κορφιώτη ότι αν οι εναγόμενοι τηρούσαν τις συμβατικές τους υποχρεώσεις, οι ενάγοντες δεν θα υφίσταντο τα πιο πάνω έξοδα, δεδομένου ότι τα οποιαδήποτε δάνεια και πιστώσεις θα εξοφλούντο με βάση τις πρόνοιές τους και σε σύντομο χρονικό διάστημα. Την ανάκτηση των τόκων και των δικηγορικών εξόδων δικαιολόγησε ως αποζημιώσεις υπό τη μορφή ειδικής ζημιάς. Είναι νομικό αξίωμα ότι καμία αποζημίωση καταβάλλεται για απομακρυσμένη και έμμεση απώλεια ή ζημιά που προξενήθηκε συνεπεία παράβασης της σύμβασης. Στην υπόθεση Κολακίδης και Συνεταίροι v. Μιχαήλ Θεοδοσίου Λτδ
(1997)1 ΑΑΔ 1671, 1674-5, αναγνωρίστηκε ως επιπρόσθετη εξαίρεση η επιδίκαση τόκου υπό μορφή ειδικής ζημιάς όταν, ως αποτέλεσμα της παράλειψης του εναγομένου να πληρώσει στο χρόνο που όφειλε, ο ενάγοντας υποχρεώθηκε να πληρώσει τόκους στην προσπάθειά του να εξασφαλίσει χρηματοδότηση από άλλη πηγή. Η εξαίρεση αυτή, ισχύει υπό την προϋπόθεση ότι ικανοποιείται ο δεύτερος κανόνας που έθεσε η υπόθεση Hadley v. Baxendale
(1854)9 Εx. 341, σε σχέση με τις αρχές που διέπουν την ανάκτηση ζημιών και απωλειών συνεπεία παράβασης σύμβασης. Ο δεύτερος αυτός κανόνας κωδικοποιείται στο άρθρο 73
(1)του περί Συμβάσεων Νόμου, Κεφ. 149, το οποίο έχει ως εξής: «Σε περίπτωση παράβασης της σύμβασης, ο συμβαλλόμενος που ζημιώνεται από την εν λόγω παράβαση έχει δικαίωμα αποζημίωσης από τον υπαίτιο αντισυμβαλλόμενο, για τη ζημιά ή απώλεια που υπέστη συνεπεία αυτής, η οποία προέκυψε φυσικά κατά την συνήθη πορεία των πραγμάτων από την εν λόγω παράβαση ή την οποία οι συμβαλλόμενοι γνώριζαν όταν συνήπτετο η σύμβαση ως ενδεχόμενη συνέπεια της παράβασης της σύμβασης. Καμία αποζημίωση δεν καταβάλλεται για απομακρυσμένη και έμμεση απώλεια ή ζημιά που προξενήθηκε συνεπεία παράβασης της σύμβασης.» Όπως δε επαναλαμβάνεται στην απόφαση Αλπάν (Αδελφοί Τάκη) Λτδ κ.ά. v. Θέλμας Τρυφωνίδου
(1996)1 ΑΑΔ 679, 687-8, υιοθετώντας την αρχή που ακολουθήθηκε στην Saab a.o. v. Holy Monastery Ayios Neophytos
(1982)1 CLR 499: «Η αποκατάσταση του αθώου μέρους έχει ως λόγο την τοποθέτησή του στη θέση την οποία θα απολάμβανε αν η συμφωνία εφαρμοζόταν και όχι τη ζημιά την οποία υπέστη προς αντιμετώπιση των συνεπειών της διάρρηξης της συμφωνίας.» Εισηγήθηκε, ο ευπαίδευτος συνήγορος για τους εναγόμενους, και είναι ορθό, ότι οι εξεταζόμενες, στο μέρος αυτό της απόφασης, αξιούμενες αποζημιώσεις, δεν είναι απώλεια που υπέστησαν οι ενάγοντες λόγω παράβασης σύμβασης εκ μέρους των εναγομένων, αφού αυτές δεν προέκυψαν φυσικά από τη συνήθη πορεία των πραγμάτων από την εν λόγω παράβαση. Ούτε και οι εναγόμενοι γνώριζαν, κατά το χρόνο συνομολόγησης της συμφωνίας, ότι η πληρωμή τόκου ήταν ενδεχόμενη συνέπεια της παράβασης της σύμβασης. Δεν υπάρχει δηλαδή μαρτυρία που να οδηγούσε σε εύρημα του Δικαστηρίου ότι κατά τον ουσιώδη αυτό χρόνο σύναψης της συμφωνίας ήταν σε γνώση των εναγομένων η τήρηση από τους ενάγοντες χρεωστικών τραπεζικών λογαριασμών οι οποίοι και χρεώνονταν με τόκους. Συνεπώς, ως απομακρυσμένη απώλεια, δεν είναι και νομικά δυνατό να διεκδικηθεί. Τα ίδια ισχύουν και για τα αξιούμενα δικαστικά έξοδα, τα οποία, εν πάση περιπτώσει, ελλείψει μαρτυρίας, δεν συνδέθηκαν με τα υπό αναφορά δάνεια και πιστωτικές διευκολύνσεις. Καθόσον δε αφορά τα ποσά των παραγράφων της έκθεσης απαίτησης που καταγράφονται σε προηγούμενο στάδιο, οι ενάγοντες δεν νομιμοποιούνται στην ανάκτησή τους, δεδομένου ότι αυτά ήταν μέρος της αρχικής τους προσφοράς και, ως τέτοια, συμπεριλαμβάνονται σε αυτή. Συνεπώς, η απαίτησή τους ισοδυναμεί με διπλή αξίωσή τους. Έστω όμως κι αν γινόταν δεκτό ότι τέθηκε η νομική υποστύλωση για διεκδίκηση των πιο πάνω αποζημιώσεων, θα εντοπιζόταν απουσία της απαραίτητης μαρτυρίας προς θεμελίωση του ύψους των αιτούμενων αυτών διεκδικήσεων. Τόσο η μαρτυρία του ΜΕ1, όσο και αυτή των ΜΕ4 και 5, είναι αόριστη και δεν καλύπτει τα πλαίσια της υποχρέωσης των εναγόντων για αυστηρή απόδειξη των ειδικών αυτών ζημιών. Αντίθετα, όχι μόνο είναι ασαφής, αλλά εντοπίζεται μέσα από αυτή, τόσο η έλλειψη των απαραίτητων λεπτομερειών, όσο και η ύπαρξη άλλων δεδομένων που θα καθιστούσαν αδύνατο τον επακριβή προσδιορισμό της αξιούμενης ζημιάς. Πιο συγκεκριμένα: Ο ΜΕ1 κατά την αντεξέτασή του διεφάνη ότι δεν μπορούσε να τοποθετηθεί επί του συγκεκριμένου μέρους των αποζημιώσεων. Χαρακτηριστικό είναι το ακόλουθο απόσπασμα: «Ε: Είναι το Τεκμ.
- Το ίδιο και την παράγρ. 23 (ΦΑ) (στ) της έκθεσης απαίτησης, που είναι το Τεκμ. 202(β); Α: Γι΄αυτά κ. Μιχαηλίδη πιστεύω ότι πρέπει να ρωτήσετε το δικηγόρο μου, διότι από τη μια είναι κόστα τα οποία έγιναν, αλλά αδυνατώ να κρίνω κατά νόμο πώς και με ποια μορφή πρέπει να τα διεκδικούμε, εφόσον είναι γνωστή πλέον η θέση σας και η τοποθέτηση ότι κακώς διεκδικούμε μέσα στην έκθεση απαίτησης όλο το τίμημα των οχημάτων. Δεν είμαι βέβαιος πώς να τοποθετηθώ σε τέτοιας φύσης ερώτηση. Είναι δεδομένη η διαφωνία. Ε: Αυτό δεν είναι πάνω, το τίμημα των οχημάτων; Α: Δεν μπορώ να απαντήσω. Ε: Πάμε στην παράγρ. 23(ΦΒ) (ε). Εδώ λες ότι: (διαβάζει). Είναι το Τεκμ. 204; Α: Μάλιστα. Ε: Δεν πρέπει το ποσό αυτό να αφαιρεθεί από τις Λ.Κ.28.700; Α: Ισχύει η προηγούμενή μου απάντηση. Δεν μπορώ να τοποθετηθώ με σιγουριά. Ε: Η υποπαράγρ. (στ) μιλά για ποσό 1.605 για την εγκατάσταση των έξη ψυκτικών μηχανισμών Thermoking. Δεν πρέπει αυτό το ποσό να αφαιρεθεί από τις 28.700; Α: Και για τα άλλα που θα με ρωτήσετε η ίδια θα είναι η απάντηση. Δεν μπορώ να τοποθετηθώ. Ε: Άρα δεν μπορείτε να τοποθετηθείτε πάνω στην υποπαράγρ. (ζ). Α: Μάλιστα. Σωστά. Δεν μπορώ. Ε: Κι αν κατάλαβα καλά, ούτε στην παράγρ. 23 (ΦΓ) (στ) (ζ) (η) (θ) (ι); Α: Σωστά. Βρίσκομαι σε διαφωνία με όλα όπως τα θέτετε και δεν είμαι σίγουρος πώς να τοποθετηθώ. Ε: Αφού δεν είσαι σίγουρος πώς θα τοποθετηθείς, πώς βρίσκεσαι σε διαφωνία; Α: Πώς θα σας απαντήσω, δεν είμαι σίγουρος.» Περαιτέρω, ο σημαντικότερος επί του ζητήματος αυτού μάρτυρας, ΜΕ4, υπάλληλος της Τράπεζας Κύπρου, συμφώνησε, αντεξεταζόμενος, ότι δεν είχε στην κατοχή του ουσιαστικά στοιχεία για καθορισμό των αξιούμενων τόκων και ότι σημαντικό μέρος της μαρτυρίας του στηριζόταν σε υποθέσεις και μόνο. Στην απουσία δε των βασικών εγγράφων που αφορούσαν οι πιστώσεις και των καταστάσεων λογαριασμού, είναι αδύνατο να εξαχθούν ασφαλή συμπεράσματα ως προς τα ποσά. Η θέση του δε ότι οι ενάγοντες είχαν πάρα πολλούς άλλους λογαριασμούς και όφειλαν κατά τον ουσιώδη χρόνο, το 1991, περίπου Λ.Κ.600.000, ποσά που δεν αφορούν τα επίδικα θέματα, σε συνδυασμό με τη μαρτυρία του ότι η τράπεζα πίστωνε κατά βούληση διάφορους λογαριασμούς των εναγόντων και όχι κατ΄ ανάγκη αυτούς που αφορούν τα επίδικα θέματα, καθιστά αδύνατη την εξαγωγή ασφαλών συμπερασμάτων και την κατάληξη σε ακριβή ποσά ως προς τους τόκους που θα οφείλονταν για κάθε λογαριασμό αν τα ποσά που εισπράττοντο και αφορούσαν τα επίδικα οχήματα κατατίθεντο μόνο στους σχετικούς λογαριασμούς. Απότοκο των αδυναμιών της μαρτυρίας του ΜΕ4, ήταν η παρουσίαση αυτής του τελευταίου μάρτυρα για τους ενάγοντες, ΜΕ
- Ο μάρτυρας αυτός ετοίμασε και παρουσίασε υπολογισμούς για προσδιορισμό πιθανών υπολοίπων κεφαλαίων και τόκων των τριών, σχετικών με την υπόθεση, πιστώσεων. Στην εργασία του αυτή έλαβε ως δεδομένο ότι όλες οι εισπράξεις των εναγόντων από τη διάθεση των μεγάλων οχημάτων στους νέους αγοραστές κατατίθεντο σε ένα ενιαίο χρεοπιστωτικό λογαριασμό. Έτσι, ετοίμασε δύο πίνακες. Στον πρώτο χρησιμοποίησε ως έσοδο, για τους σκοπούς του υπολογισμού, το καθαρό τίμημα πώλησης, το οποίο έχει ήδη προκύψει από την έκθεση απαίτησης ως η διαφορά, έχοντας λάβει υπόψη όλα τα έξοδα τα οποία επωμίσθηκαν οι ενάγοντες μέχρι να γίνει δυνατή η διάθεση των επίδικων αγαθών. Στο δεύτερο εξέλαβε ως έσοδο το ολικό ποσό διάθεσης, χωρίς δηλαδή να λαμβάνει υπόψη τα οποιαδήποτε έξοδα. Υπολόγισε με αυτό τον τρόπο τον οφειλόμενο τόκο, πιστώνοντας τους λογαριασμούς με τα ποσά διάθεσης των αγαθών κατά τις ημερομηνίες που αυτά πωλήθηκαν. Έτσι κατέληξε σε ποσό τόκων Λ.Κ.143.906 με βάση τους υπολογισμούς του πρώτου πίνακα και Λ.Κ.42.304 ως αποτέλεσμα της κατάληξης του δεύτερου πίνακα. Δεν είναι μόνο η ασάφεια και η θεωρητική προσέγγιση που αφαιρεί την οποιαδήποτε αποδεικτική αξία από τη μαρτυρία του ΜΕ5 και τους πίνακες που ετοίμασε. Είναι τρωτή και η ίδια η βάση στήριξης των υπολογισμών του. Καθότι είναι λανθασμένη η προσέγγιση που ακολούθησε για υπολογισμό των τόκων από την ημερομηνία δημιουργίας της κάθε πίστωσης. Σύμφωνα με τα Τεκμ. 200, 203 και 206, οι τρεις πιστώσεις άρχισαν στις 29.9.1988, 10.11.1988 και 19.12.1988 αντίστοιχα και παρουσίαζαν ολικό κεφάλαιο πιστώσεων στις 31.12.1988 Λ.Κ.278.714,
- Ο υπολογισμός τόκων από τις ημερομηνίες αυτές και όχι από το χρόνο της παράνομης άρνησης αποδοχής των προϊόντων, οπόταν και ενεργοποιείτο η υποχρέωση των εναγομένων να καταβάλουν το αντίστοιχο τίμημα, είναι στοιχείο που από μόνο του εκθεμελιώνει την ορθότητα των οποιωνδήποτε υπολογισμών περιέχονται στους πίνακες που ετοίμασε ο ΜΕ
- Με βάση το σύνολο των πιο πάνω, η αξίωση των εναγόντων και γι΄ αυτό το κεφάλαιο των αποζημιώσεων είναι καταδικασμένη σε αποτυχία. Κ. ΚΑΤΑΛΗΞΗ. Υπό την επιφύλαξη ότι οι προηγούμενες μαθηματικές πράξεις είναι ορθές και υπενθυμίζοντας ότι το ποσό των Λ.Κ.16.000 της προκαταβολής έχει ήδη ληφθεί υπόψη, εκδίδεται απόφαση υπέρ των εναγόντων και εναντίον των εναγομένων για το συνολικό ποσό των €215.449,65 (€104.590,50 + €169,15 + €110.690), πλέον τον εκάστοτε νόμιμο τόκο από της ημερομηνίας καταχώρησης της αγωγής. Τα έξοδα, στην ανάλογη κλίμακα, συν ΦΠΑ, επιδικάζονται προς όφελος των εναγόντων, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. [Υπ.] Α. Ρ. Λιάτσος, Π.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /Χ.Θ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο