Ρένου Παντελή ν. Φάρμα Ρένος Χατζηιωάννου Δημόσια Εταιρεία Λίμιτεδ, Αρ. Αγωγής: 7821/2006, 9 Μαΐου, 2011 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2011:A178 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Σ. Χατζηκυριάκου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 7821/2006 Μεταξύ: Ρένου Παντελή Ενάγοντα και Φάρμα Ρένος Χατζηιωάννου Δημόσια Εταιρεία Λίμιτεδ Εναγομένης ------------------------------------- Ημερομηνία: 9 Μαΐου, 2011 Για τον ενάγοντα : κα Α. Ξυψιτή Για την εναγομένη: κ. Δ. Χριστοδούλου ΑΠΟΦΑΣΗ Η παρούσα αγωγή αφορά απαίτηση του ενάγοντα, πρώην υπαλλήλου της εναγομένης δημόσιας εταιρείας, για ΛΚ3.940 (€6.731,89). Σύμφωνα με τους διαλαμβανόμενους στην Έκθεση Απαίτησης ισχυρισμούς, ο ενάγων, κατά τη διάρκεια της εργοδότησής του, πλήρωνε για λογαριασμό της εναγομένης διάφορα ποσά για διάφορους σκοπούς με δικά του χρήματα, λάμβανε τις σχετικές αποδείξεις και τις παρέδιδε στο λογιστήριο της εναγομένης με σκοπό την πληρωμή των αντίστοιχων ποσών, τα οποία όμως η εναγομένη παρέλειψε να του εξοφλήσει. Ο ενάγων ισχυρίζεται περαιτέρω ότι στις 23.11.2006 συναντήθηκε με τον λογιστή της εναγομένης και διαφάνηκε ότι η οφειλή της τελευταίας προς τον ενάγοντα για τις προαναφερόμενες αποδείξεις ανερχόταν σε ΛΚ14.700 και ότι καταβλήθηκαν διάφορα ποσά έναντι με αποτέλεσμα να παραμείνει οφειλόμενο υπόλοιπο εκ ΛΚ3.
- Η θέση του ενάγοντα είναι ότι οι σχετικές αποδείξεις βρίσκονται στην κατοχή της εναγομένης, ότι ο ίδιος προέβη στις πληρωμές προς τρίτους στις οποίες αναφέρονται οι αποδείξεις κατόπιν οδηγιών της εναγομένης ως μέρος των καθηκόντων στα πλαίσια της εργασίας του στην εναγομένη και ότι η τελευταία αναλάμβανε να πληρώνει στον ενάγοντα τα ποσά των αποδείξεων. Στην Έκθεση Υπεράσπισής της, η εναγομένη αρνείται τους ισχυρισμούς του ενάγοντα και ισχυρίζεται ότι ουδέποτε ανατέθηκαν στον ενάγοντα καθήκοντα που αφορούσαν την πληρωμή οφειλών της εταιρείας με χρήματα του ίδιου του ενάγοντα. Αναφέρει ότι οποιαδήποτε ποσά καταβλήθηκαν στον ενάγοντα αφορούσαν μισθούς, ότι ουδέποτε του δόθηκαν οδηγίες για να προβαίνει σε πληρωμές με δικά του χρήματα και τονίζει ότι ουδέν ποσό οφείλει στον ενάγοντα. Ο ενάγων με την Απάντηση στην Υπεράσπιση επαναλαμβάνει τους ισχυρισμούς στην Έκθεση Απαίτησης και τονίζει ότι κατά τη διάρκεια της εργοδότησής του στην εναγομένη από 28.2.1986 μέχρι 4.7.2006 πλήρωσε πολλές φορές για λογαριασμό της εναγομένης διάφορα ποσά με δικά του χρήματα και πιστωτικές κάρτες και παρέδιδε τις σχετικές αποδείξεις στο λογιστήριο, το οποίο είχε την υποχρέωση να τηρεί τα κατάλληλα λογιστικά βιβλία στα οποία να παρουσιάζονται οι χρεοπιστώσεις των επίδικων πράξεων. Ενώπιον του Δικαστηρίου κατέθεσαν δύο μάρτυρες για την πλευρά του ενάγοντα και ένας για την εναγομένη. Ο ενάγων κατά τη μαρτυρία του ανέφερε ότι κατά τη διάρκεια της εργοδότησής του στην εναγομένη από το 1986 μέχρι 4.7.2006 εκτελούσε διάφορα καθήκοντα, μεταξύ των οποίων η πληρωμή λογαριασμών και αγορά διαφόρων ειδών για την εναγομένη και τον Διευθύνοντα Σύμβουλό της κ. Κωνσταντίνο Χατζηιωάννου, με τη σαφή εξήγηση να παραδίδει τις αποδείξεις στο λογιστήριο της εταιρείας για να του επιστραφούν τα χρήματα. Τα τελευταία 2 χρόνια πριν τον τερματισμό των υπηρεσιών του, όμως, η εναγομένη άρχισε να έχει οικονομικά προβλήματα. Ο ενάγων συνέχισε να διενεργεί αγορές και πληρωμές για την εναγομένη και τον κ. Χατζηιωάννου με δικά του χρήματα και να παραδίδει τις αποδείξεις στο λογιστήριο, αναμένοντας την πληρωμή, η οποία για ορισμένα ποσά δεν έγινε. Ως παραδείγματα των πληρωμών που διενεργούσε, ο ενάγων ανέφερε λογαριασμούς της Α.Η.Κ., εξώδικα πρόστιμα και αγορά πετρελαιοειδών. Ανέφερε επιπλέον ότι ο κ. Χατζηιωάννου τον διαβεβαίωνε πάντοτε ότι θα του επιστρέφονταν τα χρήματά του και ο ενάγων του είχε εμπιστοσύνη, επειδή ο κ. Χατζηιωάννου του είχε αναθέσει το έργο να εξευρίσκει χρήματα για την πληρωμή των διαφόρων επιταγών που εξέδιδε η εναγομένη προς τους πιστωτές της. Ο ενάγων κατέθεσε επιπλέον ότι υποχρεώθηκε να συνάψει προσωπικό δάνειο άνω των ΛΚ60.000 και να εμπλέξει μέλη της οικογένειάς του για τα χρέη αυτά, για τα οποία κίνησε άλλη αγωγή. Ο ενάγων κατέθεσε περαιτέρω ότι μετά τον τερματισμό των υπηρεσιών του από την εναγομένη, ζήτησε από τον κ. Πολύδωρο Στρούθο να τον βοηθήσει να εισπράξει το λαβείν του και έγινε συνάντηση με τον κ. Χατζηιωάννου για εξεύρεση λύσης. Στις 23.11.2006 είχε συνάντηση με τον λογιστή της εναγομένης κ. Λεωνίδα Λεωνίδου στην παρουσία του κ. Στρούθου, κατά την οποία ο λογιστής τους ανέφερε ότι λόγω προβλήματος με τον Ηλεκτρονικό Υπολογιστή της εταιρείας αδυνατούσε να τους παραδώσει αντίγραφα των λογαριασμών. Ως εκ τούτου τους έδωσε μια χειρόγραφη σημείωση (Τεκμήριο 1), στην οποία κατέγραψε τα ποσά που του όφειλε η εναγομένη (ΛΚ7.616,13 για το Ταμείο Προνοίας, ΛΚ25.055,51 Μισθοί, ΛΚ14.700,00 Αποδείξεις) καθώς και τα ποσά που του κατέβαλε με δύο επιταγές (ΛΚ8.060,00 και ΛΚ2.700). Ο ενάγων αφαίρεσε από το ποσό των Αποδείξεων το σύνολο του ποσού που του καταβλήθηκε με τις δύο επιταγές, με αποτέλεσμα να παραμείνει υπόλοιπο το ποσό της απαίτησης. Ανέφερε επιπλέον ότι για τους μισθούς του και το ταμείο προνοίας εκδόθηκε απόφαση σε άλλη διαδικασία. Κατά την αντεξέταση, ο ενάγων ανέφερε ότι αρχικά προσλήφθηκε ως κλητήρας στην εταιρεία Superchick Hatcheries, η οποία το 1999 μετονομάστηκε σε Φάρμα Ρένος Χατζηιωάννου και ότι κατά την πορεία της εργοδότησής του ανέλαβε υπεύθυνος του εκκολαπτηρίου της εναγομένης. Διευκρίνισε δε ότι ξεκίνησε να διενεργεί πληρωμές εκ μέρους της εταιρείας ή του κ. Χατζηιωάννου προσωπικά με δικά του χρήματα αντί απευθείας από χρήματα της εταιρείας ή του κ. Χατζηιωάννου μόνο όταν άρχισε η εταιρεία να έχει οικονομικά προβλήματα, γύρω στο
- Επεξήγησε ότι ο κ. Χατζηιωάννου του έδινε τραπεζικές επιταγές και ο ενάγων τις εξαργύρωνε σε διάφορες Συνεργατικές Πιστωτικές Εταιρείες όπου τον γνώριζαν καλά. Ακολούθως έπαιρνε τα μετρητά στον κ. Χατζηιωάννου, ο οποίος του έδινε ποσό προμήθειας για την εξαργύρωση. Ανέφερε ότι αντιλήφθηκε ότι οι λογαριασμοί της εταιρείας δεν είχαν διαθέσιμα κεφάλαια μόνο όταν οι επιταγές άρχισαν να επιστρέφονται από τις τράπεζες απλήρωτες και είναι για αυτόν τον σκοπό που συνήψε το δάνειο των Λ.Κ. 60.000, για να «μην αφήσει τη Συνεργατική εκτεθειμένη», εφόσον τα ποσά των απλήρωτων επιταγών της εναγομένης και του κ. Χατζηιωάννου, για τα οποία εισέπραττε μετρητά, χρεώνονταν στον δικό του λογαριασμό. Ο κ. Πολύδωρος Στρούθος, 72 ετών, ανέφερε ότι ο ενάγων του ζήτησε να τον βοηθήσει να εισπράξει το λαβείν του από την εναγομένη. Συνεπώς, μελέτησε όλα τα στοιχεία που του προσκόμισε ο ενάγων, όπως τους λογαριασμούς του, επιστραφείσες απλήρωτες επιταγές, και ζήτησε να συναντηθεί με τον κ. Χατζηιωάννου. Τελικά συναντήθηκαν με τον λογιστή της εναγομένης κ. Λεωνίδα Γεωργίου, ο οποίος τους κατέγραψε τα ποσά που υπολόγισε ο ίδιος ότι οφείλει η εταιρεία στον ενάγοντα σε ένα χαρτί (Τεκμήριο 1) με τη δικαιολογία ότι υπήρχε κάποιο πρόβλημα με τον εκτυπωτή του. Ο κ. Στρούθος αναφέρθηκε στον τρόπο με τον οποίο ο ενάγων κάλυπτε ποσά επιταγών της εναγομένης που είχαν επιστραφεί από την τράπεζα απλήρωτες και διευκρίνισε ότι κατέληξε στο ποσό της παρούσας απαίτησης όχι από τα έγγραφα που του έδωσε ο ενάγων, τα οποία κυρίως αφορούσαν τις άλλες αγωγές του ενάγοντα εναντίον της εναγομένης, αλλά από το σημείωμα που του έδωσε ο λογιστής. Κατά την αντεξέταση, ο κ. Στρούθος διευκρίνισε ότι διατηρεί γραφείο είσπραξης χρεών, στο οποίο βοηθά τους πελάτες του να εισπράξουν με νόμιμο τρόπο τα οφειλόμενα σε αυτούς ποσά, με αμοιβή 10% επί του ποσού που θα εισπραχθεί πλέον τους τόκους. Για την εναγομένη εταιρεία κατέθεσε ο πρώην διευθυντής της, κ. Κωνσταντίνος Χατζηιωάννου, ο οποίος ανέφερε ότι ο ενάγων υπήρξε μόνο κλητήρας στην εταιρεία (και όχι υπεύθυνος εκκολαπτηρίου) και ότι όλες οι πληρωμές που διενεργούσε εκ μέρους της εταιρείας ήταν με δικά της χρήματα. Εάν τύγχανε σπανίως να πληρώσει ο ενάγων με δικά του χρήματα, παρέδιδε τα τιμολόγια στο λογιστήριο και πληρωνόταν. Ο κ. Χατζηιωάννου ανέφερε επιπλέον ότι αρκετό χρόνο μετά που έπαυσε να εργάζεται στην εταιρεία, ο ενάγων τον επισκέφθηκε στο γραφείο του με τον κ. Στρούθο και ισχυρίστηκε ότι έχει να παίρνει ένα ποσό και ο κ. Χατζηιωάννου τον παρέπεμψε στο λογιστήριο. Κατέθεσε ότι η εταιρεία κατέβαλε στον ενάγοντα κάποιο ποσό για το Ταμείο Προνοίας και κάποιο ποσό για μισθούς μετά από σχετική δικαστική διαδικασία και δεν οφείλει οποιοδήποτε άλλο ποσό. Κατά την αντεξέταση, ο κ. Χατζηιωάννου ανέφερε ότι πέραν από κλητήρας της εναγομένης, ο ενάγων υπήρξε και Γραμματέας θυγατρικής εταιρείας της εναγομένης (Superchick Hatcheries) η οποία είχε πρόθεση να παράσχει εγγύηση για προσωπικό δάνειο του ενάγοντα. Εν τέλει, όπως ανέφερε, εγγυήθηκε ο ίδιος προσωπικά τον ενάγοντα για δάνειο, λόγω της πολυετούς υπηρεσίας της οικογένειας του ενάγοντα στην εναγομένη. Κατέθεσε περαιτέρω ότι όταν επιστρεφόταν απλήρωτη μία επιταγή της εναγομένης, χρεωνόταν ο λογαριασμός του εκδότη και όχι του ενάγοντα. Όσον αφορά τον πρώην λογιστή και νυν Γραμματέα της εναγομένης κ. Λεωνίδα Γεωργίου και το Τεκμήριο 1, ο κ. Χατζηιωάννου ανέφερε ότι δεν γνωρίζει κατά πόσο τα γράμματα ανήκουν στον κ. Γεωργίου. Πρόσθεσε δε ότι η εναγομένη όχι μόνο δεν οφείλει οτιδήποτε στον ενάγοντα, αλλά έχει να λαμβάνει ποσά για κοτόπουλα τα οποία έπαιρνε ο ενάγων από τρίτη εταιρεία και πλήρωνε η εναγομένη. Αξιολογώντας την ενώπιόν μου μαρτυρία, σημειώνω ότι ο ενάγων δεν μου προκάλεσε πολύ καλή εντύπωση, εφόσον η μαρτυρία του ήταν συγκεχυμένη και ασαφής, γεμάτη από υπεκφυγές και άσχετα θέματα. Αναφορικά με τη δικογραφημένη θέση του ενάγοντα ότι διενεργούσε πληρωμές για την εναγομένη εταιρεία με δικά του χρήματα με τη συνεννόηση όπως παρουσιάζει τις σχετικές αποδείξεις στο λογιστήριο της εναγομένης για να πληρωθεί τα αντίστοιχα ποσά, επισημαίνω ότι διαφάνηκε από τη μαρτυρία του ότι κάποιες από τις πληρωμές, στις οποίες ισχυρίζεται ότι προέβαινε με δικά του χρήματα, ήταν για προσωπικές οφειλές του κ. Χατζηιωάννου και όχι της εναγομένης εταιρείας εναντίον της οποίας κινήθηκε η παρούσα αγωγή. Δεν προσκόμισε οποιοδήποτε σχετικό στοιχείο σε σχέση με τη διενέργεια οποιασδήποτε πληρωμής για λογαριασμό της εναγομένης (όπως κάποια απόδειξη πληρωμής), πέραν του Τεκμηρίου 1, για το οποίο θα γίνει εκτενέστερη αναφορά στη σελίδα 8 πιο κάτω. Η μαρτυρία του ενάγοντα για το θέμα αυτό ήταν ιδιαίτερα γενική και αόριστη και δεν ήταν σε θέση να προσκομίσει το παραμικρό αποδεικτικό στοιχείο σε σχέση με συγκεκριμένες πληρωμές που αφορούσαν αποκλειστικά την εναγομένη. Επιπλέον, ενώ ο ενάγων αρχικά ανέφερε ότι οι πληρωμές που διενεργούσε αφορούσαν λογαριασμούς της Α.Η.Κ., τιμολόγια για την αγορά πετρελαιοειδών, εξώδικα πρόστιμα κ.ο.κ., (για τις οποίες επαναλαμβάνω δεν προσκόμισε καμία απόδειξη), ακολούθως άλλαξε παντελώς την εκδοχή του και επικεντρώθηκε σε συγκεχυμένες και ακατανόητες περιγραφές συναλλαγών με τράπεζες και συνεργατικές σε σχέση με την εξαργύρωση επιταγών τόσο της εναγομένης όσο και του κ. Χατζηιωάννου προσωπικά, που καμία σχέση δεν διαφάνηκε να έχουν με τα επίδικα θέματα και ειδικότερα με τη δικογραφημένη θέση του ενάγοντα. Οι αρχές της Πολιτικής Δικονομίας περιορίζουν τα επίδικα θέματα σε εκείνα που καθορίζονται από τη δικογραφία, έτσι ώστε να διασφαλίζεται το δικαίωμα ενός διαδίκου να απαντά στους ισχυρισμούς και τις θέσεις που προβάλλει ο αντίδικός του. Η διαδικασία δεν μπορεί να προεκταθεί πέραν και έξω από τα επίδικα θέματα όπως προσδιορίζονται από τα δικόγραφα και η δίκη πρέπει να δρομολογείται κατά μήκος των γραμμών που οριοθετεί η δικογραφία (βλ. Κούρτης ν. Ιασωνίδη
(1970)1 C.L.R. 180, Παπαγεωργίου ν. Louis Clappas Investment Services Ltd
(1991)1 Α.Α.Δ. 24 και Ελένη Βραχίμη ως διαχειρίστρια της περιουσίας του Νικόλα Σάσσου ν. Πάρη Κουλουμπρή
(1992)1(Β) Α.Α.Δ. 836). Συνεπώς, δεν μπορώ να λάβω σοβαρά υπόψη τη μαρτυρία του ενάγοντα σε σχέση με τα όσα κατέθεσε περί εξαργύρωσης επιταγών. Άλλωστε, τόσο ο ενάγων όσο και ο κ. Στρούθος που κατέθεσε για την πλευρά του δήλωσαν ότι έχει κινηθεί άλλη αγωγή σε σχέση με τα χρέη που δημιούργησε ο ενάγων ένεκα των ακάλυπτων επιταγών της εναγομένης εταιρείας. Ο κ. Στρούθος δεν μου προξένησε καθόλου θετική εντύπωση ως μάρτυρας. Πέραν των υπερβολικών και συνεχών αναφορών του στην Αγία Γραφή σε μία προσπάθεια να καταδείξει ότι πρόκειται για θεοφοβούμενο και αξιόπιστο πρόσωπο, κατέστη σαφές από τον τρόπο που κατέθετε ότι σκοπός της μαρτυρίας του ήταν να βοηθήσει τον ενάγοντα να εισπράξει κάποιο ποσό από την εναγομένη, εφόσον αυτό, όπως διαφάνηκε κατά την αντεξέταση, φαίνεται να είναι το επάγγελμά του. Παρά το ότι ισχυρίστηκε ότι προέβη σε εκτεταμένη μελέτη των λογαριασμών και εγγράφων που αφορούσαν στην υπόθεση και ετοίμασε σχετική έκθεση, τελικά διαφάνηκε ότι δεν ήταν σε θέση να προσκομίσει κανένα στοιχείο σχετικό με την παρούσα υπόθεση, δεν γνώριζε οτιδήποτε ουσιαστικό αναφορικά με τη δικογραφημένη θέση του ενάγοντα για τη διενέργεια πληρωμών εκ μέρους της εταιρείας και ότι εν τέλει η έκθεση που ισχυρίστηκε ότι ετοίμασε δεν αφορούσε τα επίδικα θέματα αλλά άλλη αγωγή. Ο κ. Χατζηιωάννου επίσης δεν μου προκάλεσε πολύ καλή εντύπωση ως μάρτυρας. Απαντούσε σε αρκετές ερωτήσεις κατά την αντεξέταση με υπεκφυγές και γενικά έδινε την εικόνα ενός προσώπου που προσπαθούσε να αποκρύψει κάποια γεγονότα. Η αρχική του επιμονή ότι ο ενάγων ήταν πάντοτε ένας χαμηλόμισθος κλητήρας χωρίς σημαντικές ευθύνες κλονίστηκε κατά την αντεξέταση όταν αποκαλύφθηκε ότι είχε διοριστεί και Γραμματέας θυγατρικής της εναγομένης (η οποία ας σημειωθεί είναι δημόσια εταιρεία εισηγμένη στο Χ.Α.Κ.) με τόσο στενές σχέσεις με τη διεύθυνση που καταβλήθηκε προσπάθεια εγγύησης προσωπικού του δανείου από την εταιρεία. Χωρίς ιδιαίτερη αξία, εν όψει της απουσίας οποιασδήποτε ανταπαίτησης, ήταν και η εκ των υστέρων προσπάθεια του κ. Χατζηιωάννου να προβάλει τη θέση ότι είναι η εναγομένη που έχει να λαμβάνει χρήματα από τον ενάγοντα και όχι το αντίστροφο. Ειδικότερα όσον αφορά το Τεκμήριο 1, το οποίο στην ουσία ήταν το μοναδικό στοιχείο που προσκομίστηκε από την πλευρά του ενάγοντα προς απόδειξη των δικογραφημένων θέσεων και της απαίτησής του, παρατηρώ ότι πρόκειται για χειρόγραφη και ανυπόγραφη σημείωση σε λευκό χαρτί στην οποία καταγράφονται τα ποσά 7.616,13, 25.055,51 και 14.700,00 για «Ταμείο Προνοίας», «Μισθοί» και «Αποδείξεις» αντίστοιχα, και ακολούθως η λέξη «Μείον» για επιταγές «Laiki - (8.060,00)» και «Commercial - (2.700,00)». Η θέση του ενάγοντα είναι ότι τα ποσά για το ταμείο προνοίας και οι μισθοί του, του καταβλήθηκαν ή υπήρξαν αντικείμενο άλλων διαδικασιών. Συνεπώς έχει αφαιρέσει τα ποσά των δύο επιταγών που του καταβλήθηκαν, από το ποσό των «αποδείξεων» που ισχυρίστηκε ότι του κατέγραψε στο Τεκμήριο 1 ο λογιστής της εναγομένης ότι του οφείλονταν, με αποτέλεσμα να παραμένει υπόλοιπο το ποσό της απαίτησης εκ Λ.Κ.
- Το αξιοσημείωτο είναι ότι, ενώ ο ενάγων στην ουσία βάσισε ολόκληρη την απαίτησή του στα ποσά που ισχυρίστηκε ότι κατέγραψε επί του Τεκμηρίου 1 ο κ. Λεωνίδας Γεωργίου (εφόσον ο ενάγων δεν ήταν σε θέση να προσκομίσει είτε τις αποδείξεις των πληρωμών που ισχυρίστηκε ότι διενήργησε με δικά του χρήματα είτε οποιοδήποτε άλλο σχετικό στοιχείο), ο εν λόγω κύριος δεν κλητεύθηκε από την πλευρά του ενάγοντα για να επιβεβαιώσει ότι οι σημειώσεις είναι δικές του και να επεξηγήσει το περιεχόμενο του Τεκμηρίου
- Εν όψει της σφοδρής αμφισβήτησης από την πλευρά της εναγομένης ότι το Τεκμήριο 1 ετοιμάστηκε από τον συγκεκριμένο λογιστή και ότι τα ποσά που καταγράφηκαν αποτελούν οφειλές της εναγομένης προς τον ενάγοντα, το λιγότερο που θα αναμενόταν από τον ενάγοντα ήταν να κλητεύσει τον κ. Γεωργίου ή τουλάχιστον να δώσει κάποια εύλογη εξήγηση για την ουσιαστική αυτή παράλειψη. Η θέση του ενάγοντα ήταν ότι όφειλε η εναγομένη να τον κλητεύσει, εφόσον επρόκειτο για δικό της υπάλληλο. Η τοποθέτηση αυτή, όμως, παραγνωρίζει το γεγονός ότι είναι ο ενάγων που φέρει το βάρος απόδειξης των ισχυρισμών του. Εν όψει της αξιολόγησης της μαρτυρίας του ενάγοντα και του κ. Στρούθου στην οποία έχω προβεί πιο πάνω, και του γεγονότος ότι κατατέθηκε μία χειρόγραφη ανυπόγραφη σημείωση ως Τεκμήριο στην οποία καταγράφονται κάποια ποσά «αποδείξεων» στα οποία βασίζεται εξ ολοκλήρου το ποσό της απαίτησης, χωρίς να έχει κλητευθεί ο συντάκτης και χωρίς να έχει δοθεί οποιαδήποτε εύλογη εξήγηση για την παράλειψη αυτή, θεωρώ ότι δεν μπορεί να αποδοθεί ιδιαίτερη βαρύτητα και αποδεικτική αξία στο έγγραφο αυτό. Επαναλαμβάνω δε ότι η δικογραφημένη θέση του ενάγοντα είναι ότι το ποσό της απαίτησης προέκυψε από ποσά που κατέβαλε ο ίδιος προσωπικά εκ μέρους της εναγομένης με τη συνεννόηση να παραδώσει τις σχετικές αποδείξεις στο λογιστήριο για να του επιστραφούν τα χρήματα, ενώ στη μαρτυρία του προσπάθησε να προωθήσει μία διαφορετική, ασυνάρτητη και άκρως ανορθόδοξη εκδοχή που αφορούσε την πληρωμή επιταγών της εναγομένης και του κ. Χατζηιωάννου από δικά του χρήματα, την είσπραξη προμήθειας για την «εξυπηρέτηση» αυτή και τη δημιουργία δανείου/χρεών από την πρακτική αυτή. Υπό το φως των ανωτέρω, είναι αδύνατο να καταλήξει το Δικαστήριο σε οποιαδήποτε ασφαλή ευρήματα σε σχέση με τα πραγματικά γεγονότα. Ο ενάγων απέτυχε να ικανοποιήσει το Δικαστήριο με επαρκή αποδεικτικά στοιχεία ότι η εκδοχή του είναι πιο πιθανή παρά όχι (is more probable than not) και επομένως απέτυχε να αποδείξει με βάση το ισοζύγιο των πιθανοτήτων την υπόθεσή του εναντίον της εναγομένης. Όπως είναι γνωστό, το κριτήριο δεν είναι κατά πόσο η θέση ή η εκδοχή του διαδίκου που φέρει το βάρος της απόδειξης είναι πιο πιθανή παρά αυτή του αντιδίκου του, αλλά κατά πόσο ικανοποίησε το Δικαστήριο ότι η θέση ή η εκδοχή του είναι πιο πιθανή παρά όχι (βλ. μεταξύ άλλων, Phipson on Evidence, 14η έκδοση, παραγρ. 4-38, Αθανασίου κ.ά. ν. Κουνούνη
(1997)1(Β) Α.Α.Δ. 614). Κατά συνέπεια, η αγωγή απορρίπτεται με έξοδα υπέρ της εναγομένης και εναντίον του ενάγοντα, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) .................. Σ. Χατζηκυριάκου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο