← Κύπρος

SWISSMARINE INC ν. SMARTLINE INVESTMENT TRAINING INSTITUTE LIMITED, Αρ. Αγωγής: 6249/09, 11 Μαΐου, 2011

SWISSMARINE INC ν. SMARTLINE INVESTMENT TRAINING INSTITUTE LIMITED, Αρ. Αγωγής: 6249/09, 11 Μαΐου, 2011 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2011:A184 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Λ. Καλογήρου, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 6249/09 Μεταξύ: SWISSMARINE INC., από τη Λιβερία Ενάγουσας -και- SMARTLINE INVESTMENT TRAINING INSTITUTE LIMITED, από τη Λευκωσία Εναγομένης _______________________________ Αίτηση για ασφάλεια εξόδων ημερ. 25.1.201 11 Μαΐου, 2011. Εμφανίσεις: Για την Εναγόμενη/αιτήτρια: κα Αρκάδη για κ. Χαρτσιώτη. Για την Ενάγουσα/Καθ' ης: κ. Κυριακόπουλος. ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Με την εξεταζόμενη αίτηση η Εναγόμενη/αιτήτρια επιδιώκει την έκδοση διατάγματος ασφάλειας εξόδων ύψους €10.000 και συνακόλουθο διάταγμα αναστολής της διαδικασίας μέχρις ότου δοθεί. Τα γεγονότα επί των οποίων στηρίζει την αίτηση της, παρατίθενται στο σώμα της αίτησης η οποία δεν συνοδεύεται από ένορκη δήλωση. Με βάση τη Δ.48 θ.9t, η αίτηση για ασφάλεια εξόδων μπορεί να μη συνοδεύεται από ένορκη δήλωση, όταν το γεγονός στο οποίο στηρίζεται είναι η διαμονή του Ενάγοντα εκτός Κύπρου και το γεγονός προκύπτει από το φάκελο της διαδικασίας. Αυτό ακριβώς επισημαίνει η αιτήτρια στην αίτηση της, σημειώνοντας απλά ότι η Ενάγουσα είναι εταιρεία εγγεγραμμένη στη Λιβερία. Η Ενάγουσα/Καθ' ης, ενίσταται στο αίτημα. Στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την Ένσταση, η οποία υπογράφεται από τη Χριστίνα Θεοδώρου, δικηγόρο στο δικηγορικό γραφείο που εκπροσωπεί την Ενάγουσα, προβάλλεται ισχυρισμός ότι η Ενάγουσα εγκατέστησε γραφείο στην Ελλάδα. Προς υποστήριξη του γεγονότος αυτού, επισυνάπτει στην ένορκη δήλωση της, αντίγραφο σχετικής βεβαίωσης από την αρμόδια αρχή (τεκμήριο 1) καθώς και αντίγραφο της Επίσημης Εφημερίδας της Ελληνικής Δημοκρατίας, στην οποία δημοσιεύθηκε η απόφαση/έγκριση για την εγκατάσταση του γραφείου (τεκμήριο 2). Είναι πολύ καλά γνωστές οι αρχές που διέπουν τη διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου για έκδοση διατάγματος ασφάλειας εξόδων. Η εξουσία του Δικαστηρίου πηγάζει από τη Δ.60 θ.1 των Διαδικαστικών Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας, η οποία προβλέπει ότι ο Ενάγων ο οποίος έχει τη συνήθη διαμονή του εκτός Κύπρου ή εκτός κράτους μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης, μπορεί, σε οποιοδήποτε στάδιο της αγωγής, να διαταχθεί να παράσχει εξασφάλιση εξόδων. Έχει νομολογηθεί ότι η αναφορά σε Ενάγοντα στον πιο πάνω διαδικαστικό κανονισμό καλύπτει τόσο φυσικά όσο και νομικά πρόσωπα. Η διαταγή για έξοδα στοχεύει να διασφαλίσει ότι ο Εναγόμενος θα έχει τη δυνατότητα να εισπράξει τα έξοδα που θα του επιδικαστούν, στις περιπτώσεις όπου ο Ενάγων είναι κάτοικος εξωτερικού και δεν έχει περιουσία στην Κύπρο. Η διαμονή του Ενάγοντα - ή ανάλογα με την περίπτωση του Εναγόμενου που έχει ανταπαίτηση - εκτός Κύπρου και εκτός κράτους μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης,αποτελεί το απαραίτητο υπόβαθρο για την επιτυχία της αίτησης. Όταν τεθεί το θεμέλιο για την άσκηση της δικαιοδοσίας - με τη διαπίστωση δηλαδή ότι ο Ενάγων έχει τη συνήθη διαμονή του στο εξωτερικό - οι παράγοντες οι οποίοι λαμβάνονται υπόψη είναι κατ' εξοχήν δύο: α) η κατοχή εκ μέρους του Ενάγοντα περιουσίας και ιδίως ακίνητης και β) η ισχύς της υπόθεσης του (βλ., μεταξύ άλλων, Alahmari v. Alia The Royal Jordanian Airline

(1990)1 A.A.Δ 434, Stejaru v. Ιωάννου
(2002)1 Α.Α.Δ. 906). Ο ευπαίδευτος συνήγορος της αιτήτριας υποστήριξε πως δεν έχει καταδειχθεί βάσιμος λόγος ένστασης. Το άνοιγμα ενός γραφείου στην Ελλάδα, εισηγήθηκε, δεν ισοδυναμεί με εγκατάσταση της Ενάγουσας, ώστε να απαλλάσσεται από την υποχρέωση εγγυοδοσίας για τα έξοδα. Υποστηρίζοντας την εισήγηση του, παρέπεμψε στους όρους των τεκμηρίων 1 και 2 και στις σχετικές πρόνοιες του κυρωτικού Νόμου 55/84 (άρθρα 1
(2), 16 και 33) καθώς και τη συνθήκη για την Ευρωπαϊκή Ένωση (άρθρο 54). Η ευπαίδευτη συνήγορος της Ενάγουσας, αντέτεινε πως με βάση την υπουργική απόφαση, όπως βεβαιώνεται από τα τεκμήρια 1 και 2, εγκρίθηκε η εγκατάσταση στην Ελλάδα του γραφείου της Ενάγουσας εταιρείας που εδρεύει στη Λιβερία. Υπέδειξε, περαιτέρω, πως η επίδικη συμφωνία συνομολογήθηκε από την Εναγόμενη εταιρεία με την Ενάγουσα, μέσω του γραφείου τους που εγκατέστησαν και λειτουργούσαν στην Ελλάδα. Εισηγήθηκε πως σε κάθε περίπτωση, η αίτηση δεν μπορεί να επιτύχει γιατί η αιτήτρια δεν πρόβαλε οποιοδήποτε ισχυρισμό για αδυναμία της Ενάγουσας να ικανοποιήσει τυχόν απόφαση που εκδοθεί εναντίον της σε σχέση με τα έξοδα. Αρχίζοντας από το ζήτημα της διαμονής, παρατηρώ ότι η Ενάγουσα είναι εταιρεία εγγεγραμμένη στη Λιβερία, γεγονός αδιαμφισβήτητο. Αδιαμφισβήτητο είναι και το γεγονός ότι το εγγεγραμμένο γραφείο της βρίσκεται στη Λιβερία. Η συνήγορος της, επιχειρώντας να διαχωρίσει το εγγεγραμμένο γραφείο από την «έδρα» της εταιρείας, εισηγήθηκε πως η Ενάγουσα διατηρεί την έδρα των εργασιών της στην Ελλάδα και δεν έχει, ως εκ του γεγονότος αυτού, υποχρέωση εγγυοδοσίας για τα έξοδα, με βάση τις πρόνοιες του άρθρου 1
(2)του κυρωτικού Νόμου 55/84, όσο και δυνάμει της Δ.60 θ1 η οποία εξαιρεί τους ευρωπαίους πολίτες - όσο και τα νομικά πρόσωπα των κρατών μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης -, από αυτή την υποχρέωση. Η εισήγηση δεν ευσταθεί. Από τα τεκμήρια 1 και 2 προκύπτει ότι δόθηκε άδεια στην Ενάγουσα όπως εγκαταστήσει και λειτουργήσει γραφείο στην Ελλάδα, για τους περιορισμένους σκοπούς που αναφέρονται στην υπουργική απόφαση, η οποία δημοσιεύθηκε στην Επίσημη Ελληνική Εφημερίδα, τεκμήριο
  1. Συνάγεται, ως εκ τούτου, ότι η Ενάγουσα άνοιξε και λειτουργεί γραφείο στην Ελλάδα με βάση την αναφερθείσα άδεια. Δεν έχει όμως μεταφέρει την έδρα των εργασιών της στην Ελλάδα, η οποία εξακολουθεί να βρίσκεται στη Λιβερία, όπως αναφέρεται ρητά στη σχετική βεβαίωση τεκμήριο
  2. Στην πρώτη παράγραφο του τεκμηρίου 1, βεβαιώνεται ότι: «. εγκρίθηκε . η εγκατάσταση στην Ελλάδα γραφείου της εταιρείας SWISSMARINE INC που εδρεύει στη Λιβερία». (Η υπογράμμιση είναι του Δικαστηρίου.) Είναι, επομένως, ορθή η εισήγηση του συνηγόρου της αιτήτριας πως από τα τεκμήρια 1, 2 και 3, τα οποία επικαλέστηκε η Ενάγουσα, δεν τεκμηριώνεται η θέση της ότι εγκαταστάθηκε στην Ελλάδα. Το μόνο συμπέρασμα που προκύπτει είναι ότι επετράπη στην Ενάγουσα και εγκατέστησε απλά ένα γραφείο. Δεν μπορεί, συνεπώς, να θεωρηθεί ότι η Ενάγουσα έχει τη μόνιμη ή τη συνήθη διαμονή της σε κράτος-μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ώστε να εξαιρείται από την υποχρέωση παροχής ασφάλειας εξόδων, κατά τα διαλαμβανόμενα στη Δ.60, θ
  3. Το Δικαστήριο δεν συμμερίζεται, ωστόσο, την εισήγηση του συνηγόρου της αιτήτριας, ότι η διμερής σύμβαση Νομικής Συνεργασίας μεταξύ Ελλάδας και Κύπρου που τέθηκε σε ισχύ με τον κυρωτικό Νόμο 55/84, καταργήθηκε με τον Κανονισμό (ΕΕ) 44/
  4. Με βάση το άρθρο 69 του Κανονισμού 44/2001, ο κανονισμός αντικατέστησε τις διμερείς συμβάσεις και τη συνθήκη μεταξύ των κρατών μελών, σε σχέση με ζητήματα που αφορούν την αναγνώριση και εκτέλεση αποφάσεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις. Δεν καταργήθηκαν στην ολότητα τους οι διμερείς συμβάσεις, οι οποίες εξακολουθούν να παράγουν αποτέλεσμα σε θέματα που δεν τυγχάνει εφαρμογής ο κανονισμός, όπως προβλέπεται ρητά στο άρθρο
  5. Δεδομένου ότι το εξεταζόμενο ζήτημα δεν καλύπτεται από τον πιο πάνω κανονισμό, έπεται ότι οι πρόνοιες της διμερούς σύμβασης συνεργασίας μεταξύ Κύπρου και Ελλάδας, σε σχέση με την απαλλαγή εγγυοδοσίας για έξοδα, εξακολουθούν να εφαρμόζονται. Με βάση το άρθρο 16 της σύμβασης (Ν.55/84) τα πρόσωπα που αναφέρονται στις παραγράφους 1 και 2 του άρθρου 1, δεν υποβάλλονται στην υποχρέωση της εγγυοδοσίας για έξοδα, όταν εμφανίζονται ως Ενάγοντες στα Δικαστήρια του άλλου συμβαλλόμενου μέρους. Οι παράγραφοι 1 και 2 του άρθρου 1 της σύμβασης, προνοούν τα ακόλουθα: «
  6. Οι υπήκοοι του ενός Συμβαλλόμενου Μέρους και πρόσωπα που έχουν τη συνήθη διαμονή τους σ' αυτό, καθώς και οι Έλληνες στο γένος και οι Κύπριοι στην καταγωγή απολαμβάνουν στο έδαφος του άλλου Συμβαλλόμενου Μέρους την ίδια νομική προστασία με τους υπηκόους του όσο αφορά τα προσωπικά ή περιουσιακά τους δικαιώματα σε θέματα αστικού, οικογενειακού, εμπορικού και ποινικού δικαίου. Οπουδήποτε στη Σύμβαση αυτή αναφέρονται οι όροι «εμπορικό δίκαιο» ή «εμπορικές υποθέσεις» περιλαμβάνουν αντίστοιχα και το ναυτικό δίκαιο και τις ναυτικές υποθέσεις.
  7. Οι διατάξεις αυτής της Σύμβασης έχουν εφαρμογή, προσαρμοζόμενες κατάλληλα, και στα νομικά πρόσωπα που έχουν την έδρα τους στο έδαφος του ενός από τα Συμβαλλόμενα Μέρη ή τα οποία ιδρύθηκαν ή εγκαταστάθηκαν σ' αυτά σύμφωνα με τη νομοθεσία τους.» Όπως επεξηγήθηκε πιο πάνω, επιτράπηκε στην Ενάγουσα να λειτουργεί ένα γραφείο στην Ελλάδα, γεγονός που δεν ισοδυναμεί με εγκατάσταση της εταιρείας στην Ελλάδα, ούτε θα μπορούσε να θεωρηθεί ότι μεταφέρθηκε η έδρα της από τη Λιβερία στην Ελλάδα. Δεδομένου ότι τέθηκε το αναγκαίο υπόβαθρο - με τη διαπίστωση ότι η Ενάγουσα δεν έχει την έδρα της στην Κύπρο ή στο έδαφος κράτους μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης -, θα προχωρήσει το Δικαστήριο να εξετάσει κατά πόσο είναι κατάλληλη περίπτωση για να ασκήσει τη διακριτική του εξουσία προς όφελος της αιτήτριας. Η διακριτική ευχέρεια, όπως υποδείχθηκε σε σειρά αποφάσεων, δεν είναι δέσμια αλλά, απεναντίας, ευρεία. Οι παράγοντες, υπενθυμίζω, που λαμβάνονται υπόψη είναι δύο: (α) η κατοχή εκ μέρους της Ενάγουσας περιουσίας και κυρίως ακίνητης στην Κύπρο ή, κατά λογική προέκταση, σε κράτος μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης, και (β) η δύναμη της υπόθεσης της. Η αιτήτρια που είχε, βεβαίως, το βάρος να ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι οι προϋποθέσεις αυτές συγκλίνουν υπέρ της έκδοσης του ζητούμενου διατάγματος, δεν προσκόμισε οποιαδήποτε μαρτυρία ως προς τα ζητήματα αυτά. Και αν θα μπορούσε να υπερπηδηθεί το εμπόδιο, αναφορικά με την ισχύ της υπόθεσης της, ενόψει του γεγονότος ότι έχουν συμπληρωθεί τα δικόγραφα και το Δικαστήριο θα μπορούσε να διαμορφώσει γνώμη επ' αυτού, μελετώντας το φάκελο, το ίδιο δεν θα μπορούσε να υποστηριχθεί και για την αδυναμία της Ενάγουσας να αποζημιώσει την αιτήτρια για τη δικαστική της δαπάνη, εάν αποτύχει στην αγωγή της. Για το θέμα αυτό δεν προβλήθηκε οποιοσδήποτε ισχυρισμός από την αιτήτρια, αφού επέλεξε να μην προβεί σε ένορκη δήλωση, υποστηρικτική της αίτησης της. Ήταν, βεβαίως, θεμιτό για την αιτήτρια να στηρίξει την αίτηση της στα γεγονότα που περιέχονται στο φάκελο, εφόσον προκύπτει από τον τίτλο της αγωγής ότι η Ενάγουσα είναι Λιβεριανή εταιρεία, με βάση τη Δ.48 θ9t. Οι περιστάσεις όμως της υπόθεσης, επέβαλλαν στην αιτήτρια την υποχρέωση να καταθέσει τα στοιχεία που ήταν σε γνώση της σε σχέση με το ζήτημα αυτό. Ιδιαίτερα ενόψει του γεγονότος ότι συμβλήθηκε με την Ενάγουσα, μέσω του γραφείου που έχει εγκαταστήσει στην Ελλάδα. Όφειλε να ερευνήσει και να διαφωτίσει το Δικαστήριο για την οικονομική της κατάσταση. Η εισήγηση του συνηγόρου της αιτήτριας πως η Ενάγουσα δεν μπορούσε να αποκτήσει ακίνητη περιουσία, με βάση τους όρους που της παραχωρήθηκε η άδεια για εγκατάσταση γραφείου, δεν μπορεί να καλύψει το κενό. Πιθανόν να διαθέτει κινητή περιουσία, τέτοια, που να μπορούσε να θεωρηθεί από το Δικαστήριο ικανοποιητική για τους σκοπούς της παρούσας διαδικασίας. Δεν υποστηρίχθηκε, βέβαια, από την Ενάγουσα ότι διαθέτει τέτοια περιουσία στην Κύπρο, την Ελλάδα ή σε άλλο Ευρωπαϊκό κράτος. Περιορίστηκε να αναφέρει ότι δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις για την επιτυχία της αίτησης, παραθέτοντας, παράλληλα, αποδεικτικά στοιχεία για την εγκατάσταση γραφείου στην Ελλάδα. Η αιτήτρια, που είχε το βάρος να αποδείξει αυτή την αδυναμία της Ενάγουσας, δεν πρόσφερε μαρτυρία, ούτε ζήτησε να αντεξετάσει την υπογράφουσα την ένορκη δήλωση, με κατάλληλη ενεργοποίηση των προνοιών της Δ.48 θ
  8. Στην υπόθεση Singh v. Πλοίου Alsalam Boccacio 98
(2000)1 Α.Α.Δ. 1818, υποδείχθηκε πως απλή αναφορά ότι ο Ενάγων είναι κάτοικος εξωτερικού, χωρίς άλλο στοιχείο που να φανερώνει την οικονομική αδυναμία του Ενάγοντα να αποζημιώσει τον Εναγόμενο για τη δικαστική του δαπάνη, δεν είναι αρκετή για τους σκοπούς της διαδικασίας αυτής. Ενόψει της διαπιστωθείσας παράλειψης της αιτήτριας, θεωρώ πως η περίπτωση δεν είναι κατάλληλη για άσκηση της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου υπέρ της έκδοσης του ζητούμενου διατάγματος. Η αίτηση, ως εκ τούτου, αποτυγχάνει και απορρίπτεται με έξοδα υπέρ της Ενάγουσας/καθ' ης, τα οποία να υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και να καταβληθούν στο τέλος. [Υπ.] .............. Λ. Καλογήρου, Α.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο, Πρωτοκολλητής. νχ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.