Ήρας Καραγιάννη κ.α. ν. Χρίστου Καραγιάννη κ.α., Αγ. Αρ. 12562/02, 28 Απριλίου 2011 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2011:A165 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Λ. Παρπαρίνου, Π.Ε.Δ. Αγ. Αρ. 12562/02 ΜΕΤΑΞΥ:-
- Ήρας Καραγιάννη
- Γιάννη Καραγιάννη ΕΝΑΓΟΝΤΕΣ - και -
- Χρίστου Καραγιάννη
- Ρίτας Καραγιάννη ΕΝΑΓΟΜΕΝΩΝ ---------------------------- Ημερομηνία: 28 Απριλίου 2011 Για τους Ενάγοντες: κ. Κ. Χ'Ιωάννου με κα Ν. Χ'Ιωάννου Για Εναγόμενο 1: κ. Στ. Δρυμιώτης Για Εναγομένη 2: κ. Λ. Βραχίμης ------------------- Α Π Ο Φ Α Σ Η Οι ενάγοντες και ο εναγόμενος 1 είναι αδέλφια. Οι εναγόμενοι κατά τον ουσιώδη χρόνο ήταν παντρεμένοι και κατά το χρόνο καταχώρησης της αγωγής ήταν σε διάσταση και εκκρεμούσαν διαδικασίες λύσης του γάμου τους. Οι τελευταίοι είναι εγγεγραμμένοι ιδιοκτήτες του υπ΄ αρ. εγγρ. D3949, Φ/Σχ ΧΧΙ/52.Ε, Τεμ. 3632 ακινήτου εις Έγκωμη Λευκωσία ανά ½ εξ αδιαιρέτου μερίδιο. Επ' αυτού ανήγειραν την κατοικία τους και το υποθηκεύσαν προς όφελος της Τράπεζας Κύπρου δι' εξασφάλιση χρεών τους. Οι ενάγοντες ισχυρίζονται ότι λόγω του ότι οι εναγόμενοι ζούσαν «σπατάλη ζωή» και δημιουργούσαν συνεχώς χρέη, κατά ή περί τον Αύγουστο 1999 όταν ήταν αδύνατο να ανταπεξέλθουν στις οικονομικές τους υποχρεώσεις, τους προσέγγισαν δι' οικονομική βοήθεια ύψους £100.
- Οι ενάγοντες συνεφώνησαν προς τούτο, όπως έκαναν και στο παρελθόν όταν έδιδαν εις τους εναγομένους χρήματα ουχί χαριστικώς, με αντάλλαγμα το άνω ακίνητο, το οποίο θα τους μεταβιβάζετο μόλις απαλλάσσετο από τις υποθήκες που το βάρυναν. Αυτό συνεφωνήθη διότι η εναγομένη 2 ήταν υπάλληλος της Τράπεζας Κύπρου δικαιούμενη χαμηλότοκο στεγαστικό δάνειο το οποίο θα έχανε εάν το άνω ακίνητο ενεγράφετο επ' ονόματι των εναγόντων. Οι ενάγοντες από το Μάρτιο 1998 μέχρι το 2001 πλήρωσαν εις τους εναγομένους ή δι αυτούς σε τρίτους συνολικά το ποσό των Λ.Κ.
- Προηγουμένως κατέβαλαν εις αυτούς ποσά που υπερέβαιναν τις £
- Οι εναγόμενοι από τα μέσα του 2002 ευρίσκοντο σε διάσταση και τον Οκτώβριο 2002 ζήτησαν απ' αυτούς να τους μεταβιβάσουν το άνω ακίνητο πλην όμως αυτοί αρνήθησαν Η αξία του ακινήτου σύμφωνα πάντοτε με τους ισχυρισμούς των εναγόντων ήταν κατά τον Αύγουστο 1999 όχι πέραν των £140.000 ενώ κατά τον Οκτώβριο 2002 ήταν £220.
- Η απαίτηση των εναγόντων στηρίζεται διαζευκτικά επί εξυπακουομένου καταπιστεύματος προς όφελός τους ή επί της άνω αναφερθείσας προφορικής συμφωνίας. Υπολογίζουν τη ζημία τους σε £250.000 ήτοι £170.800 που κατέβαλαν εις τους εναγόμενους και £80.000 διαφορά αξίας του ακινήτου. Σε περίπτωση αποτυχίας της αξίωσής τους αναφορικά με το ακίνητο αξιούν το ποσό των £170.800 πλέον τόκο 8% από της ημερομηνίας πληρωμής του κάθε μέρους του. Ο εναγόμενος 1 με την Υπεράσπιση του δέχεται ουσιαστικά όλους τους ισχυρισμούς των εναγόντων επιρρίπτοντας την μεγαλύτερη ευθύνη στην εναγομένη 2 την οποία θεωρεί υπόλογη προς πληρωμήν του μεγαλύτερου μέρους του αξιούμενου ποσού των £170.
- Αντίθετα, η εναγόμενη 2 αρνείται ουσιαστικά όλους τους ισχυρισμούς και αξιώσεις των εναγόντων. Σύμφωνα με την Έκθεση Υπεράσπισης της αυτή ουδέποτε συνεφώνησε με τους ενάγοντες οτιδήποτε αναφορικά με την οικία της προς όφελός τους. Ουδέποτε τους ζήτησε δάνειο, ουδέποτε δανείστηκε από αυτούς και δεν ζούσε πέραν των οικονομικών δυνατοτήτων του συζύγου της. Εάν πληρώθησαν οποιαδήποτε χρήματα από τους ενάγοντες αυτά αφορούσαν χρήματα του εναγομένου 1 από καταθέσεις του, κέρδη, μετοχές ή οικογενειακές δωρεές. Αρνείται επίσης τον ισχυρισμό των εναγόντων ότι αυτοί ζήτησαν τη μεταβίβαση της οικίας η αξία της οποίας κατά τον ουσιώδη χρόνο ανήρχετο σε £200.
- Ενώπιον του Δικαστηρίου κατέθεσαν οι ενάγοντες και ένας μάρτυρας δι' αυτούς. Ο εναγόμενος 1 δεν κατέθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου. Η Εναγομένη 2 κατέθεσε όπως και δύο μάρτυρες δι' αυτήν. Οι μαρτυρίες των εμπλεκομένων, ήτοι των εναγόντων, εναγομένης 2 και Μ.Υ.2 δια την εναγόμενη 2 και πατέρα της, περιεστράφησαν κυρίως στα χρήματα συνεισφοράς εκάστης πλευράς του ανδρόγυνου ως και υποχρεώσεις τους ως να επρόκειτο διαδικασίας περιουσιακών διαφορών ενώπιον του Οικογενειακού Δικαστηρίου. Το κύριο ερώτημα που θα πρέπει να απαντηθεί είναι κατά πόσο έγινε ή όχι τον Αύγουστο 1999 προφορική συμφωνία που επικαλούνται οι ενάγοντες διά πώλησιν της οικίας των εναγομένων εις αυτούς με την πρόσθετη πληρωμή £100.
- Εξέτασα με μεγάλη προσοχή τους εκατέρωθεν σχετικούς ισχυρισμούς. Είναι αλήθεια ότι ο εναγόμενος 1 με την Έκθεση Υπεράσπισης του αποδέχεται την ισχυριζόμενη υπό των εναγόντων συμφωνία πλην όμως αυτό δεν σημαίνει αυτόματα ότι είναι και η αλήθεια. Απλό παράδειγμα τούτου είναι ο ισχυρισμός που προβάλλεται εις την παράγρ. 6 της Έκθεσης Υπεράσπισης του και συγκεκριμένα "ότι αυτός και η Εναγομένη 2 υπεσχέθηκαν την μεταβίβαση της οικίας επ ονόματι των Εναγόντων και/ή εκάτερου τούτων αλλά δι εξόφλησίν μόνον των οφειλών προς αυτούς που θα αντιπροσώπευαν τα ποσά τα οποία έλαβαν εξ αυτών ήτοι του ποσού των £170.800». Η συμφωνία σύμφωνα με τους ενάγοντες έγινε τον Αύγουστο
- Μέχρι τότε οι ενάγοντες, πάντοτε σύμφωνα με τους ισχυρισμούς τους δάνεισαν τους εναγόμενους £54.845,09 (βλ. τεκμ. 1-25) εάν προστεθή εις το ποσό αυτό και το ποσό των £100.000 που συμφώνησαν να δώσουν επιπλέον των £54.845,09, δίδει τότε σύνολο £154.845,09 και όχι £170.800 όπως παραδέχεται ο εναγόμενος
- Τα υπόλοιπα ποσά που ισχυρίζονται οι ενάγοντες ότι πλήρωσαν στους ή διά τους Εναγόμενους πληρώθηκαν κατά διάφορες ημερομηνίες μετά τον Αύγουστο 1999 κατά τα έτη 2000, 2001 και 2003, βλ. τεκμ.37-41 και σε καμία περίπτωση δεν ήταν £170.
- Να σημειωθεί ότι οι πληρωμές του 2003 δεν είναι δικογραφημένες. Συνεπώς ουδεμία σημασία δίδεται στις παραδοχές του εναγομένου 1 όταν εξετάζεται η υπεράσπιση της εναγομένης
- Επανέρχομαι λοιπόν στον προβληθέντα ισχυρισμό των εναγόντων. Η ενάγουσα ισχυρίστηκε ότι «περί τον Αύγουστο 1999.., αναδιοργάνωσαν τα δάνεια τους, μας παρουσίασαν τις καταστάσεις τεκμ. 26, 27 και ζήτησαν τη βοήθεια μας... Εμείς είμαστε αρνητικοί στο να τους δανείσουμε ..., αυτοί επέμεναν και είπαν ότι δεν θα είχαν άλλη επιλογή από του να πωλήσουν το σπίτι τους.. Εμείς τους είπαμε αν είναι έτσι αγοράζουμε εμείς το σπίτι και ρωτήσαμε πόσα ήθελαν πέραν των ποσών που τους είχαμε δώσει για να μας το πωλήσουν. Μας είπαν ότι ήθελεν ακόμη £100.000 και συμφωνήσαμε. Μας ανέφεραν ότι έπρεπε να παραμείνει γραμμένο το σπίτι στο όνομα τους διότι δεν θα εξοφλούντο όλα τα δάνεια και θα εξακολουθούσαν να υπάρχουν υποθήκες.. Ήθελαν να διατηρήσουν το χαμηλότοκο δάνειο της Τράπεζας Κύπρου που θα έχαναν αν μεταβιβάζετο... Θα μεταβιβάζετο μόλις εξοφληθούν τα δάνεια και εμείς δεχθήκαμε... από τις £100.000 θα εξοφλούνταν εμπορικά δάνεια τους που ήταν ψηλότοκα... Θα ήταν μόνο τυπικά εγγεγραμμένοι ιδιοκτήτες...θα έμεναν σε αυτό εξοικονομώντας το ενοίκιο...για να πληρώσουν τις δόσεις τους και την υποθήκη.». (βλ. τεκμ. Α δήλωση εναγομένης 1 σελ. 3 και 4). Στις ίδιες περίπου παραμέτρους οι ισχυρισμοί του ενάγοντα
- (βλ. τεκμ. Β δήλωση του ενάγοντα 2 παράγρ. 4-7) Περαιτέρω αυτός πρόσθεσε ότι πρότεινε στον πατέρα της εναγομένης 2, Μ.Υ.2, είτε να αγοράσουν την οικία εκείνοι (η οικογένεια της εναγομένης 2) είτε οι ίδιοι. Παρακολούθησα με κάθε δυνατή προσοχή όλους όσους κατάθεσαν ενώπιον του Δικαστηρίου και εξέτασα τη μαρτυρία τους με κάθε προσοχή και σε συνάρτηση με τα τεκμήρια ενώπιον του Δικαστηρίου όπου αυτό ήταν αναγκαίο. Έστω και αν γίνουν αποδεκτοί όλοι οι ισχυρισμοί των εναγόντων ως εκτίθενται πιο πάνω, που δεν γίνονται ασφαλώς, και πάλι από μόνοι τους καταδεικνύουν το αβάσιμο της εκδοχής τους. Πλήρωσαν , σύμφωνα με τους ισχυρισμούς τους, τα ακόλουθα ποσά δια λογαριασμό των εναγομένων 1 και 2:
- τεκμ 28 (α) δια λογ. 114-12-3030 £ 1.510,00 (β) δια λογ. 114-25-000294 £31.848,85 (γ) μετρητά εις εναγόμενο 1 £ 200,00 £33.558,85
- τεκμ. 29 Λαϊκή τράπεζα £6.439,50
- τεκμ. 30 Συνεργ. Ταμ. Αγ. Δομετίου Λτδ 2.699,65
- τεκμ. 31 Συν. Ταμ. Τραπεζ. Υπαλλήλων Κύπρου Λτδ 7.302.00
- τεκμ. 32 Τράπεζα Κύπρου λογ. 114-25-000286 24.165,91
- τεκμ. 33 « « λογ. 114-12-003030 1.131,12
- τεκμ. 34 « « λογ. 114-25-000294 14.702,97
- τεκμ. 35 « « λογ. 114-25-000294 1.913,25
- τεκμ. 36 « « λογ. 114-25-000286 8.086,85 ΣΥΝΟΛΟ £100.000,00 Από τις πιο πάνω πληρωμές και τεκμ. 26 και 27 που παρουσίασε η ενάγουσα 1 φαίνεται ότι τον Αύγουστο 1999 τα δάνεια:- (α) Αρ. 0114-15-000040 είχε χρεωστικό υπόλοιπο £22.234,46 (βλ. τεκμ. 53) (β) Αρ. 0114-25-000286 (βλ. τεκμ. 27 και 56) από το αρχικό ποσό των £48.500 που όφειλε η εναγόμενη πληρώθησαν δύο ποσά δια £24.165,91 την 11.10.99 (βλ. τεκμ. 32) και £8.086,75 την 15.10.99 (βλ. τεκμ. 36) ήτοι συνολικά £32.252,66 και παρέμεινε οφειλόμενο το ποσό των £16.247,
- Η αποπληρωμή των άνω δύο δανείων θα έπαιρνε δια το μεν πρώτο άνω των 10 ετών εφόσον η μηνιαία δόση δι΄ αποπληρωμή του ήταν μόνο £184.- και οι τόκοι κεφαλαιοποιούντο. Το δεύτερο δάνειο θα αποπληρώνετο μετά από 20 έτη από τις 25.6.99, βλ. τεκμ 56, 56(α) και συγκεκριμένα την 27.6.2019 (βλ. τεκμ. 57). Πρόσθετα στα πιο πάνω, το επίδικο ακίνητο θα βαρύνετο με υποθήκη ύψους £120.
- Λαμβάνοντας υπόψη όλα τα πιο πάνω και ιδιαίτερα το βάθος χρόνου αναγκαίου δι΄ εξόφληση των δανείων (σχεδόν 20 έτη) μου φαίνεται μη λογικό αφύσικο, μη ρεαλιστικό και κυρίως μη πειστικό αν γινόταν τέτοια συμφωνία ως ισχυρίζονται οι ενάγοντες να μην ζητούσαν από τους εναγόμενους και ιδιαίτερα από τη εναγομένη 2 έστω και μια γραπτή αναγνώριση ή επιστολή της συμφωνίας αυτής. Απ' ότι φάνηκε στο Δικαστήριο οι Ενάγοντες δεν στερούντο μορφώσεως ή εξυπνάδας, αντίθετα. Χρονικά επίσης δεν ήταν λογικό η εναγόμενη 2 να προβεί σε τέτοια συμφωνία αφού ένα μήνα πριν περίπου εξασφάλισε δάνειο ύψους £48.500 όπως φαίνεται στο τεκμ.
- Περαιτέρω η όλη εκδοχή των εναγόντων περί συμφωνίας αγοράς του επίδικου ακινήτου τον Αύγουστο 1999 καταρρέει από τους ισχυρισμούς που προέβαλαν σχετικά δια την περίοδο αμέσως μετά που επήλθε διάσταση μεταξύ του ζεύγους των εναγομένων. Σύμφωνα λοιπόν με την ενάγουσα 1 το τεκμ. 45 ετοιμάστηκε από την ίδια μέσα στα πλαίσια διαπραγμάτευσης δι΄ επίλυση των οικονομικών εκκρεμοτήτων που υπήρχαν μεταξύ των δύο οικογενειών. Εξέταση του τεκμ. 45 αποκαλύπτει διαπραγμάτευση των δύο μερών, των δύο οικογενειών των εναγομένων δια πιθανές λύσεις αφού ληφθούν υπόψη οι οικονομικές εισφορές τους. Δηλαδή της οικογενείας του εναγομένου 1 και της οικογενείας της εναγομένης 2 όπως και τα δάνεια τους. Αφού λοιπόν αποτυπώνονται οι εισφορές της «οικογένειας Καραγιάννη» και ακολούθως της «οικογένειας Ευθυβούλου» και «δάνεια» αμέσως μετά παρουσιάζονται τέσσερις πιθανές προτάσεις για συζήτηση αναφορικά με την τύχη της οικίας όπως και οι οικονομικές υποχρεώσεις. Εάν υπήρχε συμφωνία πώλησης της οικίας από τον Αύγουστο του 1999 όπως επικαλούνται οι ενάγοντες προς τι τότε οι διαπραγματεύσεις που συμπεριλάμβαναν και την οικία. Διατί δεν διεκδίκησαν το επίδικο ακίνητο, όπως θα ήταν φυσικό, ως ιδικήν τους ιδιοκτησία οπότε και το θέμα θα τελείωνε ως εκεί. Η εκδοχή της εναγούσης 1 ότι της έλεγαν τα στοιχεία του τεκμ. 45 και τα έγραφε πιστεύω ότι είναι εντελώς αναληθής, υπεραπλούστευσης των γεγονότων και εκ των υστέρων εφεύρημα. Τα ίδια ισχύουν και δια τους ισχυρισμούς των εναγόντων περί δανείου ύψους £170.
- Διατί δεν το ανέφεραν στο τεκμ. 45 και διατί δεν το διεκδίκησαν μέσω του ίδιου τεκμηρίου αλλά ανέγραφε, ως ήθελε να παρουσιάσει, ό,τι της έλεγαν έστω και αν γνώριζε ότι ήταν αναληθή όπως η περίπτωση των £20.000 η πρώτη εγγραφή. Συγκεκριμένα στο τεκμ. 45 στη 2η σελίδα και κάτω από τους τίτλους «ΕΣΟΔΑ ΧΡΙΣΤΑΚΗ-ΡΙΤΑΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΠΕΡΙΟΔΟ 1996-2001, ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑ ΚΑΡΑΓΙΑΝΝΗ» υπάρχει η καταγραφή «1995 ποσό £20.000 σκοπός-Χλόη-Οργανισμός Χρηματοδότησης Στέγης (κατάθεση από Ήρα)». Αυτό το ποσό σύμφωνα με τη μαρτυρία της εναγούσης 1 ήταν το δάνειο της ύψους £20.000 που η ίδια έκανε στους εναγόμενους. Εάν έτσι ήταν τα πράγματα διατί ανέγραψε τα πιο πάνω στο τεκμ. 45 παρουσιάζοντας το ποσό των £20.000 ως συνεισφορά της οικογένειας Καραγιάννη ή ακόμα της μητέρας του Εναγομένου 1, Χλόης. Βέβαια τα ψέματα της εναγούσης 1 δεν έχουν τέλος. Εις την κυρίως εξέταση της, βλ. Γραπτή Δήλωση της τεκμ. Α, παράγρ. 4, πρόβαλε ότι τα διάφορα ποσά που πλήρωσαν οι ενάγοντες από 26.7.94 μέχρι 17.6.95 και συμποσούμενα σε £32.045 «τα έδωσαν δανεικά αφού θα μας τα αποπλήρωναν όταν διευθετούσαν τα δάνεια τους. Μάλιστα το ποσό των £20.000 το κατατεθειμένο επ΄ ονόματι τους στον Οργανισμό .., θα μας το επέστρεφαν.» Παρουσιάζει δηλαδή με τα πιο πάνω ότι τα χρήματα δανείζοντο εις τους εναγομένους 1 και 2 εν πλήρη γνώση και της εναγομένης
- Εις την αντεξέταση της ανέτρεψε εντελώς την εκδοχή αυτή ισχυριζόμενη ότι πριν το γάμο των εναγομένων που έγινε το 1996 η επαφή που είχε για να δανείζει χρήματα ήταν αποκλειστικά και μόνο με το Χρίστο, εναγόμενο
- Όλα τα πιο πάνω ισχύουν περίπου τα ίδια και για τον ενάγοντα
- Ο Ενάγοντας 2 καταθέτοντας ενώπιον του Δικαστηρίου προφασιζόταν ότι όλες τις οικονομικές διαστάσεις του θέματος τις γνώριζε η Ήρα, ενάγουσα 1 και αυτός συμφωνούσε. Με αυτό τον τρόπο απέφευγε να απαντήσει, κατεύφευγε σε υπεκφυγές και γενικά έδειχνε την εικόνα μάρτυρα που δεν ήθελε να αποκαλύψει την αλήθεια στο Δικαστήριo. Όσες δε φορές αντελήφθηκε ότι προέβηκε σε κάποια απάντηση που δεν συνέφερε στην υπόθεση τους αμέσως μετά την τροποποιούσε όπως συνέβηκε π.χ. με τα ποσά που αναφέρονται στο τεκμ.
- Το τεκμήριο αυτό (τεκμ 45) κατέδειξε ότι αυτός γνώριζε τα διάφορα ποσά και ημερομηνίες που δόθηκαν ενώ αρχικά προφασιζόταν ότι δεν τα γνώριζε και τα γνώριζε η Ήρα. Όταν του ετέθη το τεκμ. 45 αμέσως πρόβαλε ότι τα ποσά και οι ημερομηνίες ήταν λάθος. Αυτό είναι σε πλήρη αντίθεση με την αρχική του τοποθέτηση ότι δεν γνώριζε τις οικονομικές διαστάσεις του θέματος αλλά αυτά τα γνώριζε η Ενάγουσα
- Το ίδιο συνέβηκε αναφορικά με το πληρωθέν ποσό των £5.400 στις 18.4.
- Ενώ αρχικά ισχυρίστηκε ότι το ποσό αυτό πληρώθηκε από κοινό λογαριασμό με τον εναγόμενο 1 αμέσως μετά το αμφισβήτησε αφήνοντας το θέμα διφορούμενο. Ενώ δηλαδή, ο ίδιος το πρόβαλε σαν γεγονός, αμέσως μετά το αμφισβήτησε αφήνοντας τα πάντα μετέωρα. Δεν δέχομαι επίσης τους ισχυρισμούς που προέβαλαν οι ενάγοντες αναφορικά με τα χρήματα που έρχονταν από την Αγγλία. Αμφότεροι οι ενάγοντες δεν παρουσίασαν ούτε ένα γραπτό στοιχείο για το λογαριασμό αυτό, ούτε από τον αναφερθέντα έλεγχο από το φόρο εισοδήματος. Εφόσον έγινε τέτοιος έλεγχος ασφαλώς θα είχε τα σχετικά στοιχεία η ενάγουσα
- Παρόλα ταύτα ουδέν στοιχείο παρουσίασε προς την κατεύθυνση αυτή. Επίσης οι ισχυρισμοί τους ενώπιον του Δικαστηρίου περί τούτου διαφοροποιούντο συνεχώς. Αναφέρω ενδεικτικά τις απαντήσεις του ενάγοντα 2 περί τούτου σε διάφορα σημεία της μαρτυρίας του. (α) το μερίδιο με την αδελφή του ενάγουσα 1 ήταν «περίπου το ίδιο» (β) «ούτε τώρα γνωρίζω πόσο μερίδιο έχω εγώ και πόσα η αδελφή μου» (γ) «το μεγαλύτερο μερίδιο ήταν δικό μου» (δ) «έτσι για να ξεκαθαρίσουμε την κατάσταση, να μην παίζουμε κρυφτούλι. Τα χρήματα εμένα και της Ήρας ήταν περίπου τα 3/
- Εκείνο τον καιρό περίπου υπήρχαν Stg80.000 και οι Stg60.000 περίπου ήταν δικές μου εμένα και της Ήρας. Μιλούμε περίπου για το 84.» Φαίνεται λοιπόν δι΄ ένα απλό θέμα να δίδονται από τον ενάγοντα 2 τέσσερις διαφορετικές απαντήσεις. Αυτό δείχνει άνθρωπο που δεν λέει την αλήθεια αλλά προβάλλει ισχυρισμούς ανάλογα με την περίπτωση προκειμένου να επιτύχει το σκοπό του. Εάν στα πιο πάνω προστεθεί και η εκδοχή της εναγούσης 1 αναφορικά με τα χρήματα και λογαριασμό εις Αγγλία φαίνεται πραγματικά το εξωπραγματικό της εκδοχής τους αλλά και οι ψευδείς ισχυρισμοί τους. Σύμφωνα λοιπόν με την εκδοχή της εναγούσης 1 τα χρήματα της ιδίας και του ενάγοντα 2 που προήλθαν από την εργασία τους εις Νότιο Αφρική διά 7 και 10 χρόνια αντίστοιχα, μεταφέρθησαν στο λογαριασμό που διατηρούσαν εις Αγγλία οι γονείς τους, ο οποίος ήταν κοινός (and/or). Όταν απεβίωσε ο πατέρας των εναγόντων και εναγομένου 1 δεν έγινε διαχείριση της περιουσίας του και ο άνω λογαριασμός διαμορφώθηκε ώστε δικαιούχοι να είναι όλοι, ήτοι η μητέρα και τα τρία αδέλφια αλλά δικαίωμα υπογραφής να έχει η μητέρα, Χλόη. Οι τέσσερις τους ήταν οι κληρονόμοι του αποβιώσαντα πατέρα και ο εναγόμενος 1 κατά το χρόνο του θανάτου του πατέρα ήταν 18 ετών. Ένα θέμα που γεννάται και δεν απαντήθη τεκμηριωμένα είναι διατί ο εναγόμενος 1 δεν είχε κανένα δικαίωμα εις μέρος των χρημάτων του άνω λογαριασμού εφόσον επρόκειτο περί χρημάτων και του πατέρα του. Επίσης, αν το μεγαλύτερο μέρος των χρημάτων ανήκε στους ενάγοντες ως ισχυρίζονται, διατί τότε δεν είχαν δικαίωμα υπογραφής και οι ίδιοι εφόσον τα ονόματα τους φαίνονταν στο λογαριασμό ως δικαιούχοι και συνεπώς δεν τίθετο θέμα απόκρυψης ή αποφυγής ενδεχομένως ευθύνης από διωκτικές αρχές. Οι διάφορες δικαιολογίες που προφασίστηκαν ούτε πειστικές είναι αλλά ούτε λογικές ή φυσικές. Επίσης οι ισχυρισμοί τους ότι ο εναγόμενος 1 δεν είχε δικαίωμα και μερίδιο εις το λογαριασμό καταρρίπτεται πλήρως από τη μαρτυρία του Μ.Υ.1 κ. Χρίστου Κωμοδίκη την οποία δέχομαι εις την ολότητα της ως ειλικρινή και αξιόπιστη. Η μαρτυρία του, απλή ως ήταν, υποστηρίζεται πλήρως από τα τεκμ. 76, 77 και 78 και δεν αφήνει αμφιβολίες. Από τη μαρτυρία αυτή προκύπτει ότι ο εναγόμενος 1 είχε στη διάθεση του χρήματα εις Αγγλία όπως και δυνατότητα διακίνησης τους. Σχετικό είναι και το περιεχόμενο της παραγρ. 23 του τεκμ.
- Η μεταφορά δε των Stg18.000 έγινε το Δεκέμβριο του 2001 όπως φαίνεται στο τεκμ. 76 ότε ο πατέρας Καραγιάννης δεν ευρίσκετο εν ζωή . Στο τεκμ. 76 αναφέρεται ότι το άνω ποσό μεταφέρθηκε από λογαριασμό των "MR/MRS Karayiannis". Λαμβάνοντας υπόψη ότι ούτε ίχνος μαρτυρίας δεν παρουσιάστηκε από τους ενάγοντες για ύπαρξη τέτοιου λογαριασμού, τότε οι ισχυρισμοί των εναγόντων περί υπάρξεως εις Αγγλία μόνο ενός λογαριασμού με δικαιούχους και τους τέσσερις
(4)οδηγεί στο ασφαλές συμπέρασμα ότι αυτοί προβάλλουν ψευδείς ισχυρισμούς. Περαιτέρω δεν αποκαλύπτονται με αυτόν τον τρόπο το ύψος του ποσού του λογαριασμού και τυχόν δικαιώματα του εναγομένου 1 αναφορικά με τα χρήματα του πατέρα του εναγομένου
- Συνεπώς, απορρίπτω εις την ολότητα τους, τους προβληθέντες από τους ενάγοντες ισχυρισμούς αναφορικά με την ιδιοκτησία των χρημάτων και λογαριασμού εις Αγγλία. Η εκδοχή των εναγόντων, όμως, δεν είναι φυσική και πειστική και από μια άλλη σκοπιά. Όπως η ενάγουσα 1 ανάφερε (βλ. δήλωση της Τεκμ. Α παράγρ. 3) το ποσό των £32.045 (τεκμ. 1-7) αφορούσε δανεισμό αποκλειστικά και μόνο προς τον εναγόμενο
- Η δεύτερη παρτίδα πληρωμών (βλ. τεκμ. 8-25) αφορούσαν συνολικό ποσό £22.
- Απ΄ αυτό, σύμφωνα με τους προβληθέντες από την ενάγουσα 1 ισχυρισμούς και σύμφωνα με τα τεκμ. 1-25, πληρώθηκε δια την εναγόμενη 2 μόνο το ποσό των £6.941,41 περίπου. (Βλ. τεκμ. 12- £476.91, τεκ. 13 -£200, τεκμ. 14-£207,5(1/2), τεκμ. 16-£745, τεκμ. 15-£650, τεκμ. 17-£981(1/2), τεκμ. 19-£750(1/2), τεκμ. 20-£1.826, τεκμ. 21-£370, τεκμ. 23-£1.015, τεκμ. 24-£20(1/2)) ήτοι σύνολο £6.941,
- Εάν λοιπόν μέχρι την 13.11.98 οι ενάγοντες πλήρωσαν δια λογαριασμό της εναγομένης 2 το ποσό των £6.941,41 και ενώ το Μάιο-Ιούνιο 1999 αμφότεροι οι εναγόμενοι ρύθμισαν βασικά τις οφειλές τους με το δανεισμό των £48.500 έκαστος, ήτοι σύνολο £97.000 (βλ. τεκμ. 56, 56(α), 57 και 58) ο ισχυρισμός των πρώτων ότι η εναγόμενη 2 συμφώνησε μετά από δύο-τρεις μήνες τον Αύγουστο 99, να πωλήσει το μερίδιο της εις την οικία δεν φαίνεται γνήσιος και ορθός. Πολύ περισσότερο με τις πρόσθετες £50.000 που της αναλογούσαν συνολικά θα λάμβανε £56.941,41 ποσό λιγότερο από την αξία του μεριδίου της σύμφωνα με την ισχυριζόμενη υπό των εναγόντων αξία του και που ήταν ½ των £140.000 δηλ. £70.
- Όλα αυτά μου φαίνονται μη φυσικά και καθόλου πειστικά. Τελικά οι ενάγοντες πλήρωσαν μόνο £41.354,41 (βλ. τεκμ. 30 [ 2699.65-899,90=1.799,15], τεκμ. 31-£7.302, τεκμ. 32-£24.165,91, τεκμ. 36-£8.086,75) διά λογαριασμό της εναγομένης 2 οπότε εάν προστεθεί και το ποσό των £6.941,41 δίδει το συνολικό ποσό των £48.295,81 βάσει της ισχυριζόμενης συμφωνίας τους δι ΄ αγορά της οικίας. Η τελευταία άξιζε, ως αναφέρθηκε μόλις τώρα κατά την ημερομηνία της ισχυριζόμενης συμφωνίας, τον Αύγουστο 1999, £140.000, σύμφωνα πάντοτε με την ενάγουσα 1 (βλ. παράγρ. 14 της Γραπτής Δήλωσης της τεκμ. Α) οπότε και το μερίδιο της Εναγομένης 2 ήτοι το ½, £70.
- Περαιτέρω να σημειωθεί ότι η εναγομένη 2 θα συνέχιζε να πληρώνει δόσεις δια πολλά έτη δια χρέη της που ήταν συνδεδεμένα με το επίδικο ακίνητο και το οποίο δεν θα της ανήκε. Αυτό πραγματικά μου φαίνεται εξωπραγματικό. Το ότι πλήρωσε η ενάγουσα 1 £3.180 (βλ. τεκμ. 42) μετά την έγερση της αγωγής που εν πάση περιπτώσει δεν είναι δικογραφημένος ο ισχυρισμός αυτός και συνεπώς δεν θα ληφθεί υπόψη δι΄ εργασίες στην οικία μετά τη διάσταση των εναγομένων δεν σημαίνει αυτόματα ότι και η οικία της ανήκε βάσει της ισχυριζόμενης συμφωνίας με την εναγόμενη
- Κάλλιστα κάποιος μπορεί να ισχυριστεί ότι εξυπηρετούσε η ενάγουσα 1 τον αδελφό της εναγόμενο 1 ο οποίος είναι εγγεγραμμένος ιδιοκτήτης κατά ½ του επίδικου ακινήτου και ακόμη ότι έπραξε αυτό δόλια για να ενισχύσει τον ισχυρισμό της περί πωλήσεως της οικίας και από την εναγόμενη 2 ενόψει και της καταχώρησης της υπό εξέταση αγωγής την 18.11.
- Συνεπώς ο σχετικός ισχυρισμός της απορρίπτεται. Όλα τα πιο πάνω εξεταζόμενα εις την ολότητα τους, σε συνδυασμό αλλά και ανεξάρτητα, με την κακή εντύπωση που δημιούργησα για τους ενάγοντες 1 και 2 κατά το χρόνο που αυτοί κατέθεσαν στο Δικαστήριο, ήτοι ότι δεν κατάθεταν αυθόρμητα, φυσικά και με ειλικρίνεια αλλά με υστεροβουλία, μη πειστικότητα και με μοναδικό στόχο την εξασφάλιση του μεριδίου της εναγομένης 2 εις το επίδικο ακίνητο, με οδηγούν στην απόρριψη όλων των ισχυρισμών τους αναφορικά με την ισχυριζόμενη συμφωνία πωλήσεως της οικίας τον Αύγουστο 1999, προγενέστερες ισχυριζόμενες συμφωνίες δανείων με την εναγόμενη 2 και όσον αφορά τον λογαριασμό που βρίσκεται στο εξωτερικό και συγκεκριμένα εις Αγγλία. Δέχομαι όμως την ύπαρξη κάποιου λογαριασμού εις Αγγλία απ' όπου μεταφέρθησαν χρήματα εις Κύπρο από την ενάγουσα 2 και έγιναν οι πληρωμές που θα αναφερθούν σε κατοπινό στάδιο. Όσον αφορά την εναγόμενη 2 και πατέρα της, Μ.Υ.2, πιστεύω ότι στα κύρια σημεία που ενδιαφέρει είπαν την αλήθεια. Η μαρτυρία τους στα πιο πάνω σημεία τεκμηριώνεται από τα τεκμήρια που κατέθεσαν και τα οποία δεν αμφισβητούνται. Μεγάλο μέρος της μαρτυρίας τους αναλώθηκε προκειμένου να καταδειχθεί η συνεισφορά της εναγομένης 2 και οικογένειας της εις την ανέγερσιν της επίδικης οικίας αλλά και έξοδα των εναγομένων 1 και
- Η αντεξέταση τους ήταν μακρά και έντονη πλην όμως δεν έπληξε την αξιοπιστία τους. Δέχομαι από τη μαρτυρία αμφοτέρων ότι δεν έγινε οποιαδήποτε συμφωνία δανείου με την εναγόμενη 2 και τους ενάγοντες σε κανένα χρόνο, δεν έγινε συμφωνία δια πώληση της επίδικης οικίας τον Αύγουστο 1999 όπως ισχυρίζονται οι ενάγοντες και ουδέποτε οι ενάγοντες έθεσαν θέμα των πιο πάνω σε κατοπινό στάδιο σε συναντήσεις και διαπραγματεύσεις που είχαν. Ουδέποτε οι ενάγοντες ζήτησαν ή ήγειραν θέμα δανείων ή πρόβαλαν την πώληση της οικίας εις αυτούς κατά το «χρόνο» που ισχυρίζονται. Ουδέποτε δε οι ενάγοντες απαίτησαν τη μεταβίβαση της οικίας ούτε την πληρωμή των ποσών που πληρώθησαν μέσω αυτών προς τρίτους εις τον εναγόμενο
- Είναι παραδεκτό (βλ. δικόγραφα) ότι οι ενάγοντες και εναγόμενος 1 είναι αδέλφια και ότι οι εναγόμενοι 1 και 2 είναι εγγεγραμμένοι ιδιοκτήτες ανά ½ εξ αδιαιρέτου μεριδίου του ακινήτου υπ' αρ. εγγρ. D3949, Φ/Σχ. ΧΧΙ/52.Ε τεμ. 3632 εις Έγκωμη Λευκωσίας και το οποίο ήταν καθ΄ όλους τους ουσιώδεις χρόνους υποθηκευμένο προς εξασφάλιση χρέους των Εναγομένων στην Τράπεζα Κύπρου και Οργανισμό Χρηματοδοτήσεως Στέγης δια συνολικό ποσό πέραν των £120.
- Εις το ακίνητο αυτό ανεγέρθη υπό των εναγομένων 1 και 2 η οικία τους. Οι ενάγοντες κατόπιν συνεννόησης με τον εναγόμενο 1 και εν αγνοία της εναγομένης 2 δια τη διευθέτηση αυτή πλήρωσαν από 26.7.94 μέχρι 17.6.95 το συνολικό ποσό των £
- Τα τεκμ. 1-7 είναι σχετικά όπως και ο πίνακας στην παράγρ. 4 του τεκμ. Α. Εν συνεχεία έγιναν οι πληρωμές που αναφέρονται στα τεκμ. 8-25 μεταξύ 6.3.98 και 13.11.98 για το συνολικό ποσό των £22.
- Από το ποσό αυτό £6.941,41 αφορούσαν υποχρεώσεις της εναγομένης 2 και ακολούθως από 14.9.99 μέχρι 15.10.99 οι ενάγοντες πλήρωσαν διά υποχρεώσεις των εναγομένων 1 και 2 το συνολικό ποσό των £100.
- Τα τεκμ. 28-36 είναι σχετικά. Από το ποσό αυτό £41.354,41 αφορούσαν υποχρεώσεις της εναγομένης
- Περαιτέρω ο ενάγοντας 2 πλήρωσε την 11.2.00 το ποσό των £2.000 και την 3.4.01 το ποσό των £1.
- Το συνολικό ποσό που πληρώθηκε από τους ενάγοντες στο δικογραφημένο χρόνο ήτοι μέχρι το 2001 είναι £158,645, βλ. τεκμ. 1-25 και 28-
- Είναι επίσης εύρημα του Δικαστηρίου ότι οι εναγόμενοι καθ΄ όλο τον ουσιώδη χρόνο δαπανούσαν πολύ περισσότερα χρήματα απ' ότι κέρδιζαν. Παρενθετικά και μόνο αναφέρεται χαρακτηριστικά η φράση της εναγομένης 2 κατά την αντεξέταση «φουλάραμε τα πάντα» αναφερόμενη στις πιστωτικές κάρτες της ιδίας, του συζύγου της και πατέρα της. Επίσης, όλη η άλλη μαρτυρία της αυτό καταδεικνύει. Οι εναγόμενοι 1 και 2 το Δεκέμβριο του 2001 βρίσκονταν σε διάσταση και ακολούθησε το διαζύγιο τους σε μετέπειτα χρόνο ήτοι μετά την έγερση της παρούσης αγωγής (15.2.05 - βλ. τεκμ. 46). Οι ενάγοντες πριν την έγερση της παρούσας αγωγής, ουδέποτε ζήτησαν τη μεταβίβαση και εγγραφή του επίδικου ακινήτου επ΄ ονόματι τους αλλά ούτε αξίωσαν την πληρωμή ή επιστροφή οιουδήποτε ποσού. Τέλος όσον αφορά την αξία του ακινήτου δέχομαι τη μαρτυρία του Μ.Ε.1 κ. Α. Ανδρέου η μαρτυρία του οποίου ως εμπειρογνώμονας που κρίνεται, παρουσίασε όλα τα αναγκαία στοιχεία δια διαμόρφωση γνώμης από το Δικαστήριο αλλά και ελέγχου των συμπερασμάτων του. Πολύ περισσότερο αν και αντεξετάσθη, στο τέλος ο δικηγόρος της εναγομένης 2 με την αγόρευση του δεν αμφισβήτησε καθόλου τα συμπεράσματα του. Συνεπώς δέχομαι ότι η αξία του επίδικου ακινήτου τον Αύγουστο του 1999 ήταν £140.000 και τον Οκτώβρη του 2002 ήταν £209.
- Έχοντας υπόψη όλα τα πιο πάνω η απαίτηση των εναγόντων κατά το μέρος που στηρίζεται στην ισχυριζόμενη προφορική συμφωνία πώλησης του ακινήτου τον Αύγουστο του 1999, εφόσον αυτή η εκδοχή τους απερρίφθη, δεν μπορεί να επιτύχει. Συνεπακόλουθο αυτού είναι να αποτύχει και επί τη βάσει του «εξυπακουόμενου εμπιστεύματος» προς όφελος τους. Όπως αναφέρεται στο σύγγραμμα Parker & Mellows: The Modern Law of Trusts, 3η έκδοση ΚΕΦ. 7 σελ. 120 δεν εφαρμόζεται αυθαίρετα η αρχή ότι δημιουργείται εξυπακουόμενο καταπίστευμα προς όφελος του προσώπου που έχει στην πραγματικότητα πληρώσει το ποσό αγοράς του ακινήτου διότι: «It is essential that a purchase be made. Thus, if the payment is made at the request of and by way of loan to a person in whose name the property is vested, there will be no resulting trust, because in such circumstances the lender did not advance the purchase-money as purchaser but merely as lender." Περαιτέρω, το τεκμήριο ότι δημιουργείται «resulting trust» προς όφελος του ατόμου που πλήρωσε τα χρήματα είναι μαχητό και αντικρούεται με προφορική ή άλλη μαρτυρία ότι ο αγοραστής είχε πρόθεση να ωφελέσει το άλλο άτομο. Μάλιστα σε ορισμένες περιπτώσεις, όπου υπάρχει σχέση στενής συγγένειας, το τεκμήριο είναι αντίστροφο, δηλαδή ότι δεν δημιουργείται εξυπακουόμενο καταπίστευμα. Μία από αυτές τις περιπτώσεις είναι όπου η σχέση είναι πατέρα-γιου. Όπως και πάλι επί λέξει αναφέρεται στη σελ. 120 του άνω συγγράμματος: «Further, in certain circumstances there is a presumption the other way, namely that there is no resulting trust. This applies where the person in whom the property is vested is the lawful wife or child of the purchaser or was a person to whom he stood in loco parentis. In these cases, the donor is presumed to have intended to "advance" the donee.» To θέμα επεξηγείται περαιτέρω στις σελ. 122-123, όπου αναλύεται το λεγόμενο «presumption of advancement)). Αναφέρεται ότι το τεκμήριο εδώ είναι ότι ο μεταβιβάζων την περιουσία είχε πρόθεση να ωφελήσει τον μεταβιβαζόμενο και από τη στιγμή που δημιουργείται αυτό το τεκμήριο και δεν αντικρούεται, το τεκμήριο δεν θα αλλοιωθεί από οποιοδήποτε μεταγενέστερο γεγονός. Στην υπόθεση Crabb v. Crabb
(1834)1 Myl. & Κ 511, ο πατέρας μεταβίβασε μετοχές από το δικό του όνομα στο όνομα του παιδιού του και ενός χρηματιστή, είπε δε στον χρηματιστή να μεταφέρει μερίσματα στο λογαριασμό του γιου του. Με διαθήκη που έγινε αργότερα άφησε τις μετοχές σε τρίτο άτομο. Αποφασίστηκε ότι ο γιος είχε λάβει τις μετοχές κατά απόλυτο τρόπο στο όνομα του. Εις τα γεγονότα της παρούσης υπόθεσης δεν έχει αποδειχθεί αγορά του επίδικου ακινήτου από τους ενάγοντες και δεύτερο δεν έχει αποδειχθεί ακόμη αγορά του ακινήτου με χρήματα των εναγόντων ώστε να μπορέσει να λειτουργήσει προς όφελος τους εξυπακουόμενο καταπίστευμα. Το τελευταίο καθορίζει και την τρίτη βάση αγωγής, βάσει της οποίας ο συνήγορος των εναγόντων ζήτησε την επιστροφή του πληρωθέντος υπό των εναγόντων ποσού πλέον νόμιμο τόκο από την ημέρα της αγωγής. Οι ενάγοντες βαρύνοντο να αποδείξουν στον αναγκαίο βαθμό σε διαδικασία της παρούσης φύσεως ότι το πληρωθέν ποσό των £158.645 τους ανήκε και κατά την κρίση μου απέτυχαν. Από το ποσό αυτό θα πρέπει να αφαιρεθεί και το ποσό των £5.400 (τεκμ. 6) που όπως παραδέχθηκε ο ενάγοντας 2 πληρώθηκε από κοινό λογαριασμό του με τον εναγόμενο
- Συνεπώς αφαιρουμένου του άνω ποσού το ποσό που παραμένει είναι £153.
- Πέραν των όσων έχουν αναφερθεί νωρίτερα στην απόφαση περί του θέματος όταν απορρίπτετο η εκδοχή των εναγόντων αναφορικά με το λογαριασμό-χρήματα εις Αγγλία θα πρόσθετα και τ΄ ακόλουθα. Τα χρήματα αυτά όπως όλη η μαρτυρία συνηγορεί, αντλήθησαν από λογαριασμό εις Αγγλία. Παρόλο που όπως ισχυρίστηκαν οι ενάγοντες είναι οι δύο εκ των τεσσάρων δικαιούχων με ποσοστό 75% (3/4) του εις αυτόν ευρισκομένου ποσού και παρόλο που σύμφωνα με την ίδια μαρτυρία η μητέρα τους, η τρίτη δικαιούχος για το υπόλοιπο ποσό ουδέποτε τους έχει αρνηθεί ή τους δυσκόλεψε δι΄ ό,τι αφορούσε το λογαριασμό δεν ζήτησαν και δεν παρουσίασαν στο Δικαστήριο είτε κατάσταση λογαριασμού είτε οτιδήποτε άλλο γραπτό ώστε να καταφανεί το ύψος του ποσού του λογαριασμού, οι δικαιούχοι του, το είδος του και ποιοι είχαν δικαίωμα υπογραφής. Απέφυγαν επιμελώς αμφότεροι να πράξουν κάτι τέτοιο και ούτε εκάλεσαν άλλο μάρτυρα όπως ενδεχομένως τη μητέρα τους να πράξει αυτό αν και προκλήθησαν από την άλλη πλευρά. Επέμεναν στην προφορική τους μαρτυρία η οποία δεν μπορεί να ελεγχθεί. Το τεκμ 76 καταδεικνύει, όπως ήδη έχει αναφερθεί, κάτι άλλο από αυτό που ισχυρίζονται οι ενάγοντες, ότι δηλ. ο λογαριασμό απ΄ όπου αντλούσαν χρήματα οι ενάγοντες εις Αγγλία ήταν εις το όνομα «Mr/Mrs Karayiannis". Ο λογαριασμός σύμφωνα με τους ενάγοντες εις Αγγλία ήταν ένας και ο Εναγόμενος 1, σύμφωνα με αυτούς δεν διέθετε ούτε μια λίρα εις Αγγλία και η μητέρα τους δεν θα άγγιζε το μικρό ποσό καταθέσεων που είχε. Η πληρωμή των Stg18.000 που τεκμηριώνεται με το τεκμ 76 είναι γεγονός και δεν εξηγήθηκε ποτέ από τους ενάγοντες ή εναγόμενο
- Πρόσθετα ο εναγόμενος 1 εις γραπτή δήλωση του, τεκμ. 66, που κατάθεσε στην αγωγή 4967/03 Ε.Δ Λευκωσίας αναφέρει εις την παράγρ. 23:- «Ομοίως απερρίφθη και καταγγελία για τον δήθεν λογαριασμόν στο εξωτερικόν, αφού μετά από εξετάσεις διεπιστώθη ότι ο λογαριασμός ήτο των γονέων μου από εργασίαν των εις το εξωτερικόν, ο οποίος μετά τον θάνατον του πατέρα μου, και με πρωτοβουλίαν της μητέρας μου έγινε κοινός για όλους μας αλλά με υπογραφήν και διαχείρηση μόνον της μητέρας μου που είναι ουσιαστικά η μόνη δικαιούχος.» Ο συνδυασμός των τεκμηρίων 66 και 76 σε συνάρτηση ανυπαρξίας ισχυρισμού από τους ενάγοντες 1 και 2 ότι ο άνω λογαριασμός τους ανήκει, οδηγεί σε ένα και μόνο συμπέρασμα. Ο λογαριασμός της Αγγλίας εξακολουθεί να ευρίσκεται επ' ονόματι των Mr and Mrs Karayianni, δηλ. του πατέρα και μητέρας των εναγόντων και εναγομένου
- Να σημειωθεί ότι δεν ζητήθηκε από το Δικαστήριο να αντεξετασθή ο εναγόμενος 1 επί της δήλωσης του αυτής, τεκμ. 66 από τους ενάγοντες και το τεκμ. 66 δεν αμφισβητήθη ουσιαστικά. Δι' όλους τους πιο πάνω λόγους που ανέφερα, την κακή εντύπωση που δημιούργησα για τους ενάγοντες όταν αυτοί κατάθεταν, ότι δηλαδή δεν έλεγαν την αλήθεια και ότι ό,τι είχε σχέση με τα χρήματα αυτά, όπως ανελύθη πιο πάνω αλλά και άλλα όπως τον φορολογικό έλεγχο που ισχυρίστηκε η ενάγουσα 2 και τρόπο που έρχονταν τα χρήματα αυτά εις Κύπρο, τα άφησαν μόνο σε επίπεδο προφορικού λόγου ώστε να μην μπορούν να ελεγχθούν, δεν μπορώ να δεχθώ τους ισχυρισμούς τους. Παρενθετικά και μόνο αναφέρεται ότι αρκετό υλικό για να προχωρήσουν στην παρούσα αγωγή οι ενάγοντες τους εδόθη από τον εναγόμενο 1 τόσο πριν όσο και μετά την έγερση της και συγκεκριμένα: (α) Το τεκμ. 3, καταστάσεις λογαριασμού του Οργανισμού Χρηματοδότησης Στέγης δόθησαν στους ενάγοντες το 2003 μετά την έγερση της αγωγής. (β) τα αρχιτεκτονικά σχέδια της επίδικης οικίας δόθησαν από τον ίδιο στους ενάγοντες οι οποίοι με τη σειρά τους τα έδωσαν στον εκτιμητή Μ.Ε.1 προκείμενου να ετοιμάσει την εκτίμηση του, τεκμ.
- (γ) το τεκμ. 43 στο οποίο καταγράφονται με λεπτομέρεια όλα τα έξοδα και κόστος ανεγέρσεως της επίδικης οικίας το οποίο λογικά οι ενάγοντες δεν έπρεπε να έχουν στην κατοχή τους. (δ) ο εναγόμενος 1 κατεχώρησε Έκθεση Υπεράσπισης εις την οποία προβαίνει σε παραδοχές επί όλων των θεμάτων, όπως ήταν δικαίωμα του βεβαίως, αλλά και ισχυρισμών που δεν ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα. Τέτοια περίπτωση είναι η παραδοχή του δια το ύψος των χρημάτων που κατ΄ ισχυρισμό δόθησαν στους εναγόμενους ήτοι £170.
- Σύμφωνα με τα ευρήματα του Δικαστηρίου το ποσό ήταν πολύ μικρότερο αλλά και σύμφωνα με τους ίδιους τους ενάγοντες το ποσό ήταν £161.825 (βλ. σελ. 4 παράγρ. 3 αγόρευσης κ. ΧΊωάννου) (ε) οι παραδοχές του Εναγομένου 1 έρχονται σε αντίθεση με μαρτυρία που έδωσε σε άλλη διαδικασία (βλ. τεκμ. 66 παράγρ. 23) Προτού τελειώσω θα ήθελα να αναφερθώ και σε ορισμένα σημεία της αγόρευσης του συνογόρου των εναγόντων. Πρώτο, επαναλαμβάνει σε αρκετές περιπτώσεις ότι δι΄ ορισμένα σημεία της μαρτυρίας των εναγόντων αυτοί δεν αντεξετάσθησαν και συνεπώς η εναγόμενη 2 παραδέχεται την πτυχή αυτή της μαρτυρίας για την οποία δεν έγινε αντεξέταση. Παρέπεμψε δε το Δικαστήριο σε νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου δι΄ υποστήριξη της θέσης του. Εις απάντηση θα πρέπει να λεχθεί ότι δεν συμβαίνει αυτό πάντοτε. Εις την Αντωνάκης Χρ. Σολομωνίδης Λτδ κ.α. ν. Γενικού Εισαγγελέα κ.α.
(2005)1(Α) Α.Α.Δ 491, 496 λέχθηκε: «..χρειάζεται πάντως και γενικότερα να παρατηρήσουμε πως δεν υπάρχει κανόνας ότι το Δικαστήριο δεσμεύεται να αποδεχθεί μαρτυρία για το λόγο και μόνο ότι δεν υπήρξε αντεξέταση όταν το Δικαστήριο έχει σχηματίσει δυσμενή εντύπωση γι΄ αυτή.» Όπως έχει ήδη αναφερθεί το Δικαστήριο έχει σχηματίσει δυσμενή εντύπωση δια τη μαρτυρία των εναγόντων σχεδόν σε όλα τα κύρια ουσιώδη σημεία και συνεπώς είτε αντεξετάσθησαν είτε όχι οι ενάγοντες επί επιμέρους σημεία το Δικαστήριο δεν θα τη δεχθεί για τους λόγους που ανέφερα. Αναφέρθηκε περαιτέρω στο τεκμ. 71 προκειμένου να καταδείξει ότι ο ισχυρισμός της εναγομένης 2 ότι τα χρήματα ανήκαν εις τον εναγόμενο 1 δεν είναι ορθός προβάλλοντας τα ακόλουθα: "Ανατρέπεται πλήρως από το Τεκμήριο 71 που είναι ο συμβιβασμός των περιουσιακών διαφορών των εναγομένων στην αίτηση 38/
- Συγκεκριμένα στη σελίδα 2 δεύτερη παράγραφος αναφέρονται τα ακόλουθα: «Η παρούσα διευθέτηση ουδόλως επηρεάζει τις συναλλακτικές σχέσεις των διαδίκων με οιονδήποτε τρίτο πρόσωπο ή μεταξύ τους και καθίσταται σαφές ότι δεν επηρεάζει τις εκκρεμούσες ενώπιον του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας υποθέσεις μεταξύ των διαδίκων ή μεταξύ των διαδίκων και τρίτων προσώπων σε οιονδήποτε στάδιο και αν βρίσκονται περιλαμβανομένου και του Εφετείου εάν ήθελε υπάρξει έτσι ενδεχόμενο.» Είναι φανερό ότι με τα πιο πάνω οι εναγόμενοι εννοούσαν την παρούσα αγωγή. Είναι επίσης φανερό ότι στη διευθέτηση που έγινε και στους υπολογισμούς που έγιναν για να καταλήξουν σε εκείνη τη διευθέτηση δεν ελήφθησαν υπόψη, ως συνεισφορά του εναγόμενου 1 στην απόκτηση ή διατήρηση της οικίας τους, τα ποσά που απαιτούνται από τους ενάγοντες στην παρούσα αγωγή. Αν ελαμβάνοντο υπόψη και εμειώνετο ανάλογα η απαίτηση ή δικαίωμα της εναγόμενης 2 εναντίον του εναγομένου 1 τότε αυτό θα έπρεπε να καταγραφεί ούτως ώστε να αποφύγει τον κίνδυνο η εναγόμενη 2 να πληρώσει δύο φορές το ίδιο ποσό. Όμως αυτό δεν έγινε και αντ' αυτού καταγράφεται ρητή επιφύλαξη των συναλλακτικών σχέσεων με τρίτους και των εκκρεμουσών υποθέσεων με τρίτους. Συνεπώς τα ποσά που διαλαμβάνει η παρούσα αγωγή δεν ανήκαν στον εναγόμενο 1 και δεν έτυχαν μεταχείρισης από τους εναγόμενους ως συνεισφορά του εναγόμενου 1 στην οικογενειακή περιουσία τους όπερ σημαίνει ότι αμφότεροι οι εναγόμενοι αναγνώριζαν ότι ο εναγόμενος 1 δεν είχε οποιοδήποτε δικαίωμα στα ποσά αυτά είναι ως δικά του είτε ως δωρεά από την μητέρα του η τα αδέλφια του." Πιστεύω ο συλλογισμός του συνηγόρου είναι λανθασμένος. Με τον άνω συμβιβασμό εκείνος που απώλεσε πλεονέκτημα ήταν ο εναγόμενος
- Η εναγομένη 2 ουδέποτε ισχυρίστηκε ότι τα χρήματα ήταν δικά της. Συνεπώς η οποιαδήποτε «συνεισφορά» που απωλέσθη ως αποτέλεσμα του συμβιβασμού ως ανωτέρω, ήταν θέμα του εναγόμενου 1 και όχι δικό της. Όσον αφορά το τεκμ 45 που έχει αναφερθεί πιο πάνω στην απόφαση και δια το οποίο στην γραπτή του αγόρευση ο συνήγορος των εναγόντων ανάλωσε μεγάλο μέρος για να καταδείξει ότι δεν είναι αποδεκτή η μαρτυρία υπενθυμίζω απλά ότι το τεκμ. 45 κατετέθη άνευ ενστάσεως και δεν αναφέρεται σε αυτό οποιαδήποτε επιφύλαξη. Περαιτέρω, ήταν η εκδοχή των εναγόντων ότι το έγγραφο αυτό ετοιμάστη καθ΄ υπόδειξη της εναγομένης 2, ότι δηλ. η ενάγουσα 1 ήταν απλά το όργανο καταγραφής του περιεχομένου του χωρίς να συμφωνεί σε αυτό. Πώς μπορεί τώρα να προτάσσει ότι είναι προτάσεις που αντηλλάγησαν ή δηλώσεις των εναγόντων που έγιναν στα πλαίσια διαπραγματεύσεων. Αυτό έρχεται σε πλήρη αντίθεση με τη μαρτυρία των εναγόντων. Περαιτέρω και να μην λάμβανα υπόψη όλα τα περί του τεκμ. 45 και πάλι η δυσμενής και κακή εντύπωση που σχημάτισα δια τους ενάγοντες ότι δηλαδή δεν έλεγαν την αλήθεια, ουδόλως θα διαφοροποιείτο. Ως αποτέλεσμα όλων των πιο πάνω η αγωγή εναντίον της εναγομένης 2 απορρίπτεται με έξοδα εις βάρος των εναγόντων και υπέρ της όπως αυτά θα υπολογιστούν από την Πρωτοκολλητή. Όσον αφορά τον εναγόμενο 1 λαμβάνοντας υπόψη τις παραδοχές του εις την Έκθεση Υπεράσπισης αλλά και στην αγόρευση του συνηγόρου του ότι δηλ. ο εναγόμενος 1 «δέχεται τους ισχυρισμούς των εναγόντων ως ορθούς» κρίνω ότι απεδείχθη η απαίτηση των εναγόντων εναντίον του και κατά συνέπεια εκδίδεται δήλωση και διάταγμα ως η παράγρ. 13(Α)(Β) της Έκθεσης Απαίτησης πλέον έξοδα όπως θα υπολογιστούν από την Πρωτοκολλητή. (Υπ) Λ. Παρπαρίνος Π.Ε.Δ. ΠΙΣΤΟ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ /γκ c:\my documents\parparinos 2010-11/final decisions cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο