← Κύπρος

Σωφρονία Θεοχάρους ν. Ανδρέα Λουκά Ιωαννίδη, Αγωγή αρ: 9501/04, 18 Μαΐου, 2011

Σωφρονία Θεοχάρους ν. Ανδρέα Λουκά Ιωαννίδη, Αγωγή αρ: 9501/04, 18 Μαΐου, 2011 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2011:A194 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Α. Κ. Λυκούργου, Ε.Δ. Αγωγή αρ: 9501/04 Σωφρονία Θεοχάρους Ενάγουσα και Ανδρέα Λουκά Ιωαννίδη Εναγομένου -------------------------------- 18 Μαΐου,

  1. Για την ενάγουσα, εμφανίζεται ο κ. Ν. Παπαμιλτιάδους για τους κ.κ. Νεόφυτος Παπαμιλτιάδους και Σία. Για τον εναγόμενο, εμφανίζεται ο κ. Χρ. Ν. Ματθαίου. Απόφαση --------------------------------------------- Στις 16.9.02 ενεγράφθηκε επ΄ ονόματι του εναγομένου το κτήμα που περιγράφεται ως «κηπότοπος», τεμάχιο 341, Φ/Σχ 25/141V01, στο χωριό Κοράκου, επαρχίας Λευκωσίας («το κτήμα»). Το κτήμα συνορεύει με οικία η οποία ανήκει στον εναγόμενο. Η εγγραφή αυτή (υπ΄ αριθμόν 9128/16.9.02) επετεύχθηκε επί τη βάσει αίτησης του εναγομένου ως του μοναδικού νόμιμου κληρονόμου της Σωφρονούς Ιωάννου Στεφανή (άλλως Χατζησωφρονούς Ιωάννου, άλλως Σωφρονίας Ιωάννου Τσαγκάρη, εφεξής «η Σωφρονού»), της προηγουμένης εν τίτλω ιδιοκτήτριας του κτήματος. Για την αίτηση του εναγομένου σχηματίσθηκε ο φάκελος του Τμήματος Κτηματολογίου και Χωρομετρίας («το Τμήμα») υπ΄ αριθμόν Α1134/2001 (τεκμήριο 1). Η Σωφρονού υπήρξε η εγγεγραμμένη ιδιοκτήτρια του κτήματος από τις 15.10.40 (τεκμήριο 4) έως και το θάνατό της. Η Σωφρονού απεβίωσε το έτος 1974 και ουδέποτε έλαβε χώραν διαδικασία διαχείρισης της περιουσίας της. Η Σωφρονού δεν απέκτησε φυσικά τέκνα και ο πλησιέστερος εν ζωή συγγενής της είναι ο εναγόμενος, το μοναχοπαίδι του, επίσης, αποβιώσαντος, μοναδικού αδελφού της Λουκά Ιωάννου. Η ενάγουσα, υπήρξε, επίσης, εξ αίματος συγγενής της Σωφρονούς αλλά όχι νόμιμη κληρονόμος της. Το Μάρτιο του έτους 2003, η ενάγουσα, ζήτησε από τον Επαρχιακό Κτηματολογικό Λειτουργό Λευκωσίας να εγγράψει επ΄ ονόματί της το κτήμα. Η αίτηση της ενάγουσας, εν σχέσει με την οποία σχηματίστηκε ο φάκελος του Τμήματος υπ΄ αριθμόν Α350/2003 (τεκμήριο 2), εκκρεμεί. Κατ΄ ακρίβειαν, ο αρμόδιος Κτηματολογικός Λειτουργός, δι΄ επιστολής του ημερ. 5.8.05, απήντησε στην ενάγουσα πώς «δεν μπορεί . να εγγραφεί το .. κτήμα στο όνομά (της), εκτός αν προσκομίσ(ει) σχετικό Διάταγμα του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας ή την έγγραφο συγκατάθεση του Ανδρέα Λουκά Ιωαννίδη στο όνομα του οποίου είναι εγγεγραμμένο το . κτήμα με αριθμό εγγραφή 9128 ημερομηνίας 16.9.02» (δείτε το ερυθρό 10 στο τεκμήριο 2). Διά της αγωγής της η ενάγουσα επιδιώκει την ακύρωση της εγγραφής του κτήματος επ΄ ονόματι του εναγομένου και την επαναφορά του στην πρότερη κατάσταση, δηλαδή την εκ νέου εγγραφή του επ΄ ονόματι της Σωφρονούς. Διαζευκτικώς, η ενάγουσα επιδιώκει ειδικές και γενικές αποζημιώσεις. Επικαλείται, ως αιτίες αγωγής, (α) την αδικοπραξία εκ μέρους του εναγομένου, και συγκεκριμένα δόλο και απάτη, (β) την ύπαρξη προικοσυμφώνου εγγράφου, (γ) την χρησικτησία και (δ) την μεταγενέστερη, της επίδικης εγγραφής, υπόσχεση και συμφωνία του εναγομένου. Δικογραφείται η ακόλουθη βάση αγωγής: Από τις 13.10.68, η ενάγουσα συνεχώς κατείχε και συνεχώς χρησιμοποιούσε το κτήμα. Της το έχει παραχωρήσει, η προηγουμένη εν τίτλω ιδιοκτήτρια του Σωφρονού, η οποία υπήρξε θεία, νονά και θετή μητέρα της. Η Σωφρονού υιοθέτησε την ενάγουσα το έτος 1959 και οι δύο γυναίκες συγκατοικούσαν έως και το θάνατο της πρώτης, το έτος
  2. Εξ αιτίας αυτής της υιοθεσίας, ο εναγόμενος εχθρευόταν την Σωφρονού, η οποία υπήρξε αδελφή του πατέρα του. Το καλοκαίρι του έτους 2002 ο εναγόμενος, με τη βοήθεια της συζύγου του, εξασφάλισε από την ενάγουσα τον τίτλο ιδιοκτησίας του κτήματος ο οποίος, παρουσιάζε ως ιδιοκτήτρια, την Σωφρονού. Περί το Νοέμβριο του έτους 2002, η ενάγουσα πληροφορήθηκε, επισήμως, πως το κτήμα ενεγράφηκε επ΄ ονόματι του εναγομένου. Επεκοινώνησε μαζί του και αυτός της υπεσχέθηκε και συμφώνησε να την αποζημιώσει ή να επαναφέρει το κτήμα στην πρότερη κατάσταση. Πλην όμως, ο εναγόμενος υπανεχώρησε και δεν έπραξε όσα υπεσχέθηκε και συμφώνησε. Για σκοπούς επαναφοράς του κτήματος στην πρότερη κατάσταση, στις 14.1.03 η ενάγουσα εξασφάλισε βεβαίωση από το Κοινοτικό Συμβούλιο Κοράκου σύμφωνα με το οποίο η ίδια κατέχει και εκμεταλλεύεται το κτήμα από το έτος
  3. Εν προκειμένω, ο εναγομένος ενήργησε δολίως και εξαπατώντας άλλους εφ΄ όσον (α) ενώ γνώριζε ή όφειλε να γνωρίζει πως η ενάγουσα κατείχε νομίμως το κτήμα από το έτος 1968, δεν το ανέφερε στο Κτηματολόγιο, (β) συνεργαζόμενος και/ή συνωμοτώντας με άλλο μέλος της οικόγενειάς του προσήγγισαν την ενάγουσα και απέσπασαν από αυτήν τον προηγούμενο τίτλο ιδιοκτησίας του κτήματος χωρίς να δηλώσουν τις αληθινές τους προθέσεις, (γ) εκμεταλλευόμενος την συγγένειά του με την ενάγουσα, την εμπιστοσύνη και την εκτίμηση με τις οποίες αυτή τον περιέβαλλε καθώς και την αφέλεια και το χαμηλό μορφωτικό επίπεδό της, απέσπασε από αυτήν τον προηγούμενο τίτλο ιδιοκτησίας του κτήματος, (δ) εκμεταλλευόμενος το γεγονός ότι είναι διδάσκαλος και χαίρει εκτίμησης και παρασιωπώντας τα αληθή γεγονότα, απέσπασε από τον Κοινοτάρχη Κοράκου βεβαίωση απαραίτητη για την επ΄ ονόματί του μεταβίβαση του κτήματος και (ε) παρά τις υποσχέσεις του προς την ενάγουσα και τη μεταξύ τους συμφωνία, μέχρι σήμερα δεν την έχει αποζημιώσει και ούτε έχει επαναφέρει το κτήμα στην πρότερη κατάσταση. Παρενθετικά αναφέρω πως στην έκθεση απαίτησης η παράγραφος όπου εκτίθενται οι λεπτομέρειες δόλου και απάτης επιγράφεται ως «
  4. Λεπτομέρειες αμέλειας και/ή παραβάσεως των εκ του νόμου καθηκόντων του Εναγομένου». Πρόκειται για επουσιώδη παραδρομή η οποία δεν επηρεάζει την υπόθεση της ενάγουσας. Από το κείμενο της παραγράφου είναι σαφές πώς αυτή παραθέτει λεπτομέρειες του δόλου και της απάτης που αποδίδονται, στον εναγόμενο. Στο κείμενο της παραγράφου απαντά συχνά ο όρος «δόλια και/ή απατηλά». Διά της υπεράσπισης προβάλλονται τα εξής: Η ενάγουσα δεν υπήρξε θετή θυγατέρα της Σωφρονούς και ούτε υπήρξε κάτοχος του κτήματος. Ούτε υπήρξε οιονδήποτε προικοσύμφωνο. Εν πάση περιπτώσει, δεν υπήρξε οιονδήποτε έγκυρο προικοσύμφωνο προς όφελος της ενάγουσας. Ουδέποτε η Σωφρονού υπεσχέθηκε να μεταβιβάσει το κτήμα στην ενάγουσα. Εάν, πράγματι, η Σωφρονού επιθυμούσε κάτι τέτοιο θα το έπραττε ενόσω ζούσε, όπως έπραξε και εν σχέσει με άλλα ακίνητά της. Στην πραγματικότητα, η Σωφρονού υπεσχέθηκε το κτήμα στον εναγόμενο, ως το μοναχοπαίδι του μοναδικού αδελφού της. Ο εναγόμενος διέμενε με τη Σωφρονού από την νηπιακή του ηλικία έως και την ηλικία των είκοσι-δύο

(22)ετών. Την βοηθούσε, μάλιστα, στην εργασία της και είχαν πάντοτε άριστες σχέσεις. Πράγματι, ο εναγόμενος εξασφάλισε τον προηγούμενο τίτλο ιδιοκτησίας του κτήματος από την ενάγουσα καθώς και την απαιτούμενη, για την επ΄ ονόματί του εγγραφή, βεβαίωση από τον Κοινοτάρχη Κοράκου. Όμως, δεν έπραξε αυτά δολίως και ούτε έπραξε αυτά εξαπατώντας οιονδήποτε. Πέτυχε την επ΄ ονόματί του εγγραφή του κτήματος ενεργώντας νομίμως. Τέλος, ο εναγόμενος ουδέποτε υπεσχέθηκε στην ενάγουσα και ουδέποτε συμφώνησε μαζί της είτε να την αποζημιώσει είτε να επαναφέρει το κτήμα στην πρότερη κατάσταση. Με την λακωνική απάντησή της, η ενάγουσα απορρίπτει τους ισχυρισμούς του εναγομένου και επαναλαμβάνει το αρχικό της δικόγραφο. Ας σημειωθεί πως από τα αδιαμφισβήτητα γεγονότα προκύπτει πως η επ΄ ονόματι του εναγομένου εγγραφή του κτήματος διενεργήθηκε επί τη βάσει των περί διαδοχής των συγγενών διατάξεων του περί Διαθηκών και Διαδοχής Νόμου, Κεφ. 195. Επί τη βάσει δε των δικογραφημένων θέσεων των διαδίκων, η ενάγουσα θα μπορούσε να επιτύχει στις αξιώσεις εάν απεδείκνυε είτε ότι συγκεκριμένες ενέργειες και συμπεριφορές του εναγομένου υπήρξαν ανέντιμες και ηθικώς μεμπτές (δόλος) (Ιακώβου ν. Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα (Χρηματοδοτήσεις) Λτδ
(2004)1 (Β) Α.Α.Δ. 992) είτε ότι η ίδια ζημιώθηκε γιατί ενήργησε επί τη βάσει μίας παράστασης την οποία ο εναγόμενος σκοπίμως της παρουσίασε ως αληθή ενώ αυτός γνώριζε πως ήταν ψευδής ή δεν είχε γνήσια πεποίθηση πως αυτή ήταν αληθής (απάτη, άρθρο 36 του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου, Κεφ. 148). Ακόμη, η ενάγουσα θα μπορούσε να επιτύχει στις αξιώσεις της εάν απεδείκνυε την εκ μέρους της αδιάλειπτη κατοχή του κτήματος για πλήρη περίοδο τριάντα ετών πριν από τις 16.9.02, ημερομηνία εγγραφής του κτήματος επ΄ ονόματι του εναγομένου [χρησικτησία, άρθρο 10 του περί Ακίνητης Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμηση) Νόμου, Κεφ. 224, Kyriacou ν. Petri and Others
(1985)1 C.L.R. 275, 284 και Νικόλα ν. Κονναρή
(2003)1 (Γ) Α.Α.Δ. 1785] ή εάν απεδείκνυε πως το προικοσύμφωνο που επικαλείται αποτελεί μια έγκυρη σύμβαση, δυναμένη να εκτελεσθεί (άρθρο 77
(2)του περί Συμβάσεως Νόμου, Κεφ. 149). Τέλος, η ενάγουσα θα μπορούσε να επιτύχει στις αξιώσεις της εάν απεδείκνυε πως, μετά την επ΄ ονόματί του εγγραφή του κτήματος, ο εναγόμενος ανέλαβε την συμβατική υποχρέωση να επαναφέρει το κτήμα στην πρότερη κατάσταση ή να την αποζημιώσει. Για να αποδειχθεί η υπόθεση κατέθεσαν ενόρκως ο Ξένιος Γεωργίου (Μ.Ε.1), Κτηματολογικός Λειτουργός που υπηρετεί στο Επαρχιακό Κτηματολογικό Γραφείο Λευκωσίας, ο Άγγελος Καραμανής (Μ.Ε.2), Πρόεδρος του Κοινοτικού Συμβουλίου Κοράκου, η ίδια η ενάγουσα Σωφρονία Θεοχάρους (Μ.Ε.3), ο Λεόντιος Γεωργίου (Μ.Ε.4), ο Ανδρέας Μεταξάς (Μ.Ε.5) και ο Φίλιππος (ή Ντίνος) Χαραλάμπους Κούνουπας (Μ.Ε.6), σύζυγος της ενάγουσας. Για να προωθήσει την υπεράσπισή του κατέθεσε ενόρκως ο ίδιος ο εναγόμενος Ανδρέας Λουκά Ιωαννίδης (Μ.Υ.1). Κάλεσε, επίσης, ως μάρτυρά του, την Ευδοκία Κρασιά (Μ.Υ.2). Επιπλέον της προφορικής, οι μάρτυρες κατέθεσαν και έγγραφη μαρτυρία. Κατετέθηκαν: ο φάκελος του Τμήματος υπ΄ αριθμόν Α1134/2001, που αφορά στην αίτηση του εναγόμενου για εγγραφή του κτήματος επ΄ ονόματί του (τεκμήριο 1), ο φάκελος του Τμήματος υπ΄ αριθμόν Α350/2003 που αφορά στην αίτηση της ενάγουσας για εγγραφή του κτήματος επ΄ ονόματί της (τεκμήριο 2), έγγραφο με τίτλο «Προικοσύμφωνον έγγραφον», ημερ. 13.10.68 (τεκμήριο 3), πιστοποιητικό εγγραφής ακίνητης ιδιοκτησίας που αφορά στο κτήμα και το οποίο δηλώνει πως η Σωφρονού κατέστη εν τίτλω ιδιοκτήτρια αυτού στις 15.4.40 (τεκμήριο 4), πιστοποιητικά εγγραφής ακίνητης ιδιοκτησίας που δηλώνουν ότι ένα χωράφι και μία οικία μετεβιβάστηκαν από την Σωφρονού στην ενάγουσα (τεκμήρια 5 και 6, αντιστοίχως), βεβαίωση του Κοινοτικού Συμβουλίου Κοράκου, ημερ. 14.1.03 σύμφωνα με την οποία η ενάγουσα κατέχει και εκμεταλλεύεται το κτήμα από το έτος 1968 (τεκμήριο 7), επιστολή του συνηγόρου της ενάγουσας προς τον εναγόμενο, ημερ. 22.1.08 (τεκμήριο 8) και πιστοποιητικό εγγραφής ακίνητης ιδιοκτησίας που δηλώνει ότι στις 16.5.06 η ενάγουσα ενεγράφηκε ως ιδιοκτήτρια ακινήτου που περιγράφεται ως τεμάχιο 599, Τμήμα 1, Φ/Σχ.28/1410V01, εντός του χωριού Κοράκου (τεκμήριο 9). Ακολουθεί η σκιαγράφηση και ο σχολιασμός της μαρτυρίας: Στο τεκμήριο 1 περιέχεται πιστοποιητικό ημερ. 1.11.01, υπογεγραμμένο από τον Κοινοτάρχη Κοράκου Άγγελο Καραμανή και δύο μέλη του Κοινοτικού Συμβουλίου, διά του οποίου πιστοποιείται ότι ο εναγόμενος είναι ο πλησιέστερος εν ζωή συγγενής της Σωφρονούς (ερυθρό 4 στο τεκμήριο 1). Στο τεκμήριο 2 περιέχεται επιστολή ημερ. 14.3.03, υπογεγραμμένη μόνον από τον Κοινοτάρχη Κοράκου Άγγελο Καραμανή, διά της οποίας ανακαλείται το προαναφερθέν πιστοποιητικό ημερ. 1.11.01 και δηλώνεται ότι το κτήμα «ανήκει στη Σωφρονία Θεοχάρους και ο (εναγόμενος) . απόσπασε τον τίτλο ιδιοκτησίας με ύπουλο τρόπο και κατάφερε να ξεγελάσει το Κοινοτικό Συμβούλιο παρουσιάζοντάς το σαν δικό του» (ερυθρό 7 στο τεκμήριο 2). Στο τεκμήριο 2 περιέχεται πιστοποιητικό, ημερ. 24.11.04, υπογεγραμμένο μόνον από τον Κοινοτάρχη Κοράκου Άγγελο Καραμανή, το οποίο καταλήγει με την φράση «το (κτήμα) παρ΄ όλο που εκδόθηκε τίτλος επ΄ ονόματι του κου Ιωαννίδη κατέχεται από την κα Σωφρονία Θεοχάρους μόνον» (ερυθρό 9 στο τεκμήριο 2). Το επίδικο προικοσύμφωνο (τεκμήριο 3), το οποίο καταρτήσθηκε στις 13.10.1968, και το οποίο παρουσιάζει, ως συμβεβλημένους, αφ΄ ενός την ενάγουσα Σωφρονία Θεοχάρους και το σύζυγό της Φίλιππο (ή Ντίνο) Χαραλάμπους Κούνουπα και αφ΄ ετέρου τη Σωφρονού, φέρει στο κάτω μέρος αυτού τις ευανάγνωστες υπογραφές των συμβεβλημένων καθώς τις ευανάγνωστες υπογραφές δύο μαρτύρων, του Λεόντιου Γεωργίου και του Ανδρέα Μεταξά. Εν σχέσει δε με τις εκατέρωθεν υποχρεώσεις διαλαμβάνει τα ακόλουθα: «...η Χ' Σωφρονού Ιωάννου της παραχωρή τα ότι έχει ήτοι όλοι η περιουσία της και τα χρήματα τα οποία έχει επ΄ ονόματι της Σωφρονίας Θεοχάρους, η Σωφρονία Θεοχάρους θα παραχωρήσει εις την νούναν της περίπου (100 λίρες αριθ.) εκατόν λίρες .. οι νεόνυμφοι υποχρεούντε να γυροκουμούν την Χ'Σωφρονού εν όσω ζη». Περιεχόμενο παρόμοιο με αυτό του πιστοποιητικού ημερ. 24.11.04 (ερυθρό 9 στο τεκμήριο 2) έχει και βεβαίωση ημερ. 14.1.03, υπογεγραμμένη από τον Κοινοτάρχη Κοράκου και δύο μέλη του Κοινοτικού Συμβουλίου (τεκμήριο 7). Ο Ξένιος Γεωργίου (Μ.Ε.1) δήλωσε πως η επ΄ ονόματι του εναγομένου εγγραφή του κτήματος έγινε νομοτύπως, κατόπιν αίτησής του και επί τη βάσει της επιστολής του Κοινοτικού Συμβουλίου Κοράκου, ημερ. 1.11.01 (ερυθρό 4 στο τεκμήριο 1). Προσέθεσε πώς η ενάγουσα απετάθηκε, για πρώτη φορά, στο Τμήμα για να εγγράψει το κτήμα επ΄ ονόματί της στις 18.3.03 (ερυθρό 2 στο τεκμήριο 2). Και διευκρίνισε πως δεν έχει ιδίαν αντίληψη για τους ισχυρισμούς που περιέχονται στην επιστολή του Κοινοτάρχη Κοράκου, ημερ. 14.3.04 (ερυθρό 7 στο τεκμήριο 2) Ο Άγγελος Καραμανής (Μ.Ε.2), γεννηθείς το έτος 1967 και κατέχων το αξίωμα του Κοινοτάρχη Κοράκου από το έτος 1994, επέμεινε με σθένος πως η ενάγουσα κατέχει και φροντίζει το κτήμα αδιαλείπτως από το έτος 1968 έως και σήμερα. Παραδέχθηκε, όμως, πως δεν έχει ιδίαν αντίληψη για όλα όσα υποστηρίζει. Ισχυρίσθηκε πως άντλησε τις πληροφορίες του από γηραιότερους κατοίκους του χωριού, τους οποίους κατωνόμασε. Περαιτέρω, επέμεινε πως γνωρίζει καλά το κτήμα εφ΄ όσον, όταν ήταν παιδί, έπαιζε εκεί με τους φίλους του γιατί ήταν «το γήπεδό» τους. Ο Άγγελος Καραμανής (Μ.Ε.2) επιβεβαίωσε πως ο εναγόμενος είναι ο μοναδικός νόμιμος κληρονόμος της Σωφρονούς, ως ο πλησιέστερος εν ζωή, οικείος της. Απεκάλυψε πως το γεγονός της υιοθεσίας της ενάγουσας από την Σωφρονού το γνώριζε από παλιά και, εν πάση περιπτώσει, το γνώριζε όταν υπέγραφε το πιστοποιητικό ημερ. 1.11.01 (ερυθρό 4 στο τεκμήριο 1). Κατά την αντεξέταση, ερωτηθείς, γιατί δεν ανέφερε τα περί της υιοθεσίας στο πιστοποιητικό αυτό, ο Άγγελος Καραμανής απήντησε μονολεκτικά, αόριστα και χωρίς άλλες εξηγήσεις: «Ξεγελάστηκα». Ερωτηθείς εάν διάβασε το πιστοποιητικό πριν το υπογράψει και εάν το υπέγραψε ελευθέρα βουλήσει, απήντησε θετικά. Ερωτηθείς εάν πιέσθηκε από οιονδήποτε για να υπογράψει το πιστοποιητικό, ο μάρτυρας απήντησε αρνητικά. Ισχυρίσθηκε, όμως, πως όταν πληροφορήθηκε πως ο εναγόμενος χρησιμοποίησε το πιστοποιητικό για να μεταβιβάσει επ΄ ονόματί του το κτήμα, αντελήφθηκε το λάθος του και θέλησε να διορθώσει. Έτσι, υπέγραψε την βεβαίωση ημερ. 14.1.03 (τεκμήριο 7), την επιστολή ημερ. 14.3.03 (ερυθρό 7 στο τεκμήριο 2) και το πιστοποιητικό ημερ. 24.11.04 (ερυθρό 9 στο τεκμήριο 2). Ερωτηθείς γιατί την επιστολή ημερ. 14.3.03 (ερυθρό 7 στο τεκμήριο 2) όπως και το πιστοποιητικό ημερ. 24.11.04 (ερυθρό 9 στο τεκμήριο 2) δεν τα υπογράφουν άλλα μέλη του Κοινοτικού Συμβουλίου Κοράκου ο μάρτυρας απήντησε πως το θέμα ήταν επείγον και πως ο νόμος δεν απαιτεί υπογραφές περισσοτέρων. Ο Άγγελος Καραμανής (Μ.Ε.2) ανέφερε, ακόμη, πως μετά την αποκάλυψη της επ΄ ονόματι του εναγομένου εγγραφής του κτήματος, οι διάδικοι συναντήθηκαν με τα μέλη του Κοινοτικού Συμβουλίου Κοράκου «με σκοπό την εξεύρεση λύσης». Τότε ο ενάγων «υποσχέθηκε να το μελετήσει και να απαντήσει κατά πόσον θα μεταβίβαζε το κτήμα». Τέλος, κληθείς να εξηγήσει τη φράση που χρησιμοποιεί στην επιστολή ημερ. 14.3.03 (ερυθρό 7 στο τεκμήριο 2) περί «ύπουλου τρόπου», ο μάρτυρας, το ίδιο μονολεκτικά, αόριστα και χωρίς άλλες εξηγήσεις απήντησε: «Ξεγελάστηκα». Η ενάγουσα Σωφρονία Θεοχάρους (Μ.Ε.3), γυναίκα ώριμης ηλικίας, κατέθεσε, κατά την κυρίως εξέτασή της, μέσω γραπτής δήλωσης (έγγραφο αρ. 1), ως το άρθρο 25 του περί Αποδείξεως Νόμου (Κεφ. 9, ως αυτό τροποποιήθηκε στη συνέχεια) επιτρέπει. Η αντεξέταση της ενάγουσας Σωφρονίας Θεοχάρους (Μ.Ε.3) υπήρξε χρήσιμη και αποκαλυπτική της προσωπικότητάς της. Η ενάγουσα Σωφρονία Θεοχάρους (Μ.Ε.3) παρουσιάσθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου να μην υστερεί σε αντίληψη, ευστροφία και δυναμισμό, παρά το ότι η μόρφωσή της περιορίζεται στην φοίτηση έως και την πρώτη τάξη του Γυμνασίου. Απήντησε σε όλες τις ερωτήσεις της αντεξέτασης με ψυχραιμία και αυτοπεποίθηση. Η περιγραφή της «αφελούς και αμόρφωτης» γυναίκας, την οποίαν της αποδίδει η έκθεση απαίτησης, δεν συνάδει με την εικόνα που η ενάγουσα Σωφρονία Θεοχάρους (Μ.Ε.3) παρουσίασε καταθέτοντας ενώπιον του Δικαστηρίου. Η μαρτυρία της (Μ.Ε.3) συνοψίζεται ως εξής: Γεννήθηκε το έτος 1951 και από την ηλικία των οκτώ
(8)ετών, δηλαδή από το έτος 1959, διέμενε με την άτεκνη θεία και νονά της Σωφρονού, η οποία και την υιοθέτησε χωρίς, όμως, να ακολουθηθεί η νόμιμη τυπική διαδικασία. Το έτος 1968 αρραβωνιάστηκε με τον Φίλιππο (ή Ντίνο) Χαραλάμπους Κούνουπα και εξ αιτίας του γεγονότος αυτού καταρτήσθηκε προικοσύμφωνο δυνάμει του οποίου η Σωφρονού της παραχωρούσε ολόκληρη την περιουσία της, του κτήματος συμπεριλαμβανομένου. Έκτοτε και αδιαλείπτως κατέχει και εκμεταλλεύεται το κτήμα, καλλιεργώντας το με λαχανικά. Ο εναγόμενος ενοχλήθηκε από το γεγονός της υιοθεσίας της από τη Σωφρονού και διέκοψε κάθε σχέση μαζί τους. Οι σχέσεις της ιδίας και του εναγομένου βελτιώθηκαν μετά το θάνατο της Σωφρονους, το έτος
  1. Εφ΄ όσον απεκαταστήθηκαν οι σχέσεις της οικογένειάς της με τον εναγόμενο και λόγω της μόρφωσης του τελευταίου (είναι διδάσκαλος), όλοι τον εμπιστεύονταν και τον συμβουλευόνταν. «
  2. Λόγω των καλών σχέσεων (της οικογένειας της) με την οικογένεια του Εναγομένου ανταλλάσσ(αν) επισκέψεις και κατά το καλοκαίρι του έτους 2001 ήρθε στο σπίτι (της) στην Κοράκου η σύζυγος του Εναγομένου η Μαρούλλα και πάνω στην κουβέντα . (την) ερώτησε εάν το εν λόγω χωράφι «κηπότοπος» είχε μεταβιβαστεί στο όνομα (της) από την νονά (της) και της απάντησ(ε) αρνητικά και ότι έχ(ει) προικοσύμφωνο και θα πήγαιν(ε) αργότερα στο Κτηματολόγιο με πιστοποιητικό κατοχής από τον Κοινοτάρχη να μεταβιβάσ(ει) στο όνομα (της) και να το βάλ(ει) υποθήκη να βοηθήσ(ει) την κόρη (της) .. που αντιμετώπιζε οικονομικά προβλήματα.
  3. Μετά παρέλευση λίγων ημερών ήλθε ο Εναγόμενος σπίτι (της) και στην παρουσία του συζύγου (της) .. ζήτησε το κοτσιάνι του κηπότοπου που ήταν γραμμένο ακόμη στην νονά (της) διότι ήθελε να βγάλει τοπογραφικό σχέδιο για το γειτονικό του χωράφι και του το έδωσ(ε) λόγω εμπιστοσύνης. Μετά από λίγες ημέρες (της) το επέστρεψε ευχαριστώντας (την)..». (δείτε στις παρα. 9 και 10 του εγγράφου αρ. 1). Κατά τον Οκτώβριο του έτους 2002 πληροφορήθηκε πως το κτήμα μετεβιβάσθηκε στον εναγόμενο. Διαμαρτυρήθηκε και ο εναγόμενος, παρουσία του συζύγου της Φίλιππου (ή Ντίνου) Χαραλάμπους Κούνουπα (Μ.Ε.6) και του Κοινοτάρχη Κοράκου (Μ.Ε.2), υπεσχέθηκε να την αποζημιώσει ή να επαναφέρει το κτήμα στην πρότερη κατάσταση. Ο εναγόμενος δεν τήρησε την υπόσχεσή του παρά και τη διαμεσολάβηση του συνηγόρου της. Η ενάγουσα Σωφρονία Θεοχάρους (Μ.Ε.3) προσέθεσε πως πριν από την υιοθεσία της ιδίας, η Σωφρονού φιλοξενούσε, φρόντιζε και συντηρούσε τον εναγόμενο από την νηπιακή του ηλικία έως και το τέλος της φοίτησής του στο Γυμνάσιο λόγω δυσχερειών που αντιμετώπιζε η οικογένειά του. Και δέχθηκε πως μοναδικός νόμιμος κληρονόμος της Σωφρονούς είναι ο εναγόμενος. Επέμεινε, όμως, πως το κτήμα της ανήκει γιατί αυτό προβλέπει το προικοσύμφωνο και γιατί η ίδια το κατέχει και το καλλιεργεί. Εξ αιτίας αυτών των δεδομένων, συνέχισε, ένιωθε ασφαλής και δεν μερίμνησε ενωρίτερα να εγγράψει το κτήμα επ΄ ονόματί της. Κατά την αντεξέτασή της, κληθείσα να σχολιάσει υπογραφές επί του προικοσυμφώνου, η ενάγουσα Σωφρονία Θεοχάρους (Μ.Ε.3) επέμεινε πως το προικοσύμφωνο το υπέγραψε, ενώπιόν της, και η μητέρα του συζύγου της, η Χριστίνα Σάββα, η οποία φοίτησε στο δημοτικό σχολείο και η οποία γνώριζε γραφή. Απέρριψε δε με επιμονή την υποβολή πώς η Χριστίνα Σάββα δεν υπέγραψε το προικοσύμφωνο γιατί δεν γνώριζε γραφή. Τέλος, η ενάγουσα Σωφρονία Θεοχάρους (Μ.Ε.3) διευκρίνισε, πως, κατά την σύναψη του προικοσυμφώνου, ο εναγόμενος, δεν ήταν παρών εφ΄ όσον οι σχέσεις τους ήσαν, κατά το χρόνο, εκείνο ανύπαρκτες. Ο Λεόντιος Γεωργίου (Μ.Ε.4), ηλικίας σήμερα εβδομήντα- έξι
(76)ετών, και ο Ανδρέας Μεταξάς (Μ.Ε.5), ηλικίας σήμερα εξήντα-επτά
(67)ετών, ήσαν παρόντες στον αρραβώνα της ενάγουσας Σωφρονίας Θεοχάρους (Μ.Ε.3) με τον Φίλιππο (ή Ντίνο) Χαραλάμπους Κούνουπα, ως προσκεκλημένοι του τελευταίου. Ο αρραβώνας έλαβε χώρα στην Κοράκου το έτος
  1. Αυτοί ήσαν παρόντες και κατά την σύναψη του προικοσυμφώνου και, μάλιστα, το υπέγραψαν ως μάρτυρες. Και οι δύο ανεγνώρισαν τις υπογραφές τους επί του τεκμηρίου
  2. Το προικοσύμφωνο υπέγραψαν στην παρουσία τους και οι συμβεβλημένοι. Όμως, και οι δύο μάρτυρες δήλωσαν απερίφραστα πως η Χριστίνα Σάββα, η μητέρα του συζύγου της ενάγουσας, δεν υπέγραψε η ίδια το προικοσύμφωνο γιατί δεν γνώριζε γραφή. Αντί αυτής, υπέγραψε το προικοσύμφωνο η θυγατέρα της Κούλλα. Ο Φίλιππος (ή Ντίνος) Χαραλάμπους Κούνουπας (Μ.Ε.6) επεβεβαίωσε πως αντί της μητέρας του Χριστίνας Σάββα, το προικοσύμφωνο το υπέγραψε η αδελφή του Κούλλα. Ανέφερε, ακροθιγώς, πως, έως και την μεταβίβαση του κτήματος στον εναγόμενο, αυτό κατείχετο από τον ίδιο και τη σύζυγό του, οι οποίοι το καλλιεργούσαν. Τέλος, ο μάρτυρας πληροφόρησε για το γεγονός πως ο ίδιος απουσίαζε στο εξωτερικό, όπου εργαζόταν, από το έτος 1973 έως και το έτος
  3. Ο εναγόμενος Ανδρέας Λουκά Ιωαννίδης (Μ.Υ.1) ανέφερε κατά την κυρίως εξέτασή του η οποία, επίσης, διεξήχθηκε μέσω γραπτής δήλωσης (έγγραφο αρ. 2), τα ακόλουθα: Γεννήθηκε στην Κοράκου το έτος 1938 και από την ηλικία των τριών
(3)ετών έως και την ηλικία των είκοσι-δύο
(22)ετών διέμενε με την θεία του Σωφρονού, αδελφή του πατέρα του. Τους δύο συνέδεε μεγάλη αγάπη. Στην ηλικία των είκοσι-δύο
(22)ετών νυμφέφθηκε και μετακόμισε στην συζυγική οικία. Τότε, η Σωφρονού, κατόπιν προτροπής της μητέρας της ενάγουσας, πήρε την ενάγουσα μαζί της για να την μεγαλώσει. Σκοπός της μητέρας της ενάγουσας ήταν να αποκτήσει η θυγατέρα της την περιουσία της Σωφρονούς. Εξ ου και ενόσω η ενάγουσα ήταν ακόμη ανήλικη η Σωφρονού της μετεβίβασε την οικία όπου διέμεναν οι δύο γυναίκες καθώς και ένα χωράφι. Πρόκειται για τα ακίνητα στα οποία αφορούν τα τεκμήρια 5 και
  1. Η Σωφρονού διατήρησε τη ιδιοκτησία του κτήματος, το οποίο αποτελεί το προαύλιο της πατρικής του οικίας. Επανειλημμένως του είπε ότι το κτήμα του ανήκει και ότι θα το αποκτούσε μετά το θάνατό της, ως ο μοναδικός νόμιμος κληρονόμος της. Η Σωφρονού δεν επιθυμούσε να του μεταβιβάσει το κτήμα ενόσω ζούσε γιατί αυτό θα προκαλούσε την αρνητική αντίδραση και το θυμό της ενάγουσας και της μητέρας της. Από το θάνατο της Σωφρονούς έως και σήμερα το κτήμα το κατέχει ο ίδιος. Το κτήμα ήταν πάντοτε ακαλλιέργητο και χρησιμοποιείτο από τα παιδιά της γειτονιάς ως τόπος παιγνιδιού. Τον Αύγουστο του έτους 1974 ο ίδιος έδωσε άδεια σε μία ηλικιωμένη εκτοπισθείσα, ονόματι Ρεβέκκα, να ανεγείρει εντός του κτήματος πρόχειρο υποστατικό για να διαμένει. Η γυναίκα αυτή διέμενε εντός του κτήματος έως και το θάνατό της το έτος
  2. Ο ίδιος ανέκαθεν γνώριζε πως το κτήμα δεν είχε μεταβιβασθεί στην ενάγουσα εφ΄ όσον το κατείχε ο ίδιος. Η ύπαρξη του εγγράφου που παρουσιάζεται ως «προικοσύμφωνο» περιήλθε εις γνώσιν του προσφάτως, στα πλαίσια εκδίκασης της προκείμενης αγωγής. Μετά την επ΄ ονόματί του εγγραφή του κτήματος ουδέποτε υπεσχέθηκε σε οιονδήποτε και, εν πάση περιπτώσει ουδέποτε υπεσχέθηκε στην ενάγουσα, πως θα την αποζημίωνε ή πως θα επανέφερε το κτήμα στην πρότερη κατάσταση. Η αντεξέταση του εναγομένου Ανδρέα Λουκά Ιωαννίδη (Μ.Υ.1) υπήρξε, επίσης, χρήσιμη. Απεκάλυψε έναν άνδρα ώριμης ηλικίας, συγκροτημένο, με χαρακτήρα ήπιο και με λόγο άμεσο, σαφή και με συνοχή. Κατά την αντεξέτασή του ο εναγόμενος Ανδρέας Λουκά Ιωαννίδης (Μ.Υ.1) επιβεβαίωσε όσα ουσιώδη εδήλωσε κατά την κυρίως εξέτασή του και απήντησε σε όλες τις ερωτήσεις, ακόμη και σε αυτές που αφορούσαν σε αχρείαστες λεπτομέρειες της οικογενειακής του ζωής και που έτειναν να την θίξουν, με πληρότητα και ηρεμία. Διευκρίνισε δε το γεγονός πως όταν εζήτησε τον προηγούμενο τίτλο ιδιοκτησίας του κτήματος από την ενάγουσα την ενημέρωσε για την πρόθεση του να προχωρήσει στην επ΄ ονόματί του τιτλοποίηση. Η Ευδοκία Κρασιά (Μ.Υ.2), με λόγο λιτό, άμεσο και ήρεμο, δήλωσε πως Φθινόπωρο του έτους 1974, η ίδια μαζί με άλλους οικείους της ενδιαφέρθηκαν να εξεύρουν στέγη στο χωριό Κοράκου για την εκτοπισθείσα γιαγιά της Ρεβέκκα. Τους υπεδείχθηκε, ως κατάλληλο, το κτήμα. Ζήτησαν να μάθουν σε ποίον αυτό ανήκε για να ζητήσουν άδεια να ανεγείρουν εκεί ένα πρόχειρο υποστατικό για να στεγασθεί η Ρεβέκκα. Κάτοικοι του χωριού τους ανέφεραν πως το κτήμα ανήκει στον εναγόμενο. Τον συνάντησαν, συζήτησαν μαζί του και αυτός τους επέτρεψε να ανεγείρουν εντός του κτήματος πρόχειρο υποστατικό. Η Ρεβέκκα διέμενε στο υποστατικό αυτό έως και το θάνατό της στις 30.11.
  3. Η μάρτυς προσέθεσε πώς ενόσω ζούσε η Ρεβέκκα, η ίδια, που διέμενε σε άλλο χωριό, την επισκεπτόταν συχνά, μία έως και δύο φορές την εβδομάδα. Κατά τις επισκέψεις της αυτές ουδέποτε συνάντησε την ενάγουσα στο κτήμα. Το κτήμα ήταν ακαλλιέργητο και σε αυτό υπήρχε μόνον μία ελιά. Διεξήλθα τη μαρτυρία και σημειώνω τα ακόλουθα: Για τον εναγόμενο Ανδρέα Λουκά Ιωαννίδη (Μ.Υ.1) και την μάρτυρά του Ευδοκία Κρασιά (Μ.Υ.2) απεκόμισα θετική εντύπωση. Πεποίθησή μου είναι ότι αυτοί προσήλθαν στο Δικαστήριο για να πουν την αλήθεια. Ανεφέρθηκα ήδη στα θετικά γνωρίσματα του λόγου και της συμπεριφοράς τους ενόσω κατέθεταν. Δέχομαι, έτσι, ως αληθή και ορθά όλα όσα αυτοί εδήλωσαν ενώπιον του Δικαστηρίου. Αντιθέτως, η ενάγουσα Σωφρονία Θεοχάρους (Μ.Ε.3,) δεν μου δημιούργησε την εντύπωση προσώπου αξιόπιστου, προσώπου στο λόγο του οποίου θα μπορούσε, με ασφάλεια, να βασισθεί κάποιος. Την αξιοπιστία της κλονίζει, κατ΄ αρχάς, η αδυναμία της να δικαιολογήσει πειστικά την επί δεκαετίες παράλειψή της να μεριμνήσει για την τιτλοποίηση του κτήματος. Υπενθυμίζω πως το προικοσύμφωνο συνετάχθηκε το έτος 1968, η Σωφρονού απεβίωσε το έτος 1974 και η ενάγουσα απετέθηκε για την επ΄ ονόματί της εγγραφή του κτήματος μόλις στις 18.3.03, και αφού προηγήθηκε η τιτλοποίηση του κτήματος επ΄ ονόματι του εναγομένου. Ο ισχυρισμός της όλα αυτά τα χρόνια ένιωθε ασφαλής γιατί υπήρχε το προικοσύμφωνο και γιατί η ίδια κατείχε και καλλιεργούσε το κτήμα δεν πείθουν για τη γνησιότητα των αιτίων της πρωτοφανούς ολιγωρίας της. Την αξιοπιστία της ενάγουσας Σωφρονίας Θεοχάρους (Μ.Ε.3) κλονίζει επίσης, η ασυμφωνία δηλώσεών της με όσα αντίστοιχα εδήλωσαν μάρτυρες της πλευράς της: Εν αντιθέσει προς τη δήλωση του Άγγελου Καραμανή (Μ.Ε.2) πως το κτήμα εχρησιμοποιείτο πάντοτε ως «το γήπεδο» των παιδιών του χωριού, η ενάγουσα Σωφρονία Θεοχάρους (Μ.Ε.3) ισχυρίσθηκε πως η ίδια καλλιεργούσε το κτήμα αδιαλείπτως από το έτος 1968 έως και την επ΄ ονόματι του εναγομένου εγγραφή του. Περαιτέρω, εν αντιθέσει προς δήλωση του ίδιου μάρτυρα πως κατά τη συνάντηση που είχε μαζί τους ο εναγόμενος αυτός απλώς υπεσχέθηκε να μελετήσει το ζήτημα της επαναφοράς του κτήματος στην πρότερη κατάσταση και επεφυλάχθηκε να απαντήσει αργότερα, η ενάγουσα Σωφρονία Θεοχάρους (Μ.Ε.3) ισχυρίσθηκε πως, κατά τη συνάντηση αυτή, ο εναγόμενος υπεσχέθηκε και συμφώνησε είτε να επαναφέρει το κτήμα στην πρότερη κατάσταση είτε να την αποζημιώσει. Τέλος, εν αντιθέσει προς τις δηλώσεις του Λεόντιου Γεωργίου (Μ.Ε.4), του Ανδρέα Μεταξά (Μ.Ε.5) και του συζύγου της Φίλιππου (ή Ντίνου) Χαραλάμπους Κούνουπα (Μ.Ε.6) πως, αντί της Χριστίνας Σάββα (μητέρας του συζύγου της), η οποία δεν εγνώριζε γραφή, το προικοσύμφωνο υπέγραψε η θυγατέρα της Κούλλα, η ενάγουσα επέμεινε, και μάλιστα με σθένος, πως το προικοσύμφωνο το υπέγραψε, στην παρουσία της, η Χριστίνα Σάββα η οποία γνώριζε γραφή. Η κλονισμένη αξιοπιστία της ενάγουσας Σωφρονίας Θεοχάρους (Μ.Ε.3) καθιστά αναπόδεικτους τους ισχυρισμούς της περί των όσων έλαβαν χώρα το καλοκαίρι του έτους 2001 και, ιδίως, περί του τρόπου με τον οποίον ο εναγόμενος εξασφάλισε από αυτήν τον προηγούμενο τίτλο ιδιοκτησίας του κτήματος. Έτσι, εκλείπει η πραγματική βάση της θέσης πως ο εναγόμενος εξασφάλισε την επ΄ ονόματί του εγγραφή του ακινήτου συμπεριφερόμενος δολίως και εξαπατώντας την ενάγουσα. Επί τούτου σημειώνω πως ό,τι εδώ ενδιαφέρει είναι η απάτη με θύμα την ίδια την ενάγουσα. Περαιτέρω σημειώνω πως ούτε η εξασφάλιση του πιστοποιητικού ημερ. 1.11.01 (ερυθρό 4 στο τεκμήριο 1), καταδεικνύει οιονδήποτε δόλο εκ μέρους του εναγομένου εφ΄ όσον ό,τι το πιστοποιητικό αυτό μαρτυρεί είναι το αδιαμφισβήτητο γεγονός πώς ο εναγόμενος είναι ο μοναδικός εν ζωή κληρονόμος της Σωφρονούς. Η κλονισμένη αξιοπιστία της ενάγουσας Σωφρονίας Θεοχάρους (Μ.Ε.3) καθιστά αναπόδεικτους και τους ισχυρισμούς της περί ανάληψης, εκ μέρους του εναγομένου, της συμβατικής υποχρέωσης για παροχή αποζημιώσεων ή για επαναφορά του κτήματος στην πρότερη κατάσταση. Επιπλέον, η μαρτυρία που προσεκόμισε η πλευρά της ενάγουσας για το ζήτημα αυτό είναι και ελλειπτική εφ΄ όσον δεν ανεφέρθηκε ο,τιδήποτε περί αντιπαροχής. Συναφώς αναφέρω πως σύμβαση άνευ αντιπαροχής είναι, κατ΄ αρχήν, άκυρη. Εξαίρεση αποτελούν οι περιπτώσεις γραπτής συμφωνίας που συνάπτεται μεταξύ στενών συγγενών, οι περιπτώσεις υπόσχεσης αποζημίωσης προσώπου το οποίο έπραξε κάτι υπέρ του οφειλέτη καθώς και οι περιπτώσεις γραπτής υπόσχεσης καταβολής χρέους (άρθρο 25
(1)του Κεφ. 149). Ουδεμία από τις εξαιρετικές αυτές περιπτώσεις συντρέχει εν προκειμένω και, εν πάση περιπτώσει, ουδεμία τέτοια εξαιρετική περίπτωση δύναται να θεμελιωθεί επί τη βάσει της προσκομισθείσας μαρτυρίας. Πραγματικά αβάσιμοι καταλήγουν και οι ισχυρισμοί περί χρησικτησίας. Κατ΄ αρχάς, παρατηρώ πως με δεδομένο το θάνατο της προηγούμενης εν τίτλω ιδιοκτήτριας του κτήματος Σωφρονούς το έτος 1974 και με δεδομένη την επ΄ ονόματι του εναγομένου εγγραφή του κτήματος στις 16.9.02 δεν υφίσταται πλήρης περίοδος τριάντα
(30)ετών κατά την οποίαν η ενάγουσα θα εδύνατο να ασκήσει «αδιαφιλονίκητη και αδιάλειπτη εχθρική κατοχή» (άρθρο 10 του Κεφ. 224). Εφ΄ όσον κανένας τίτλος επί ακίνητης ιδιοκτησίας αποκτάται με εχθρική κατοχή εναντίον εγγεγραμμένου κυρίου (άρθρο 9 του Κεφ. 224), έπεται πως ο χρόνος θανάτου της προηγουμένης εν τίτλω ιδιοκτήτριας του κτήματος καθώς και η νέα εγγραφή του οριοθετούν τη χρονική περίοδο κατά την οποία θα μπορούσε, υπό τις κατάλληλες συνθήκες, να υπάρξει χρησικτησία. Κατά δεύτερον, οι ισχυρισμοί του εναγομένου Ανδρέα Λουκά Ιωαννίδη (Μ.Υ.1) καθώς και της Ευδοκίας Κρασιά (Μ.Υ.2) περί της στέγασης της εκτοπισθείσας Ρεβέκκας σε πρόχειρο υποστατικό εντός του κτήματος, οι οποίοι έχουν ήδη κριθεί ως αξιόπιστοι και αληθείς, καθιστούν ανυπόστατους οιουσδήποτε ισχυρισμούς μαρτύρων της πλευράς της ενάγουσας περί της εκ μέρους της αδιάλειπτης κατοχής και εκμετάλλευσης του κτήματος από το έτος 1968. Ούτε οι σωρηδόν εκδοθείσες από τον Άγγελο Καραμανή (Μ.Ε.2) βεβαιώσεις περί κατοχής του κτήματος από την ενάγουσα έχουν οιανδήποτε αποδεικτική αξία. Οι βεβαιώσεις αυτές, οι οποίες περιέχουν εξ ακοής μαρτυρία, έγιναν μεν δεκτές ως μαρτυρικό υλικό, πλην όμως, κρίνονται ως έχουσες μηδενική αποδεικτική δύναμη εφ΄ όσον απουσιάζει οιαδήποτε άλλη ανεξάρτητη μαρτυρία η οποία να επιβεβαιώνει το περιεχόμενό τους (Σάουρος κ.α. ν. Φιλίππου
(2009)1 (Α) Α.Α.Δ. 203, 215). Τέλος, ανεπιτυχώς προβάλλεται, ως αιτία αγωγής, το προικοσύμφωνο που αποτυπώνεται στο τεκμήριο 3. Η συμφωνία αυτή παρά το ότι είναι γραπτή, παρά το ότι σκοπόν έχει να δημιουργήσει σε οικείο της μελλόνυμφης την υποχρέωση να προμηθεύσει το ζεύγος των μελλόνυμφων με περιουσιακά στοιχεία και παρά το ότι υπογράφεται, στο τέλος της, από τους συμβεβλημένους και δύο μάρτυρες (άρθρο 77
(2)του Κεφ. 149), εντούτοις είναι άκυρη λόγω της αοριστίας της (άρθρο 29 του Κεφ. 149). Ο όρος του επίδικου προικοσύμφωνου, ο οποίος αφορά στα περιουσιακά στοιχεία τα οποία η Σωφρονού δεσμεύθηκε να παράσχει στο ζεύγος των μελλονύμφων και ο οποίος παρατίθεται ανωτέρω, είναι διατυπωμένος με τέτοια ασάφεια ώστε να καθίσταται αδύνατη η διαπίστωση της πρόθεσης των συμβαλλομένων (Οικονόμου κ.α. ν. Ττοφίνη κ.α.
(1993)1 Α.Α.Δ. 436). Η αοριστία και η αβεβαιότητα του όρου καθιστά επικίνδυνη οποιανδήποτε ερμηνεία του. Παρενθετικά και επειδή απασχόλησε έντονα του ευπαίδευτους συνήγορους των διαδίκων το ζήτημα της υιοθεσίας της ενάγουσας από τη Σωφρονού, αναφέρω πως αυτό είναι, εν τέλει, αδιάφορο εφ΄ όσον υπόσχεση παροχής προίκας δύναται να δώσει οιοσδήποτε συγγενής μελλονύμφου και όχι μόνον γονέας του. Παραθέτω το ακόλουθο απόσπασμα από την παλαιά απόφαση Polycarpou v. Zenonos V18 C.L.R. 133, 134: «The contract of dowry is analogous to the English marriage articles. Its object is to bind the parents or other relatives to provide the marriage portion for the benefit of the parties to the contemplated marriage. It is usual for the fiancés to become parties of the same part to become promisees, in order to be able to enforce the dowry contract ». Εν πάση περιπτώσει, ακόμη και εάν ήθελε θεωρηθεί πως το επίδικο προικοσύμφωνο είναι σαφές και έγκυρο και, ακόμη, εάν ήθελε θεωρηθεί πως δι΄ αυτού η Σωφρονού ανέλαβε την υποχρέωση να μεταβιβάσει επ΄ ονόματι της ενάγουσας και το κτήμα, εντούτοις σήμερα αυτό δεν μπορεί να εκτελεσθεί. Σήμερα, δεκαετίες μετά τη σύναψη του προικοσύμφωνου και με δεδομένα αφ΄ ενός τον προ πολλού θάνατο της οφειλέτιδας Σωφρονούς και αφ΄ ετέρου την απουσία διαχειριστών της περιουσίας της, η εκπλήρωση των υποχρεώσεων που ανέλαβε η Σωφρονού είναι αδύνατη. Για όλους τους πιο πάνω λόγους, η αγωγή αποτυγχάνει και απορρίπτεται. Τα έξοδα της αγωγής, ως αυτά θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο, επιδικάζονται υπέρ του εναγομένου και εναντίον της ενάγουσας. (Υπ)........................................ Α. Κ. Λυκούργου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΧΡΓ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.