Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα (Χρηματοδοτήσεις) Λτδ ν. Χρίστος Ιορδάνους κ.α., Συνεκδικαζόμενες Αγωγές 13801/2003, 13802/2003, 10 Μαΐου 2011 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2011:A179 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Ν. Ταλαρίδου-Κοντοπούλου Ε.Δ. Συνεκδικαζόμενες Αγωγές 13801|2003 & 13802|2003 δυνάμει διατάγματος του Δικαστηρίου ημερομηνίας 16.3.2010 Αρ. Αγωγής> 13801|03 Μεταξύ> Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα (Χρηματοδοτήσεις) Λτδ. Ενάγουσας και
- Χρίστος Ιορδάνους
- Δέσπω Ιορδάνους Εναγόμενων Και ως έχει τροποποιηθεί δυνάμει διατάγματος Δικαστηρίου ημερομηνίας 1.6.2004 και 22.12.2008> Μεταξύ> Marfin Popular Bank Public Co. Ltd. Ενάγοντων Και
- Χρίστος Ιορδάνους
- Δέσπω Ιορδάνους Εναγόμενων . . . . . . Αρ. Αγωγής> 13802|03 Μεταξύ> Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα (Χρηματοδοτήσεις) Λτδ. Ενάγουσας και
- Χρίστος Ιορδάνους
- Δέσπω Ιορδάνους Εναγομένων Και ως έχει τροποποιηθεί δυνάμει διατάγματος Δικαστηρίου ημερομηνίας 1.6.2004 και 22.12.2008> Μεταξύ> Marfin Popular Bank Public Co. Ltd. Ενάγουσας Και
- Χρίστος Ιορδάνους
- Δέσπω Ιορδάνους Εναγόμενων . . . . . . Ημερομηνία> 10 Μαΐου 2011 Εμφανίσεις Για την ενάγουσα: κ. Λοΐζου Για τους εναγόμενους: κ. Ιωάννου. ΑΠΟΦΑΣΗ Στις δύο αγωγές που συνδικάζονται η ενάγουσα αξιώνει αποζημιώσεις για παράβαση συμφωνίας ενοικιαγοράς. Επίσης αξιώνει το ποσό των ληγμένων ενοικίων από την ημερομηνία τερματισμού της συμφωνίας ενοικιαγοράς ως και επίσης διατάγματα εναντίον του εναγόμενου 1 να παραδώσει και να πωληθούν με πλειστηριασμό τα αντικείμενα ενοικιαγοράς. Επίσης ζητείται η πώληση μετοχών του εναγόμενου 1 δυνάμει εγγράφου ενεχυρίασης μετοχών ημερομηνίας 21 Φεβρουαρίου
- Η εναγόμενη 2 ενάγεται και στις δύο αγωγές υπό την ιδιότητα της ως εγγυήτρια της συμφωνίας ενοικιαγοράς. Οι ενάγοντες τροποποίησαν την έκθεση απαίτησης και ζητούν στην περίπτωση που το Δικαστήριο κρίνει ότι η συμφωνία ενοικιαγοράς κριθεί από το Δικαστήριο άκυρη όπως αποκατασταθούν με την πληρωμή ποσού χρημάτων που δόθηκε στον εναγόμενο
- Η δικογραφημένη θέση των εναγομένων είναι ότι η συμφωνία ενοικιαγοράς ήταν μία εικονική πράξη. Οι ενάγοντες εισηγήθηκαν στον εναγόμενο όπως γίνει η συμφωνία ενοικιαγοράς διά να του δανειοδοτήσουν χρήματα. Ουδέποτε υπήρξαν αντικείμενα της συμφωνίας ενοικιαγοράς. Οι ενάγοντες γνώριζαν ότι ο εναγόμενος 1 θα χρησιμοποιούσε το ποσό χρημάτων από την δανειοδότηση για την αγορά μετοχών. Σύμφωνα με τη μαρτυρία του Σάββα Γεωργιάδη ο εναγόμενος 1 παρουσιάστηκε στην τράπεζα με σκοπό να τον χρηματοδοτήσουν. Οι εναγόμενοι πρότειναν όπως η εναγόμενη 2, σύζυγος του εναγόμενου 1, πωλήσει στους ενάγοντες αντικείμενα της, με σκοπό να γίνει σύμβαση ενοικιαγοράς με τον εναγόμενο
- Ο ΜΕ1 μετά από έγκριση του διευθυντή του δέχθηκε το αίτημα των εναγομένων. Η εναγόμενη 2 του περιέγραψε τα προτεινόμενα αντικείμενα ενοικιαγοράς αλλά ο ΜΕ1 ουδέποτε τα είδε διά να εκτιμήσει προσωπικά την αξία αυτών των αντικειμένων. Μετά τον τερματισμό της συμφωνίας ενοικιαγοράς η τράπεζα ουδέποτε διεκδίκησε την κατοχή των εν λόγω αντικειμένων. Η υπογραφή της συμφωνίας ενοικιαγοράς έγινε στις 10 Μαρτίου
- Η συμφωνία ενεχυρίασης μετοχών του εναγόμενου 1 προς όφελος των εναγόντων έγινε προγενέστερα στις 21 Φεβρουαρίου
- Με βάση τις δύο συμφωνίες ενοικιαγοράς παραχωρήθηκε στον εναγόμενο συνολικά το ποσό των ΛΚ40,000.
- Ο μάρτυρας κατέθεσε τα τεκμήρια 5-1 και 5-
- Τα χρήματα φαίνεται να κατατέθηκαν στον λογαριασμό του Χρίστου Ιορδάνους ο οποίος είναι μισθωτής των υποτιθέμενων αντικειμένων. Αυτή η κατάθεση έγινε κατόπιν γραπτών οδηγιών της εναγομένης
- Η υποτιθέμενη πωλήτρια των αντικειμένων είναι η εναγόμενη 2 που είναι σύζυγος του εναγόμενου 1 και εγγυήτρια των συμφωνιών ενοικιαγοράς. Ο μάρτυρας ανέφερε ότι παραιτείται της αξίωσης των εναγόντων με βάση των συμφωνιών ενοικιαγοράς, και δεν διεκδικεί το ποσό των τόκων ή τόκων υπερημερίας παρά μόνο ζητά να του επιστραφεί το ποσό των ΛΚ20,000.00 ποσό που αντιστοιχεί στο ποσό που δόθηκε στους εναγόμενους με βάση τις αντίστοιχες συμφωνίες ενοικιαγοράς. Οι ενάγοντες βασίζονται στην αρχή του αδικαιολόγητου πλουτισμού στη διεκδίκηση των χρημάτων. Εξήγησε ότι οι δικηγόροι των εναγόντων τους έχουν συμβουλεύσει να παραιτηθούν των δικαιωμάτων τους με βάση τη συμφωνία ενοικιαγοράς. Αυτό έγινε όταν στην αγωγή 13803/03 το Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας αποφάνθηκε ότι συμφωνία ενοικιαγοράς μεταξύ των εναγόντων και εναγομένων ήταν εικονική. Ενώ οι ενάγοντες εγκαταλείπουν την απαίτηση τους με βάση τη συμφωνία ενοικιαγοράς επιμένουν ότι έχουν αγώγιμο δικαίωμα εναντίον της εναγομένης 2 ως εγγυήτρια των συμφωνιών ενοικιαγοράς. Ενώ παραιτούνται από αξίωση με βάση τη συμφωνία ενοικιαγοράς επικαλούνται το δικαίωμα πώλησης των μετοχών που επιβαρύνθηκαν ως εξασφάλιση για τη συμφωνία ενοικιαγοράς. Ο ΜΕ2 Κωνσταντίνος Κωνσταντίνου διαφοροποίησε την απαίτηση των εναγόντων και ανέφερε ότι η απαίτηση βασίζεται στη δεσμευτική ισχύ των ενοικιαγορών αλλά ότι το ποσό που ζητά η τράπεζα είναι μόνο το πραγματικά καταβληθέν ποσό, το αρχικό κεφάλαιο, ποσό που οι εναγόμενοι δεν αρνούνται ότι το έλαβε ο εναγόμενος
- Εξήγησε πως προκύπτει το υπόλοιπο οφειλόμενο ποσό με βάση τα πιο πάνω δεδομένα σε σχέση με τις δύο συμφωνίες ενοικιαγοράς στις αγωγές 13801/03 και 138012/03 αντίστοιχα στις παραγράφους 12 και 13 του τεκμηρίου
- Ο ΜΕ2 ανέλαβε την μελέτη της υπόθεσης μετά την έγερση της αγωγής στο τμήμα είσπραξης χρεών της τράπεζας. Επομένως, δεν ήταν παρών κατά τη σύναψη της συμφωνίας. Το στοιχείο που έχει στην κατοχή του που αποδεικνύει ότι το ποσό της απαίτησης έχει δοθεί στους εναγόμενους είναι το τεκμήριο 8.1 και 8.
- Αυτά τα έγγραφα συνιστούν δύο καταστάσεις λογαριασμού με αριθμούς 4533674 και 4533747 αντίστοιχα που άρχισαν με χρεωστικό υπόλοιπο με την εξήγηση Invoice Furniture. Ο εναγόμενος ανέφερε ότι αποτάθηκε στη Λαϊκή Τράπεζα για δάνειο για την αγορά μετοχών. Η Λαϊκή Τράπεζα αρνήθηκε να του παραχωρήσει τέτοιο δάνειο λόγω περιορισμών που είχαν τεθεί στην τράπεζα για τέτοια δάνεια από την Κεντρική Τράπεζα. Αποτάθηκε σε κάποιο κ. Γεωργιάδη στη Laiki Finance για να του δοθεί τέτοιο δάνειο. Αυτός του είπε ότι θα μπορούσε να γίνει τέτοιο δάνειο με εξασφάλιση ηλεκτρικών ειδών. Ο εναγόμενος του είπε ότι δεν είχε τέτοια εξασφάλιση και ο κ. Γεωργιάδης του είπε ότι δεν υπήρχε πρόβλημα διότι κανένας δεν ελέγχει και κανένας δεν τα λαμβάνει υπόψη. Πήγε στην Laiki Finance έκανε τρεις αιτήσεις δανείου και ο κ. Γεωργιάδης συμπλήρωσε ο ίδιος τα τρία τιμολόγια. Το δάνειο ήταν εικονικό διότι δεν υπήρχαν αντικείμενα. Η επιταγή κατατέθηκε στον λογαριασμό του ΜΥ1 στην ενάγουσα. Οι ενάγοντες έκαναν μόνοι τους χρηματιστηριακές συναλλαγές χωρίς να ρωτούν τους εναγόμενους. Ο ΜΥ1 εξήγησε ότι αρχικά αποτάθηκε στη διευθύντρια του υποκαταστήματος της Λαϊκής Τράπεζας στην οδό Στασίνου για δάνειο για την αγορά μετοχών. Αυτή του είπε ότι δεν μπορούσε να του δώσει τέτοιο δάνειο αλλά η Λαϊκή Χρηματοδοτήσεις μπορούσε παρά τους περιορισμούς της Κεντρικής Τράπεζας να προχωρήσει στην παροχή τέτοιων δανείων. Ανέφερε ότι ο ΜΕ1 επινόησε τη χρήση συμβολαίων ενοικιαγοράς για να του παρασχεθεί το δάνειο. Θεωρώ ότι ο ΜΥ1 σκόπιμα απέφευγε να απαντήσει ορισμένες ερωτήσεις διότι οι απαντήσεις ίσως να μην τον βόλευαν. Είναι φανερό ότι για να δεχθεί να κάνει τέτοια δοσοληψία με την τράπεζα είχε κάποιο όφελος αλλά αρνήθηκε να διαφωτίσει το Δικαστήριο σε σχέση με το όφελος που έλαβε ως αποτέλεσμα των συμφωνιών ενοικιαγοράς. Το Δικαστήριο δεν έχει καθαρή εικόνα για τη ροή των χρημάτων διότι οι ενάγοντες και οι εναγόμενοι δεν ήταν ειλικρινείς σε σχέση με τον πραγματικό χαρακτήρα της συναλλαγής μεταξύ τους. Ανέφερε ότι δεν γνώριζε τι είδους χρηματιστηριακές συναλλαγές διεξήγαγαν οι ενάγοντες όμως παραδέχθηκε ότι οι δοσοληψίες του με την τράπεζα άρχισαν όταν αποτάθηκε κοντά τους για δάνειο για την αγορά των μετοχών. Συνεπώς, όφειλε να επεξηγήσει στο Δικαστήριο ποια ήταν η φύση της πραγματικής συναλλαγής μεταξύ των μερών. Αντ'αυτού ήταν σκόπιμα λακωνικός και αόριστος στις τοποθετήσεις του ίσως διά να μην φανεί ο βαθμός συνέργειας του στην εικονικότητα της συναλλαγής που πραγματεύθηκε με την τράπεζα. Παρά το γεγονός ότι έχω κάποιες επιφυλάξεις για την ειλικρίνεια του ΜΥ1 θεωρώ ότι είπε την αλήθεια ότι οι ενάγοντες γνώριζαν πολύ καλά ότι οι συμφωνίες ενοικιαγοράς ήταν εικονικές συναλλαγές διά να καλύψουν τον πραγματικό χαρακτήρα της συναλλαγής μεταξύ των μερών. Ο εναγόμενος 1 και η εναγομένη 2 είναι σύζυγοι. Είναι τουλάχιστον παράδοξο ο ένας σύζυγος να παριστάνει τον πωλητή στον άλλο σύζυγο για την αγορά ηλεκτρικών ειδών που επρόκειτο να χρησιμοποιήσουν μαζί. Ο ΜΕ1 ανέφερε ότι ουδέποτε είδε τα αντικείμενα για να τα εκτιμήσει προτού τα αποδεχθεί ως αντικείμενα για την ενοικιαγορά. Τέλος ο ΜΕ1 δήλωσε απερίφραστα ότι εγκατέλειπε την αξίωση του με βάση τις συμφωνίες ενοικιαγοράς κατά το στάδιο της κυρίως εξέτασης. Ο κ. Λοΐζου απέφυγε να τοποθετηθεί ευθαρσώς για την πραγματική αξίωση της τράπεζας αλλά ακόμη και αυτός δήλωσε ότι η τράπεζα δεν διεκδικούσε όλα τα δικαιώματα της με βάση τις συμφωνίες ενοικιαγοράς αλλά ήθελε μόνο να αποδοθεί στην τράπεζα το αρχικό κεφάλαιο που είχε παραχωρηθεί στους εναγόμενους. Όλα τα πιο πάνω ενισχύουν τη μαρτυρία του ΜΥ1 ότι η τράπεζα γνώριζε ότι δεν υπήρχαν πραγματικά αντικείμενα και ότι οι συμφωνίες ενοικιαγοράς χρησιμοποιήθηκαν διά να συγκαλύψουν την πραγματική φύση της συναλλαγής μεταξύ των μερών. Δεν υπάρχει διαφάνεια εκ μέρους των εναγόντων σε σχέση με τις συνθήκες κάτω από τις οποίες έγιναν οι συμφωνίες ενοικιαγοράς. Ο ΜΕ1 δεν αναφέρθηκε στην συνομιλία που έκανε με τους εναγόμενους 1 και 2 για να καταλήξουν στην απόφαση να εξασφαλίσουν δάνειο μέσω της ενοικιαγοράς. Αυτό θα ήταν εξαιρετικά σημαντικό για να αποδείξουν οι ενάγοντες την έγκυρη σύναψη και κατάρτιση των συμφωνιών ιδιαίτερα ενόψει του γεγονότος ότι ο εναγόμενος 1 ισχυρίσθηκε ότι ο ΜΕ1 επινοήθηκε τις συμφωνίες και αυτός συμπλήρωσε με δική του επινόηση τα τεκμήρια 3-1 και 3-
- Από τα τεκμήρια 3-1 και 3-2 προκύπτει ότι το σύνολο των αντικειμένων ενοικιαγοράς είναι ΛΚ20,000.00 αλλά δεν καταγράφεται ξεχωριστά η άδεια των αντικειμένων της ενοικιαγοράς. Υπήρξε μεγάλη προχειρότητα στην ετοιμασία των τεκμηρίων 3-1 και 3-
- Στο 3-2 ένα από τα αντικείμενα που καταγράφονται στο τιμολόγιο είναι '1 garage αυτοκινήτου'. Είναι άγνωστο στο Δικαστήριο πώς θα μπορούσε ένα δωμάτιο, αναπόσπαστο μέρος μίας οικοδομής, να αποτελέσει αντικείμενο της ενοικιαγοράς. Ενώ αιωρούνται όλα αυτά τα ερωτήματα που προκύπτουν από τη μαρτυρία που προσκόμισαν οι ίδιοι οι ενάγοντες προστίθεται ακόμη ένα ρήγμα στην υπόθεση των εναγόντων, το γεγονός ότι εγκαταλείπουν όλα τα δικαιώματα που προκύπτουν από τις συμφωνίες ενοικιαγοράς και επιλέγουν μία άλλη βάση αγωγής χρόνια αργότερα μετά την έκδοση δικαστικής απόφασης αρνητική προς τα συμφέροντα των εναγόντων. Το αμφιλεγόμενο της μαρτυρίας του ΜΕ1 δεν με βοήθησε στο να εξακριβώσω ποια ήταν η φύση της συναλλαγής μεταξύ των μερών. Οι ενάγοντες διεκδικούν το αρχικό κεφάλαιο που ισχυρίζονται ότι απέδωσαν στους εναγόμενους. Έχω, όμως καταλήξει σε συμπέρασμα ότι η πραγματική φύση της συναλλαγής μεταξύ των μερών δεν ήταν οι συμφωνίες ενοικιαγοράς. Οι μάρτυρες των εναγόντων απέφυγαν να αποκαλύψουν στο Δικαστήριο ποια ήταν η πραγματική φύση της συναλλαγής μεταξύ των μερών. Οι εναγόμενοι φαίνεται να ήταν και αυτοί συνένοχοι στην συγκάλυψη της πραγματικής συναλλαγής των μερών αλλά και ούτε ο ΜΥ1 ήταν απόλυτα ειλικρινής ώστε να υπάρχει διαφάνεια σε σχέση με τα πραγματικά γεγονότα. Εκείνος που έχει το βάρος να αποδείξει την απαίτηση είναι οι ενάγοντες. Απέτυχαν να αποδείξουν πώς προκύπτει το υπόλοιπο οφειλόμενο ποσό. Ισχυρίζονται ότι οι εναγόμενοι πήραν το αρχικό κεφάλαιο δηλαδή το ποσό των ΛΚ40,000.
- Η μόνη μαρτυρία που προσκόμισαν οι ενάγοντες γι'αυτό το σημείο είναι η μαρτυρία του ΜΕ1 ο οποίος δήλωσε ότι τα χρήματα κατατέθηκαν στο λογαριασμό του εναγόμενου 1 με οδηγίες της εναγομένης
- Όμως οι ενάγοντες δεν παρουσίασαν κατάσταση λογαριασμού που να δείχνει ότι ο εναγόμενος πήρε αυτά τα χρήματα. Αντ΄αυτού κατατέθηκε ένας λογαριασμός του εναγόμενου που δείχνει χρεωστικό υπόλοιπο. Ο εναγόμενος ισχυρίζεται ότι ουδέποτε πήρε χρήματα από τους εναγόμενους ή άλλο όφελος από τους ενάγοντες. Όμως δύσκολα γίνεται πιστευτός επειδή από την κατάσταση λογαριασμού που κατατέθηκε προκύπτει ότι έγιναν πληρωμές έναντι του οφειλόμενου ποσού. Επομένως, ο εναγόμενος 1 δεν θα είχε λόγο να κάνει τις εν λόγω πληρωμές κατά καιρούς εάν δεν αναγνώριζε ότι είχε πάρει κάποιο χρηματικό ποσό από τους ενάγοντες. ( βλ τεκμήρια 8.1 και 8.2) Ακόμη και εάν δεχθώ ότι οι εναγόμενοι είχαν κάποιο όφελος από τη μυστική συναλλαγή, τη φύση της οποίας δεν γνωρίζω, και πάλι δεν αποδεικνύεται η απαίτηση των εναγόντων για το ποσό των ΛΚ40,000.
- Οι ενάγοντες έχουν το βάρος να αποδείξουν την απαίτηση με βάση τις συμφωνίες ενοικιαγοράς. Για τους λόγους που εξηγούνται πιο πάνω καταλήγω στο συμπέρασμα ότι άλλη πρέπει να ήταν η πραγματική συναλλαγή μεταξύ των μερών. Οι ενάγοντες δεν διαφώτισαν το Δικαστήριο για την πραγματική φύση της συναλλαγής μεταξύ των μερών. Αντ'αυτού επέμεναν ότι ήθελαν μόνο το αρχικό κεφάλαιο που αποδόθηκε στους εναγόμενους αλλά με βάση τη συμφωνία ενοικιαγοράς την οποία και εγκαταλείπουν. Δεν κατέθεσαν ξεκάθαρες θέσεις και/ή γεγονότα και/ή εκδοχές βάση των οποίων να προκύπτει ότι πράγματι πληρώθηκε το ποσό των ΛΚ 40,000.00 στους εναγόμενους διά δάνειο ή άλλως πως και πώς αυτό το ποσό οφείλεται από τους εναγόμενους στους ενάγοντες. Η μόνη βάση γεγονότων που προώθησαν οι ενάγοντες είναι οι συμφωνίες ενοικιαγοράς. Ενόψει του ευρήματος του Δικαστηρίου ότι οι συμφωνίες ενοικιαγοράς συγκάλυπταν μία άλλη δοσοληψία και ότι τα δύο μέρη γνώριζαν για τη συγκάλυψη το όλο οικοδόμημα επί του οποίου στηρίζεται η απαίτηση καταρρέει. Δεν φαίνεται να υπάρχει θεραπεία με βάση την αρχή του αδικαιολόγητου πλουτισμού στην περίπτωση που αποδειχθεί η συναλλαγή μεταξύ των μερών ήταν εικονική. Στην υπόθεση Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα ν Ανδρέα Κωνσταντίνου
(2002)1(Γ) ΑΑΔ 2076, το Εφετείο επεξήγησε ότι εικονική σύμβαση ενοικιαγοράς απολήγει σε άκυρη σύμβαση εφόσον είχε ως αντικείμενο ανύπαρκτη συναλλαγή. Οποιαδήποτε αξίωση για διαζευκτική θεραπεία δεν μπορεί να επιτύχει. Σε εκείνη την περίπτωση η απαίτηση βασίζετο σε ενοικιαγορά. Εάν η πραγματική σχέση μεταξύ των μερών ήταν δάνειο τότε η εικονικότητα της ενοικιαγοράς εκθεμελιώνει την απαίτηση η οποία στηρίχθηκε μόνο σε ενοικιαγορά. Στην υπόθεση Λαϊκή Τράπεζα ν Γεωργίου Χίνη
(2008)1(Β) ΑΑΔ 818, αποφασίσθηκε ότι δεν μπορούσε να προωθηθεί αξίωση των εφεσειόντων για χρήματα που πήραν οι εφεσίβλητοι (money received) μετά που κατέρρευσε η μόνη βάση αγωγής που επέλεξαν να προωθήσουν, αυτή της ενοικιαγοράς. Το Εφετείο τόνισε περαιτέρω ότι δεν ήταν θεμιτό να επικαλούνται οι εφεσείοντες διαζευκτικές βάσεις αγωγής και όταν η μία απορρίπτεται ως αναξιόπιστη να ζητούν διαζευκτική θεραπεία που προβλήθηκε στο δικόγραφο χωρίς όμως υπόβαθρο γεγονότων το οποίο τεκμηριώνεται με αξιόπιστη μαρτυρία. Αν, μετά την κατάρρευση της μόνης προωθηθείσας αξίωσής τους, επιτρεπόταν στους εφεσείοντες να προβάλουν τις άλλες δικογραφημένες διαζευκτικές αξιώσεις τους, που δεν συναρτώνται προς δικό τους υπόβαθρο γεγονότων και οι οποίες δεν έχουν υποστηριχθεί από μαρτυρία, αυτό θα ήταν και αντινομικό αλλά και άδικο για τον εφεσίβλητο ο οποίος ουδέποτε είχε την ευκαιρία να αντικρούσει άλλες διαζευκτικές εκδοχές όπως π.χ. παροχή δανείου, πιστωτικών διευκολύνσεων ή την ύπαρξη χρέους, εφόσον ουδέποτε προβλήθηκαν. Η αξίωση των εναγόντων με βάση τις συμφωνίες ενοικιαγοράς δεν μπορεί να επιτύχει. Αποδέχομαι τη θέση του εναγόμενου 1 ότι ουδέποτε υπήρξε πρόθεση των μερών να χρησιμοποιήσουν έστω και τα μεταχειρισμένα αντικείμενα της εναγομένης 2 για να αποκτήσει την κυριότητα των αντικειμένων ο εναγόμενος 1 με ενοικιαγορά των αντικειμένων. Οι μάρτυρες των εναγόντων δεν ήταν σε θέση να απαντήσουν τα σημαντικά ζητήματα της υπόθεσης και να αντικρούσουν τους ισχυρισμούς του ΜΥ1 ότι οι ίδιοι επινόησαν και σύνταξαν τα τιμολόγια ενοικιαγοράς ως τρόπο να παρακάμψουν τους περιορισμούς της Κεντρικής Τράπεζας για την παροχή δανείων για σκοπούς αγοράς και πώλησης μετοχών. Οι θέσεις των εναγόντων ήταν αμφιλεγόμενες. Διεκδικούσαν θεραπεία με βάση τις συμφωνίες ενοικιαγοράς αλλά εγκατέλειψαν τα δικαιώματα που απορρέουν από τις συμφωνίες ενοικιαγοράς, όπως επί παραδείγματι διάταγμα για επιστροφή των αντικειμένων, και περιορίστηκαν στην επιστροφή μόνο του κεφαλαίου. Όμως δεν εξήγησαν επί ποιών γεγονότων και μαρτυρίας θα πρέπει αυτό το ποσό να αποδοθεί στην ενάγουσα. Οι ενάγοντες δεν εγκατέλειψαν οριστικά την αξίωση με βάση τις συμφωνίες ενοικιαγοράς. Επέμεναν μέχρι τέλος ότι οι συμφωνίες ήταν δεσμευτικές παρά την κατάρρευση αυτής της εκδοχής των γεγονότων. Αρνήθηκαν να αποκαλύψουν την πραγματική σχέση μεταξύ των μερών και να εξηγήσουν με μαρτυρία τι ακριβώς έγινε και γιατί δικαιούνται αυτά τα χρήματα. Απουσιάζει το πραγματικό θεμέλιο που να δικαιολογεί την παρέμβαση του Δικαστηρίου να τους αποδοθεί αυτό το ποσό χρημάτων βάση της αρχής του αδικαιολόγητου πλουτισμού. Θεωρώ ότι το Δικαστήριο δεν δύναται να παρέχει τέτοια θεραπεία στους ενάγοντες με βάση τις αρχές της επιείκειας εφόσον τήρησαν αμφιλεγόμενη στάση κατά τη διάρκεια της ακροαματικής διαδικασίας με αποτέλεσμα να μην είναι γνωστό στο Δικαστήριο γιατί περιόρισαν την απαίτηση τους αφού εμμένουν στην εγκυρότητα της ενοικιαγοράς. Στην Αγγλική απόφαση Westdeutsche Landesbank Girozentrale v Islington LBC
(1994)4 All E.R. 890, 914, επισημάνθηκε ότι μία απαίτηση που αφορά αποζημιώσεις για παράβαση συμφωνίας, εκεί όπου δικαιολογούνται και αποζημιώσεις για αδικαιολόγητο πλουτισμό, αντιμετωπίζεται από το Δικαστήριο ως μία απαίτηση διότι η εναλλακτική θεραπεία ( αποκατάσταση του ενάγοντα λόγω αδικαιολόγητου πλουτισμού) δεν θεμελιώνεται σε άλλη βάση δικαίου. Ούτε είναι ανάγκη να εξειδικεύεται ως ξεχωριστή απαίτηση η βάση επί της οποίας ο ενάγοντας δικαιούται αποκατάσταση λόγω αδικαιολόγητου πλουτισμού. (Chitty on Contracts, Sweet & Maxwell, 30th edition, Volume I, General Principles, Chap. Restitution, par. 29-004). Στην Αγγλική απόφαση Deutsche Morgan Grenfell Group Plc v IRC
(2006)UKHL 49,
(2007)1 AC 558, ο Δικαστής Walker στη Βουλή των Λόρδων αποφάνθηκε ότι η βάση για την αποκατάσταση του ενάγοντα μπορεί να είναι μόνο το γεγονός ότι ο εναγόμενος πλούτισε άδικα εις βάρος του ενάγοντα χωρίς να εξειδικεύεται άλλο γεγονός για τον αδικαιολόγητο πλουτισμό του εναγόμενου. Αυτή η προσέγγιση φαίνεται να έχει υιοθετηθεί και από τα Κυπριακά Δικαστήρια. Στην υπόθεση Minerva Finance & Investment Ltd. v Γεωργίου Γεωργιάδη
(1998)1 ΑΑΔ 2173, το Εφετείο επεξήγησε ότι ο άδικος πλουτισμός δεν αποτελεί αυτόνομη αιτία αγωγής αλλά είναι έννοια που βρίσκεται στον πυρήνα της αξίωσης για αποκατάσταση ως συνιστώσα την αρχή που την υποστυλώνει. Δεν υπάρχει γενικός θεσμός του αδικαιολόγητου πλουτισμού αλλά υπάρχουν ειδικές θεραπείες που σε συγκεκριμένες περιπτώσεις θα μπορούσαν να ταξινομηθούν ως άδικος πλουτισμός. Κάποιες περιπτώσεις αποκατάστασης του ενάγοντα λόγω αδικαιολόγητου πλουτισμού του εναγόμενου έχουν θεσμοθετηθεί σε ειδικά άρθρα του περί Συμβάσεων Νόμου, Κεφ. 149, ήτοι στα άρθρα 70 και
- Εάν η βάση των γεγονότων όπως αυτά προβάλλονται στις γραπτές προτάσεις των διαδίκων δικαιολογούν την παροχή θεραπείας στηριγμένες στα πιο πάνω άρθρα ή στο Νόμο τότε το Δικαστήριο δύναται να εκδώσει ανάλογη διαταγή για τέτοια θεραπεία παρόλο που αυτή η θεραπεία δεν εξειδικεύεται στην Έκθεση Απαιτήσεως. Οι συμφωνίες ενοικιαγοράς ήταν εικονικές συναλλαγές και κρίνονται άκυρες συναλλαγές. Απουσιάζει άλλο πραγματικό υπόβαθρο που να δικαιολογεί την στοιχειοθέτηση διαζευκτικής αξίωσης των εναγόντων για το ποσό των ΛΚ40,000.
- Κάποιο ποσό πρέπει να πληρώθηκε στους εναγόμενους αφού φαίνεται υπάρχουν πιστώσεις στην κατάσταση λογαριασμού τεκμήριο 8-
- Όμως ο εναγόμενος 1 εξήγησε ότι δυνατόν αυτές οι πιστώσεις να έγιναν αυτόματα από μέρισμα μετοχών του εναγόμενου 1 που κατείχε η τράπεζα. Το τεκμήριο 8-1 είναι υπόλοιπο λογαριασμού του εναγόμενου 1, δεν αποδεικνύει ότι δόθηκε το ποσό των ΛΚ40,000.00 στον εναγόμενο
- Κανένας μάρτυρας των εναγόντων ήταν σε θέση να αναφέρει με θετική μαρτυρία και με σαφήνεια ότι πληρώθηκε το ποσό των ΛΚ40,000.00 στον εναγόμενο
- Αν θα εξετασθεί η πληρωμή αυτών των χρημάτων βάση της αρχής του αδικαιολόγητου πλουτισμού τότε θα πρέπει να αποδειχθεί το όφελος που αποκόμισαν οι εναγόμενοι εις βάρος των εναγόντων. Κάτι τέτοιο δεν έγινε στην παρούσα περίπτωση. Αφού καταρρέει η εκδοχή των εναγόντων με βάση τις συμφωνίες ενοικιαγοράς, και τα υπόλοιπα γεγονότα είναι νεφελώδης μη αποδεικνύοντας άλλη λογική διαζευκτική αξίωση των εναγόντων, δεν δικαιολογείται το Δικαστήριο να ικανοποιήσει την απαίτηση τους για την πληρωμή των ΛΚ40000.00 βάση τις αρχές της επιείκειας. Το ίδιο ισχύει για την εναγόμενη
- Η βάση των δύο αγωγών εναντίον της εναγομένης 2 ήταν ως εγγυήτρια των δεσμεύσεων του εναγόμενου 1 βάση των συμφωνιών ενοικιαγοράς. Αφού κρίνονται οι συμφωνίες ενοικιαγοράς άκυρες συναλλαγές συνθλίβεται και το νομικό υπόβαθρο βάση του οποίου οι ενάγοντες δικαιούνται θεραπεία εναντίον της εναγομένης
- Η αγωγή απορρίπτεται εναντίον των εναγομένων. Τα έξοδα της αγωγής επιδικάζονται υπέρ των εναγομένων και εναντίον της ενάγουσας όπως αυτά υπολογισθούν από τον πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. Ν. Ταλαρίδου-Κοντοπούλου Επαρχιακός Δικαστής Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο