BA VIDRO SA ν. John Kyriakides and Sons Limited, Αρ. Αγωγής: 5520/2010, 6 Μαΐου, 2011 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2011:A174 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Σ. Χατζηκυριάκου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 5520/2010 Μεταξύ: BA VIDRO S.A. Ενάγουσας και John Kyriakides and Sons Limited Εναγομένης --------------------- Αίτηση ημερ. 8.10.2010 για Συνοπτική Απόφαση Ημερομηνία: 6 Μαΐου, 2011 Για αιτήτρια - ενάγουσα: κα Π. Σάββα Για καθ΄ ης η αίτηση - εναγομένη: κα Χρ. Λειβαδιώτου ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Με την παρούσα αίτηση η ενάγουσα εταιρεία από την Πορτογαλία επιζητεί την έκδοση συνοπτικής απόφασης εναντίον της εναγομένης εταιρείας. Σύμφωνα με το ειδικά οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα, η αξίωση είναι για €16.474,84 πλέον νόμιμο τόκο δυνάμει πώλησης και παράδοσης εμπορευμάτων (γυαλιών) και σχετικού τιμολογίου ημερ. 12.4.
- Η εναγομένη καταχώρισε Σημείωμα Εμφάνισης στις 9.9.2010 και η ενάγουσα καταχώρισε την υπό κρίση αίτηση για συνοπτική απόφαση στις 8.10.
- Η αίτηση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση του κ. Jose Pedro de Araujo Lopes, διευθυντή της ενάγουσας, στα Αγγλικά, καθώς και πιστή μετάφραση αυτής στα Ελληνικά από τη δικηγόρο κα Λώρα Στυλιανού. Ο εν λόγω διευθυντής της ενάγουσας αναφέρει ότι η εναγομένη οφείλει €14.474,84 πλέον τόκους βάσει του σχετικού τιμολογίου με αρ. 5039787 το οποίο επισυνάπτεται ως Τεκμήριο
- Επισυνάπτει επίσης τη φορτωτική που εκδόθηκε στις 15.4.2006 σε σχέση με τη μεταφορά και παράδοση των εμπορευμάτων στην εναγομένη, καθώς και την αλληλογραφία μεταξύ των διαδίκων, αλλά και των δικηγόρων της ενάγουσας με την εναγομένη. Αναφέρει επιπλέον ότι, παρόλο που η εναγομένη έπρεπε να εξοφλήσει το ποσό του τιμολογίου εντός προθεσμίας 90 ημερών από την έκδοσή του, αρνήθηκε να το πράξει, ότι εξακολουθεί να το οφείλει, ότι έχει αναγνωρίσει την οφειλή της, ότι δεν έχει καμία απολύτως υπεράσπιση και ότι καταχώρισε Σημείωμα Εμφάνισης με μοναδικό σκοπό την παρέλκυση της διαδικασίας. Η εναγομένη καταχώρισε ένσταση στις 11.1.2011 και προβάλλει τους ακόλουθους λόγους, ως μπορώ να συνοψίσω: (α) Η αίτηση είναι απορριπτέα καθότι ο ενόρκως δηλών δεν επιβεβαιώνει την αγωγή στο σύνολό της (β) Η αίτηση είναι νομικά και ουσιαστικά αστήρικτη, παράτυπη και αντικανονική (γ) Δεν υπάρχει συμμόρφωση με τις απαιτήσεις της Διαταγής 18 (δ) Ο ενόρκως δηλών δεν αποκαλύπτει την πηγή της γνώσης του για τα γεγονότα για τα οποία δεν μπορούσε να έχει προσωπική γνώση, δεν είναι πρόσωπο που μπορεί να ορκισθεί θετικά για τα πλείστα ουσιώδη γεγονότα, δεν είναι το πρόσωπο με το οποίο συναλλασσόταν η εναγομένη παλαιότερα (ε) Η ένορκη δήλωση είναι ελλιπής (στ) Τα γεγονότα τα οποία αποκαλύπτονται με την ένορκη δήλωση δεν είναι τέτοιας υφής που να μπορούν να στηρίξουν τις αιτούμενες θεραπείες (ζ) Η αιτήτρια έχει αποτύχει να αποδείξει την απαίτησή της καθαρά ή και καθόλου: τα επισυναπτόμενα τεκμήρια εκτός του τιμολογίου είναι άσχετα εφόσον είναι εκτός δικογράφων, το τιμολόγιο δεν συνάδει με το τιμολόγιο στο οποίο γίνεται αναφορά στην αγωγή ως προς το ποσό, ο ενόρκως δηλών αποφεύγει να παρουσιάσει την κατάσταση λογαριασμού που αναφέρεται στην αγωγή (η) Οι όποιες επιβεβαιώσεις του ενόρκως δηλούντα και τα τεκμήρια που επισυνάπτει δείχνουν ότι η απαίτηση μένει ασαφής και ατεκμηρίωτη (θ) Η εναγομένη έχει καλή υπεράσπιση καθότι : - η ενάγουσα δεν απέστειλε μόνο τα εμπορεύματα που εκθέτει στην παράγραφο 4 της έκθεσης απαίτησης με το συγκεκριμένο τιμολόγιο, αλλά και άλλα προηγουμένως και η εναγομένη προέβη σε πολλές πληρωμές έναντι του τρεχούμενου λογαριασμού που διατηρούσε - κατά το 2000 η εναγομένη είχε παραγγείλει αριθμό μπουκαλιών με καθαρό γυαλί και η εναγομένη της απέστειλε μπουκάλια από πράσινο γυαλί - η εναγομένη αναγνώρισε το λάθος της με επιστολή ημερ. 14.8.2000 - η εναγομένη είχε καταβάλει ολόκληρο το ποσό των λανθασμένων εμπορευμάτων εκ 71.111,25 FRF ή €13.408 με το οποίο η ενάγουσα ανέλαβε να πιστώσει τον λογαριασμό της εναγομένης. Έκτοτε η εναγομένη πλήρωνε μόνο τα ποσά των εμπορευμάτων τα οποία υπερκάλυπταν το εν λόγω ποσό, με την υπόσχεση της ενάγουσας να διευθετούσε τον λογαριασμό, αφού λάμβανε υπόψη της και την περαιτέρω ζημιά που υπέστη η εναγομένη από το θέμα των λανθασμένων εμπορευμάτων και των εξόδων και τόκων λόγω της πληρωμής για τα μη παραγγελθέντα εμπορεύματα - η εναγομένη ισχυρίζεται ότι κανένα ποσό δεν οφείλει στην ενάγουσα και/ή ότι οποιαδήποτε απαίτησή της είναι πρόωρη, εφόσον ο λογαριασμός της εναγομένης δεν έχει κλείσει και η ενάγουσα εν πάση περιπτώσει δεν είχε δικαίωμα να κλείσει τον λογαριασμό - η εναγομένη αρνείται ότι οφείλει το απαιτούμενο ποσό και οποιεσδήποτε αποσταλείσες επιστολές δεν είναι παραδεκτές και/ή απεστάλησαν για να δημιουργούν λανθασμένες εντυπώσεις (ι) Το παρόν αίτημα αποτελεί κατάχρηση της διαδικασίας (κ) Η εναγομένη έχει καλή υπεράσπιση και πρέπει να της δοθεί άδεια για να την προβάλει Η ένσταση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση του κ. Ιωάννη Κυριακίδη, διευθυντή της εναγομένης, ο οποίος επαναλαμβάνει αυτολεξεί τους λόγους ένστασης ως καταγράφονται στο σώμα της ένστασης και επισυνάπτει ως Τεκμήριο Α δέσμη 6 εγγράφων που αφορούν την παραγγελία και πληρωμή των λανθασμένων εμπορευμάτων αξίας €13.408 κατά το 2000 και ως Τεκμήριο Β την επιστολή της ενάγουσας ημερ. 14.8.2000, με την οποία δηλώνει ότι απέστειλε μπουκάλια με λανθασμένο χρώμα στην εναγομένη. Τα πιο πάνω είναι όσα αναφέρθηκαν από πλευράς μαρτυρίας ενώπιον του Δικαστηρίου. Οι ευπαίδευτοι συνήγοροι με τις εμπεριστατωμένες γραπτές αγορεύσεις τους υποστήριξαν τις εκατέρωθεν θέσεις, αναφέροντας σχετικές εισηγήσεις και επιχειρήματα. Οι πρόνοιες της Δ.18, θ. 1 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, επί των οποίων στηρίζεται η αίτηση για συνοπτική απόφαση, αποτέλεσαν αντικείμενο εξέτασης σε πληθώρα υποθέσεων και η σχετική νομολογία είναι διαχρονικά πάγια [1] . Η διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου για έκδοση συνοπτικής απόφασης ασκείται πολύ προσεκτικά, σε καθαρές υποθέσεις και αφού ικανοποιηθούν τα κριτήρια της Δ.18 θ.1(α), τα οποία είναι τα ακόλουθα:
(1)Το κλητήριο πρέπει να είναι ειδικά οπισθογραφημένο βάσει της Δ.2 θ.6
(2)Ο εναγόμενος πρέπει να έχει καταχωρίσει εμφάνιση στην αγωγή
(3)Η ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την αίτηση πρέπει να προέρχεται από τον ενάγοντα ή άλλο πρόσωπο που να μπορεί να ορκιστεί θετικά αναφορικά με τα γεγονότα, επαληθεύοντας τη βάση της αγωγής και το απαιτούμενο ποσό, και να δηλώνει ρητά ότι, απ' ό,τι πιστεύει, δεν υπάρχει υπεράσπιση στην αγωγή. Η τήρηση των προϋποθέσεων αυτών σχετίζεται με τη δικαιοδοσία του Δικαστηρίου, η δε μη ικανοποίησή τους στερεί το Δικαστήριο από τη δικαιοδοσία να εκδώσει συνοπτική απόφαση. Ακολούθως, εάν ο ενάγων ικανοποιήσει τα κριτήρια αυτά, το βάρος απόδειξης μετατοπίζεται στον εναγόμενο, ο οποίος θα πρέπει να ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι:
(1)έχει καλή υπεράσπιση στην αγωγή επί της ουσίας ή
(2)αποκαλύπτονται τέτοια γεγονότα που του δίδουν το δικαίωμα να υπερασπιστεί. Σκοπός της Δ.18 είναι να δώσει τη δυνατότητα στον ενάγοντα να επιτύχει συνοπτική απόφαση χωρίς την πλήρη διεξαγωγή δίκης αν μπορεί να αποδείξει την υπόθεσή του και αν ο εναγόμενος δεν μπορέσει να προβάλει μια καλόπιστη υπεράσπιση ή να εγείρει ζήτημα κατά της απαίτησης, το οποίο πρέπει να δικαστεί. Απόφαση δυνάμει της Δ.18 πρέπει να εκδίδεται μόνο όπου υπάρχει αυστηρή συμμόρφωση με τις προϋποθέσεις που θέτει η Διαταγή αυτή και μόνο σε περιπτώσεις όπου έκδηλα καταδεικνύεται ότι ο εναγόμενος δεν έχει καμιά υπεράσπιση στην εναντίον του αγωγή. Η όλη δικαιοδοσία πρέπει να ασκείται με μεγάλη προσοχή και με φειδώ ώστε να μην αφαιρεί από διάδικο το δικαίωμα να εγείρει υπεράσπιση. Άδεια για υπεράσπιση πρέπει να παρέχεται στον εναγόμενο ακόμα και όταν διαφαίνεται ότι δεν έχει πολλές πιθανότητες επιτυχίας. Γενικές αρνήσεις και αόριστοι, ατεκμηρίωτοι ή γενικοί ισχυρισμοί του εναγομένου στην ένορκη δήλωσή του, όμως, δεν είναι ικανοποιητικοί. Είναι απαραίτητο να παρέχονται λεπτομέρειες σε λογική έκταση, διαφορετικά θα ήταν εύκολο σε κάθε σχεδόν περίπτωση να εξασφαλίζεται άδεια με γενικούς και αόριστους ισχυρισμούς (Ν.V. Caterchef Ltd v. P.C.P. Electronics Ltd
(1999)1Γ Α.Α.Δ. 1912). Περαιτέρω, σε αιτήσεις για συνοπτική απόφαση, η συζήτηση του κατά πόσο υπάρχει ή όχι υπεράσπιση γίνεται σε επίπεδο ισχυρισμών μόνο και το Δικαστήριο δεν προχωρεί σε αξιολόγηση μαρτυρίας. Στην παρούσα υπόθεση η αγωγή καταχωρίστηκε με κλητήριο ειδικώς οπισθογραφημένο (Δ.2, θ.6) στις 28.6.2010 και Σημείωμα Εμφάνισης για την εναγομένη καταχωρίστηκε στις 9.9.2010. Συνεπώς οι πρώτες δύο προϋποθέσεις της Δ.18 θ.1(α) ικανοποιούνται. Αναφορικά με την τρίτη προϋπόθεση, πρέπει να λεχθεί ότι η νομολογία έχει προσαρμόσει με τέτοιο τρόπο την ερμηνεία του όρου «θετική γνώση», ώστε να ανταποκρίνεται ρεαλιστικά προς τα σημερινά δεδομένα. Σε περιπτώσεις εταιρειών είναι αναγκαίο να ορκίζεται φυσικό πρόσωπο και έτσι στον όρο «θετική γνώση» πρέπει να δίδεται τέτοια ερμηνεία που να είναι λογική υπό τις περιστάσεις και όχι αυστηρή σε βαθμό που να δημιουργεί πρακτικές δυσκολίες και να οδηγεί σε τυχόν παράλογα αποτελέσματα (Pathe Freres Cinema Ltd v. United Electric Theatres
(1914)3 K.B. 1253, Marketrends Financial Services v. Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς Κύπρου
(2006)1Α Α.Α.Δ. 223 στη σελ. 3). Το ζήτημα του κατά πόσο ένα άτομο μπορεί να ορκιστεί θετικά για τα γεγονότα εντός της έννοιας της Δ.18 θ.1 πρέπει να κρίνεται με βάση τα γεγονότα και περιστατικά της κάθε υπόθεσης και σε συνάρτηση με το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης - πολύ σημαντικό ρόλο παίζει και η φύση της απαίτησης (βλ. Αθηνούλα Δημητρίου ν. Τράπεζας Κύπρου Λτδ, πιο πάνω). Στην περίπτωση που ο ενάγων-αιτητής είναι εταιρεία, κάποιο φυσικό πρόσωπο πρέπει να ορκιστεί στη θέση της. Ανάλογα με τα καθήκοντά του, είναι φυσικό ο κάθε αξιωματούχος ή υπάλληλος μιας εταιρείας να αποκτά θετική γνώση για τα γεγονότα και από τα έγγραφα που έχει στην κατοχή του στα πλαίσια της διεκπεραίωσης των επαγγελματικών καθηκόντων του. Στην παρούσα υπόθεση, ο ενόρκως δηλών είναι διευθυντής της αιτήτριας εταιρείας και αναφέρει ότι είναι δεόντως εξουσιοδοτημένος από την εταιρεία να προβεί στην ένορκη δήλωση, ότι γνωρίζει πολύ καλά τα γεγονότα της υπόθεσης από προσωπική γνώση, από τα έγγραφα που αφορούν την υπόθεση που βρίσκονται στην κατοχή του λόγω της θέσης του και από πληροφορίες που έλαβε από άλλους υπαλλήλους και διευθυντές της εταιρείας που χειρίστηκαν διάφορες πτυχές της υπόθεσης. Συνεπώς, είμαι ικανοποιημένη ότι ο ενόρκως δηλών είναι πρόσωπο το οποίο είναι σε θέση να επαληθεύσει και να επιβεβαιώσει θετικά το περιεχόμενο του κλητηρίου εντάλματος και το ποσό της ισχυριζόμενης οφειλής. Εν τούτοις, δεν μπορεί να παραγνωριστεί το γεγονός ότι ο ενόρκως δηλών εκ μέρους της ενάγουσας αναφέρεται κατ' επανάληψη σε οφειλόμενο ποσό το οποίο είναι κατά €2000 χαμηλότερο από το ποσό της απαίτησης, χωρίς να υπάρχει ισχυρισμός ότι έχει καταβληθεί €2000 έναντι του ποσού της απαίτησης. Ειδικότερα, στην παράγραφο 8 αναφέρει ότι η εναγομένη εξακολουθεί να οφείλει το ποσό των €14.474,84 και ότι δεν έχουν πληρώσει στην ενάγουσα οποιοδήποτε ποσό, ενώ το ποσό της απαίτησης και το ποσό του επίδικου τιμολογίου που επισυνάπτει ως Τεκμήριο 1 είναι €16.474,84. Η ευπαίδευτη συνήγορος της ενάγουσας στην αγόρευσή της δήλωσε ότι πρόκειται περί τυπογραφικού λάθους και το πραγματικά οφειλόμενο ποσό, για το οποίο ζητείται απόφαση, είναι αυτό που καταγράφεται στην αγωγή και όχι στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση για συνοπτική απόφαση. Παρά ταύτα, για να καταστεί δυνατή η έκδοση απόφασης βάσει της Διαταγής 18, ο αιτητής οφείλει να επιβεβαιώσει και να επαληθεύσει όχι μόνο τη βάση της αγωγής, αλλά και το ακριβές απαιτούμενο ποσό (βλ. Annual Practice του 1958, σελ. 258-60). Υπό αυτά τα δεδομένα, και λαμβάνοντας υπόψη τις αυστηρές προϋποθέσεις της Διαταγής 18 και της σχετικής νομολογίας, δεν μπορεί να λεχθεί ότι το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης του κ. de Araujo Lopes, ακόμη και αν πρόκειται περί τυπογραφικού λάθους, επαρκεί έτσι ώστε να θεωρηθεί ότι επαληθεύει επαρκώς και δεόντως το ποσό της απαίτησης και ότι πρόκειται περί ξεκάθαρης απαίτησης. Θεωρώ ότι θα ήταν επισφαλές να εκδοθεί συνοπτική απόφαση ως η απαίτηση, στη βάση μίας ένορκης δήλωσης στην οποία ο διευθυντής της ενάγουσας προσδιορίζει ως απαιτούμενο ένα ποσό χαμηλότερο από το ποσό για το οποίο επιζητείται απόφαση. Ούτε, βεβαίως, θα ήταν ορθό να εκδοθεί συνοπτική απόφαση για το μειωμένο ποσό, εφόσον η θέση της ενάγουσας, όπως προβλήθηκε από τη συνήγορό της, είναι ότι το ορθό ποσό είναι αυτό που καταγράφεται στο ειδικά οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα και όχι στην ένορκη δήλωση του κ. de Araujo Lopes. Παρά την πιο πάνω κατάληξή μου, για σκοπούς πληρότητας αναφέρω ότι εν πάση περιπτώσει η εναγομένη έχει αποκαλύψει τέτοια γεγονότα που καταδεικνύουν ότι ενδεχομένως να υπάρχει θέμα προς εκδίκαση. Ειδικότερα, στην ένσταση και στην ένορκη δήλωση που τη συνοδεύει προβάλλονται ισχυρισμοί περί υποχρέωσης της ενάγουσας να πιστώσει τον λογαριασμό της εναγομένης με ένα ποσό για εμπορεύματα που εκ λάθους απέστειλε και πληρώθηκαν, το οποίο πιθανώς να διαφοροποιεί το πραγματικό υπόλοιπο της οφειλής της εναγομένης βάσει της συνεργασίας της με την ενάγουσα για την εισαγωγή εμπορευμάτων. Χωρίς να παραγνωρίζω το γεγονός ότι οι λεπτομέρειες που έχουν δοθεί για τους ισχυρισμούς της εναγομένης ενδεχομένως να μην είναι απόλυτα ενδελεχείς ή σαφείς, ασκώντας τη διακριτική μου εξουσία κρίνω πως οι ισχυρισμοί αυτοί θα μπορούσαν, όσο απομακρυσμένη και αν φαίνεται η πιθανότητα επιτυχίας σε αυτό το πρώιμο στάδιο, να δικαιολογήσουν τη διεξαγωγή κανονικής ακροαματικής διαδικασίας, εφόσον έχει καταδειχθεί επαρκώς ότι υπάρχουν διαφορές μεταξύ των διαδίκων σε σχέση με τα επίδικα θέματα. Όπως προκύπτει από τα πιο πάνω, η υπό εξέταση υπόθεση δεν είναι από τις περιπτώσεις όπου είναι αναμφίβολο ή αδιαμφισβήτητο ότι η εναγομένη δεν έχει υπεράσπιση στην αγωγή. Προκύπτει η ύπαρξη ζητήματος προς εκδίκαση, αφού η εναγομένη αποκαλύπτει τέτοια γεγονότα που της δίδουν το δικαίωμα να υπερασπιστεί την αγωγή. Υπενθυμίζω τη σχετική νομολογία βάσει της οποίας άδεια για υπεράσπιση πρέπει να παρέχεται στον εναγόμενο ακόμα και όταν φαίνεται εκ πρώτης όψεως ότι δεν έχει πολλές πιθανότητες επιτυχίας, καθώς και ότι είναι μόνο σε καθαρές περιπτώσεις που μπορεί το Δικαστήριο να στερήσει διάδικο από του να προβάλει την υπεράσπισή του ενώπιον του Δικαστηρίου. Με βάση όλα τα πιο πάνω η αίτηση απορρίπτεται. Δίδεται άδεια στην εναγομένη να καταχωρίσει Υπεράσπιση εντός 14 ημερών από σήμερα. Δεν υπάρχει λόγος τα έξοδα να μην ακολουθήσουν το αποτέλεσμα και έτσι επιδικάζονται υπέρ της εναγομένης - καθ' ης η αίτηση και εναντίον της ενάγουσας - αιτήτριας, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο, στο τέλος της διαδικασίας. (Υπ.) .................. Σ. Χατζηκυριάκου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1] βλ. μεταξύ άλλων Kyprianides v. Ioannou
(1966)1 C.L.R. 265, CY.E.M.S. Co. v. Central Co-Operative Industries
(1982)1 C.L.R. 897, Hermes Insurance Co Ltd v. Theodorides
(1983)1 C.L.R. 333, Trans Middle East Trading Ltd v. Tlais
(1991)Α.Α.Δ. 239, Αυγουστή κ.α. ν. Πίριλλου
(1997)1(Α) Α.Α.Δ. 5, Δημητρίου ν. Τράπεζας Κύπρου Λτδ
(1997)1(Β) Α.Α.Δ. 782, Subotic v. Στυλιανίδη
(1998)1(Α) Α.Α.Δ. 22, Λαζάρου κ.α. ν. Μακεδόνα
(1999)1(Β) Α.Α.Δ. 817, Μεττή κ.α. ν. Τράπεζας Κύπρου Λτδ
(2002)1 Α.Α.Δ. 417, Παύλου ν. Οργανισμού Χρηματοδοτήσεως Τραπέζης Κύπρου Λτδ
(2002)1 Α.Α.Δ. 1051, Ζερβός ν. Euroinvestment & Finance Ltd
(2003)1(Γ) Α.Α.Δ. 1968, Sigma Radio T.V. Ltd. ν. Αρχής Ραδιοτηλεόρασης Κύπρου
(2005)1 A.A.Δ. 408, Νεάρχου κ.α. ν. Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος Λτδ
(2005)1(Β) Α.Α.Δ. 818. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο